Tax the rich
Η ιδέα ενός τακτικού φόρου στο εισόδημα, και πολύ λιγότερο στον πλούτο, δεν εμφανίζεται στις ιδρυτικές αρχές των ΗΠΑ, υπογράμμιζαν σε δημοσίευμα στο propublica.org οι Jesse Eisinger, Jeff Ernsthausen και Paul Kiel τον Ιούνιο του 2021. Το άρθρο 1 του αμερικανικού Συντάγματος ρητά απαγορεύει τους άμεσους φόρους στους πολίτες στις περισσότερες περιπτώσεις. Αυτό σήμαινε ότι για δεκαετίες η κυβέρνηση κυρίως χρηματοδοτούταν από έμμεσους φόρους σε καταναλωτικά αγαθά, όπως ο καπνός και το αλκοόλ.
Προσπαθώντας να ανταπεξέλθει στα βάρη του εμφυλίου πολέμου, το Κογκρέσο επέβαλε ένα εθνικό φόρο εισοδήματος το 1861, με τους εύπορους να πιέζουν για κατάργηση λίγο μετά τη λήξη του.
Μέχρι το τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, η ανισότητα πλούτου ήταν έντονη και το πολιτικό κλίμα άλλαζε.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση άρχισε να μεγεθύνεται, δημιουργώντας υπηρεσίες για την προστασία του φαγητού, των εργαζομένων κλπ. Χρειαζόταν πόρους αλλά οι δασμοί έπλητταν περισσότερο τον μέσο Αμερικανό πολίτη. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε απορρίψει ένα νόμο του 1894, που θα είχε δημιουργήσει ένα φόρο εισοδήματος, οπότε το Κογκρέσο προχώρησε στη 16η τροπολογία του Συντάγματος, η οποία επικυρώθηκε το 1913 και έδωσε στην κυβέρνηση δύναμη να επιβάλει και να συλλέγει φόρους στα εισοδήματα, από οποιαδήποτε πηγή κι αν προέρχονταν.
Τα πρώτα χρόνια, ο φόρος προσωπικού εισοδήματος λειτούργησε όπως ήθελε το Κογκρέσο, επιβαρύνοντας περισσότερο τους πλουσιότερους. To 1918, μόνο το 15% των αμερικανικών οικογενειών χρωστούσε φόρους. Σύμφωνα με τον ιστορικό W. Elliot Brownlee, το ανώτερο εισοδηματικά 1% συνεισέφερε το 80% των εσόδων. Όμως, σε μια προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα που παρέμενε: τι θα θεωρούταν εισόδημα και τι όχι, το δημοσίευμα του propublica.org, παραθέτει το παράδειγμα της Myrtle Macomber που το 1916 δικαιούταν ένα μέρισμα από τις μετοχές που διατηρούσε στην εταιρεία Standard Oil της Καλιφόρνια. Σύμφωνα με το νόμο, έπρεπε να καταβάλει φόρους παρόλο που δεν εισέπραξε το μέρισμα, όμως το έλαβε με τη μορφή μιας επιπλέον μετοχής για κάθε δύο μετοχές που διατηρούσε. Πλήρωσε τους φόρους και στη συνέχεια κατέφυγε στο δικαστήριο υποστηρίζοντας ότι είχε γίνει κάπως πλουσιότερη, ωστόσο δεν πήρε χρήματα, δηλαδή δεν είχε έσοδα.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με αφορμή την περίπτωση Eisner εναντίον Macomber ότι το εισόδημα προκύπτει μόνο από εισπράξεις, όταν κάποιος πουλά ένα περιουσιακό στοιχείο – μια μετοχή, ένα ομόλογο ή ένα οίκημα – και προσποριστεί κάποια χρήματα ώστε να φορολογηθούν. Από τότε η βασική αντίληψη που διέπει το φορολογικό σύστημα των ΗΠΑ είναι ότι το εισόδημα προέρχεται μόνο από κέρδη που ρευστοποιούνται. Οι μισθοί, τα πληρωτέα μερίσματα (cash dividends), τα έσοδα από πώληση επενδυτικών αγαθών (assets) φορολογούνται, ωστόσο εάν δεν έχει πουληθεί τίποτα δεν υπάρχει εισόδημα και άρα φόρος.
Η απόφαση συγκέντρωσε πολλούς επικριτές εκείνη την εποχή, που διέβλεπαν τα προβλήματά της, όπως το μέλος του Κογκρέσου Cordell Hull, που είναι γνωστός ως ο εμπνευστής του φόρου εισοδήματος, θυμίζει η ερευνήτρια Marjorie Kornhauser. Ο ίδιος προέβλεψε ότι, ως αποτέλεσμα, η φοροδιαφυγή θα ήταν διαδεδομένη αφού άφηνε το περιθώριο, για παράδειγμα, στους βιομήχανους να φτιάξουν μια εταιρεία και να δανείζονται έναντι της μετοχής για να πληρώνουν τα έξοδα διαβίωσης. Έτσι θα μπορούσαν να ζουν με βάση την αξία της εταιρείας στο χρηματιστήριο, χωρίς να την πουλήσουν αλλά και χωρίς να πληρώνουν φόρους.

Ingram Pinn / ft.com
Δεκαετίες μετά, φτάνοντας στο 1970 και μέσα από μια σειρά οικονομικών, νομικών και πολιτιστικών αλλαγών που ακολούθησαν, με τους αντιμονοπωλιακούς μηχανισμούς να αποδέχονται σε μεγάλο βαθμό τις συγχωνεύσεις, αντί να προσπαθούν να διασπάσουν τις μεγάλες εταιρείες, που νοιάζονταν όλο και περισσότερο σχεδόν αποκλειστικά για την αξία της μετοχής στο χρηματιστήριο, βοηθήθηκε η ανάδυση μιας σειράς επιχειρηματικών ογκόλιθων. Από τη Microsoft και την Oracle το 1980 – 1990 μέχρι την Amazon, τη Google, το Facebook και την Apple, συχνά παρατηρείται συγκέντρωση ιδιοκτησίας, μεγάλα περιθώρια κέρδους, υψηλές τιμές μετοχών και χρήση τεχνικών φοροαποφυγής που δεν είναι εξωτικές ή παράνομες και δεν προσφέρονται σε εκείνους με λιγότερα μέσα.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση φορολογεί τα εισοδήματα. Το propublica.org συγκρίνοντας τα ετήσια ποσά που οι 25 πλουσιότεροι Αμερικανοί πληρώνουν για φόρους, με την εκτίμηση του Forbes για το πόσο ο πλούτος τους διευρύνθηκε, εκτίμησε ότι το ποσοστό φορολόγησής τους ήταν γύρω στο 3.4% το διάστημα 2014-2018. Από την άλλη, το μεσαίο αμερικανικό νοικοκυριό καλείται να πληρώσει γύρω στο 14%, για τα 70.000 δολάρια του ετήσιου εισοδήματός του. Επιπλέον, την περίοδο από το 2006 έως το 2018, για κάθε 100 δολάρια που διευρύνονταν τα κέρδη του μέσου Αμερικανού, πλήρωνε 160 δολάρια σε φόρους, όμως ο Jeff Bezos λίγο πάνω από ένα δολάριο. Ο ίδιος το 2007 και το 2011 δεν απέδωσε καθόλου φόρο εισοδήματος.
Οι 25 πλουσιότεροι Αμερικανοί δήλωσαν 158 εκατομμύρια δολάρια σε μισθούς το 2018, με τα στοιχεία της Εσωτερικής Υπηρεσίας Εσόδων (IRS), αντιπροσωπεύοντας σύμφωνα με υπολογισμούς, περίπου το 1.1% του συνολικού τους εισοδήματος, όπου περιλαμβάνονταν ακόμη μερίσματα και πωλήσεις μετοχών, ομολόγων και άλλων επενδύσεων, που φορολογούνται σε χαμηλότερη κλίμακα απ’ ό,τι οι μισθοί. Την ίδια χρονιά εκτιμάται ότι ο προσωπικός ομοσπονδιακός φόρος για τους παραπάνω ανερχόταν σε 1.9 δις δολάρια, ενώ για τους μισθωτούς έφτασε τα 143 δις δολάρια.
Πολλοί τιτάνες της οικονομίας του 21ου αιώνα διατηρούν υπέρογκα κέρδη, που όμως δεν ρευστοποιούν και το ύψος των οποίων εμφανίζει διακυμάνσεις κάθε μέρα καθώς οι τιμές των μετοχών αυξομειώνονται. Σύμφωνα με τους οικονομολόγους Emmanuel Saez και Gabriel Zucman, στο Πανεπιστήμιο Berkeley της California από τα περίπου 4.25 τρις δολάρια πλούτου που κατέχουν, τα 2.7 τρις δεν έχουν ρευστοποιηθεί.
Για παράδειγμα, ο W. Buffett με τον όμιλο εταιρειών Berkshire Hathaway (Geico, Duracell και σημαντικά ποσοστά σε American Express και Coca-Cola), κρατάει τις μετοχές του (stock) και δεν πληρώνει μέρισμα (dividend), το μέρος των κερδών που επιχειρήσεις καταβάλουν σε όσους έχουν μετοχές τους, αποφεύγοντας να μετατρέψει τον πλούτο του σε εισόδημα. Σε άρθρο γνώμης στους New York Times το 2011, ο W. Buffett είχε κάνει λόγο για Κογκρέσο φιλικό προς τους δισεκατομμυριούχους για αρκετό καιρό, καλώντας την κυβέρνηση να σκεφτεί σοβαρά τη ‘συλλογική θυσία’. Την ίδια χρονιά, επί προεδρίας Barack Obama η προτεινόμενη νομοθεσία για αύξηση του ποσοστού φορολόγησης όσων δηλώνουν εισόδημα πάνω από ένα εκατομμύριο δολάρια τον χρόνο, γνωστή ως ‘Buffett Rule’ δεν πέρασε.
Κάποιος που έχει μια εταιρεία και παίρνει μεγάλο μισθό, δίνει 37% σε φόρο εισοδήματος. Σε περίπτωση που πουλήσει μετοχές, θα καταβάλει 20% σε φόρο επί των κερδών κεφαλαίου (Capital Gains Tax), χάνοντας ένα μέρος του ελέγχου στην επιχείρηση. Οι πιο πλούσιοι διατηρώντας υψηλές εγγυήσεις, προτιμούν τον δανεισμό για εξυπηρέτηση τρεχόντων εξόδων, που δεν θεωρείται εισόδημα και δεν φορολογείται, αφού πρέπει να επιστραφεί, σε αντίθεση με τους απλούς ανθρώπους που συνήθως καταφεύγουν εκεί από ανάγκη.
Ο επενδυτής Carl Icahn, που έχει βρεθεί στην 40η θέση στη λίστα του Forbes σε ερώτηση για το αν είναι σωστό να υπάρχουν δύο χρονιές που δεν έχει πληρώσει φόρο εισοδήματος (income tax), απάντησε ότι τον μπερδεύει η ερώτηση: “Υπάρχει λόγος που λέγεται φόρος εισοδήματος. Είτε είσαι φτωχός, είτε είσαι πλούσιος, είτε είσαι η Apple – εάν δεν έχεις εισόδημα, δεν πληρώνεις φόρους.” Ο ιδρυτής της Tesla Elon Musk δεν κατέβαλε ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος το 2018. Έχουν καταφέρει να το πετύχουν και οι Michael Bloomberg και George Soros.

Η Alexandria Ocasio Cortez, μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων με τους Δημοκρατικούς πήγε στην ετήσια φιλανθρωπική εκδήλωση του Μητροπολιτικού Μουσείου Τέχνης της Νέας Υόρκης (MET gala/13.09.21) με φόρεμα που έγραφε ‘Να φορολογηθούν οι πλούσιοι’ της Aurora James / Kevin Mazur, Getty Images
Η μορφή της σύγχρονης οικονομίας, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ‘ο νικητής τα παίρνει όλα’, έχει δημιουργήσει περιουσίες που σε κάποια σημεία ξεπερνούν εκείνες των John D. Rockefeller, J.P. Morgan και Andrew Carnegie. Οι φόροι είναι ένα είδος συλλογικής θυσίας, υπογραμμίζουν οι συντάκτες του propublica.org και οι πιο σκεπτικοί ενδεχομένως να υποστηρίξουν ότι οι επιχειρηματίες αποδίδουν, μεταξύ άλλων, εταιρικούς και περιουσιακούς φόρους όταν δεν χρησιμοποιούν περίπλοκα καταπιστεύματα (trusts), δεν μεταφέρουν τα κέρδη τους στο εξωτερικό ή δεν προβαίνουν σε δωρεές ή αγορά ομάδων.
Και στο παρελθόν υπήρχαν προσπάθειες φοροαποφυγής στις ΗΠΑ – από την ένταση με το τσάι στη Βοστώνη το 1773 (Boston Tea Party) μέχρι τη διαπίστωση του, για μικρό διάστημα, υπουργού Οικονομικών Joseph Barr (Δεκέμβριος 1968 – Ιανουάριος 1969) επί προεδρίας Lyndon Johnson, ότι 155 Αμερικανοί που κέρδιζαν τότε περισσότερα από 200.000 δολάρια, τα αντίστοιχα 1.6 εκατομμύρια δολάρια σήμερα, δεν είχαν πληρώσει καθόλου φόρους. “Υπάρχει η πιθανότητα να εξεγερθούν οι φορολογούμενοι”, είχε επισημάνει στη Γερουσία. Το Κογκρέσο πέρασε κάποιες μεταρρυθμίσεις αλλά η μακροπρόθεσμη τάση ακολούθησε αντίθετη κατεύθυνση, που βοηθήθηκε από την εκλογή του Ronald Reagan το 1980, το lobbying, τις πολιτικές δωρεές. Κανείς δεν θέλει να δίνει τα χρήματα που έχει κερδίσει με κόπο στο κράτος, όμως το σύστημα φορολόγησης μοιάζει να δουλεύει μόνο όταν θεωρούν όλοι ότι είναι δίκαιο.
Πηγή: Jesse Eisinger, Jeff Ernsthausen, Paul Kiel, propuplica.org (Ιούνιος 2021) / κεντρική φωτογραφία: AICPA





