“Ο αντιρατσισμός ξεκινά από την εκπαίδευση”
“Στο νου μου έρχεται μια αλληγορία του Walter Benjamin, εμπνευσμένη από ένα πίνακα του Paul Klee. Ο Άγγελος, μας λέει, που κινεί τα νήματα της ιστορίας είναι αιχμάλωτος μιας τεράστιας, παντοδύναμης θύελλας. Τα ερείπια, που σωρεύονται μπροστά του υψώνονται ως τον ουρανό, θα ήθελε να παραμείνει για λίγο, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να συγκεντρώσει τους ηττημένους. Να σταθεί, να συλλογιστεί, να αναθεωρήσει, αλλά η θύελλα που φυσά απ’ τον ουρανό, τον ωθεί αδιάκοπα προς το μέλλον. Η θύελλα αυτή – καταλήγει ο Benjamin – είναι αυτό, που εμείς ονομάζουμε πρόοδο.”, σημείωσε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (05.08.1937 – 17.08.2026) στη συνεδρία υποδοχής του στην Ακαδημία Αθηνών τον Οκτώβριο του 2025.
“Το πιο δύσκολο πράγμα είναι ο αποχαιρετισμός”, ανέφερε στην κηδεία του Κώστα Σημίτη και θύμισε τα τρία αδύνατα επαγγέλματα για τον S. Freud: του πολιτικού, του ψυχοθεραπευτή, του δάσκαλου. Έφυγε ενώ στην πλατεία Trafalgar τιμούσαν τη μνήμη του Jason Arday όσοι στενοχωρήθηκαν με την αυτοκτονία (09.05.1985 – 14.08.2026) του νεότερου μαύρου καθηγητή στο Cambridge στην Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, αφού ξεπέρασε μαθησιακές δυσκολίες – όχι, όμως, τον ρατσισμό και την τραμπική ατζέντα.
* Aναλυτικά τα βιβλία του εδώ *
> απόσπασμα συζήτησης του Κωνσταντίνου Τσουκαλά με τον Γιώργο Βέλτσο (Δεκέμβριος 2011)
Γιώργος Βέλτσος: “Ένα ανέκδοτο, που αναφέρει συχνά ο Slavoj Žižek > στο αεροπλάνο περνάει η αεροσυνοδός και λέει: ‘Tσάι ή Καφέ;’ και η απάντηση είναι: ‘Yes, please’ – ‘Ναι, παρακαλώ’. Εκεί η διάζευξη τινάζεται στον αέρα. Αυτό το πράγμα πάει να κάνει – λυπάμαι που το λέω – και η πολιτεία με τις ιδέες, που υποβάλει στο κείμενο διαβούλευσης στους πανεπιστημιακούς για τα πανεπιστήμια. Τους λέει: ‘Τσάι ή Kαφέ;’ και περιμένει να ακούσει: ‘Ναι, παρακαλώ’.”
Κων/νος Τσουκαλάς: “Όχι μόνο στην Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη το πρόβλημα είναι ότι επικρατεί η Μπολόνια (που ξεκίνησε το 1999).”
Γιώργος Βέλτσος: “Υes, please”.
Κων/νος Τσουκαλάς: “Aυτό συνιστά μία, θα έλεγα, ανατροπή όλου του συστήματος εκπαίδευσης, το οποίο δεν υπηρετούσαμε βέβαια – γιατί ήτανε ψεύτικο αυτό που υπηρετούσαμε, αλλά στο οποίο είμαστε λίγο-πολύ ενταγμένοι. Μέχρι πριν από 20 χρόνια, μπορούσαμε ακόμα … το γεγονός ότι κι εσύ κι εγώ, Γιώργο μου, κάναμε ό,τι κάναμε μες το πλαίσιο ενός …
Γιώργος Βέλτσος: “Και κάνουμε …”
Κων/νος Τσουκαλάς: “Και κάνουμε … μες το πλαίσιο ενός θεσμού, που δεν μας εκπροσωπούσε – πάντοτε ως μειονότητες – σήμαινε ότι και αυτό έπαιζε. Όταν και αυτό παίζει και το άλλο παίζει – τότε δεν μιλάμε μόνο, δεν καθιστούμε τα πανεπιστήμια και τα σχολεία τόπους βλακώδους επαγγελματικού προσανατολισμού, τα καθιστούμε τόπους, όπου είναι δυνατόν, υπό ορισμένες έστω προϋποθέσεις, ορισμένοι άνθρωποι να σκεφθούν ότι είναι τα πράγματα ίσως και κάτι άλλο.”
Γιώργος Βέλτσος: “Μα, ο όρος κριτική σήμερα, οι ανθρωπιστικές σπουδές – διεθνώς, όχι μόνο εδώ, έχει εξαφανιστεί.”
Κων/νος Τσουκαλάς: “(…) Αυτή την ιδέα ενός ανθρώπου, ο οποίος ανατρέφεται, κοινωνικοποιείται με μόνο στόχο να μπορεί να επιβιώσει ανταγωνιστικά σε μία αγορά, πωλώντας την εργασιακή του δύναμη και αγωνιώντας για το κατά πόσο η εργασιακή αυτή δύναμη θα είναι εξίσου χρήσιμη το επόμενο δεκαπενθήμερο – αυτό είναι το σύστημα, στο οποίο πάνε να μας μπλέξουνε.
Και το χειρότερο είναι κάτι άλλο, ότι όλοι λίγο-πολύ οι παράγοντες, οι οποίοι μετέχουν σε αυτό το γίγνεσθαι το εκπαιδευτικό, το γίγνεσθαι το πολιτικό, το γίγνεσθαι το οικονομικό, το τεχνοκρατικό γίγνεσθαι – αυτό το φοβερό – όλοι συμφωνούν ότι δεν υπάρχει άλλη λύση. Όλοι το βλέπουνε σαν αναγκαία προϋπόθεση του λεγόμενου εκσυγχρονισμού του εκπαιδευτικού συστήματος.”
Γιώργος Βέλτσος: “Τον οποίο πρέσβευε ο κοινός μας φίλος, πρώην πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης, έτσι; Η Διαμαντοπούλου [τότε υπουργός Παιδείας > 07.10.2009 – 07.03.2012], είναι κατά κάποιο τρόπο poulain, θα έλεγαν οι Γάλλοι, του Κώστα Σημίτη.”
Κων/νος Τσουκαλάς: “Εμείς είμαστε φίλοι του, αλλά δεν είμαστε poulains, αυτή είναι η διαφορά.”
Γιώργος Βέλτσος: “Όλο το σλόγκαν, ας πούμε, αυτού του κειμένου της διαβουλεύσεως είναι ένα είδος σλόγκαν διαφημιστικού: ‘Καινοτομία, Εξωστρέφεια …’
Κων/νος Τσουκαλάς: “Σαν τα παλιά ατμόπλοια, θυμάσαι; ‘Ταχύτης, Άνεσις, Ασφάλεια’.”

* το ποίημα της Clare Harner, που έγραψε λίγο μετά τον ξαφνικό θάνατο του αδερφού της πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό ποίησης The Gypsy τον Δεκέμβριο του 1934 και από τότε κυκλοφορεί με κάποιες παραλλαγές.
Μη στέκεσαι
Στον τάφο μου, και θρηνείς.
Δεν είμαι εκεί,
δεν κοιμάμαι –
Είμαι οι χίλιοι άνεμοι που φυσούν
Eίμαι οι διαμαντένιες αχτίδες στο χιόνι
Είμαι το φως του ήλιου στο ώριμο στάρι,
Είμαι η ψιλή, φθινοπωρινή βροχή.
Όπως θα ξυπνάς στη σιγαλιά του πρωινού
Θα είμαι η ζωηρή, εμψυχωτική σπουδή
Των ήσυχων πουλιών που πετούν κυκλικά
Θα είμαι τα απαλά αστέρια που λάμπουν τη νύχτα.
Μη στέκεσαι
Στον τάφο μου, και κλαις –
Δεν είμαι εκεί,
Δεν πέθανα.
> συνέντευξη του Jason Arday στο Channel 4 News (09.2023): “Αν μπορούσα να κάνω κάτι για να αλλάξω τον κόσμο, θα τον έβαζα να κινείται γύρω από τον άξονα της αγάπης. Θα έπαιρνα βελόνα και κλωστή και θα ύφαινα με αγάπη την κοινωνία μας, όπου η έλλειψή της είναι έκδηλη, πιστεύω. Η ενσυναίσθηση και η ανεκτικότητα έχουν εντελώς διαβρωθεί. O θυμός μας καταλήγει δυσβάσταχτος και στρεφόμαστε ο ένας εναντίον του άλλου. Έχουμε χάσει τον δρόμο μας σαν κοινωνία. Η ουσία της αγάπης μοιάζει ενδεχομένως υποτιμημένη ή μελαγχολική, ωστόσο είναι ιδιαίτερα σημαντική.”
– Krishnan Guru-Murthy: Η αγάπη σήμαινε κάτι τη δεκαετία του 1960 των hippies, με το καλοκαίρι της αγάπης κλπ.
Jason Arday: “Mιλάτε σε ένα hippie – είμαι αιώνια ιδεαλιστής και αισιόδοξος. Έχει να κάνει με το να τη βάλουμε στο επίκεντρο για να σκεφτούμε τις έννοιες της συμπόνιας, της φροντίδας, της κατανόησης, μπαίνοντας στη θέση του άλλου ώστε να φτάσουμε να δρούμε συλλογικά ξανά – πρέπει να απομονώσουμε το μίσος, τον διχασμό, την τρομολαγνεία, που διαπερνούν τον τρόπο που ζούμε. To να κουνάμε τα δάχτυλα, δεν μας πάει πουθενά – τώρα περισσότερο από ποτέ χρειάζεται να γίνουμε μια γροθιά για να νικήσουμε όλες τις ανισότητες και τις αντιξοότητες, που αντιμετωπίζουμε στον 21ο αιώνα.”
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

Oι Nafeez Ahmed και Peter Jukes σε ρεπορτάζ για τους bylinetimes.com (09.07, εδώ) με τίτλο ‘Τι συμβαίνει στο Cambridge;’ αναφέρονται σε χρηματοδότηση από την Αμερική και ακροδεξιά think tanks στην Ευρώπη, που έχουν μετατρέψει το πανεπιστήμιο σε προμετωπίδα ενός ιδιαίτερου μείγματος συντηρητισμού και χριστιανισμού μέσω του James Orr – επικεφαλής χάραξης πολιτικής στο κόμμα του Nigel Farage, Reform UK από τον Σεπτέμβριο του 2025 – και αναπληρωτή καθηγητή Φιλοσοφίας της Θρησκείας.
Ο διορισμός του στη Σχολή Θεολογίας το 2019 συνοδεύτηκε από δωρεά του Peter Thiel, συνιδρυτή της αμφιλεγόμενης Palantir Technologies, που συλλέγει δεδομένα και παρέχει υπηρεσίες παρακολούθησης, ενώ υποστηρίζει τον Donald Trump. Σύμφωνα με έγγραφα, που επικαλούνται οι Byline Times είχε προσφέρει ένα πενταψήφιο νούμερο μέσω του James Orr το Νοέμβριο του 2018 όταν ο δεύτερος συζητούσε να αναλάβει τη θέση του Λέκτορα – δόθηκαν τελικά τον Ιανουάριο του 2019 στον οργανισμό Cambridge in America, που εξαιρείται φορολόγησης. To όνομα της εταιρείας εμπνεύστηκε από τις κρυστάλλινες σφαίρες στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του JRR Tolkien. Προσφέρθηκαν ποσά για υποτροφίες σε μελετητές στον ίδιο κύκλο, ο οποίος φαίνεται να τέμνεται και με τον Ben Delo, δισεκατομμυριούχο σε κρυπτονομίσματα, συνιδρυτή του χρηματιστηρίου BitMex [ανακοινώθηκε ότι θα κλείσει στις 23 Σεπτεμβρίου 2026] – είχε παραδεχτεί ότι παραβίασε την αμερικανική νομοθεσία για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, πριν του απονεμηθεί χάρη από τον πρόεδρο D. Trump. Χρηματοδοτεί το κόμμα του N. Farage – στις αρχές του 2026 έδωσε 4 εκατομμύρια λίρες – και την Cambridge Scrutonian Society (CSS), που παραπέμπει στον φιλόσοφο Roger Scruton, και διοργανώνει σεμινάρια, διαλέξεις και στο Sanctuary, κοντά στο αββαείο του Westminster.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ο James Orr μαζί με την εφημέριο γυναίκα του έχουν φτιάξει στο Cambridge ένα πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο, κάτι σαν ‘συντηρητικό kibbutz’. O Rod Dreher, που το επισκέπτεται συχνά, το έχει παρομοιάσει στο βιβλίο του ‘The Benedict Option’ (2017) με το χριστιανικό Βασίλειο των Αστουριών, που αποτέλεσε το ορμητήριο της καθολικής ανακατάκτησης της Ιβηρικής χερσονήσου από τα μουσουλμανικά στρατεύματα.
Εκεί έχουν διαμείνει ο Peter Thiel και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, JD Vance – στην καμπάνια του οποίου για εκλογή στη Γερουσία, ο πρώτος είχε διαθέσει 10 εκατομμύρια.
What a delight to see the mighty JD Vance at the Senate today on my first pilgrimage to the imperial capital. pic.twitter.com/1p9tgcHfni
— James Orr (@jtworr) July 10, 2024
Σύμφωνα με τους bylinetimes.com, ως υπεύθυνος προσωπικού της Thiel Capital, ο Charles Vaughan ταξίδευε από τις αρχές του 2016 συχνά στο Cambridge για να χτίσει ένα δίκτυο συντηρητικών ακαδημαϊκών.
Ο James Orr λειτουργεί σαν σύμβουλος του N. Farage και του έχει ανατεθεί να βρίσκει ταλέντα, ανάμεσα σε όσους έχουν αποσκιρτήσει από την ελίτ στην πανεπιστημιακή κοινότητα, το επιχειρείν, τη νομική, αλλά και στρατολογώντας φοιτητές του.
What a privilege to host Peter Thiel in Cambridge this week for a stunningly original and erudite series of lectures.
Thiel is a walking antidote to the modern multiversity.
The highlight of our academic year. pic.twitter.com/z1GxCFDfeW
— James Orr (@jtworr) January 31, 2026
O Peter Thiel έδωσε τέσσερις κλειστές διαλέξεις στο κολλέγιο St Catharine’s, όπου μπορούσε κανείς να συμμετέχει μόνο μετά από πρόσκληση τον περασμένο Ιανουάριο μέσω του ιδιωτικού Varsity Forum, που δεν έχει σχέση με τη φοιτητική εφημερίδα με το ίδιο όνομα. Σε αυτές φέρεται η δική του εκδοχή του ‘Αντίχριστου’ να κινείται μεταξύ της Greta Thunberg και της οποιασδήποτε ρύθμισης της τεχνητής νοημοσύνης (AI).
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Το Founders Fund του Peter Thiel χρηματοδοτεί, ακόμη, την εταιρεία λογισμικού του Curtis Yarvin, εισηγητή ενός νεο-αντιδραστικού κινήματος, τoυ Σκοτεινού Διαφωτισμού (Dark Enlightenment), που υιοθετεί την ευγονική (eugenics) και προσβλέπει στην αντικατάσταση της δημοκρατικής διακυβέρνησης από αυταρχικούς CEO, όπως στις εταιρείες, με εξουσίες μονάρχη.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Elon Musk now piling in to threaten anyone who questions Cofnas. It seems having failed to whip up race riots this summer in the UK, he’s backing the main figure behind the reputational lynching of Jason Arday. The dark enlightenment is here and spreading
— Peter Jukes (@peterjukes) August 22, 2026

Byline Times
Σε μια φωτογραφία τον Ιούλιο του 2024 ο Curtis Yarvin φαίνεται μαζί με τον Richard Hanania, συγγραφέα του βιβλίου ‘Τhe Origins of Woke’ – ‘Oι καταβολές της κουλτούρας της αφύπνισης’ και με το Νathan Cofnas, αποκαλούμενο ‘ρεαλιστή’ σε θέματα φυλής, που αμφισβήτησε τα ακαδημαϊκά προσόντα του Jason Arday αποδίδοντας την πρόσληψή του σε απάτη στο πλαίσιο του προγράμματος DEI (Diversity = Πολυπολιτισμικότητας, Equity = Iσότητας και Inclusion = Ένταξης). Ο Νathan Cofnas είχε απολυθεί από το κολλέγιο Emmanuel του Cambridge το 2024.
What terrifies me is if it turns out Jason Arday’s DEI qualifications were fake, his DEI chair was fake, his DEI discipline was fake, and his faculty + college were DEI bootcamps. Imagine the backlash against hardworking DEI hires? pic.twitter.com/UhBMvJsUUq
— James Orr (@jtworr) August 12, 2026
I was just suspended by Ghent University. They will almost certainly fire me.
The decision was made by rector Petra De Sutter, a former leader of the Green Party.
— Nathan Cofnas (@nathancofnas) August 20, 2026
I am under investigation by my university for discriminating against Arday pic.twitter.com/mOyUPh2Y0B
— Nathan Cofnas (@nathancofnas) August 20, 2026
Ο James Orr είχε προσκαλέσει ως ομιλητή το 2021 τον Αμερικανό πολιτικό επιστήμονα Charles Murray, που από κοινού με τον ψυχολόγο Richard J. Herrnstein έχουν γράψει το επίμαχο βιβλίο ‘The Bell Curve’ – ‘Η Κωδωνοειδής Καμπύλη: Ευφυΐα και Δομή των Τάξεων στην Αμερικανική Ζωή’ (1994), όπου υποστηρίζουν ότι οι διαφορές IQ στις φυλετικές και εθνοτικές ομάδες οφείλονται, τουλάχιστον εν μέρει, στα γονίδια – κάτι που έχει απορριφθεί ως ψευδοεπιστήμη.
Eίναι, επίσης, επικεφαλής του βρετανικού παραρτήματος τoυ μη κερδοσκοπικού ιδρύματος Edmund Burke (EBF), που χορηγεί υποτροφίες. Σε συνέντευξή του στον Charlie Kirk [από τα πιο γνωστά πρόσωπα του κινήματος MAGA και ιδρυτής της συντηρητικής φοιτητικής ένωσης ‘Σημείο Καμπής’ (Turning Point USA), πριν του αφαιρεθεί η ζωή κατά τη διάρκεια ομιλίας στο campus του Utah Valley University], είχε εξηγήσει ότι σχεδιάστηκε ώστε να συμβάλει στη δημιουργία του αντίπαλου δέους της παλιάς ‘Comintern’, δηλαδή μιας διεθνούς για εθνικιστικά, λαϊκιστικά κόμματα, συμπεριλαμβανομένων και ακροδεξιών σχημάτων με άμεσες ναζιστικές καταβολές, όπως το AfD στη Γερμανία και το FPO στην Αυστρία.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
> Lester Holloway: “Αν και o Jason Arday μελετούσε τον ρατσισμό, σχεδόν δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τον βίωνε, βρέθηκε σε απόγνωση, σαστισμένος με ό,τι συνέβαινε, δεν έβλεπε πια μέλλον. Σε ένα συμπόσιο, που διοργανώσαμε κατά του ρατσισμού πρόσφατα είχε μοιραστεί ότι δεν είχε συναντήσει άλλο τόσο σκληρόκαρδο επάγγελμα, όπως αυτό του πανεπιστημιακού. Τόσο πολλοί άνθρωποι του φέρθηκαν με κρύο τρόπο. Ήταν πραγματικά δύσκολο για τους φίλους του να τον ξαναζεστάνουμε. Ένιωσε προδομένος και εγκαταλελειμμένος σε όσους του έδειχναν τι σημαίνει να μην είσαι λευκός και ότι οι θεωρούμενες κορυφές θα μένουν περίκλειστες σε ό,τι δεν εκφράζει τη λευκή ανωτερότητα. Αυτή η ψυχρότητα είναι το αντίθετο της ανθρωπιάς. Βασισμένοι και δίνοντας προτεραιότητα σε έναν ‘ρεαλιστή σε θέματα φυλής’, τον Νathan Cofnas αυτό που πέτυχαν είναι να καταστραφεί o Jason Arday. Πιο πολύ πόνεσε η σκληρή κριτική από ΜΜΕ, που ελπίζαμε ότι θα είχαν πιο ισορροπημένη στάση. Έσπασαν έναν άνθρωπο ήδη ευάλωτο. Κατέληξε σε σύγχρονο λιντσάρισμα (lynching). Ένα φωτεινό παράδειγμα ανθρωπιάς ήταν ο ίδιος, καλύτερος από εμάς.”
> Στην πλατεία Trafalgar στο Λονδίνο, η βουλευτής των Εργατικών Dawn Butler: “O Martin Luther King είχε πει: ‘Εάν δεν είσαι προσεχτικός/ή, οι εφημερίδες θα σε κάνουν να μισήσεις τους ανθρώπους, που βασανίζονται και να αγαπήσεις εκείνους, που τους καταπιέζουν’. Αυτός ο αγώνας δεν έχει αλλάξει – μόνο η μέθοδος και το σύστημα είναι διαφορετικά.”
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
> Nadine Batchelor Hunt: “Aπό τη στιγμή που ο Jason Arday παραιτήθηκε από τη θέση του καθηγητή στο κολλέγιο του Cambridge, η ομάδα του επικοινώνησε με τα βρετανικά ΜΜΕ και αρχισυντάκτες σε αυτά για να προειδοποιήσουν για την κατάσταση της υγείας του και να τους ζητήσουν να σταματήσουν τα δημοσιεύματα εναντίον του. Ο Simon Baron-Cohen, από τους πιο αναγνωρισμένους επιστήμονες σε θέματα αυτισμού υπογράμμισε ότι ένας στους τέσσερις στο φάσμα διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να βλάψει τον εαυτό του παροτρύνοντας να σταματήσει το bullying. Και ο ίδιος ο Jason Arday επαναλάμβανε ότι όλο αυτό γινόταν ανυπόφορο. Όμως, το μόνο που έκαναν τα Μέσα είναι να σβήνουν τις αναρτήσεις τους εκ των υστέρων.”
In 2014 we published the first large-scale study of suicidality in autism, subsequently widely replicated, revealing that 1 in 4 autistic people have planned or attempted suicide. That’s why I’m very concerned about the impact of the media coverage on Professor Jason Arday who is…
— Simon Baron-Cohen (@sbaroncohen) July 31, 2026
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
* Ο πατέρας του Κωνσταντίνου Τσουκαλά, με καταγωγή από το Μεσολόγγι και το νομό των 8 πρωθυπουργών, ήταν συνήγορος του Νίκου Μπελογιάννη – στα 14 του, τον πήρε στο δικαστήριο να δει έναν από τους πολλούς ανθρώπους, που διώκονταν για χρόνια λόγω των ιδεών τους και συνάντησε την κόρη του Δημήτρη Μπάτση, που εκτελέστηκε μαζί του. Με τη μητέρα του έμαθε τρεις γλώσσες και να επεξεργάζεται τον κόσμο μέσα από τις τέχνες. Ακολούθησε ένα δρόμο, που φαινόταν στρωμένος, αλλά τον περπάτησε με δικό του τρόπο. Τις νομικές σπουδές στο ΕΚΠΑ, διαδέχτηκαν μεταπτυχιακές Φιλοσοφίας του Δικαίου και Κοινωνιολογίας στα πανεπιστήμια Χαϊδελβέργης και Μονάχου. Ο πατέρας του έγινε υπουργός Δικαιοσύνης της Χούντας (1970-’73). Εκείνος παράτησε το μεταπτυχιακό του στο Yale για να ζήσει από κοντά τον Μάη του 1968. Υποστήριξε το διδακτορικό του στο Panthéon-Sorbonne και δίδαξε για σημαντικό διάστημα κοινωνιολογία στο Παρίσι. “Όλο του το έργο αντανακλά τις εμπειρίες του στη Γαλλία”, είπε ο Νικηφόρος Διαμαντούρος στον ανταποκριτή της Libération στην Αθήνα, Fabien Perrier.


> Ολόκληρη η ομιλία του Κωνσταντίνου Τσουκαλά στην Ακαδημία Αθηνών με θέμα ‘Προς ένα νέο ιστορικό συμβιβασμό – Ανατροπές και Αδιέξοδα’:
“Δεν είναι εύκολο να βρω λόγια για να εκφράσω τη βαθειά συγκίνηση, που νιώθω σήμερα. Η Ακαδημία Αθηνών, που μου ’κανε την ύψιστη τιμή να με εκλέξει ως μέλος της είναι ο κορυφαίος πνευματικός θεσμός της χώρας. Δεν είναι, όμως, μόνον ένας θεσμός. Είναι και μια ζώσα, μια ζέουσα θα έλεγα, πραγματικότητα. Είναι ένας τόπος ικανός να παράγει νέα γνώση και να παροτρύνει στην αναζήτηση απαντήσεων σε αδιατύπωτα ακόμα ερωτήματα.
Για μένα, όμως, προσωπικά είναι, επίσης, και κάτι άλλο, κάτι ακόμα πιο πολύτιμο. Είναι ένας τόπος, που έμμεσα έχει συμβάλει ενεργά στη δική μου ατομική αυτογνωσία, ένας τόπος που ζωντανεύει μέσα μου μια σειρά από αξέχαστες προσωπικές αναμνήσεις. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, να αρχίσω από αυτές.
Δεν ήμουνα παραπάνω από δεκατεσσάρων ετών όταν πρωτοαντίκρισα τη λαμπρή αυτή αίθουσα. Δεν βρέθηκα, όμως, εδώ ούτε τυχαία ούτε ως αυτόκλητος. Ξεναγός μου υπήρξε ο αδελφός της μητέρας μου, ο καθηγητής του πανεπιστημίου Αθηνών και ακαδημαϊκός Καίσαρ Αλεξόπουλος, με τον οποίο τότε συνοικούσαμε.
Μισόν αιώνα αργότερα, στην ίδια αυτή μαγική αίθουσα, η Ακαδημία Αθηνών οργάνωσε μιαν άλλη επιβλητική τελετή για τη συμπλήρωση των 100 χρονών από τη γέννηση του Καίσαρα Αλεξόπουλου. Φυσικά ήμουν κι εγώ εδώ. Ήταν, όμως, η τελευταία φορά που θα αντίκριζα τον ‘αθάνατο’ αδελφό της μητέρας μου ζωντανό – λίγες μέρες αργότερα πέθανε.
Η παρουσία μου, λοιπόν, εδώ στην ίδια αυτή αίθουσα σήμερα, αναβιώνει το απαράγραπτο χρέος μου στον θείο Καίσαρα.
Θυμάμαι την άδολη χαρά του όταν μου μάθαινε κολύμπι. Όταν ως ορειβάτης, με οδηγούσε στην απόλαυση της περιπλάνησης σε απότομες βουνοκορφές. Όταν με παρότρυνε να παρατηρώ έκθαμβος τα θαύματα της φύσης. Όταν με δίδασκε να αμφιβάλλω για τα πάντα – ακόμα και για την ύπαρξη των Θεών. Όταν με έπειθε να προτιμώ να αδικούν άλλοι έμενα, από το να αδικώ εγώ άλλους. Όταν μου απευθύνονταν ως εάν να ήμουν ώριμος έφηβος, ενώ ήμουν ακόμα άγουρο παιδί.
Όμως, όλα αυτά ανήκουν στο μακρινό παρελθόν.
Σε μιαν εποχή, όπου τελούσα ακόμα ο ίδιος, υπό κάποια έννοια, σε δημιουργική αίρεση.
Σε μιαν εποχή, που δεν σταματούσα να ψάχνω και να ψάχνομαι αμφιβάλλοντας για τα πάντα.
Είναι μια φάση, όμως, η οποία πέρασε ανεπιστρεπτί την ημέρα, που επιβλήθηκε η στρατιωτική Δικτατορία. Εν μια νυκτί, οι νέες συνθήκες με εξωθούσαν να έρθω πλέον ενώπιος ενωπίω. Ως αργοπορημένος ενήλικας ένιωσα ξαφνικά πως είχε έρθει πια καιρός να αναλάβω ο ίδιος το βάρος της ύπαρξής μου. Έπρεπε να γίνω κάτι άλλο απ’ αυτό, που δεν ήμουνα. Έπρεπε να μετακινηθώ προς νέους ορίζοντες, να αποκτήσω νέες αναγνωρίσιμες ιδιότητες. M’ άλλα λόγια, να αποκτήσω επάγγελμα.
Και εδώ ακριβώς έπαιξαν και πάλι τον ρόλο τους οι συγκυρίες, οι συμπτώσεις, αλλά και η τύχη. Η πίεση της ευρωπαϊκής γνώμης είχε οδηγήσει τον εκδοτικό οίκο Penguin να σχεδιάσει ένα βιβλίο, που θα απαντούσε στο ερώτημα, που μας απασχολούσε όλους: ‘Πώς η Ελλάδα οδηγήθηκε στη Δικτατορία;’. Και, εντελώς αναπάντεχα, μου ανατέθηκε να το γράψω εγώ. Με τελικό αποτέλεσμα, η ‘Ελληνική Τραγωδία’, που υπήρξε ο τίτλος του βιβλίου, να ολοκληρωθεί, να κάνει πολλές εκδόσεις και να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.
Και αίφνης, η ζωή μου αλλάζει ξαφνικά, από τη μια στιγμή στην άλλη, έκπληκτος διαπιστώνω πως στα μάτια των άλλων, αλλά και στα δικά μου τα μάτια, είχα ήδη γίνει κάποιος άλλος.
Τον ίδιο χρόνο, διορίστηκα βοηθός διδασκαλίας και, εν συνεχεία, επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Παρισιού. Και, όταν κατέρρευσε πια η Χούντα, μπόρεσα να επιστρέψω στην Ελλάδα ως τακτικός καθηγητής, στη Θεσσαλονίκη και μετά στην Αθήνα. Κι έτσι, η ζωή μου εξελίσσονταν πλέον ως σταδιοδρομία, κατά κάποιο τρόπο, όπου κάθε στάδιο οδηγούσε στο επόμενο και ο χρόνος έμοιαζε να κυλά από μόνος του.
Στα πλαίσια αυτά, άρχισα να νιώθω ελεύθερος – όχι μόνο να βιώνω, αλλά και να απολαμβάνω τις αντιφάσεις μου. Βοηθούσε, βεβαίως, και η εποχή. Από κοινού με τους περισσότερους ομήλικούς μου, εμπνεόμουνα απ’ την ζωογόνο νεολαιίστικη έκρηξη του Μάη του ’68, την οποίαν είχα ζήσει από κοντά. Είχα αποκτήσει την υπαρξιακή, θα έλεγα, άνεση να επιδίδομαι σε κάθε λογής θεωρητικές αναζητήσεις δίχως δογματισμούς και δίχως προκαταλήψεις. Διατηρώντας, λοιπόν, τις όποιες επιφυλάξεις και αμφιβολίες μου, συνέχιζα να επεξεργάζομαι τους δικούς μου τρόπους προσαρμογής σε ένα κόσμο, που τότε ακόμα μπορούσε να εμφανίζεται ως δεδομένος, προφανής, λογικός ή ‘κανονικός’.
Όμως, ήδη από το τέλος της περασμένης χιλιετίας, τα πράγματα είχαν αρχίσει να αλλάζουν. Όλα τα προφανή, αυτονόητα και κανονικά νοηματικά σχήματα συνοδεύονταν πια από ένα μεγάλο ερωτηματικό. Ακόμα και οι αμετακίνητες βεβαιότητες και κατακτήσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού έμοιαζαν να τίθενται συχνά υπό αμφισβήτηση. Η άκρατη συστημική αισιοδοξία, που θεμελιώνονταν στην παντοδυναμία του ελεύθερου λόγου, είχε αρχίσει να κλονίζεται. Κανείς πλέον δεν τολμά να ισχυρίζεται μετά λόγου γνώσεως ότι οι κοινωνίες είναι πάντα δυνατόν να οδεύουν προς το καλύτερο.
Μοιραία, λοιπόν, υπό τις νέες αυτές συνθήκες, μετατοπίζονταν αποφασιστικά η πανάρχαια συζήτηση για το δέον γενέσθαι, και μαζί με αυτήν, ο προβληματισμός γύρω απ’ την θεμελιώδη έννοια της προόδου. Το μέλλον δεν εμφανίζονταν πλέον απλά ως απρόβλεπτο – ‘δεν ξέρουμε τι θα γίνει’. Αναδεικνύονταν σε ένα αόριστο και ανοριοθέτητο διακύβευμα. Δεν ξέρουμε πώς να πούμε ότι μπορεί να ονομάζεται το μέλλον. Ακόμα, λοιπόν, και όταν έμοιαζαν να διατηρούνται ζωντανές οι μείζονες πολιτικές συγκρούσεις, που σφράγισαν τον δυτικό κόσμο από το τέλος του 18ου μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα, δεν αντιστοιχούσαν πλέον σε σαφείς εναλλακτικές κοσμοαντιλήψεις. Τόσο η ιστορική αντιπαράθεση ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά, όσο και η μεταγενέστερη διαφοροποίηση ανάμεσα στη συντήρηση και τη μεταρρύθμιση είχανε πάψει να εκφράζουνε αλληλοαποκλειόμενα κοινωνικά προτάγματα.
Στα πλαίσια αυτά ακριβώς, έκανε την πρώτη της εμφάνιση μια νέα, ρηξικέλευθη, θορυβώδης και, θα ’λεγα, μοιραία λέξη: η ανάπτυξη. Πρόκειται για μια εντελώς πρωτόφαντη εννοιολογική κατασκευή. Μια κατασκευή, που επέτρεψε στην ιδέα της προόδου να αναζητήσει και να αποκτήσει λογικά ερείσματα. Με τη διαμεσολάβηση της νέας αυτής λέξης, η πορεία των κοινωνιών επί τα βελτίω δεν εμφανίζεται πια με τη μορφή μιας διιστορικής ιδέας, αφηρημένης. Προσλαμβάνεται πλέον ως πραγματική ιδιότητα των σύγχρονων κοινωνιών. Μια ιδιότητα, που οφείλει τώρα να μπορεί να εμφανίζεται αντικειμενική, να μπορεί να τεκμηριώνεται, να μπορεί να επαληθεύεται, με άλλα λόγια, να είναι μετρήσιμη. Η αφηρημένη ιδέα της προόδου προβάλλεται πλέον ολοζώντανη, με σάρκα και οστά. Με αποτέλεσμα, η κοινωνική βελτίωση, η οικονομική μεγέθυνση και η πρόοδος να είναι πια δυνατό να αντιμετωπίζονται ως έννοιες ομοταγείς ή συχνά ακόμα και ως συνώνυμα.
Δεν είναι, βέβαια, τυχαίο ότι όλες οι ανεπτυγμένες κοινωνίες αυτοπροσλαμβάνονται πλέον ως αναπτυξιακές. Ήδη απ’ το τέλος του Δευτέρου Πολέμου – τόσο οι καπιταλιστικές, όσο και οι σοσιαλιστικές χώρες προσυπέγραφαν μια ποσοτικά επαληθεύσιμη τεκμηρίωση της δικής τους ανάπτυξης, δηλαδή της δικής τους μετρήσιμης προόδου.
Ακόμα και οι θεμελιώδεις μαρξιστικές κατασκευές αφέθηκαν να αναπαύονται τον ύπνο του δικαίου. Η διόγκωση των παραγωγικών δυνάμεων προτάσσονταν πια της αλλαγής των λεγόμενων παραγωγικών σχέσεων. Από μια στιγμή και πέρα, η επίτευξη του καταμετρήσιμου πολύ επισκίαζε την αναζήτηση ενός αφηρημένου καλού, ενός ευ.
Αυτό, όμως, σηματοδοτεί μια πλήρη ρήξη με το παρελθόν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι περισσότερες – για να μην πω, όλες οι παραδοσιακές κουλτούρες – επέμεναν να προσλαμβάνουνε το καλό με αφηρημένους ποιοτικούς όρους. Αυτή ακριβώς, είναι άλλωστε, και η λογική, που διέπει μια σειρά από χιλιόχρονες ρήσεις, με τις οποίες όλοι γαλουχηθήκαμε.
Ο Μιχάλης ο Σταθόπουλος μίλησε για το ‘οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ’. Υπάρχουν και άλλες αντίστοιχες, αντίστοιχα γνωμικά, αν θέλετε, το ‘παν μέτρον άριστον’, το ‘μηδέν άγαν’, γνωμικά που εξέφραζαν μια εμμονή στον αφηρημένο και ανοιχτό χαρακτήρα όλων των θεμελιακών αξιακών αρχών. Όπως ακριβώς και η ιδέα του ωραίου, σε αντιπαράθεση με την ιδέα του άσχημου, έτσι και το καλό, το χρήσιμο, το δίκαιο ή ακόμα και το αρκετό και το επαρκές είναι ιδέες, που δεν υπακούουν σε αυστηρές λογικές προδιαγραφές, σε αυστηρές μετρήσεις. Οι μεγάλες αξιολογήσεις παραμένουνε πάντα ανοιχτές και επίμαχες.
Η διαφοροποίησή μας, όμως, σε σχέση με το προαναπτυξιακό παρελθόν δεν εξαντλείται με τη νοηματική ταύτιση της προόδου με την ανάπτυξη και τη μεγέθυνση. Εξίσου – αν όχι πιο σημαντική – είναι η ταυτόχρονη μεταλλαγή στον τρόπο, με τον οποίον το κάθε άτομο, το κάθε υποκείμενο αυτοπροσδιορίζεται. Αυτήν ακριβώς τη νέα εξέλιξη σηματοδοτεί τα τελευταία χρόνια η επικράτηση του λεγόμενου νεοφιλελευθερισμού. Έχοντας ήδη διεισδύσει στον δημόσιο λόγο, η μεγιστοποιητική λογική κατέκλεισε πλέον τα άδυτα των ιδιωτικών επιλογών και συμπεριφορών.
Αυτός ο ατομικιστικός φιλελευθερισμός οδήγησε, όμως, και σε μια άλλη ριζική μεταλλαγή: τη θεαματική μετατόπιση της σχέσης ανάμεσα στην ελευθερία, την ισότητα και την αδελφοσύνη, τις τρεις αυτές αφετηριακές συνιστώσες του κλασικού αξιακού τρίπτυχου, όπως αποκρυσταλλώθηκε από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Πράγματι, εφεξής, η ιδέα της ελευθερίας δεν προσλαμβάνεται πια ισότιμα και ισόκυρα με τις εξ αίματος αδελφές της, την ισότητα και την αδελφότητα. Οι αξιακές θεμελιώσεις της νεωτερικότητας υπόκεινται, πλέον, σε μια άρρητη, εσωτερική ιεράρχηση.
Πράγματι, εφεξής ο κάθε ελεύθερος άνθρωπος εμφανίζεται τώρα ως μόνος αρμόδιος να ορίζει ο ίδιος κυριαρχικά τις δικές του ανάγκες, τις δικές του προτεραιότητες, τις δικές του επιθυμίες. Δεν υπάρχει περιορισμός στο φαντασιακό κανένας. Ο καθένας από μας δικαιούται πλέον να επιθυμεί άνευ όρων και άνευ ορίων, να υλοποιεί ανεμπόδιστα τη δική του ανταγωνιστική βούληση για πλούτο, κύρος, διάκριση, δύναμη και απόλαυση, έστω και εις βάρος όλων των άλλων. Ο καθένας από μας είναι ελεύθερος να προωθεί τη δική του κτητική μανία.
Βρισκόμαστε, έτσι, μπροστά σε μια μείζονα τομή στην περιπετειώδη ιστορία των αξιακών παραδοχών. Ανατρέπεται πλήρως η αρχαιότερη, ίσως, ηθική επιταγή του δυτικού πολιτισμού, η δεκάτη εντολή, το βιβλικό ‘ουκ επιθυμήσεις όσα τῷ πλησίον σου ἐστίν’ εξαφανίζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται μόνον, μοιάζει επιπλέον, να έχει αντικατασταθεί από το αντίθετό του. Ως ασύδοτα πλέον ελεύθερος, ο άνθρωπος δεν δικαιούται απλώς να επιθυμεί ολοένα και περισσότερα – οφείλει να επιθυμεί ολοένα και περισσότερα. Και γι’ αυτό ακριβώς βασανίζεται αναγκαζόμενος να παρατηρεί τις επιθυμίες και τις επιτυχίες των συνανθρώπων του. Καλείται να τους μιμείται φθονώντας τους και να τους φθονεί μιμούμενός τους. Και καταλήγει να τους βλέπει ως αντιπάλους, ίσως και να τους μισεί. Ο ‘άλλος ως πλησίον’ δεν υπάρχει πια.
Αυτή ακριβώς είναι η πεμπτουσία της αρχαιοελληνικής Ύβρης. Είναι μια ακόρεστη επίδειξη δύναμης, που υπερβαίνει όλα τα τρέχοντα ήθη, είναι η έμπρακτη παραβίαση του κάθε μέτρου, ανθρώπινου ή θείου. Είναι η παράνοια όσων επιχειρούν να αντικαταστήσουν τις θείες δυνάμεις με τη δική τους ακόρεστη βούληση, είναι ο παραλογισμός όσων επιδιώκουν να υπερβούν τη φυσική τους θνητότητα, είναι δηλαδή ό,τι παραμένει από όσους βαυκαλίζονται πως μπορούν να οικοδομήσουν τον εαυτό τους αψηφώντας – όχι μόνο τους Θεούς, αλλά και τους δαίμονες. Και γι’ αυτό ακριβώς τιμωρούνται. Η Ύβρις οδηγεί στη Νέμεση.
Ο μύθος του Ίκαρου είναι χαρακτηριστικός. Παρασυρμένος απ’ την ύβρη μιας ελευθερίας χωρίς όρους και όρια, ο γιος του Δαίδαλου θέλησε να ανταγωνιστεί την ίδια του την ανθρώπινη φύση. Θέλησε να πετάξει ψηλότερα απ’ ό,τι του επέτρεπαν τα εύθραυστα κέρινα φτερά του. Δεν δίσταζε μπροστά σε τίποτα και προσέβλεπε στα πάντα.
Δεν βρισκόμαστε, λοιπόν, μακριά από τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης φαντασίωσης. Ζούμε σε ένα κόσμο, όπου η επιτυχία έχει γίνει το νέο θεϊκό μέτρο, κι όπου το άτομο καλείται να πετάξει μόνο του, να φτάσει όσο ψηλά θέλει ή να καεί στη σιωπή. Σε ένα κόσμο, όπου όλα γύρω μας μοιάζουνε να επαναλαμβάνουνε: ‘Μπορείς τα πάντα, το μόνο όριο είναι ο ίδιος σου ο εαυτός, πρέπει να κάνεις ό,τι είναι δυνατό για να πετύχεις ό,τι επιθυμείς δίχως να επηρεάζεσαι και δίχως να πτοείσαι απ’ την παρουσία των συνανθρώπων σου. Κι αν τελικά, δεν τα καταφέρεις, θα φταις μόνον εσύ, δεν θα έχεις προσπαθήσει αρκετά’.
Έτσι, όμως, μαζί με τον πλησίον, αποδυναμώνεται και η συμβολική σημασία του οργανωμένου Όλου, της συλλογικότητας, της κοινωνίας, της οργανωμένης πολιτείας. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στους καιρούς μας, όλες σχεδόν οι θεσμολογημένες πολιτικές εξουσίες φαίνεται πια να αρκούνται σε έναν ρόλο συντονιστικό, διαχειριστικό, ή ακόμα και διακοσμητικό. Παράδειγμα, ακόμα και η λέξη κυβέρνηση έχει αλλάξει – οι κυβερνήσεις μετονομάζονται πια σε δια-κυβερνήσεις. Από τη στιγμή, λοιπόν, που μπορούν να εγγυώνται, να εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή του όλου συστήματος, η αποστολή των συλλογικοτήτων θα έχει ολοκληρωθεί. Κατά τα αλλά, ο κόσμος πρέπει να αφήνεται να προχωρά μόνος του. Είναι το περίφημο ‘laissez faire, laissez passer’.
Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι όλο και περισσότερο γίνεται λόγος για το τέλος της ιστορίας, το τέλος της πολιτικής, το τέλος της ιδεολογίας, το τέλος της ουτοπίας, το τέλος των οργανωμένων ταξικών αντιθέσεων και συγκρούσεων.
Η πορεία του κόσμου φαίνεται πια να προκαθορίζεται από μια συστημική αυτάρκεια. Μιαν αυτάρκεια που, με τη σειρά της, ανοίγει τον δρόμο προς μια διάχυτη πλέον, θα έλεγα, πνευματική νωχέλεια.
Στον σημερινό καλύτερο των δυνατών κόσμων, όπου θεωρείται δεδομένο ότι μπορούμε να επιθυμούμε και να επιδιώκουμε τα πάντα, δεν χρειάζεται πια να σκεφτόμαστε ως μέλη μιας συλλογικότητας, μιας ενιαίας ανθρωπότητας, ενός Όλου.
Κι έτσι πηγαίναν τα πράγματα, μέχρις ότου ακόμη μια φορά, η πανούργα ιστορία αποδείχθηκε πιο απρόβλεπτη από τους ερμηνευτές της. Πράγματι, τις τελευταίες δεκαετίες, σε όλες σχεδόν τις περιοχές του κόσμου, οι ρυθμοί της οικονομικής μεγέθυνσης, της ανάπτυξης και της μετρήσιμης προόδου ανακόπτονται, ή και αντιστρέφονται. Παντού, οι ανισότητες και οι αδικίες εκρήγνυνται. Παντού η εξαθλίωση απειλεί ολοένα και περισσότερους ανθρώπους. Παντού οι βίαιες συγκρούσεις διαδέχονται η μία την άλλη. Παντού οι κάθε είδους βαρβαρότητες επανέρχονται δριμύτερες. Η ιδέα της ανάπτυξης και μαζί με αυτήν, η ιδέα της προόδου κυριολεκτικά δεινοπαθούν.
Εκ των πραγμάτων, λοιπόν, οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε ένα νέο προβληματισμό. Έναν προβληματισμό, που κατατείνει στη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών των πολιτικών εξουσιών. Έστω διστακτικά, έστω φειδωλά, το αποδυναμωμένο πολιτικό μοιάζει βαθμιαία να επιστρέφει. Ακόμα κι αν δεν μπορούν να εξασφαλίζουν την αέναη πρόοδο, οι εξουσίες καλούνται πλέον να απαλύνουν τα πιο επώδυνα συμπτώματα της αναπτυξιακής ανακοπής. Προσωρινά, τουλάχιστον, η αμφίδρομα κινούμενη πραγματικότητα έπρεπε να μπορεί να τεθεί υπό κάποιο στοιχειώδη έλεγχο.
Ώσπου, σε μια στιγμή, ενέσκηψε μια νέα, πρωτόγνωρη, απροσδόκητη, τρομακτική και μη αναστρέψιμη απειλή. Μια απειλή, που άλλαξε με μιας τα πάντα σε οικουμενική, πλέον, κλίμακα. Μια ανεξέλεγκτη απειλή, που έμοιαζε να πέφτει από τον ουρανό. Μιλάω, προφανώς, για την κλιματική κρίση. Αιφνίδια, το φάντασμα ενός οικουμενικού ολέθρου μας κατακλύζει όλους. Στοιχειώνει ό,τι είχε απομείνει από τον κόσμο, που γνωρίζαμε. Το φιλικό, μέχρι πρόσφατα, φυσικό περιβάλλον γίνεται εχθρικό. Μετά από χιλιετίες αγαστής συνύπαρξης, η φύση και ο άνθρωπος συνυπάρχουν πλέον μόνον υπό αίρεση. Θα ’λεγε κανείς ότι η φύση εκδικείται τον λόγο και ο λόγος ανταποδίδει τα ίσα.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Έτσι, μοιάζει να εγκαινιάζεται μια νέα ανθρωπόκαινη, όπως τη λένε, γεωλογική εποχή. Μια νέα φάση στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι μετανεωτερικές κοινωνίες, που δεν μπορούν να προσβλέπουν στην αυτόνομη πρόοδό τους, πιέζονται πλέον να κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να αποτρέψουν την καταστροφή τους.
Ολόκληρος ο πλανήτης βρίσκεται, πλέον, υπό το κράτος μιας πρωτόγνωρης και ανεξέλεγκτης κατάστασης ανάγκης. Και οι καταστάσεις ανάγκης απαιτούν λύσεις ανάγκης. Από τη στιγμή, λοιπόν, που όλοι συμφωνούν ότι κάτι θα έπρεπε να γίνει, κάποια θεσπισμένη κεντρική ή αποκεντρωμένη εξουσία, κάποιος υφιστάμενος ή αδόμητος ακόμα θεσμός οφείλει πλέον να αναλάβει κάποιες ευθύνες και να αναπτύξει κάποιες σωτήριες πρωτοβουλίες.
Κι εδώ ακριβώς κάνει την εμφάνισή του ένα νέο, τρομακτικό και πρωτοφανές πολιτικό αδιέξοδο. Το οικουμενικά κυρίαρχο αίτημα της ανεξέλεγκτης ποσοτικής ανάπτυξης, για το οποίο μιλήσαμε, προσκρούει πλέον μετωπικά στην άμεση προτεραιότητα της περιβαλλοντικής σωτηρίας.
Για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, δύο εξίσου ανυπέρθετες προτεραιότητες εμφανίζονται εντελώς ασύμβατες. Η ευθύνη για τη συντήρηση του πλανήτη μοιάζει πλέον ασυμβίβαστη με την αναπαραγωγή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων, όπως τουλάχιστον τη γνωρίζαμε.
Έτσι, εφεξής, όλοι οι μετέχοντες στο παίγνιο (κράτη, επιχειρήσεις και άτομα) βρίσκονται εμπεπλεγμένοι σε μια άλυτη, θα έλεγα, δομική αντίφαση. Το ορθολογικό, κοινό συμφέρον όλων, να συντηρηθεί η ειρήνη, να αποφευχθούν οι αιματηροί πόλεμοι και να διασωθεί ό,τι απομένει από το φυσικό περιβάλλον μπαίνει μέσα σε παρένθεση.
Οι ελεύθεροι άνθρωποι δεν μοιάζει να συμμερίζονται την ανάγκη μιας τέτοιας κοινής δράσης. Αντίθετα, φαίνεται να εξωθούνται να λειτουργούν ως σχιζοειδείς τζαμπατζήδες, free riders, ως λαθρεπιβάτες μιας κοινής ανθρώπινης μοίρας, με αποτέλεσμα το κοινό συμφέρον όλων στην αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ισορροπίας και τάξης να τίθενται εντός παρενθέσεως.
Όλοι αποφεύγουν να επωμισθούν το βάρος του μεριδίου, που θα έπρεπε να τους αναλογεί σε ένα υπό συνεχή αύξηση κοινό λογαριασμό. Όλοι προσπαθούν να συμβιβάσουν τα δικά τους ασυμβίβαστα. Όλοι επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν τη δική τους ωφέλεια με το μικρότερο δυνατό ατομικό κόστος. Και, ταυτόχρονα, όλοι οχυρώνονται πίσω από κομψές εκλογικεύσεις. Μάταια, όμως. Καμία εκδοχή οικολογικής ευαισθησίας, οικουμενιστικής ειρηνοφιλίας ή και αλληλέγγυας δικαιοσύνης δεν πείθει πια. Ευχολόγια. Στην πραγματικότητα, όλοι θα επιθυμούσαν τον περιορισμό της ανάπτυξης όλων των άλλων, άρα της γενικής ανάπτυξης, αρκεί η δική τους ανάπτυξη να παραμένει για πάντα ενεργή και αδιάλειπτη.
Πού, όμως, μας οδηγούν αυτά; Aναρωτιέμαι, αν αυτό το αδιέξοδο θα μπορούσε να αρθεί μέσα από ένα νέο ιστορικό συμβιβασμό, που θα θεμελιώνεται στην παραδοχή ότι, μολονότι οι επιθυμίες και οι ανάγκες όλων των ανθρώπων και των λαών θα έπρεπε κατ’ αρχήν να προσλαμβάνονται ως ισότιμες, το ζήτημα της ικανοποίησης των διαφορετικών επιθυμιών και αναγκών δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται πάντα με τα ίδια κριτήρια.
Θα πρέπει, λοιπόν, να τεθεί επειγόντως το αφηρημένο ερώτημα εάν οι αυξανόμενες ανθρώπινες επιθυμίες και ανάγκες θα ήτανε ποτέ δυνατό να καλυφθούν δίχως πρόσθετη επιβάρυνση του περιβάλλοντος. Στην περίπτωση δε, που η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι θετική – και δεν μπορεί παρά να είναι θετική – θα πρέπει να τεθούν, επίσης, δύο ακόμα συγκεκριμένα και αλληλένδετα ερωτήματα: – πρώτον, τι, ποια αγαθά και ποιες υπηρεσίες μπορούν να εξακολουθήσουν να παράγονται δίχως δυσμενείς συνέπειες για το περιβάλλον και, – δεύτερον, κατ’ αντιδιαστολή με το πρώτο, τι, ποια αγαθά και ποιες υπηρεσίες θα έπρεπε να πάψουν να παράγονται και να πάψουν να διατίθενται στην ελεύθερη αγορά.
Το καίριο αυτό πρόβλημα, που παραμένει αναπάντητο είναι ίσως το μείζον πολιτικό ερώτημα της εποχής μας.
Παραμένει, βέβαια, ανοιχτό το ευρύτερο ζήτημα αν ήταν ποτέ δυνατό να ανακοπεί η ανθρώπινη επιθυμία για το πολύ. Αν, δηλαδή, το αίτημα της προστασίας του περιβάλλοντος θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίρροπο στην επιθυμία των ανθρώπων για περισσότερη κατανάλωση, εδώ και τώρα. Αν θα μπορούσε να υπάρχει ένας έναρθρος αντίλογος στο πιο πολύ, στο όλο και πιο πολύ.
Έρχεται στο νου η ιδέα της Πολιτιστικής Επανάστασης. Οι επαναστάσεις, όμως, ενεργοποιούνται από επαναστάτες κι είναι δύσκολο να πιστέψουμε πως, υπό τις παρούσες τουλάχιστον συνθήκες, οι ιδιοτελείς λαθρεπιβάτες του κόσμου θα δέχονταν με τη θέλησή τους να αυτο-μεταμορφωθούν εν μια νυκτί σε επαναστατικά ανιδιοτελείς συνεπιβάτες ενός κοινού οχήματος.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι άλλο θα μπορούσε να γίνει. Στο νου μου έρχεται μια αλληγορία του Walter Benjamin, εμπνευσμένη από ένα πίνακα του Paul Klee. Ο Άγγελος, μας λέει, που κινεί τα νήματα της ιστορίας είναι αιχμάλωτος μιας τεράστιας, παντοδύναμης θύελλας. Τα ερείπια, που σωρεύονται μπροστά του υψώνονται ως τον ουρανό, θα ήθελε να παραμείνει για λίγο, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να συγκεντρώσει τους ηττημένους. Να σταθεί, να συλλογιστεί, να αναθεωρήσει, αλλά η θύελλα που φυσά απ’ τον ουρανό, τον ωθεί αδιάκοπα προς το μέλλον. Η θύελλα αυτή – καταλήγει ο Benjamin – είναι αυτό, που εμείς ονομάζουμε πρόοδο.
Έτσι, όντας συμμέτοχοι και θύματα ταυτόχρονα μιας τέτοιας θύελλας, θα έπρεπε λοιπόν, ίσως πριν απ’ όλα, να αναθεωρήσουμε ριζικά – όχι μόνο την αντίληψή μας για την πρόοδο, αλλά και τη σχέση μας με τον χρόνο, τη σχέση μας με το παρελθόν, τη σχέση μας με το παρόν και τη σχέση μας με το μέλλον. ‘Τime was, time is, time is not’. Ο χρόνος ήταν, ο χρόνος είναι, ο χρόνος δεν είναι – μας θυμίζει αμείλικτα ο T.S. Eliot.
Το νέο κοινωνικό συμβόλαιο για μιαν άλλη ανθρωπότητα, για μιαν άλλη ανθρώπινη ανθρωπότητα, δεν μπορεί λοιπόν να αναφέρεται ούτε σε αυτό που πιστεύουμε πως υπάρχει, ούτε σε εκείνο που κληρονομήσαμε από τους προγόνους μας, ούτε όμως, σε αυτό που δεν επιτρέπεται να γίνει, ούτε τέλος, καν σε αυτό, που δεν υπάρχει ακόμα.
Το σημερινό διακύβευμα το πλανητικό δεν αντιπαραθέτει πια συντηρητικούς και μεταρρυθμιστές, δεξιούς και αριστερούς, φτωχούς και πλούσιους, ορθολογιστές και παραλογιζόμενους. Το πραγματικό δίλημμα των σκεπτόμενων ανθρώπων συνοψίζεται πλέον στην ανάγκη να επιλέξουμε ανάμεσα στο όλοι μας και στο κανείς.”





