lexicon

Il berlusconismo

O πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας και επιχειρηματίας Silvio Berlusconi, που απεβίωσε τη Δευτέρα 12/06 στο νοσοκομείο San Raffaele της Ρώμης σε ηλικία 86 ετών από λευχαιμία, είχε γεννηθεί στο Μιλάνο στις 29 Σεπτεμβρίου του 1936 σε μια οικογένεια της μεσαίας τάξης.

νεαρός τη δεκαετία του 1960 τραγουδά σε κρουαζιερόπλοιο, Olycom SPA, Rex Features / ακόμη, πουλούσε σκούπες πόρτα-πόρτα

νεαρός τη δεκαετία του 1960 τραγουδά σε κρουαζιερόπλοιο, Olycom SPA, Rex Features / ακόμη, πουλούσε σκούπες πόρτα-πόρτα

Μετά την ολοκλήρωση σπουδών νομικής, στις αρχές της δεκαετίας του ‘60, άρχισε να δραστηριοποιείται στον οικοδομικό τομέα. Από το 1969 μέχρι και το 1976, με τις εταιρείες του έχτισε σειρά συγκροτημάτων, τις ‘μικρές πόλεις’ Μιλάνο 2, όπου βρισκόταν η μιντιακή του αυτοκρατορία Μediaset και Μιλάνο 3, κοντά στην ιταλική συμπρωτεύουσα, με τεχνητές λίμνες, χώρους άθλησης, εκκλησίες, εμπορικά κέντρα.

Το Νοέμβριο του 1980 ίδρυσε την πρώτη μεγάλη, ιταλική ιδιωτική τηλεόραση (Canale 5), η οποία άρχισε αμέσως να ανταγωνίζεται τη δημόσια της Rai. Στον όμιλό του προστέθηκε το κανάλι Italia Uno το 1982 και το Rete 4 το 1984. Το 1991 κατάφερε να ελέγξει την πλειοψηφία του πακέτου μετοχών του εκδοτικού οίκου Arnoldo Mondadori, ενώ στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες συγκαταλέγονταν τα πολυκαταστήματα Standa και οι ασφάλειες Mediolanum. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, απέκτησε τηλεοπτικά κανάλια στην Ισπανία, τη Γερμανία και, για σύντομο χρονικό διάστημα, στη Γαλλία.

1986 / Vittoriano Rastelli, Corbis

1986 / Vittoriano Rastelli, Corbis

Σύμφωνα με πολλούς σχολιαστές, η δημιουργία της τηλεοπτικής του αυτοκρατορίας κατέστη δυνατή χάρη και στη στενή φιλία του με τον σοσιαλιστή πρώην πρωθυπουργό Bettino Craxi (1983-1987). “Είμαι υπέρ όλων των αμερικανικών πραγμάτων – ακόμη και πριν καταλάβω περί τίνος πρόκειται”, είχε πει σε συνέντευξη στους Times του Λονδίνου. Το πρόγραμμα των σταθμών του ενσωμάτωνε την ποπ κουλτούρα, με σαπουνόπερες, talk shows και διαφημίσεις.

Το διάστημα 1986-2017 ήταν παράλληλα ιδιοκτήτης της ποδοσφαιρικής ομάδας Μίλαν, η οποία κατέκτησε πολλά τρόπαια και έγινε από τις δυνατές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Την πούλησε σε όμιλο επενδυτών από την Κίνα.

Mάιος 2007, νίκη της Μίλαν επί της Λίβερπουλ στον τελικό του Champions League στην Αθήνα / Ullstein Bild, Getty Images

Mάιος 2007, νίκη της Μίλαν επί της Λίβερπουλ στον τελικό του Champions League στην Αθήνα / Ullstein Bild, Getty Images

Το 1992, όταν ρωτήθηκε αν σκεφτόταν να βάλει υποψηφιότητα για δήμαρχος, απάντησε: “Ξέρετε ότι κάθε μέρα λαμβάνω 400 επιστολές από νοικοκυρές, που με ευχαριστούν επειδή τις απάλλαξα από την καθημερινή τους πλήξη με τα τηλεοπτικά μου προγράμματα; Εάν έμπαινα στην πολιτική με αυτή την εκλογική βάση, δε θα πήγαινα για δήμαρχος. Θα έχτιζα ένα κόμμα σαν του Reagan, θα κέρδιζα τις εκλογές και θα γινόμουν πρωθυπουργός.”

Τον Ιανουάριο του 1994 κατέβηκε στην πολιτική, με την ίδρυση του κόμματος Forza Italia και το επιχείρημα ότι υπήρχε “ορατός κίνδυνος κατάκτησης της εξουσίας από μέρος της αριστεράς και τους κομμουνιστές”. Πολλοί αναλυτές, όμως, πιστεύουν ότι σημαντικό ρόλο έπαιξε η ευρύτερη πραγματικότητα στην Ιταλία τη συγκεκριμένη περίοδο, με τη δικαστική έρευνα, που έμεινε γνωστή ως ‘Καθαρά Χέρια’ (Mani Pulite) και είχε ως κύριο αντικείμενο τις σχέσεις του επιχειρηματικού και πολιτικού συστήματος, αποκαλύπτοντας ένα ευρύτατο πλέγμα διαφθοράς.

Γνωστός και ως ‘Il Cavaliere’ από τον τιμητικό τίτλο του ιππότη της Ιταλικής Δημοκρατίας ορκίσθηκε πρωθυπουργός τέσσερις φορές, αφού επικράτησε με την κεντροδεξιά συμμαχία στις βουλευτικές εκλογές του 1994, του 2001 (έπειτα από τέσσερα παραιτήθηκε και του δόθηκε νέα εντολή σχηματισμού κυβέρνησης) και του 2008. Στην πολιτική του σταδιοδρομία, ο κυριότερος αντίπαλός του, ήταν ο κεντροαριστερός πρωθυπουργός και πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ρομάνο Πρόντι.

Tη δεκαετία του ‘90 και την πρώτη της νέας χιλιετίας, η πολιτική αντιπαράθεση της κεντροαριστεράς με την κεντροδεξιά παράταξη – και τον ίδιο τον S. Berlusconi – ήταν οξύτατη. Τον κατηγορούσαν, κυρίως, για ‘υπερβολική επιρροή’. “Εάν φροντίζοντας τα συμφέροντα όλων, φροντίζω και τα δικά μου, δε μπορεί κανείς να μιλά για σύγκρουση συμφερόντων”, ανταπαντούσε. Στη συνέχεια, οι τόνοι άρχισαν σταδιακά να πέφτουν και – πέρα από μια σειρά ουσιαστικών διαφωνιών – αρκετοί τον αναγνώρισαν ως έναν από τους κύριους πρωταγωνιστές της ιταλικής πολιτικής ζωής των τελευταίων τριάντα ετών.

Σε ό,τι αφορά τις δικαστικές του περιπέτειες, το 2011 το Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε μέρος της νομοθεσίας, που του εξασφάλιζε ασυλία. Μετά από χρόνια που κρινόταν αθώος – συχνά λόγω παραγραφής ή επειδή η κυβέρνησή του είχε τροποποιήσει το νόμο, για παράδειγμα σχετικά με την αποποινικοποίηση της πρακτικής ψευδών λογιστικών εγγραφών καταδικάστηκε οριστικά τον Αύγουστο του 2013 σε τέσσερα χρόνια φυλάκισης (τα τρία ‘σβήστηκαν’, χάρη σε αμνηστία) και αποχή από δημόσιο αξίωμα για έξι χρόνια αναφορικά με φορολογική απάτη στο πλαίσιο αγοραπωλησίας τηλεοπτικών δικαιωμάτων. Το κοινοβούλιο της Ρώμης, το Νοέμβριο του ίδιου έτους, ψήφισε υπέρ της καθαίρεσής του από τη θέση του γερουσιαστή. Εξέτισε ‘εναλλακτική ποινή’ δέκα μηνών, εργαζόμενος σε καθολικό κέντρο φροντίδας ηλικιωμένων με άνοια στο Μιλάνο.

Ενδιαφέρον και σε διεθνές επίπεδο, προκάλεσαν οι δίκες για τα λεγόμενα πάρτι ‘μπούνγκα-μπούνγκα’. Δεν προέκυψε, όμως, οριστική καταδίκη ενώ αθωώθηκε από την κατηγορία χρηματισμού νεαρών γυναικών προκειμένου να ψευδομαρτυρήσουν ως προς το περιεχόμενο των δείπνων, που οργανώνονταν στην κατοικία του.

στην ψηφοφορία για την ανάδειξη προέδρου στο ευρωκοινοβούλιο τον Ιούλιο του 2019, Στρασβούργο, βορειοανατολική Γαλλία / Frederick Florin, AFP, Getty Images

στην ψηφοφορία για την ανάδειξη προέδρου στο ευρωκοινοβούλιο τον Ιούλιο του 2019, Στρασβούργο, βορειοανατολική Γαλλία / Frederick Florin, AFP, Getty Images

Το 2019 εξελέγη ευρωβουλευτής. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2022 ήταν επικεφαλής του κόμματος Forza Italia και εξελέγη εκ νέου γερουσιαστής – εξέλιξη την οποία ο ίδιος θεώρησε “προσωπική, ιστορική αποζημίωση”. Η στάση του στο θέμα του πολέμου στην Ουκρανία θεωρήθηκε φιλορωσική. Είχε στηρίξει την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ.

για τη σημερινή κυβέρνηση ‘Melusconi’ γράφει ο αρχισυντάκτης της Il Fatto Quotidiano, Marco Travaglio

Aπέκτησε πέντε παιδιά και παντρεύτηκε δύο φορές: το 1965 με την Carla Elvira Lucia Dall’Oglio και το 1990 με τη Veronica Lario. Η προσωπική του περιουσία, σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό Forbes, ξεπερνά τα έξι δισεκατομμύρια ευρώ. Κηρύχθηκε εθνικό πένθος, η κηδεία έγινε δημοσία δαπάνη. Ήθελε να αποτεφρωθεί. Στην πρεμιέρα της παράστασης Madama Butterfly στο Teatro Regio του Τορίνο, όταν κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του, οι μισοί από τους θεατές σηκώθηκαν όρθιοι και οι υπόλοιποι μισοί παρέμειναν στη θέση τους.

Συνδυάζοντας αστεία που κάνουν οι διασημότητες με ένα δεξιόστροφο λαϊκισμό, έθεσε τις βάσεις για τον τραμπισμό”, υποστηρίζει στον theguardian.com (12/06) o κοινωνιολόγος Paolo Gerbaudo. “Όταν έφυγε βιαστικά από την πρωθυπουργική κατοικία στο Palazzo Chigi για τελευταία φορά στις 16/11/2011 έμοιαζε ταπεινωμένος. Τα οικονομικά της Ιταλίας αντιμετώπιζαν προβλήματα, με διεθνείς επενδυτές να στοιχηματίζουν ενάντια στα ομόλογά της και τους ευρωπαίους συμμάχους Nicolas Sarkozy και Angela Merkel να εκφράζουν δημόσια τη δυσαρέσκειά τους. Εισαγγελείς τον έψαχναν για το περιβόητο σκάνδαλο ‘bunga bunga’ με μια ανήλικη εργάτρια του σεξ. Λίγοι μπορούσαν να μαντέψουν τότε πόσο η πολιτική στο μέλλον θα ακολουθούσε τη λαϊκιστική πλατφόρμα του S. Berlusconi. Η παρακαταθήκη του είναι παντού. Τα χρόνια που ακολούθησαν την έξοδό του από τη διακυβέρνηση δικαίωσαν το στυλ, που συνδύαζε ακραία στοιχεία της προσωπικότητάς του (personality politics), επιδέξια χρήση των τηλεοπτικών μέσων και δημαγωγία χωρίς συστολή – όλα προκειμένου να εκμεταλλευθεί την απογοήτευση των ψηφοφόρων και τον κυνισμό απέναντι στο κατεστημένο. Είναι δύσκολο να σκεφθεί κανείς πολιτικό, που να προοικονόμησε περισσότερο αυτό που θα ερχόταν.

με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Barack Obama και της Ρωσίας, Dmitry Medvedev σε Σύνοδο των G20 στο Λονδίνο τον Απρίλιο του 2009 / Kirsty Wigglesworth, AP

με τον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Barack Obama και της Ρωσίας, Dmitry Medvedev σε Σύνοδο των G20 στο Λονδίνο τον Απρίλιο του 2009 / Kirsty Wigglesworth, AP

Πολλοί συντηρητικοί, οι οποίοι κυριάρχησαν τη δεκαετία του 2010 έχουν συγκριθεί μαζί του – πρώτος ανάμεσά τους ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald Trump (2017-2021). Όπως ο τελευταίος, όμως και πριν από εκείνον, ο S. Berlusconi επέμενε στο ότι δεν ήταν πολιτικός καριέρας, αλλά ένας επιτυχημένος ‘αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας’, που αποφάσισε να μπει στην πολιτική για να σώσει τη χώρα από την αριστερά. Και οι δύο οφείλουν την επιτυχία τους στην παράδοξη χρήση της τηλεόρασης, που στην περίπτωση του S. Berlusconi διευκολύνθηκε από το ότι είχε στην κατοχή του τα περισσότερα από τα ιδιωτικά κανάλια της χώρας. Επιπλέον, παρόμοια με τον D. Trump, κατέκτησε την πολιτική σκηνή αδιαφορώντας για όλους τους άγραφους κανόνες θεσμικής αβρότητας και ευγένειας, παράλογα παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως θύμα των δικαστών και των εκλογικών αρχών, ενώ δεν απέφευγε ποτέ τις πιο αγοραίες, εντυπωσιοθηρικές (sensationalist) τακτικές προκειμένου να προσελκύσει τη δημόσια προσοχή, συμπεριλαμβανομένης της διάσημης προτίμησης για ανέκδοτα σεξουαλικού περιεχομένου.

Ενσάρκωνε αυτό που ο Antonio Gramsci περιέγραφε ως ‘γούστο για το οπερατικό στοιχείο’, με τις ομιλίες και τις τηλεοπτικές παρεμβάσεις να αναδεικνύουν στιγμές που θα ταίριαζαν σε μια παράσταση, με ποικιλία θεαμάτων (variety show). Ωστόσο, σε ό,τι αφορά το πολιτικό περιεχόμενο, ήταν απλά νεοφιλελεύθερος: η ‘επανάστασή του’ είχε να κάνει με την περικοπή φόρων, τον περιορισμό της γραφειοκρατίας (red tape) και την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Ιστορικά, θα μπορούσε καλύτερα να ειδωθεί ως ο σύνδεσμος ανάμεσα στο νεοφιλελευθερισμό και τον λαϊκισμό.  

συνάντηση με τον Matteo Salvini (Lega) και τη Giorgia Meloni (Fratelli d’ Italia) στη Ρώμη, Οκτώβριος 2021 / Claudio Peri, ANSA, AFP, Getty Images

 συνάντηση με τον Matteo Salvini (Lega) και τη Giorgia Meloni (Fratelli d’ Italia) στη Ρώμη, Οκτώβριος 2021 / Claudio Peri, ANSA, AFP, Getty Images

Ακόμη, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να επιτραπεί η είσοδος της ακροδεξιάς  στην κεντρική πολιτική σκηνή της Ιταλίας. Σφυρηλάτησε συμμαχίες με το αυτονομιστικό κόμμα της Λέγκας του Βορρά και με τη μεταφασιστική Εθνική Συμμαχία (ΑΝ) από την οποία προέκυψαν τα Αδέρφια της Ιταλίας, της πρωθυπουργού Giorgia Meloni, που ήρθε στο προσκήνιο όταν επελέγη υπουργός Αθλητισμού και Νεολαίας (2008-2011) στην τελευταία κυβέρνηση του S. Berlusconi. Κατά περίεργο τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε από απόσταση ότι η στροφή προς την ακόμη πιο εθνικιστική δεξιά, τον κάνει να μοιάζει σχετικά μετριοπαθής. Παρ’ όλα αυτά, οι συνεχείς του επιθέσεις στους εργαζόμενους, οι καταγεγραμμένες σχέσεις του με τη μαφία, η χειραγώγηση της δικαιοσύνης, οι καταστροφικές του πολιτικές στην οικονομία, που επιτάχυναν τον μαρασμό της βιομηχανίας και ο εναγκαλισμός με τον ακραίο ατομικισμό δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για τη σύγχρονη αντιδραστική (reactionary) μετατόπιση.

το τρέχον τεύχος του Jacobin με θέμα: ‘Μαφία και κεφάλαιο’

το τρέχον τεύχος του Jacobin με θέμα: ‘Μαφία και κεφάλαιο’

Ένα βασικό στοιχείο της επιτυχίας του, που βρήκε μιμητές σε όλο τον κόσμο, ήταν η ικανότητά του να μετατρέπει τις κατηγορίες σε βάρος του σε καύσιμο για την πολιτική του επιβίωση. Η καριέρα του στιγματίστηκε από διώξεις για παρανομίες σχετικές με τη μαφία και διαφθορά. Σε απάντηση, υιοθέτησε μια διπλή προσέγγιση. Από τη μια, υποστήριζε σθεναρά ότι ήταν αθώος – θύμα κομμουνιστών δικαστών και ο περισσότερο διωκόμενος άνθρωπος στην ιστορία. Από την άλλη, έκλεινε το μάτι στους πιο ανειλικρινείς υποστηρικτές του – ειδικά εκείνους από την τάξη των επιχειρηματιών, που συχνά ακολουθούν παράνομες ή οριακές πρακτικές ότι η συμπεριφορά του δεν ήταν αψεγάδιαστη – αλλά και ποιου είναι; Οι ομοιότητες με τις τωρινές νομικές περιπέτειες του D. Trump είναι εμφανείς και δεν αποτελούν καλό οιωνό για όσους εκτιμούν ότι η μοίρα του πρώην προέδρου των ΗΠΑ θα σφραγιστεί από μια ακόμη απαγγελία κατηγορίας.

‘Σήμερα δεν είμαστε σε πένθος, αλλά σε αγώνα’

‘Σήμερα δεν είμαστε σε πένθος, αλλά σε αγώνα’

Η άνοδος του S. Berlusconi κατέστη δυνατή χάρη στην καταπόνηση της ιταλικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, που καλλιεργήθηκε στους απλούς ανθρώπους σε συνέχεια του σκανδάλου διαφθοράς Tangentopoli στις αρχές του 1990. Και σε άλλες χώρες, φιγούρες της δεξιάς εκμεταλλεύθηκαν παρόμοια συναισθήματα απομυθοποίησης της πολιτικής, που φαίνεται να πριμοδοτούν τα συμφέροντα κανενός άλλου, παρά της ελίτ.

Όσο η πολιτική θα θεωρείται – κάποιες φορές δίκαια – σαν μεγάλος ‘βάλτος’ διαφθοράς και υποκρισίας (σύμφωνα και με τη ρητορική του D. Trump), o κυνισμός – του οποίου ο S. Berlusconi υπήρξε ‘γκεσέμι’ και οι δεξιόστροφοι λαϊκιστές τελειοποίησαν, θα συνεχίσει να υπερισχύει. O μόνος τρόπος να λύσουμε αυτά τα τοξικά μάγια είναι να εμπνεύσουμε με μια ενάρετη και χειροπιαστή αποστολή, που θα επιφέρει απτές βελτιώσεις στη ζωή των πολιτών. Αυτό ακριβώς είναι που ο S. Berlusconi απέτυχε να κάνει.”

O καθηγητής Θεολογίας Vito Mancuso σε άρθρο του με τίτλο: ‘Ο μπερλουσκονισμός και η θρησκεία του’ αναφέρεται σε μια φράση του τραγουδιστή-συνθέτη Gian Piero Alloisio: “Δε φοβάμαι τον S. Berlusconi καθεαυτό, αλλά εκείνο που αντιπροσωπεύει μέσα μου.” Όπως εξηγεί ο ίδιος: “Με τα προσωπικά του κανάλια ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη βαθιά επιθυμία της εποχής μας, αναγνώρισε την ελαφριά της ψυχή και ξεκίνησε να την κυνηγά εξασκώντας την τέχνη του χαμόγελου και της επίμονης ‘αποπλάνησης’, ενώ οι πολίτες μετατράπηκαν από σκεπτόμενα υποκείμενα σε θεατές-χειροκροτητές και καταναλωτές.

Θυμάμαι κάποτε, ήμουν με έναν επιχειρηματία στην πίστα της Monza για ένα συνέδριο και, ίσως λόγω της εγγύτητας της Arcore (Λομβαρδία, βόρεια Ιταλία), όπου διέμενε ο S. Berlusconi, μου είπε ότι πριν πολλά χρόνια βλέποντας ένα πλήθος συγκεντρωμένων είχε αναφέρει: ‘Κατά τη γνώμη σας, πόσοι έξυπνοι υπάρχουν; Είναι το 10%; Εγώ φροντίζω το υπόλοιπο 90%.’ Αυτή ήταν η γραμμή στα εμπορικά τηλεοπτικά δίκτυα της ιδιοκτησίας του. Στην ουσία βύθισε την αξία της κουλτούρας στη συνείδηση των περισσότερων Ιταλών, υποβιβάζοντας τα πάντα σε διασκέδαση. Με αυτό τον τρόπο, μετέτρεψε τον εαυτό του σε ένα είδος αρχιερέα της νέας θρησκείας, που πρεσβεύει εμμονική λατρεία του εγώ και στοιχειώνει, παίρνοντας τη θέση της παλιάς, η οποία λειτουργούσε τον Θεό. Η εποχή μας ένιωσε υποχρεωμένη στον υψηλότερο βαθμό να του αποδώσει τις μέγιστες τιμές και να τον καταστήσει από τους πλουσιότερους και ισχυρότερους άνδρες – όχι μόνο στην Ιταλία.

Αντιπροσώπευε τον θρίαμβο της πρωτοκαθεδρίας της επιτυχίας, την οποία επιβεβαίωνε το χειροκρότημα και το συνεπαγόμενο ασταμάτητο κέρδος. Το χρήμα για εκείνον ήταν ό,τι η βίβλος για τους χριστιανούς, το κοράνι για το ισλάμ, η τορά για τον ιουδαϊσμό: το πραγματικό ιερό βιβλίο, στο οποίο θα έπρεπε να ορκιστεί και να πιστέψει. Στη νεοπαγανιστική του θρησκεία όλα μπορούσαν να αγοραστούν και να πουληθούν – όλα είχαν μια τιμή: εταιρείες, βίλες, πολιτικοί, δικαστές, άνδρες, γυναίκες, ποδοσφαιριστές, καρδινάλιοι, σώματα, λέξεις, ψυχές. Συμβόλιζε την ήττα της πνευματικής έντασης, με την κλασσική έννοια του καθολικισμού και άλλων θρησκειών, τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική για μια μελλοντική, δίκαιη κοινωνία χωρίς τάξεις, τη φιλελεύθερη και ρεπουμπλικανική σημασία ενός ηθικού κράτους, όπως το πρωσικό που εκθείαζε ο Χέγκελ, την έντιμη και αδιάφθορη προσωπική συνείδηση της φιλοσοφίας του Καντ. Όλες ενωμένες στην πεποίθηση ότι υπήρχε κάτι πιο σημαντικό από το εγώ, τη δύναμη και την απόλαυσή μου > ο Θεός/οι θεοί ή η πόλη, μπροστά στα οποία εκείνα θα έπρεπε να σταματήσουν και να τεθούν στην υπηρεσία τους.”

Ο Maurizio Cotta, καθηγητής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Siena, θεωρεί πως μιλούσε στο στομάχι (‘alla pancia’) των Ιταλών. “Ήξερε τα αδύναμα σημεία τους – τον φόβο για την πειθαρχία, το κράτος, μήπως χάσουν τα σπίτια τους ή πιαστούν με τα χέρια στο ταμείο.” Tο 2013 όταν ο επικεφαλής της Finmeccanica συνελήφθη πριν τις εκλογές για δωροδοκία αξιωματούχων στην Ινδία σχετικά με ένα συμβόλαιο για ελικόπτερα, κατηγόρησε τις δικαστικές αρχές για πλήγμα στις δουλειές, με το επιχείρημα: ‘Μερικές φορές απλά δε γίνεται να πουλήσεις τίποτα χωρίς μίζα.’ “Μπορεί να προκαλούσε κάθε πιθανή καταστροφή, όμως μιλούσε τη γλώσσα, που εξέφραζε τα συμφέροντα της κοινωνικής ομάδας των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που μισούσαν τη φορολογία και τον στήριζαν”, σημείωσε στην Corriere della Sera ο Perangelo Battista.  

O Massimo Cacciari αναζητώντας στην espresso.repubblica.it τη λεπτή κόκκινη γραμμή, που ένωνε τον καινοτόμο επιχειρηματία με τον πολιτικό, σχολίασε: “Η νοοτροπία του δεν είχε τα μέσα να αντιπαλέψει την κρίση του κοινωνικού κράτους και την ανισότητα. H αποτυχία του έχει να κάνει με όλο τον πολιτικό κόσμο.”     

Η αυλαία πέφτει για μια αμφιλεγόμενη ύπαρξη, αλλά όχι για το κοινωνικό μοντέλο που επιβλήθηκε για τριάντα χρόνια. Ακόμη κι αν ο Silvio έφυγε, ο μπερλουσκονισμός παραμένει, θα συνεχίσει να κυλά στις φλέβες αυτής της χώρας. Ενσάρκωνε αυτό που πολλοί Ιταλοί θα ήθελαν να είναι: έξυπνοι, πλούσιοι, ατιμώρητοι. Η Ιταλία παλεύει με άλυτα θέματα για δεκαετίες, που οι κυβερνήσεις της δε θέλουν να αντιμετωπίσουν. Προχώρησε με νεοφιλελεύθερες ιδέες, δίνοντας προτεραιότητα στον ιδιωτικό τομέα, έναντι του δημόσιου, με την πεποίθηση ότι τον κυνηγούν οι φορολογικές αρχές. ‘Δεν είναι κατακριτέο να μην πληρώνεις φόρους’, είχε υποστηρίξει – για αποφυγή τους είναι που καταδικάστηκε. Δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς απαντήσεις στα κοινωνικά προβλήματα και ως αποτέλεσμα των πολιτικών του οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Δίχασε την Ιταλία, χωρίς να κατανοεί γιατί το υπόλοιπο μισό δεν τον αγαπούσε.”, επεσήμανε ο αρχισυντάκτης της espresso.repubblica.it, Alessandro Mauro Rossi.

Πηγές: AΠΕ-ΜΠΕ, france24.com, bbc.com, theguardian.com, lastampa.it, espresso.repubblica.it / κεντρική φωτογραφία: 1991, George Steinmetz, Corbis

Leave a reply

0 %