H Lady Macbeth του Mtsensk, όπερα του D. Shostakovich σε σκηνοθεσία Fanny Ardant επιστρέφει στη Λυρική
Αναβιώνει για έξι μόνο παραστάσεις στην Εθνική Λυρική Σκηνή στο Κέντρο Πολιτισμού – Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος το έργο Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ, η εμβληματική όπερα του 20ού αιώνα του Ντμίτρι Σοστακόβιτς, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 2019. Διευθύνει ο Φαμπρίτσιο Βεντούρα – τη σκηνοθεσία υπογράφει η Φανί Αρντάν.
Βασισμένο σε νουβέλα του Νικολάι Λεσκόφ, αφορά την Κατερίνα Ισμαήλοβα, σύζυγο ευκατάστατου εμπόρου, χωρίς παιδιά, η οποία νιώθει παραμελημένη και εγκλωβισμένη στον γάμο της. Ερωτεύεται έναν από τους εργάτες του αγροκτήματός της και για χάρη του φτάνει ως τον φόνο του πεθερού και του συζύγου της. Η Κατερίνα παντρεύεται τον αγαπημένο της, όμως αποκαλύπτεται τι έχει γίνει και το ζευγάρι συλλαμβάνεται. Στον δρόμο για τη Σιβηρία, εκείνος την περιφρονεί και την προδίδει με μια νέα ερωμένη για να τη δούμε στο τέλος να πέφτει μαζί της στα παγωμένα νερά του ποταμού. Ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς εστιάζει στη θέση της γυναίκας στην επαρχιακή προεπαναστατική Ρωσία, ενώ σατυρίζει θεσμούς, όπως η εκκλησία και η τσαρική αστυνομία.

Ο Σοστακόβιτς γεννήθηκε το 1906 στην Αγία Πετρούπολη και αναδείχτηκε σε έναν από τους σημαντικότερους συνθέτες του 20ού αιώνα. Η σχέση του με το σοβιετικό καθεστώς, ιδιαίτερα κατά τη σταλινική περίοδο, δεν υπήρξε εύκολη καθώς το ύφος του δεν συμβάδιζε με τις ντιρεκτίβες περί τέχνης και δύο φορές κατηγορήθηκε επίσημα για φορμαλισμό. Επηρεάστηκε από τα νεοκλασικά έργα του Ίγκορ Στραβίνσκι και στα συμφωνικά του από τη γλώσσα του Γκούσταβ Μάλερ, διαμόρφωσε ωστόσο ένα απολύτως αναγνωρίσιμο προσωπικό πολυστιλιστικό ιδίωμα. Συνέθεσε έργα κάθε είδους, ανάμεσα στα οποία 15 συμφωνίες, 6 κοντσέρτα, 15 κουαρτέτα εγχόρδων, χορωδιακά, μουσική για μπαλέτο και τον κινηματογράφο, για πιάνο, κύκλους τραγουδιών και οπερέτες. Ολοκλήρωσε δύο όπερες, τη Μύτη (1930) και τη Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ (1934, β’ γραφή ως Κατερίνα Ισμαήλοβα, 1962) ενώ άφησε προσχέδια για αρκετές ακόμα. Πέθανε το 1975 από καρκίνο του πνεύμονα.

Πριν φθάσει να θεωρείται ένα από τα δημοφιλέστερα έργα του 20ού αιώνα, η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ λογοκρίθηκε επί Ι. Στάλιν. Όταν ανέβηκε το 1934 σε ένα από τα παλαιότερα λυρικά θέατρα της Ρωσίας, το Μιχαηλόφσκι, και λίγο αργότερα στο Θέατρο Τέχνης Στανισλάφσκι της Μόσχας έγινε αμέσως δεκτή με ενθουσιασμό και καταγράφηκε ως η σημαντικότερη όπερα της σοβιετικής περιόδου. Λίγους μήνες αργότερα, στις 26 Δεκεμβρίου 1935 παίχτηκε στο Μπολσόι της Μόσχας – εκεί όπου μερικές μέρες αργότερα την παρακολούθησε ο Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος όμως αποχώρησε πριν το τέλος. Σε ένα από τα επόμενα φύλλα της, η εφημερίδα Πράβντα – επίσημο όργανο του Κομμουνιστικού Κόμματος – δημοσίευσε άρθρο με τίτλο: ‘Σύγχυση αντί για μουσική’. Ο συνθέτης δέχθηκε πλήγμα, με αποτέλεσμα να μην ολοκληρώσει καμία άλλη όπερα μέχρι να πεθάνει, παρότι άφησε προσχέδια για αρκετές.

γενική πρόβα 19/10/23
Αν και μετά τον θάνατο του Ι. Στάλιν ο Ντ. Σοστακόβιτς επέφερε τροποποιήσεις στην παρτιτούρα, πάλι δεν του επετράπη η παρουσίαση της όπερας. Το πράσινο φως δόθηκε τη δεκαετία του ’60, με την ανανεωμένη εκδοχή να κάνει εκ νέου τον γύρο του κόσμου, ως μια από τις σημαντικότερες όπερες του 20ού αιώνα. Δεν ξεχωρίζει μόνο για την ωμότητα και τη σκληρότητά του – ως έργο είναι εξίσου βαθιά συγκινητικό, όχι μόνο στην τελική σκηνή η οποία θεωρείται ότι συνοψίζει αιώνες πόνου και στέρησης στη Ρωσία.
Τη σκηνοθεσία υπέγραψε το 2019 η Φανί Αρντάν, μούσα του Φρ. Τρυφώ, πρωταγωνίστρια του Φρ. Τζεφιρέλλι και του Ρ. Πολάνσκι, η ‘Γυναίκα της διπλανής πόρτας’ με τον Ζ. Ντεπαρντιέ. Δοκιμάστηκε για πρώτη φορά στην όπερα με την Εθνική Λυρική Σκηνή, μετά τις δύο δικές της σκηνοθεσίες μουσικού θεάτρου στο Θέατρο Σατλέ στο Παρίσι (με τη Βερονίκη του Μεσσαζέ το 2008 και το Passion του Ζόντχαϊμ το 2016). Η τολμηρή και αιχμηρή της ματιά φωτίζει ζητήματα όπως η ατομική ελευθερία, το θάρρος, τα πυρακτωμένα όρια.

η Fanny Ardant στη γενική πρόβα, 10-05-19 / AFP, Aris Messinis
Σε σημείωμά της εξηγεί: “Η Λαίδη Μάκβεθ μας προτάσσει έναν καθρέφτη. Και κοιταζόμαστε. Η Λαίδη Μάκβεθ είναι το άγριο είδωλό μας, ατίθασο και ελεύθερο. Πώς ζει το κομμάτι του εαυτού μας, που αντιστέκεται στους νόμους, μέσα σε μια κοινωνία συμβατική και ομοιόμορφη; Το να αγαπάς τους εγκληματίες είναι ένα ρίσκο. Κι εγώ το παίρνω. Αγαπώ την Κατερίνα Ισμαήλοβα. Δεν είναι μόνο ένας χαρακτήρας του Λεσκόφ, σε μια όπερα του Σοστακόβιτς, αλλά και ένα πρόσωπο πάντοτε παρόν, ακόμα και στη δική μας εποχή, και όντας προσεκτικοί, μπορούμε να το συναντήσουμε. Αγαπώ αυτούς, που δε φοβούνται την ετυμηγορία, τις κυρώσεις της κοινωνίας, τα κόμματα, τις ομάδες, τη συλλογική σκέψη. Τους κοιτάζω, που ζουν σε ένα τεντωμένο σύρμα, εύθραυστο ίσως, αλλά δονούμενο και πυρακτωμένο. Τρέμω τη στιγμή που θα πέσουν. Καταλαβαίνω ότι προτιμούν να πεθάνουν από το να καταστρέψουν το όνειρό τους. Δέχομαι ότι αποτελούν κίνδυνο για την κοινωνία των εμπόρων και των κερδών. Θαυμάζω το κόστος, που είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για να μείνουν ελεύθεροι και να ακολουθήσουν το πάθος τους. Το να λογοδοτούν αποτελεί μέρος του δικού τους κανόνα του παιχνιδιού. Χαίρομαι που έχουν διατρέξει τη ζωή τους σαν αστέρια σε ένα ηλιακό σύστημα με μαύρο ήλιο. Λατρεύω την ιστορία της Κατερίνας, της Λαίδης Μάκβεθ από την επαρχία του Μτσενσκ. Για μένα είναι σαν μια εικόνα. Την πήρα ως ένα δώρο, που θα ήθελα να σας προσφέρω. Είπα στον εαυτό μου: Δεν έχει σημασία η εποχή, η πολιτική. Δεν έχουν σημασία οι περιστάσεις, το πλαίσιο. Δεν έχουν σημασία οι νόμοι. Θα υπάρχουν πάντοτε αυτοί, που υπακούουν και εκείνοι που διατάζουν, αυτός που ακολουθεί και εκείνος που οδηγεί, αυτός που μπαίνει στη σειρά και εκείνος που την αφήνει έτσι, μια μέρα ή μιαν άλλη, μετά από πολύ καιρό αναμονής της αληθινής και βίαιης χαράς, γιατί το κάλεσμα της ζωής είναι ισχυρότερο από ο,τιδήποτε άλλο. Κι έτσι, κρατώ τη Λαίδη Μάκβεθ στην περιοχή του Μτσενσκ, στην επαρχία της, στην αυτοκρατορία των τσάρων, στο περιβάλλον της, αυτό των εμπόρων. Η μουσική του Σοστακόβιτς, με ακόμη περισσότερο πλούτο και πιο έντονη αντίθεση από το ίδιο το κείμενο, μας εξιστορεί την περιπλοκότητα της Κατερίνας και των αντιπάλων της, το πώς η μελαγχολία της νικήθηκε από τον θυμό, τη βλασφημία και την πράξη χωρίς επιστροφή, το πώς αυτή η αντιφατική και σκανδαλώδης ηρωίδα μας κάνει να θέλουμε να ζήσουμε, ακόμα και ως επί το πλείστον, με κίνδυνο. Και αφού οι ελληνικές ακτές με καλωσόρισαν, είθε και οι θεοί του Ολύμπου, αν καταδεχτούν να με κοιτάξουν, να με καθοδηγήσουν και να με προστατέψουν.”
Τα πολυλειτουργικά σκηνικά έχει επιμεληθεί ο βραβευμένος Γερμανός σκηνογράφος Τομπίας Χόαϊζελ.
Τα κοστούμια συνυπογράφουν δύο σπουδαίες ενδυματολόγοι: η Μιλένα Κανονέρο, που έχει τιμηθεί με Όσκαρ και η Πέτρα Ράινχαρτ, γνωστή για τις συνεργασίες της με τον Ρόμπερτ Κάρσεν.

Για την κινησιολογία επιλέχθηκε η κολεκτίβα των Γάλλων καλλιτεχνών (ΛΑ)ΟΡΝΤ (Μαρίν Μπρυττί, Ζονατάν Ντεμπρουέρ, Αρτύρ Αρέλ).
Στους φωτισμούς ο διεθνώς αναγνωρισμένος Ιταλός διευθυντής φωτογραφίας Λούκα Μπιγκάτσι, γνωστός από τις ταινίες του Πάολο Σορρεντίνο, αλλά και από τη συνεργασία του με τον Αμπάς Κιαροστάμι.
Η μουσική διεύθυνση είναι τoυ Ιταλού Φαμπρίτσιο Βεντούρα.

Στον ρόλο του τίτλου, η διακεκριμένη Ρωσίδα υψίφωνος, Σβετλάνα Σοζντάτελεβα.
Τον Σεργκέι ερμηνεύει ο τενόρος Σεργκέι Σεμισκούρ, σολίστ του θεάτρου Μαριίνσκι της Αγίας Πετρούπολης.
Τον ρόλο του Μπορίς κρατά ο διακεκριμένος Έλληνας μπασοβαρύτονος Γιάννης Γιαννίσης.
Μαζί τους οι καταξιωμένοι και νεότεροι μονωδοί της Εθνικής Λυρικής Σκηνής: Γιάννης Χριστόπουλος, Σοφία Κυανίδου, Μαξίμ Κλονόφσκι, Γιώργος Ματθαιακάκης, Νίκος Κατσιγιάννης, Χαράλαμπος Βελισσάριος, Παναγιώτης Πρίφτης, Νίκος Στεφάνου, Ανδρέας Καραούλης, Βαγγέλης Μανιάτης, Τάσος Αποστόλου, Πέτρος Μαγουλάς, Μαρισία Παπαλεξίου και Μαρία Μητσοπούλου. Τη Χορωδία της ΕΛΣ διευθύνει ο Αγαθάγγελος Γεωργακάτος.

Συντελεστές
Μουσική διεύθυνση: Φαμπρίτσιο Βεντούρα
Σκηνοθεσία: Φανί Αρντάν
Αναβίωση σκηνοθεσίας: Ίων Κεσούλης
Σκηνικά: Τομπίας Χόαϊζελ
Κοστούμια: Μιλένα Κανονέρο, Πέτρα Ράινχαρτ
Κινησιολογία: Κολεκτίβα (ΛΑ)ΟΡΝΤ – Μαρίν Μπρυττί, Ζονατάν Ντεμπρουέρ, Αρτύρ Αρέλ
Αναβίωση κινησιολογίας: Νάνσυ Νεραντζή, Γιάννης Τσιγκρής
Φωτισμοί: Λούκα Μπιγκάτσι
Αναβίωση φωτισμών: Δημήτρης Κουτάς
Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος
Διανομή
Κατερίνα Ισμαήλοβα: Σβετλάνα Σοζντάτελεβα
Μπορίς Τιμοφέγεβιτς Ισμαήλοφ: Γιάννης Γιαννίσης
Zινόβι Μπορίσοβιτς Ισμαήλοφ: Γιάννης Χριστόπουλος
Σεργκέι: Σεργκέι Σεμισκούρ
Ακσίνια: Σοφία Κυανίδου
Επιστάτης / Αστυνόμος / Λοχίας: Μαξίμ Κλονόφσκι
Αχθοφόρος / Φύλακας: Γιώργος Ματθαιακάκης
Α’ Αρχιεργάτης / Μεθυσμένος καλεσμένος: Νίκος Κατσιγιάννης
Β’ Αρχιεργάτης: Χαράλαμπος Βελισσάριος
Γ’ Αρχιεργάτης: Παναγιώτης Πρίφτης
Εξαθλιωμένος χωρικός: Νίκος Στεφάνου
Αμαξάς / Δάσκαλος: Ανδρέας Καραούλης
Αγγελιαφόρος / Αρχιφύλακας: Βαγγέλης Μανιάτης
Παπάς: Τάσος Αποστόλου
Γέρος κατάδικος: Πέτρος Μαγουλάς
Σονιέτκα: Μαρισία Παπαλεξίου
Μια κατάδικη: Μαρία Μητσοπούλου
Με την Ορχήστρα και τη Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Ημερομηνίες παραστάσεων:
21, 24, 27, 31 Οκτωβρίου και 05, 09 Νοεμβρίου 2023
ώρα έναρξης: 19:30 (Κυριακή: 18:30)
Εισιτήρια εδώ
* στην κεντρική φωτογραφία: γενική πρόβα 19/10/23





