Le monde ou rien
Στις 10 Μαΐου 1981, ο François Mitterrand εξελέγη πρόεδρος της Γαλλίας. Ήταν η φορά στα εικοσιτρία χρόνια της 5ης Γαλλικής Δημοκρατίας, που ένας σοσιαλιστής πήρε την εξουσία από τη γκωλική κεντροδεξιά – θυμίζει ο James McAuley σε άρθρο του με τίτλο: ‘Μια αποτυχία της φαντασίας’ για το τελευταίο τεύχος του περιοδικού New York Review of Books (24/03). Εν μέσω πανηγυρισμών, οι επιχειρηματίες ανησυχούσαν με την προεκλογική του δέσμευση για εθνικοποίηση τραπεζών και άλλων μεγάλων βιομηχανιών. “Όποιος δεν αποδέχεται τη ρήξη με την καθεστηκυία τάξη, την καπιταλιστική κοινωνία, δεν μπορεί να συμπορεύεται με το Σοσιαλιστικό Κόμμα.”, είχε αναφέρει δέκα χρόνια νωρίτερα σε ομιλία του στο συνέδριο του κόμματος στην πόλη Épinay, στα βόρεια προάστια του Παρισιού.

υποστηρικτές του François Mitterrand ‘για την αλλαγή’ / Gamma Rapho, Getty Images, nybooks.com
Όταν στις 7 Μαΐου του 2017 ο E. Macron, που έχει δουλέψει σε επενδυτική τράπεζα και διατελέσει υπουργός Οικονομίας στην κυβέρνηση του Fr. Hollande, με το νεοϊδρυθέν κόμμα του ‘Η Δημοκρατία σε κίνηση’ (La République En Marche, LREM), κέρδισε τις εκλογές, πολλοί στην αριστερά βρήκαν αναλογίες με το ‘καταστροφικό αποτέλεσμα’ του Απριλίου του 2002. Ήταν τότε που ο Jean-Marie Le Pen, ηγέτης του ακροδεξιού ‘Εθνικού Μετώπου’ και καταδικασμένος αρνητής του Ολοκαυτώματος, πέρασε στον δεύτερο γύρο των εκλογών, αφήνοντας εκτός τον μέχρι πρότινος σοσιαλιστή πρωθυπουργό Lionel Jospin, υπό τον συντηρητικό πρόεδρο Jacques Chirac. Σε μια κίνηση που έμοιαζε να συμβολίζει το τέλος μιας εποχής, όπως σημειώνεται στο δημοσίευμα του nybooks.com, τον Δεκέμβριο του 2017 το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Γαλλίας πούλησε το ιστορικό κτίριο, όπου στεγάζονταν τα γραφεία του στην οδό Solférino στο Παρίσι, επειδή χρειαζόταν τα χρήματα.

Frédéric Dugit, leparisien.fr
Αρνούμενος να συμμετέχει σε debate με τους βασικούς συνυποψηφίους του, ο E. Macron είχε απέναντί του στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στις 10/04: τον Jean-Luc Mélenchon από την ‘Ανυπότακτη Γαλλία’ (La France Insoumise), που κατέβηκε για τρίτη φορά στις εκλογές στα εβδομήντα του χρόνια. Έχει εκφραστεί αρνητικά εναντίον του Nato χαρακτηρίζοντάς το ‘άχρηστο οργανισμό’, αντιτάχθηκε στη χορήγηση όπλων στην Ουκρανία, σε μια στιγμή που το γαλλικό κοινό φαινόταν να την υποστηρίζει και εστιάζει σε θέματα που απασχολούν την κατώτερη μεσαία και την εργατική τάξη. “Το γεγονός ότι θα μπορούσα να περάσω στον δεύτερο γύρο αλλάζει τον πολιτικό διάλογο, θυμίζοντας περισσότερο το κλασσικό δίπολο αριστεράς – δεξιάς, αντί για την απίστευτη κατάσταση να συζητάμε για τους μουσουλμάνους.”, είπε πρόσφατα σε δημοσιογράφους.

lemonde.fr
Η Valérie Pécresse εκπροσωπούσε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (του Charles de Gaulle), ο Éric Zemmour, πρώην αρθρογράφος της Le Figaro, που έχει καταδικαστεί δύο φορές για εκφορά λόγου μίσους (hate speech) εναντίον των μουσουλμάνων, αναφερόταν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου στη ‘Μεγάλη Αναπλήρωση’ – τη θεωρία συνωμοσίας, η οποία υποστηρίζει ότι έγχρωμοι, κυρίως μουσουλμάνοι μετανάστες, προσπαθούν να πάρουν τη θέση της λευκής, χριστιανικής πλειοψηφίας στη Γαλλία. Ο Yannick Jadot ήταν ο επικεφαλής των Πράσινων, ο Fabien Roussel του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας (ΚΚΓ) και η Anne Hidalgo, δήμαρχος του Παρισιού, υποψήφια του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ο E. Macron, που συγκέντρωσε ποσοστό 27.85% θα αντιμετωπίσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στις 24 Απριλίου τη Μarine Le Pen, της οποίας το κόμμα ‘Εθνικός Συναγερμός’ (Rassemblement National) έλαβε το 23.15% των ψήφων, με συμμετοχή που κυμάνθηκε στο 73.69%.

lemonde.fr
Όπως υπογραμμίζει ο James McAuley, το πιο σημαντικό συμπέρασμα, που ίσως προκύπτει από αυτές τις προεδρικές εκλογές, δεν είναι η άνοδος της δεξιάς ούτε η διάρκεια του E. Macron στην εσωτερική πολιτική, αλλά η αποτυχία για άλλη μια φορά της αριστεράς, σε μια χώρα που θεωρείται η επιτομή του κοινωνικού κράτους. Πριν ο πόλεμος στην Ουκρανία μετατοπίσει την έμφαση στη ‘στρατηγική αυτονομία’ της ηπείρου σε οικονομικά και θέματα άμυνας, στην οποία έδωσε έμφαση ο πρόεδρος της Γαλλίας, οι ψηφοφόροι ήταν εκτεθειμένοι σε ‘πυροτεχνήματα’ για το ισλάμ και την πολιτική ταυτότητας (identity politics). Η γαλλική αριστερά μοιάζει να έχει παραδώσει την ηγεμονική θέση που διατηρούσε στην πνευματική ζωή, σα να της λείπει το όραμα και να εξαντλείται στο να απαντά στα παράπονα που προέρχονται από τη δεξιά, επιτρέποντάς της να ορίζει τους όρους της συζήτησης. Η μεγαλύτερη αποτυχία της αριστεράς για τον δημοσιογράφο του nybooks.com ίσως είναι ο φόβος της να ονειρευτεί.

Σύνθημα του Μάη του 1968: ‘Να είστε ρεαλιστές, ζητήστε το αδύνατο’
Σε ό,τι αφορά την πανδημία, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΕ που επικαλείται το δημοσίευμα, την πρώτη χρονιά η κυβέρνηση ξόδεψε 62% του ΑΕΠ – το 27.3% του οποίου κατευθύνθηκε στη χρηματοδότηση της κοινωνικής προστασίας. Το κράτος παρέχει δωρεάν υψηλής ποιότητας παροχές υγείας και εκπαίδευση, οι εργαζόμενοι δικαιούνται ένα διάστημα διακοπών κάθε χρόνο και ο μέσος όρος ηλικίας συνταξιοδότησης είναι τα 61 χρόνια. Η χώρα δεν έφτασε κοντά σε μέτρα απορρύθμισης της αγοράς, όσο το ήθελε ο R. Reagan και η Μ. Thatcher, παρόλα αυτά, μερικές από τις πιο σημαντικές κατακτήσεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος έχουν ανατραπεί από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Για παράδειγμα, στα πλαίσια των παροχών του κοινωνικού κράτους, θεσπίστηκε για να συνδράμει όσους δεν είχαν εισόδημα ή δικαίωμα να λάβουν επίδομα ανεργίας, το ‘ελάχιστο εισόδημα ένταξης’ (revenu minimum d’ insertion) επί Fr. Mitterrand το 1988, με πρωθυπουργό τον M. Rocard. Καταργήθηκε από τη συντηρητική κυβέρνηση επί N. Sarkozy το 2004 και αντικαταστάθηκε από το ‘εισόδημα ενεργής αλληλεγγύης’ (revenu de solidarité active), το οποίο πολύ πιο αυστηρά υποχρεώνει τους δικαιούχους να βρουν δουλειά. Διαπιστώνεται πια και στη Γαλλία, όπως και αλλού στον κόσμο, μια μετατόπιση από το κοινωνικό κράτος (welfare state) στη στήριξη με προαπαιτούμενα, όπως κάποιες ώρες εργασίας και κατάρτιση (workfare).
Μέσα σε λίγους μήνες από την εκλογή του Fr. Mitterrand τον Μάιο του 1981, φαινόταν σα να είχε ξεκινήσει μια νέα Γαλλική Επανάσταση. Οι βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν, του έδωσαν την εντολή που χρειαζόταν για να εφαρμόσει την αριστερή του ατζέντα, με πρωθυπουργό τον Pierre Mauroy, που είχε διατελέσει δήμαρχος της Lille και τέσσερις υπουργούς προερχόμενους από το ΚΚΓ στην κυβέρνηση – μετά από συμφωνία του γενικού του γραμματέα G. Marchais με τον γραμματέα του Σοσιαλιστικού Κόμματος Lionel Jospin, σε μια δυτική δημοκρατία της ψυχροπολεμικής ακόμη Ευρώπης. Το ΚΚΓ ήταν σημαντική δύναμη στην πολιτική ζωή της χώρας για δεκαετίες, έχοντας συμμετάσχει σε κυβέρνηση και το 1947, αν και εκείνη τη χρονιά η βουλευτική του εκπροσώπηση περιορίστηκε στο μισό.
Μέχρι τον Σεπτέμβρη του 1982, ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 11% και έως τον Ιούνιο του 1983 ενισχύθηκαν τα οικογενειακά επιδόματα, που αύξησαν την αγοραστική δύναμη των οικογενειών με δύο ή περισσότερα παιδιά, τα νοικοκυριά με μικρότερο εισόδημα απαλλάχθηκαν από τη φορολογική επιβάρυνση, με αποτέλεσμα να σημειωθεί μια σημαντική αύξηση του επιπέδου ζωής. Διευρύνθηκαν τα επιδόματα ανεργίας, όπως και η περίοδος κατά την οποία μπορούσε κανείς να τα ζητήσει. Η ηλικία συνταξιοδότησης μειώθηκε στα εξήντα και η εργασιακή εβδομάδα μίκρυνε. Αναφορικά με τις εθνικοποιήσεις, η κυβέρνηση έθεσε υπό τον έλεγχό της μεγάλες βιομηχανίες, κατασκευαστές συστημάτων άμυνας και κάποιες από τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας.
Αν και επικριτές των πρωτοβουλιών υποστηρίζουν ότι είχαν σαν αποτέλεσμα τη στασιμότητα της γαλλικής οικονομίας τη δεκαετία του 1980, τόσο η φτώχεια όσο και η κοινωνική ανισότητα μειώθηκαν σε αξιοσημείωτο βαθμό, επισημαίνει ο James McAuley στο nybooks.com. Σχεδόν μετά από ένα χρόνο, ο πρόεδρος που είχε υποσχεθεί ρήξη με τον καπιταλισμό, πιέστηκε να ακολουθήσει πολιτική λιτότητας. Το φράγκο δυσκολευόταν να παραμείνει ανταγωνιστικό στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα και ο τότε πρόεδρος της Γαλλίας αποφάσισε ότι προτεραιότητα της κυβέρνησης θα έπρεπε να είναι η αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Τον Ιούνιο του 1982 ζήτησε την υποτίμηση του φράγκου και περιορισμό των δαπανών. Η σταθερότητα στις τιμές και η νομισματική και δημοσιονομική συγκράτηση μετατράπηκαν στην επικρατούσα οικονομική προσέγγιση για το υπόλοιπο της προεδρίας του Fr. Mitterrand, που έληξε το 1995. Σε αυτή τη μεταστροφή αποδίδεται η ήττα των Σοσιαλιστών στις εκλογές του 1986 και του 1993, που ανάγκασε τον σοσιαλιστή πρόεδρο της Γαλλίας να συγκυβερνήσει με τη δεξιά, υπονομεύοντας με αυτό τον τρόπο, την εντολή του και ακυρώνοντας κάποιες από τις υποσχέσεις που έδωσε.

σύνθημα του Μάη του 1968: ‘Κάτω απ’ το λιθόστρωτο, υπάρχει παραλία’
Τη δεκαετία του 1990, όταν ο νεοφιλελεύθερος ‘Τρίτος Δρόμος’ που προέβλεπε τη σύνθεση κεντροδεξιάς οικονομικής και κεντροαριστερής κοινωνικής πολιτικής, εφαρμοζόταν από τις κυβερνήσεις του Β. Clinton στις ΗΠΑ και του T. Blair στη Βρετανία, η Γαλλία συνέχιζε να ακολουθεί πολύ περισσότερο επεκτατική προσέγγιση στις δαπάνες, συγκριτικά με τις γειτονικές της ευρωπαϊκές χώρες.
Ωστόσο, στις αρχές του 1990, όσο ακόμη επηρέαζε τη δημόσια πολιτική, η (κεντρο)αριστερά φάνηκε να απομακρύνεται από τις διακηρυγμένες της αρχές, μη συμπεριλαμβάνοντας ψηλά στις προτεραιότητες την εργατική τάξη, της οποίας η υποστήριξη έμοιαζε να θεωρείται δεδομένη. Η προσήλωση ήταν στην ανταγωνιστικότητα σε μια νεοφιλελεύθερη παγκόσμια τάξη ολοένα και πιο παγκοσμιοποιημένων οικονομιών, με τον Lionel Jospin για παράδειγμα να δανείζεται τη γλώσσα της γερμανικής κοινωνικής οικονομίας της αγοράς με συντονισμό από το κράτος (social ή coordinated market economy / Ordoliberalismus), μιας οικονομίας της αγοράς, η οποία δεσμευόταν σε σημαντική κοινωνική προστασία. Η ιδέα ήταν να υποστηριχθεί ότι η απορρύθμιση της αγοράς, δεν συνεπαγόταν απαραίτητα τη συρρίκνωση του μεταπολεμικού κοινωνικού κράτους.

ο πρόεδρος της Γαλλίας Jacques Chirac (κέντρο) και ο πρωθυπουργός Lionel Jospin (αριστερά) υποδέχονται τον καγκελάριο της Γερμανίας Gerhard Schröder (δεξιά) στην πόλη Blaesheim στη βορειοανατολική Γαλλία, τον Ιανουάριο του 2001
Όταν ένας δημοσιογράφος ρώτησε τον Lionel Jospin λίγες μέρες πριν τη διεξαγωγή του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών στις 21 Απριλίου του 2002, εάν είχε φανταστεί το σενάριο να μην περάσει στον επόμενο, γέλασε: “Έχω μια κανονική φαντασία, που μετριάζεται από τη λογική.” Το αποτέλεσμα ήταν μια σεισμική εξέλιξη, που ταρακούνησε την πολιτική στη Γαλλία: ανάμεσα σε άλλα, ήταν η πρώτη φορά που οι ψηφοφόροι των Σοσιαλιστών κλήθηκαν να στηρίξουν έναν κεντροδεξιό υποψήφιο, ώστε να κρατήσουν την ακροδεξιά του Jean-Marie Le Pen εκτός του Élysée.
Ο επόμενος κεντροαριστερός πρόεδρος της Γαλλίας, ο Fr. Hollande εξελέγη το 2012, τέσσερα χρόνια μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008, διακηρύσσοντας κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του: “Ο πραγματικός μου εχθρός είναι ο χρηματοοικονομικός κόσμος.” Τον Σεπτέμβριο του 2012 καθιέρωσε ένα φόρο 75% για εισοδήματα που ξεπερνούσαν το ένα εκατομμύριο, προκαλώντας πανικό στους Γάλλους βιομήχανους, με πολλούς να αναζητούν άλλη υπηκοότητα: για παράδειγμα, ο Bernard Arnault, διευθύνων σύμβουλος της LVMH Moët Hennessy Louis Vuitton, που θεωρείται ίσως ο πλουσιότερος στη Γαλλία, πήρε βελγική υπηκοότητα. Πολλοί άλλοι βρήκαν νέο τόπο διαμονής στο νοτιοδυτικό Λονδίνο ή στην ανώτερη ανατολική πλευρά (UES) του Μανχάταν. Τελικά, μετά την κατακραυγή από πλευράς πλουσίων, ακόμη και μελών της κυβέρνησής του, ο αποκαλούμενος ‘μεγαφόρος’ αποσύρθηκε. Ένας από τους επικριτές του ήταν και ο τότε υπουργός Οικονομίας Ε. Macron, που τον χαρακτήρισε ‘Κούβα, χωρίς τον ήλιο.’

πρωτοσέλιδο της Libération τον Σεπτέμβριο του 2012 με τίτλο: ‘Δίνε του, πλούσιε βλάκα’
Η υπαναχώρηση απλά συνεχίστηκε από εκείνο το σημείο, παρατηρεί ο James McAuley. Την άνοιξη του 2016 η κυβέρνηση εισήγαγε μια σειρά εργασιακών μεταρρυθμίσεων, που καθιστούσε ευκολότερη την πρόσληψη και την απόλυση εργαζομένων για τις επιχειρήσεις. Η νομοθεσία που πρότεινε η υπουργός Εργασίας Myriam El Khomri πέρασε ένα χρόνο αργότερα, προβλέποντας χαλάρωση των περιορισμών για εργασιακή εβδομάδα 35 ωρών, μείωση της καταβολής υπερωριών και περικοπή των αποζημιώσεων σε περίπτωση απόλυσης. Από την αντίδραση σε αυτή, προέκυψε το κίνημα ‘Nuit Debout’, Άγρυπνη Νύχτα, ή Στο πόδι / των Ορθίων, που έμοιαζε με το Occupy Wall Street και κράτησε όλο το 2016. Το αίσθημα που επικοινωνούσαν οι διαδηλωτές, ανεξαρτήτως ηλικίας – θυμάται ο James McAuley – ήταν αυτό της προδοσίας. Οι περισσότεροι είχαν ψηφίσει τον Fr. Hollande, όμως, η κυβέρνησή του εφάρμοζε ακριβώς το είδος των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων, τις οποίες τον είχαν εκλέξει για να ανασχέσει. Η κυβέρνηση φάνηκε να αγνοεί τις διαμαρτυρίες. Ο πρωθυπουργός Manuel Valls είπε στην εθνική αντιπροσωπεία ότι: “Το νομοθέτημα πρέπει να προχωρήσει.” Οι Σοσιαλιστές – σχολιάζει ο James McAuley – επέτρεψαν στον εαυτό τους να μετατραπούν σε ένα κόμμα του κατεστημένου, το οποίο διοικούσαν απόφοιτοι της υψηλού κύρους Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης (ΕΝΑ) και μαστιζόταν από εσωτερικές έριδες, που προσομοιάζουν στη δημοφιλή τηλεοπτική σειρά ‘Baron Noir’.
Το 2017 ο E. Macron, φάνηκε να υπονομεύει τον Fr. Hollande όταν ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για την προεδρία, προσφέροντας στις ελίτ των παραδοσιακών κομμάτων, των Σοσιαλιστών και των Ρεπουμπλικάνων, ό,τι κοντινότερο είχε η Γαλλία στον ‘Τρίτο Δρόμο’ – ούτε αριστερά ούτε δεξιά – σαν ριζική παρέμβαση σε ένα σύστημα, που γνώριζε μόνο την εναλλαγή των δύο στην εξουσία από το 1958. Πρώην κομμουνιστικά προπύργια – σημειώνεται στο δημοσίευμα του nybooks.com – όπως στα βορειοανατολικά της χώρας, με μια βιομηχανική εργατική τάξη, κατά κύριο λόγο, έχουν στραφεί προς τη Μ. Lepen. O συγγραφέας Édouard Louis, που μεγάλωσε στη φτώχεια στην περιοχή Picardie της βόρειας Γαλλίας έχει περιγράψει τη διαδρομή του πατέρα του, που ανήκει στην εργατική τάξη – από την αριστερά στην ένθερμη υποστήριξη της ακροδεξιάς: “Ο πατέρας μου ένιωσε να τον έχει εγκαταλείψει η αριστερά από το 1980, όταν άρχισε να υιοθετεί τη γλώσσα και τον τρόπο σκέψης της ελεύθερης αγοράς. Με τo ‘Εθνικό Μέτωπο’ της Μ. Lepen να αποδίδει τις κακές εργασιακές συνθήκες και την ανεργία εξολοκλήρου στη μετανάστευση ή την ΕΕ και με την απουσία οποιασδήποτε προσπάθειας από την αριστερά να συζητήσει το πλήγμα που έχει δεχθεί, ο πατέρας μου ασπάστηκε τις λανθασμένες εξηγήσεις της ακροδεξιάς.”

Nuit Debout στη Νίκαια, Απρίλιος 2016 ‘Ονειρέψου τον κόσμο, για να τον φτιάξεις καλύτερο’ / Valery Hache, AFP, slate.fr
Η αριστερά στη Γαλλία προσπαθεί να βρει τον δρόμο της – αν δεν τον έχει χάσει – μέσα σε έναν πόλεμο ιδεών, που διεξάγεται σε μια περισσότερο ποικιλόμορφη κοινωνία μετά το 1970, όπου οι πολιτισμικές ανησυχίες, που συνοδεύουν τη μετανάστευση, φτάνουν συχνά σε παροξυσμό. Τον Σεπτέμβριο του 1989 τρεις έφηβες μουσουλμάνες αποβλήθηκαν από ένα γυμνάσιο στη μικρή πόλη Creil, βόρεια του Παρισιού επειδή φορούσαν την παραδοσιακή μαντήλα. Εκείνη η περίοδος ήταν φορτισμένη λόγω του εορτασμού των διακοσίων χρόνων από τη Γαλλική Επανάσταση, ενώ σε συνέχεια της έκδοσης του βιβλίου του Βρετανού συγγραφέα, ινδικής καταγωγής Salman Rushdie ‘Σατανικοί Στίχοι’ (The Satanic Verses), εμπνευσμένο εν μέρει από τη ζωή του Μωάμεθ, που αρκετοί μουσουλμάνοι θεώρησαν βλάσφημο, ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, Ιρανός σιίτης θρησκευτικός ηγέτης της επανάστασης που το 1979 ανέτρεψε τον σάχη, εξέδωσε φετβά (fatwa) να τον σκοτώσουν, η οποία ήταν σε ισχύ μέχρι το 1998.
Για τον James McAuley, με τον Fr. Mitterrand στην προεδρία, μια (κεντρο)αριστερή κυβέρνηση και μια συμπαγή πνευματική τάξη, ενδεχομένως θα μπορούσε να δει κανείς στη δήλωση ενός μέρους της ταυτότητας των τριών κοριτσιών στον δημόσιο χώρο ένα λόγο για να τις επικροτήσει ή τουλάχιστον να τις υπερασπιστεί, αφού συμμετείχαν στη ζωή της Γαλλικής Δημοκρατίας. Ωστόσο, το αντίθετο συνέβη. Ο τότε υπουργός Παιδείας, L. Jospin εκλήθη να πάρει θέση και έστειλε την περίπτωση στο Συμβούλιο της Επικρατείας (Conseil d’ État) ένα μήνα αργότερα, που έκρινε ότι η μαντήλα στο δημόσιο σχολείο από μόνη της δεν πρέπει να θεωρείται πράξη προσηλυτισμού ή προπαγάνδας, αφήνοντας τους δασκάλους να αποφασίσουν εάν οι μαθήτριες που τις φορούσαν, ξεπέρασαν τα όρια. Παρά τη συμβιβαστική λύση, στοχαστές όπως ο πρώην μαρξιστής, σύμβουλος του Fr. Mitterand Régis Debray και η φεμινίστρια Élisabeth Badinter [ο σύζυγός της Robert Badinter, ήταν υπουργός Δικαιοσύνης επί Fr. Mitterrand], υπέγραψαν ένα ανοιχτό γράμμα στο Nouvel Observateur εναντίον αυτού που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ‘Μόναχο του εκκοσμικευμένου σχολείου’. [Χρησιμοποιώντας το ίσως σαν αναλογία με το Σύμφωνο του Μονάχου το 1938, που αποσκοπούσε στον κατευνασμό της Γερμανίας του Χίτλερ και τελικά απέτυχε.] Το 2003, όταν ο N. Sarkozy σαν υπουργός Εσωτερικών, ζήτησε όλες οι μουσουλμάνες γυναίκες να μη φορούν μαντήλα στις φωτογραφίες ταυτότητας, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος των Σοσιαλιστών J. Lang και πρώην υπουργός Πολιτισμού πρότεινε ένα νόμο, που προέβλεπε την απαγόρευση θρησκευτικών συμβόλων στα δημόσια σχολεία. Στη συνέχεια, η συντηρητική κυβέρνηση επί J. Chirac όρισε μια επιτροπή υπό τον B. Stasi, που έβαλε τις βάσεις για το νόμο του 2004, με τον οποίο απαγορεύτηκε τελικά η μαντήλα μαζί με άλλα ενδύματα, που παραπέμπουν στο θρήσκευμα από τα δημόσια σχολεία της Γαλλίας.

το μεγάλο τζαμί του Παρισιού, Ιούνιος 2017 / Frédéric Soltan, Corbis, Getty Images, nybooks.com
Το ‘ζήτημα με τα φουλάρια’ (l’ affaire des foulards) και την εκκοσμίκευση (laïcité) – στην οποία πιστεύουν προοδευτικοί και αριστεροί επειδή αναφέρεται σε καθολικές αξίες όπως η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη – σε μια μεταβαλλόμενη πολυπολιτισμική γαλλική κοινωνία, εκτυλίσσεται από τότε σε διάφορες εκδοχές, φτάνοντας κάποιες φορές μέχρι το σημείο της αντιδραστικής μισαλλοδοξίας, ξεχνώντας το όραμα της συμπεριληπτικότητας.
Το γαλλικό εκκοσμικευμένο μοντέλο πιστεύει σε μεγάλο βαθμό στην αφομοίωση, περιμένοντας από τους νεοαφιχθέντες και τους μετανάστες να ενσωματωθούν σε μια καθολική έννοια του πολίτη. Ο χαρακτήρας του κράτους είναι η ουδετερότητα και όλοι οι πολίτες, ανεξάρτητα από εθνική προέλευση, θρήσκευμα ή φυλή, αντιμετωπίζονται ως ίσοι. Η υπόρρητη ιδεολογική παραδοχή φαίνεται πως είναι ότι δεν υπάρχουν μειονότητες ως διακριτές κοινότητες, ενώ αντιπαρέρχεται τους ομόκεντρους κύκλους των σχέσεων μέσα από τις οποίες διαμορφώνονται οι ζωές των ανθρώπων. Από το 1978 είναι παράνομο να συλλέγονται στατιστικά στοιχεία για την φυλή, το θρήσκευμα, την εθνικότητα στη Γαλλία – η μόνη ταυτότητα που αναγνωρίζεται είναι αυτή του πολίτη.
Η συγκεκριμένη αντίληψη – υπογραμμίζεται στο δημοσίευμα του nybooks.com – συμβάδιζε με την σχετικά ομογενή Γαλλία της προπολεμικής περιόδου, που ήταν κατά κύριο λόγο, λευκή και καθολική στο θρήσκευμα, με μικρό πληθυσμό προτεσταντών, εβραίων και αλλοδαπών, μεταξύ των οποίων πολλοί πρόσφυγες. Με το τέλος της αποικιοκρατίας όλα άλλαξαν. Μεταπολεμικά, η Γαλλία είχε μια δραστικά μειωμένη δεξαμενή εργατικού δυναμικού και ανάγκη για ‘ξένα χέρια’. Εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες από πρώην αποικίες – ειδικά την Αλγερία, αφότου κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1962 – άρχισαν να φτάνουν. Πολλοί ανάμεσά τους, από τη βόρεια και τη δυτική Αφρική, ήταν μουσουλμάνοι αλλά καθώς στην πλειοψηφία τους αρχικά θεωρούνταν προσωρινοί εργάτες, η ενσωμάτωσή τους δεν ήταν στο πρόγραμμα. Όταν έπαψαν οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού και η γαλλική κυβέρνηση περιόρισε τη νόμιμη μετανάστευση από τις πρώην αποικίες της το 1974, υπήρχε ένας αξιοσημείωτος αριθμός ανθρώπων, που τους είχαν μέχρι τότε ακολουθήσει και οι οικογένειές τους, οι οποίοι ‘είχαν απαιτήσεις από το κράτος’, παρόλο που διατηρούσαν διαφορετική υπηκοότητα ή πολιτισμικούς δεσμούς με τις χώρες καταγωγής, μεταφέρει ο James McAuley. Αυτό εκφράστηκε πιο καθαρά και στην ‘Πορεία για την Ισότητα και κόντρα στον ρατσισμό’ (Marche pour l’égalité et contre le racisme) το φθινόπωρο του 1983, την πρώτη εξέγερση εναντίον της ρατσιστικής βίας που βίωναν μουσουλμάνοι και Άραβες μετανάστες. Αν και, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανάλυση, οι πορείες βοήθησαν να σχηματοποιηθεί σε πολιτική δύναμη ο Jean-Marie Le Pen, η (κεντρο)αριστερά φάνηκε να εγκαταλείπει μια συστατική της χώρας κοινότητα με εύλογα παράπονα. Όταν οι εργάτες της Renault κατέβηκαν σε απεργία το 1984, διαμαρτυρόμενοι για τις πολιτικές λιτότητας, η παρουσία πολλών Αλγερινών στις τάξεις τους έκανε τον πρωθυπουργό P. Mauroy να μην τους πάρει στα σοβαρά εξαρχής, επιμένοντας ότι απλώς ακολουθούσαν ένα ‘ριζοσπαστικό ισλαμιστικό δόγμα’ και ότι οι ανησυχίες τους πολύ λίγη σχέση είχαν με την κοινωνική πραγματικότητα. Τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους ολοένα και περισσότερο έχουν πιέσει για το δικαίωμά τους να είναι διαφορετικοί: να απολαμβάνουν όλο το εύρος των πολιτικών δικαιωμάτων των Γάλλων πολιτών, διατηρώντας παράλληλα άλλες ταυτότητες, που τους συνδέουν την καταγωγή τους.
Το αριστερό επιχείρημα εναντίον της μαντήλας αφορά την υπεράσπιση των γυναικών εναντίον των πιέσεων που ασκεί η θρησκεία και περιορίζουν τις ατομικές ελευθερίες, εντοπίζοντας ως εχθρό τον φονταμενταλισμό και όχι το ισλάμ αυτό καθεαυτό. Όπως διαπίστωσε η επιτροπή υπό τον B. Stasi και έχει καταγραφεί από δημοσιογράφους και κοινωνικούς επιστήμονες, σε συγκεκριμένες μουσουλμανικές κοινότητες της Γαλλίας, οι άνδρες ασκούν σημαντική πίεση στις γυναίκες να φορούν τη μαντήλα. Επιπλέον, πολλές φεμινίστριες της γενιάς της Élisabeth Badinter υποστηρίζουν ότι η απαγόρευση της μαντήλας έχει να κάνει με τα δικαιώματα των γυναικών, αφού δεν μπορούν να αποφασίσουν ελεύθερα αν θα τη φορέσουν ή όχι, φέρνοντας ως παράδειγμα το Ιράν, όπου είναι υποχρεωτική. Το 10% του πληθυσμού δηλώνουν μουσουλμάνοι στη Γαλλία, μια καθολική χώρα, όπου η παράδοση θέλει τα δημαρχεία να στολίζονται τα Χριστούγεννα και οι δημόσιοι οργανισμοί να τελούν σε αργία στις γιορτές των καθολικών, όπως η Δευτέρα της Πεντηκοστής / του Αγίου Πνεύματος.
Mια σειρά ισλαμιστικών τρομοκρατικών επιθέσεων το 2015 και το 2016, στις οποίες περισσότεροι από 230 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους: στα γραφεία του Charlie Hebdo, σε καφέ στο Παρίσι, σε εκκλησίες στην επαρχία, σε έναν παραθαλάσσιο πεζόδρομο στη Νίκαια μεταξύ άλλων, σχεδόν ανήχθησαν σε αντιπαράθεση πολιτισμικών ιδανικών (culture wars). Η Élisabeth Badinter ανέφερε τότε ότι “δεν πρέπει να φοβόμαστε ότι θα μας αποκαλέσουν ισλαμοφοβικούς”. Τρεις μέρες μετά την επίθεση στον συναυλιακό χώρο Bataclan το Νοέμβριο του 2015, ο πρόεδρος Fr. Hollande πρότεινε τη στέρηση της γαλλικής υπηκοότητας (déchéance de nationalité) σε όσους καταδικάζονταν για τρομοκρατία. Η τότε υπουργός Δικαιοσύνης Christiane Taubira, ίσως το πιο προοδευτικό μέλος της κυβέρνησης, παραιτήθηκε διαφωνώντας και τελικά αποσύρθηκε σαν νομοθετική πρωτοβουλία. Η προσπάθειά της να κατέβει στις τωρινές προεδρικές εκλογές, ως το πνευματικό αστέρι των Σοσιαλιστών και σαν ενωτική υποψήφια της αριστεράς δεν απέδωσε. Kαι ο Fr. Hollande αργότερα ανέφερε ότι είναι το μόνο πράγμα της προεδρίας του για το οποίο μετανιώνει.

πίνακας του Eugène Delacroix (1830) με την Ελευθερία να οδηγεί τον λαό
Ο πρωθυπουργός Manuel Valls σε συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος το 2016, αφού είχε εκφραστεί ενάντια στην ενδυμασία με ‘μπουρκίνι’ στην παραλία, περιέγραψε την εικόνα της Marianne, που θεωρείται ότι ενσαρκώνει τη Γαλλική Δημοκρατία σαν μια ερωτική λευκή γυναίκα, μια Brigitte Bardot στα τρία χρώματα της γαλλικής σημαίας: “Η Marianne είναι γυμνόστηθη επειδή θρέφει τον λαό, δεν φορά μαντήλα γιατί είναι ελεύθερη! Αυτή είναι η Δημοκρατία!”
Ο μαρξιστής φιλόσοφος Jacques Rancière αποτιμά την εξέλιξη του γαλλικού ρεπουμπλικανισμού στο βιβλίο ‘Τριάντα άδοξα χρόνια’ (Les trente inglorieuses, 2022), μια πικρή κατανόηση της περιόδου 1991-2021, που διαδέχτηκε τα ‘Τριάντα ένδοξα χρόνια’ (Les trente glorieuses), όπως αποκαλείται το διάστημα της μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης (1944-1974). Τα επιχειρήματά του είναι επίτηδες ριζοσπαστικά και προκλητικά, όπως όταν σημειώνει ότι: “Η πίστη στη Γαλλική Δημοκρατία έχει μετατραπεί σε μια ακροδεξιά νέου τύπου, μια ακραία δεξιά ‘της αριστεράς’”.
Μια προβληματική συναίνεση τείνει να παγιωθεί, επισημαίνει ο James McAuley στο nybooks.com, ότι η χώρα βρίσκεται σε παρακμή. Με λίγες εξαιρέσεις, όπως ο ιστορικός Patrick Boucheron, οι πνευματικοί άνθρωποι και οι συγγραφείς της αριστεράς δεν έχουν επεξεργαστεί μια ουσιαστική απάντηση στον παραπάνω αβάσιμο συντηρητικό ισχυρισμό και επικεντρώνονται στο θέμα της ταυτότητας. Με την ιστορική αριστερή εφημερίδα ιδεών Le Débat των Pierre Nora και Marcel Gauchet να έχει χάσει την παλιά της εμβέλεια, ο ιστορικός και φιλόσοφος Μ. Gauchet έκανε λόγο πρόσφατα σε συνέντευξή του μεταξύ άλλων για: “αποτυχία της πενταετίας του E. Macron, ο οποίος είχε υποσχεθεί να δώσει μια καινούρια ώθηση και να θεραπεύσει τα δεινά της Γαλλίας, αυτό το αίσθημα παρακμής και να αναδιαμορφώσει την Ευρώπη – κάτι που έμεινε ημιτελές σε όλες τις διαστάσεις. Μοιάζει να έχει μετατραπεί στον υποψήφιο της τάξης, του ταραγμένου κατεστημένου και όχι πια της κίνησης, όπως ήταν το 2017 – είναι μια εκπληκτική μεταμόρφωση.
Με τη διαχείριση των Κίτρινων Γιλέκων έδειξε σε ένα συντηρητικό ακροατήριο της δεξιάς ότι έφερε την κοινωνική τάξη στη χώρα και τη σταθερότητα, ενώ η πανδημία τον έσωσε από την κρίση με τις συντάξεις και τον βοήθησε να συνδεθεί με την εικόνα μιας γενναιόδωρης σοσιαλδημοκρατίας.
Η καρδιά της κρίσης (που βιώνουμε) είναι ότι η Γαλλία ήταν μια χώρα-μοντέλο σε ό,τι αφορά το πολιτικό, το πολιτιστικό, το επιστημονικό της πλάνο. Τι μας έχει μείνει από αυτή την κληρονομιά; Το αίσθημα ότι είμαστε οι τελευταίοι από τους πρώτους, δίπλα σε αυτούς που κερδίζουν από την παγκοσμιοποίηση. Δεν είμαστε πλέον αυτοί που φέρνουν τον κόσμο που έρχεται, προσαρμοζόμαστε στον κόσμο που έρχεται, o οποίος πάει κόντρα σε πολλές από τις βασικές ιστορικές μας παραδοχές. Ο σημερινός κόσμος μας υποβαθμίζει από τον ρόλο του πρωταρχικού εκπολιτιστή, που ενυπήρχε στη γαλλική ταυτότητα. Το πλαίσιο στο οποίο εξελισσόμαστε μας εξορίζει από την ιστορία μας. Σε αυτό συνίσταται ο Ηράκλειος άθλος της πολιτικής που χρειάζεται να ακολουθηθεί για να βγούμε από τον μαρασμό: να ξαναβρούμε τα βασικά πλεονεκτήματα της πνευματικής ιδιαιτερότητας της χώρας.
Η Γαλλία επινόησε την Ευρώπη και σήμερα την δέχεται παθητικά. Πρόκειται για απόλυτη αλλαγή θέσης. Πώς θα μπορούσαμε να βρούμε τον δρόμο προς μια ευρωπαϊκή πρόταση, όπου ο ρόλος της Γαλλίας θα έβρισκε μια πραγματική απήχηση; Αποκλίνουμε από αυτό που θεωρείται κυρίαρχο στην ΕΕ. Ο ισχυρισμός ότι αποτελούμε ηγέτες της Ευρώπης, αποτελεί πόζα του προέδρου της Γαλλίας. Όταν μιλάμε για γαλλογερμανικό άξονα, υπάρχει ένας ηγέτης και κάποιος που ακολουθεί. Είμαστε πίσω από τη Γερμανία, με τη βιομηχανική της δύναμη και ένα μοντέλο πολιτικής που μοιάζει πολύ με άλλους Ευρωπαίους, ωστόσο είναι πολύ διαφορετικό από την ιστορική παράδοση της Γαλλίας στην ηγεσία της Ευρώπης. Δεν είμαστε πλέον στην ηγεσία της Ευρώπης.

πρωτοσέλιδο της Libération στις 13 Απριλίου 2022 με τίτλο: ‘Macron: Αγάπη μου, ξέχασα την Αριστερά’ > αντιμέτωπος με ένα εκλογικό σώμα, που έχει κουραστεί να ψηφίζει για να εμποδίζει την ακροδεξιά, ο υποψήφιος πρόεδρος πολλαπλασιάζει τα ανοίγματα σε όσους ψήφισαν Mélenchon ή Jadot
Η προέλευση της γαλλικής κρίσης εντοπίζεται στο ότι μπήκαμε στην παγκοσμιοποίηση οπισθοχωρώντας, μετά την αποτυχία του ‘Σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα’, που ήθελε να χτίσει ο Fr. Mitterand. Κατάφερε, όμως, να κρύψει αυτή την ύφεση, μεταφέροντας στην Ευρώπη την ελπίδα του να φτιαχτεί ο σοσιαλισμός εκεί, με την κοινωνική Ευρώπη. Σήμερα βλέπουμε ότι πρόκειται για το εντελώς αντίθετο. Η Ευρώπη ήταν στην ουσία το μέσο για να μη δούμε κατάματα την πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης ώστε να βρούμε μια απάντηση, που θα ανταποκρίνεται στο πνεύμα με το οποίο μια χώρα έφτιαξε την ιστορία της.”
Τέλος, σε ερώτηση για την υποψηφιότητα του Éric Zemmour, που δήλωσε ότι θα στηρίξει τη Μ. Le Pen στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών στις 24 Απριλίου, ο Marcel Gauchet εκτίμησε ότι ο συγκεκριμένος υποψήφιος: “βοήθησε να αναδυθεί μια αλήθεια για την κατάσταση της χώρας, καθιστώντας ορατή μια αβεβαιότητα σε ό,τι αφορά την ταυτότητα της Γαλλίας. Μια διαφορά στην προσέγγισή του από εκείνη της M. Le Pen είναι ότι κατέδειξε ποιο είναι το πρόβλημα στο βάθος – ανεξάρτητα από τις αιτίες και τις απαντήσεις σε αυτό, το οποίο σχετίζεται με τη συνέχεια της ιστορικής εμπειρίας της χώρας. Έχουμε να κάνουμε με ένα σύμπτωμα του γαλλικού προβλήματος, που είναι η αδυναμία της αριστεράς να βλέπει τον κόσμο, παρά μέσα από ηθικές αξιολογήσεις. Πιστεύω όπως ο πολιτικός επιστήμονας Laurent Bouvet και άλλοι ότι η αριστερά είναι ένα βλέμμα ρεαλιστικό πάνω στην κοινωνία και τα αντικρουόμενα συμφέροντα. Μια καινούρια αριστερά της διανόησης, της δημοσιογραφίας δεν θέλει να καταλάβει ότι δεν είπα ότι υποστηρίζω τον Éric Zemmour, ούτε είμαι επιεικής απέναντί του – αναλύω το πολιτικό φαινόμενο που αυτός εκπροσωπεί. Το γαλλικό πρόβλημα, που είναι το πρόβλημα του E. Macron και αυτής της καμπάνιας είναι η αδυναμία να σχηματοποιηθούν πραγματικά διαγνωστικά εργαλεία για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Εντάξει, να αναδιαμορφώσουμε την Ευρώπη – αλλά, πού βρισκόμαστε στην Ευρώπη και τον κόσμο σήμερα σε όλες του τις διαστάσεις – από εκεί πρέπει να ξεκινήσουμε. Από αυτό πάσχει η Γαλλία.”
Πηγή: James McAuley, New York Review of Books – nybooks.com (24/03) / στην κεντρική φωτογραφία, σύνθημα του Μάη του 1968: ‘Τον κόσμο ή τίποτα’





