stardust

Μαρινέλλα (Θεσσαλονίκη 19.05.1938 / Κηφισιά 28.03.2026)

Στο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη ‘…ύστερα, ήρθαν οι μέλισσες’ (εκδόσεις Καστανιώτη, 19η έκδοση) η Μαρίκα Σουέζ, παντρεμένη με τον Τζίμη Σάμπα, ήταν θιασάρχης ενός μπουλουκιού, πλανόδιου θιάσου, που έδινε παραστάσεις σε λουτροπόλεις τα χρόνια του Εμφυλίου μέχρι το 1954, όταν διαλύθηκε. Την υποδύθηκε η Μαρινέλλα (19.05.1938 – 28.03.2026) στην ομώνυμη σειρά σε σκηνοθεσία Κώστα Κουτσομύτη.

(σελ. 26, 27) “Τη σπρωξιά που ένιωσε στην πλάτη, είχε να τη νιώσει έτσι δυνατή απ’ τα χρόνια που πατέρας, θείος ή παππούς συνήθιζαν να τη σπρώχνουν στην κούνια, στέλνοντάς τη στα σύννεφα. Πάνιαζε από δέος, δυσθεώρητα τα ύψη για ένα κοριτσάκι, αλλά σφιγγόταν ν’ αντέξει – και άντεχε. Αντί ουρλιαχτού, έβγαζε μελωδικά λόγια ασυνάρτητα, ένα τραγούδι – παράκρουση μεταξύ χαράς και τρόμου, ώσπου κατουριόταν μεγαλοπρεπώς, ξαλαφρώνοντας τη λαχτάρα της.

Μες στο ζεστό νερό φούσκωσε απ’ όλες τις μπάντες, πίνοντας μεγάλη ποσότητα ιαματικού. Άνοιξε τα μάτια, το στόμα, ήθελε ν’ αναπνεύσει σαν τρελή, μα πάνω απ’ όλα να διώξει το περίγραμμα της μαύρης φιγούρας, που στεκόταν μπροστά της. Τεντώθηκε όσο την έπαιρνε, για να γλιτώσει απ’ τη θερμή μέγγενη. Ακούμπησε τα χέρια στα βοηθητικά κάγκελα, που υπήρχαν κάπου κοντά, αλλά η βαριά μπότα τής πίεζε το μέτωπο, την ανάγκαζε να βυθιστεί. Τ’ αυτιά της γέμισαν νερό, τα μάτια της είδαν χιλιάδες μέλισσες να κατευθύνονται στο στόμα της, που έχασκε σαν τερατώδης κυψέλη, γέλια παιδικά ήρθαν απ’ τον πυθμένα, που αμέσως έγιναν θρήνοι. Αυτό την εξαγρίωσε. Πάντα την εξαγρίωναν τα παιδικά γινάτια και οι ιδιοτροπίες. Σάλεψε μια ύστατη φορά, τεντώνοντας το λαιμό της κόντρα στη φονική μαύρη σόλα, που της ξέσκισε το πρόσωπο – και ξεψύχησε.

Τα Αρκτικά Λουτρά έμειναν αποκλεισμένα απ’ τον υπόλοιπο κόσμο για δέκα μέρες. Στα μισά του Μάρτη έφτιαξε ο καιρός. Και κάτω, στους ανοιχτούς κάμπους της Βέροιας και της Έδεσσας, τα δέντρα έγιναν ροζ.”

                                                             ****

(σελ. 34, 35) “Όταν ξέφευγε η κατάσταση – στα πέντε ούζα γινόταν αυτό – ο τενόρος Μαβής σκοτείνιαζε, αντί να ευθυμεί και μιλούσε για πολέμους, για σφαγές, για οικογένειες που χάθηκαν, για δοσοληψίες παράξενες στην κόψη της ζωής και του θανάτου, σε χρόνια που μόνο στα ντοκιμαντέρ της τηλεόρασης υπάρχουν.

‘Πήρε τα παιδιά και τα έσωσε’ ή ‘Πήρε τα παιδιά και τρία χρόνια γυρνούσαμε στα θέρετρα’ ή ‘Πήρε τα παιδιά και τις λίρες. Χρυσές λίρες και μεγάλες, σαν μενταγιόν’ ή ‘Πήρε μαζί της τα παιδιά, παρ’ όλο το κουσούρι του Τζίμη Σάμπα. Πού πήγαν δυο κασόνια λίρες;’.

Στο έκτο ούζο έσταζε πένθος σαν Μεγάλη Παρασκευή και στο έβδομο ζητούσε έλεος απ’ το Θεό. Αυτό συνέβαινε σπάνια και μόνο στη βάρδια του ηλικιωμένου φίλου, που έδειχνε κατανόηση και δεν έβγαζε λόγια παραέξω. Δεν τον ρώτησε ποτέ ούτε ποια παιδιά, ούτε ποιες σφαγές, ούτε ποιο έλεος.”

Comments are closed.

0 %