politis

Κώστας Γαβράς: “Έψαχναν για έναν μισθοφόρο, έναν πυροσβέστη που θα απέτρεπε την προαναγγελθείσα καταστροφή, την επικείμενη νίκη Τσίπρα στις εκλογές”

Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Κώστα Γαβρά ‘Πήγαινε εκεί όπου είναι αδύνατο να πας’ (εκδόσεις Gutenberg, 2018) και το κεφάλαιο ‘Οι Ομόκεντροι Θάνατοι’.

(σελ. 462) “[…] Κατά τα τέλη Ιουλίου, η γυναίκα του φίλου μου και μεγάλου τραγουδιστή Γιώργου Νταλάρα, η Άννα, μου τηλεφωνεί για να μου ζητήσει να συναντήσω έναν φίλο τους, ο οποίος είχε να μου κάνει μία ‘σημαντική, πάρα πολύ σημαντική πρόταση’. Η φωνή της Άννας είχε ένα παράξενο, συγκινημένο τρεμούλιασμα, σαν να ήξερε (σελ. 463) την πρόταση χωρίς όμως να μπορεί να την αποκαλύψει. Ύστερα από δύο μέρες, ο ‘φίλος’ κατέφθασε με δύο μπουκάλια από το καλύτερο ούζο – ένα πανάρχαιο ελληνικό έθιμο: ποτέ δεν πας για πρώτη φορά στο σπίτι κάποιου με άδεια χέρια. Στο ίντερνετ είχα μελετήσει το βιογραφικό του: υπουργός της παρούσας συμμαχικής κυβέρνησης της Δεξιάς με τους σοσιαλιστές, πολλές φορές υπουργός στις προηγούμενες σοσιαλιστικές κυβερνήσεις. Οι εξτρεμιστές είχαν επιχειρήσει πολλές φορές να τον σκοτώσουν.

από την παρουσίαση του βιβλίου το Νοέμβριο του 2018

από την παρουσίαση του βιβλίου το Νοέμβριο του 2018

Ο υπουργός, ο άνθρωπος, στεκόταν απέναντί μου. Επί σχεδόν μισή ώρα μου έκανε πλήρη ανάλυση, βαθιά απαισιόδοξη, της κατάστασης στην Ελλάδα. Μου μίλησε για το κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό, ψυχολογικό δράμα που εδώ και σχεδόν πέντε χρόνια ζούσε η χώρα. ‘Τίποτε δεν ακολουθεί φυσιολογική πορεία. Χρειάζεται μια καινούρια ορμή, μια καινούρια πλειοψηφία.’ Κάτι άστραψε στο μυαλό μου: ‘Ας μη μου προτείνει να κατεβώ ως βουλευτής ή υπουργός Πολιτισμού όπως είχε κάνει στο παρελθόν ο Παπανδρέου!’ ‘Χρειάζονται νέοι άνθρωποι, νέοι σχεδιασμοί, για να αποφύγει η χώρα έναν ολοκληρωτικό διχασμό.’ Είχε την άποψη ότι ο δεξιός πρωθυπουργός, ο Σαμαράς, ήταν ένας καλός διαχειριστής χωρίς κάτι παραπάνω, ότι ο σοσιαλιστής αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ο Βενιζέλος, ήταν σκέτη καταστροφή και ότι ο Τσίπρας ήταν καλός αλλά η ομάδα του ήταν διασπασμένη και η μισή παρέμενε βαθύτατα εχθρική προς την Ευρώπη… Αναρωτιόμουν πού το πήγαινε. ‘Μόνο ένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να δώσει μιά νέα ώθηση, μιά νέα ορμή, μιά νέα ελπίδα για να αλλάξει η χώρα.’ ‘Όχι κι αυτό πια!’ είπα μέσα μου. ‘Χρειάζεται να έχει αδιαμφισβήτητη ηθική, τολμηρή νεωτερικότητα, να είναι σεβαστός απ’ όλους τους Έλληνες, να είναι γνωστός και σεβαστός σ’ όλο τον κόσμο.’ Παύση πριν διακηρύξει: ‘Μόνο εσείς έχετε αυτά τα προσόντα, αυτές τις ικανότητες.’ Και συνέχισε με μιά μακρά έκθεση πάνω στα ανθρώπινα πολιτικά και επαγγελματικά μου προτερήματα…

Τον άκουγα χωρίς καμία άλλη αντίδραση, εκτός ίσως από το ανεξέλεγκτο ύψωμα των φρυδιών, που τα ξανακατέβαζα γρήγορα. Ο υπουργός μου διευκρίνισε αμέσως ότι δεν περίμενε άμεσα από μένα απάντηση.

(σελ. 464) Αφού τον ευχαρίστησα για την τιμή που μου έκανε και για τα καλά του λόγια, του απάντησα ότι οι αλλαγές σε μιά χώρα γίνονται από ισχυρούς, ακέραιους και γεμάτους φαντασία πολιτικούς. Ο πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν έχει καμία εξουσία να αλλάξει το ο,τιδήποτε και το αξίωμα είναι καθαρά συμβολικό. ‘Μα ένα σύμβολο χρειαζόμαστε!’ ξέσπασε. Μέχρι τότε, οι πρόεδροι ήταν γέροι πολιτικοί, σεβάσμιοι αλλά φθαρμένοι. Μίλησε ξανά για τα ‘προτερήματά’ μου, συνεχίζοντας πάνω στο γεγονός ότι γεννιόνταν νέα, νεαρά και μοντέρνα κινήματα. Κι αυτός ο ίδιος ήταν επικεφαλής κάμποσων χιλιάδων ατόμων, που τα ζωντάνευε μια ισχυρή θέληση για αλλαγές.

Τον άκουγα και φανταζόμουν τον εαυτό μου πρόεδρο και να βγάζω λόγους. Αυτό μου δημιουργούσε ένα αίσθημα εξάντλησης και κενού. Η περιέργειά μου όμως παρέμεινε ζωντανή. Αλλά και η καχυποψία μου: αισθανόμουν ότι υπήρχε κάποιο κόλπο, και μάλιστα πολύ λεπτό, αλλά τι έκρυβε; Τον ρώτησα αν το διάβημά του, η πρότασή του προερχόταν από προσωπική του πρωτοβουλία ή από την παρούσα εξουσία. Με βεβαίωσε ότι ήταν πολλοί αυτοί που ήξεραν, και θα ακολουθούσαν και πολλοί άλλοι. Επανέλαβε επίσης ότι δεν ήθελε κάποια άμεση απάντηση. ‘Να απαντήσω από τώρα κιόλας. Εδώ και μισό αιώνα είμαι Γάλλος υπήκοος, είμαι σε προχωρημένη ηλικία για ένα τέτοιο αξίωμα, μιλάω άσχημα ελληνικά αφού είχα λίγες ευκαιρίες να τα χρησιμοποιήσω και δεν έχω καμία εμπειρία για άμεση πολιτική δραστηριότητα… Είμαι δε τόσο πολύ ανεξάρτητος, ώστε να γίνομαι τελείως μοναχικός…’ ‘Τα ξέρουμε όλα αυτά, και θέλουμε να είστε όπως είσαστε, τίποτε παραπάνω.’ Και για να δείξει ότι εκ μέρους του είχε πει και ακούσει αυτά που ήθελε, με ρώτησε για το πώς έβλεπα τον πρόεδρο Ολλάντ. Μετά για τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ, την οποία είχε συναντήσει το ίδιο εκείνο πρωί. Εκείνη του μίλησε για τους λύκους, ενώ αυτός ήθελε να της μιλήσει για τα φωτοβολταϊκά. Ήταν τελείως απογοητευμένος. Σηκώθηκε. ‘Βέβαια, όλα αυτά μένουν μεταξύ μας.’ Κούνησε το κεφάλι του. ‘Βεβαιότατα.’ Βγαίνοντας, παρατήρησε τα δύο καχεκτικά ελαιόδεντρα στην αυλή. Ένα παράσιτο τα εμπόδιζε να αναπτυχθούν. Μου υπέδειξε τη συνταγή ενός χυλού για να τα περιποιηθώ. Αποδείχθηκε ότι ήταν αποτελεσματικό.

(σελ. 465) Περίμενα τη Μισέλ για να της αναγγείλω το νέο. […] Εκείνη, αφού με άκουσε, έκανε ένα ‘μπόοφ…’.

(σελ. 466) […] Έναν αρχηγό κράτους χωρίς μεγάλη εξουσία, εκτός ίσως απ’ αυτή του Λόγου, αλλά με τα όριά της αν θέλει να παραμείνει σεβαστός απ’ όλους. ‘Σεβαστός απ’ όλους’, τι εξευτελισμός!

[…] ‘Θα κοιμάσαι στην κρεβατοκάμαρα της Φρειδερίκης’, κορόιδευε η Μισέλ.

(σελ. 467) […] Ένιωθα την κρυμμένη στα βάθη του είναι μου αλλοτρίωση, έτοιμη να βγει στην επιφάνεια από στιγμή σε στιγμή. Κατέφευγα τότε στο υπέροχο βιβλίο του Λεονάρντο Παδούρα Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά.

(σελ. 469) […] Είχα ξαφνικές κρίσεις πανικού. Τι θα έκανα σε αυτό τον κόσμο τον οποίο δεν γνώριζα και με τον οποίο δεν είχα κανένα κοινό σημείο; Όλα αυτά ήταν τόσο μακριά απ’ ό,τι με ενδιέφερε, απ’ ό,τι κάνω με πάθος, με ευχαρίστηση. Έπειτα, την επόμενη στιγμή, έλεγα ότι είχα αφήσει αυτή τη χώρα και είχα δραπετεύσει εδώ και εξήντα χρόνια από μια κοινωνία η οποία μου είχε αρνηθεί τα πάντα. Τώρα μου ζητούσαν να ξαναγυρίσω ως ‘σωτήρας’. Μου φαινόταν μάλλον κωμικό.

Έπρεπε να ξαναπροσγειωθώ. Είμαστε στα τέλη Αυγούστου 2014. Η χώρα πήγαινε άσχημα, ο λαός δοκιμαζόταν, χωρίς προοπτική μιας προσεχούς βελτίωσης. Γύρω από την προσεχή προεδρική εκλογή του Ιανουαρίου του 2015, το πολιτικό μπέρδεμα είχε φτάσει σε παροξυσμό. Για να εκλεγεί ο πρόεδρος, απαιτούνται τα δύο τρίτα των ψήφων της Βουλής. Η κυβέρνηση που είχε την εξουσία δεν τα διέθετε. Αν δεν εκλεγόταν πρόεδρος, έπρεπε να κηρυχθούν βουλευτικές εκλογές, τις οποίες θα έχανε σίγουρα η κυβέρνηση. (σελ. 470) Αν εκλεγόταν κάποιος πρόεδρος, οι εκλογές θα μετατοπίζονταν για το 2017. Αυτό θα έδινε τον χρόνο στη συγκυβέρνηση Δεξιάς και σοσιαλιστών να βελτιώσει την εικόνα της και να κερδίσει τις βουλευτικές. Άρα, αυτή η κυβέρνηση αναζητούσε μία συναινετική προσωπικότητα, η οποία θα μπορούσε να συσπειρώσει γύρω από το όνομά της τα δύο τρίτα των βουλευτών. Τα κίνητρα, ο ζήλος του υπουργού, του επαίτη επισκέπτη μου, δεν είχαν παρά μόνο έναν στόχο: έψαχναν για έναν μισθοφόρο, έναν πυροσβέστη που θα απέτρεπε την προαναγγελθείσα καταστροφή, την επικείμενη νίκη του Τσίπρα στις εκλογές. Αποφάσισα να κόψω κάθε επαφή. Το τηλέφωνο κουδούνιζε, δεν απαντούσα. Το ίδιο και στα SMS. Και έτσι άρχισαν επιτέλους οι κανονικές διακοπές.”

Συνέντευξη Αλέξη Τσίπρα στη Libération

Comments are closed.

0 %