tech * ne

Οι φιγούρες του Αλέκου Φασιανού είναι λυπημένες

Έφυγε το βράδυ της Κυριακής 16/01, σε ηλικία 87 ετών, ο Αλέκος Φασιανός.

Προσπαθώντας να συνοψίσει την πορεία του, σημείωνε στο alekosfassianos.gr:

«Ο παππούς μου ήταν παπάς. Γεννήθηκα το 1935, δίπλα ακριβώς στην εκκλησία που λειτουργούσε ο ίδιος. Είχαμε ένα μικρό σπίτι με δειλινά στους Αγίους Αποστόλους, κάτω από την Ακρόπολη. Από πολύ μικρός και εξαιτίας του παππού μου, τριγύρναγα στις μισοσκότεινες μεταβυζαντινές εκκλησίες και τον βοηθούσα, άλλοτε φέρνοντας του το θυμιατό και άλλοτε διαβάζοντας τον Απόστολο. Πιο πολύ όμως και από το θρησκευτικό μέρος με είλκυαν οι εικόνες οι βυζαντινές ή οι λαϊκές.

Οι καβαλάρηδες της φωτιάς, 1982

Οι καβαλάρηδες της φωτιάς, 1982

Μου έκαναν εντύπωση οι άγιοι καβαλάρηδες με τα φωτοστέφανα και τα σπαθιά τους που έβγαζαν φλόγες και σκότωναν θηρία. Τα ξερά βυζαντινά βουνά στο βάθος, τα περίεργα δέντρα και τα φυτά και οι χρυσοί ουρανοί. Προσπαθούσα να αντιγράψω τις εικόνες. Όμως ήθελα να κάνω και δικές μου, να εκφράσω και τον δικό μου κόσμο, όπως κιόλας είχε διαπλαστεί από όλα όσα έβλεπα.

Η μητέρα μου ήταν φιλόλογος και είχε μανία με τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Αυτή με πήγαινε συγχρόνως στα Μουσεία ή την Ακρόπολη και παντού όπου μπορούσε να συναντήσει αρχαία πράγματα. Μου άρεσαν πολύ τα εικονογραφημένα αρχαία βάζα, ιδίως οι λευκές λήκυθοι, που εικόνιζαν νεκρικές παραστάσεις. Πιο πολύ, όμως, με συγκινούσαν τα κυκλαδικά ειδώλια με στυλιζαρισμένα χέρια, τα μονοκόμματα σώματα που μοιάζανε με παιχνίδια.

1987

1987

Ο πατέρας μου ήταν μουσικός και έτσι έμαθα να παίζω βιολί. Δε νομίζω ότι αυτό με επηρέασε καθόλου. Γιατί ήθελα να ζωγραφίζω από μικρό παιδί. Μέχρι τα δεκαεφτά μου χρόνια, ζωγράφιζα μόνος μου και είχα όλο τον μαγικό κόσμο των εικόνων, στις εκκλησίες, και από την άλλη μεριά, την αγαλματολατρεία των αρχαίων Ελλήνων.

Ο ζωγράφος με το μοντέλο του, 1970

Ο ζωγράφος με το μοντέλο του, 1970

Ύστερα πήγα και σπούδασα στην Σχολή Καλών Τεχνών. Για πέντε χρόνια ασχολήθηκα με το σχέδιο αρχαίων κεφαλών και γυμνών μοντέλων. Δεν μπορώ να πω ότι δεν έμαθα τίποτε. Το αντίθετο. Ο δάσκαλος μας ο Μόραλης είχε μια επιρροή επάνω μας τόσο σαν καλλιτέχνης, όσο και σαν άνθρωπος. Μάθαμε να βλέπουμε τις επιδράσεις του σκότους επί του φωτός και τανάπαλιν καθώς και τις αλλοιώσεις των σχημάτων των αντικειμένων εξαιτίας του φωτός. Μάθαμε να συγκρίνουμε και τα πράγματα.

Αθηναϊκό πανόραμα, 1989

Αθηναϊκό πανόραμα, 1989

Όμως, πάντα σκεφτόμουνα τους αγίους με τα φωτοστέφανα, τα κοντάρια τους, τα σπαθιά τους, τις πολυποίκιλες στολές τους και τα κόκκινα ή άσπρα άλογα που πηδούσαν πάνω από φλεγόμενους δράκοντες.

Φτερουγίσματα

Φτερουγίσματα

Λιγότερο τώρα σκεφτόμουνα τα κυκλαδικά. Μου άρεσε, επίσης, και η γιαπωνέζικη τέχνη και η ινδική ζωγραφική-Ταντρική. Όμως, δεν είχα την μυστικοπάθεια. Άρχισα να ζωγραφίζω πάλι ανθρώπους με στολή και παράσημα μέσα σε κήπους. Δεν είχαν καμία κίνηση. Ήταν ανέκφραστοι και κρατάγανε λουλούδια. Αργότερα οι μικρές αυτές φιγούρες των ανθρώπων με τις στολές που έκανα άρχισαν να διαλύονται, να γίνονται τα όντα τα χρωματιστά με τα λουλούδια γύρω-γύρω, άλλοτε καλά, άλλοτε τρομερά.

Και τώρα αυτά που ζωγραφίζω κρατούν φλεγόμενα σπαθιά όπως οι βυζαντινοί άγιοι. Είναι όμως πλάσματα απόκοσμα, της δικιάς μου φαντασίας, όπως προήλθαν μέσα από τις σκοτεινές εκκλησίες. Μου αρέσει η κόκκινη μάζα ή η μπλε, όχι όμως αφηρημένη. Θέλω να συμβολίζει κάτι το χρώμα ή οι γραμμές. Γι’ αυτό πάντα οι φιγούρες που ζωγραφίζω είναι διαλυμένες και ζουν στα λουλούδια. Ίσως είναι πεθαμένες.»

Βαρκάρης, 1990

Βαρκάρης, 1990

Την περίοδο 1960-1963, υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης θα του επιτρέψει να σπουδάσει την τεχνική της λιθογραφίας στο ατελιέ του καθηγητή Clairin. Γνωρίζει τους Έλληνες ζωγράφους Βασίλη Σπεράντζα –που θα µείνει φίλος του καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου του στο Παρίσι– και το Νίκο Στεφάνου, µε τον οποίο θα εγκαταστήσουν και το ατελιέ στην Καλλιθέα. Γνωρίζει ποιητές και συγγραφείς, όπως ο Jacques Lacarrière, o Yves Navarre και ο ζωγράφος René Laubiès, που θα τον βοηθήσει πολύ στη διάρκεια της διαµονής του στη Γαλλία. Το 1966 παρουσίασε για πρώτη φορά στην Galerie 2+3. Από τότε και για 50 χρόνια ζούσε μεταξύ Γαλλίας και Ελλάδας.

Ποδηλάτης, 1977

Ποδηλάτης, 1977

Mε την επιστροφή του στην Αθήνα το 1963, μαζί με τον αρχιτέκτονα και ζωγράφο Αντώνη Κεπέτζη, το Νίκο Στεφάνου και τον Βασίλη Σπεράντζα είχαν νοικιάσει από την Εθνική Πινακοθήκη ένα ατελιέ στην Καλλιθέα, όπου μέχρι το 1967, η παρέα δημιούργησε ένα ζωντανό εργαστήριο, το Ατελιέ της Καλλιθέας. Ένα από τα λίγα, αν όχι το μοναδικό καλλιτεχνικό ατελιέ που οι συναθροίσεις φίλων και οι σουρρεαλιστικές παραστάσεις ήταν αυτά που το κρατούσε ζωντανό.

Χειρομάντης στο δωμάτιο του, 1977

Χειρομάντης στο δωμάτιο του, 1977

Όπως θυμάται ο ίδιος στο alekosfassianos.gr: «Εκεί αναπτυχθήκαμε με έμπνευση και ενθουσιασμό, για μια ζωγραφική που βγαίνει από την αίσθηση της πραγματικότητας. Σ’ αυτό το ατελιέ, μας επισκέπτονταν πολλοί φίλοι ποιητές, ζωγράφοι, φιλότεχνοι και περίεργοι. Ερχόταν συχνά ο Ταχτσής, ο Τσαρούχης, ο Εμπειρίκος, η Βακαλό, ο Σινόπουλος, ο Καρούζος, ο Αναλις και πολλοί άλλοι. Έτσι, με την ηθική υποστήριξή τους και τις συμβουλές τους, παίρναμε πολύ θάρρος. Γιατί, δεν είναι εύκολο, όταν κανείς αρχίζει, να είναι σίγουρος για το έργο του…. Με τον Σπεράντζα μέναμε στο επάνω πάτωμα και ο Στεφάνου στο κάτω…. Εκεί γεννήθηκε ο πρώτος ποδηλάτης καπνίζων. Ξαφνικά μια μέρα, ενώ στεκόμουν στο παράθυρο και κοιτούσα τον ουρανό, μου ήλθε η έμπνευση, σαν επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, να κάνω έναν ποδηλατιστή με τσιγάρο και καπνό και με τα μαλλιά του να ανεμίζουν. Όταν το ζωγράφισα, γέμισε το δωμάτιο με φούμες. Κατόπιν έκανα ένα άλλο, μπλε, και ύστερα ένα κόκκινο. Μέχρι τώρα, έχω ζωγραφίσει αρκετούς, για ποδηλατικούς αγώνες».

Η αρπαγή της Ελένης, 1966

Η αρπαγή της Ελένης, 1966

Φτιάχνει κουστούµια και ντεκόρ για τον Αλέξη Σολωµού, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου, το Εθνικό Θέατρο, το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν κλπ. Με την ενθάρρυνση του Ανδρέα Εµπειρίκου, δηµιουργεί τη σειρά έργων «ποδηλάτες µε µαλλιά ν’ ανεµίζουν». Πραγµατοποιεί την πρώτη του µεγάλη έκθεση στην γκαλερί Μέρλιν στην Αθήνα. Ξεκινά την εικονογράφηση του βιβλίου του Ηλία Πετρόπουλου «Ρεµπέτικα Τραγούδια», το πρώτο έργο που αφιερώνεται στα λαϊκό τραγούδι του περιθωρίου.

Την περίοδο της δικτατορίας, ο Φασιανός βρίσκεται στο Παρίσι όπου γνωρίζεται µε τον Jean-Marie Drot. Θα γίνουν στενοί φίλοι, θα εικονογραφήσει πολλά από τα έργα του, ενώ ταξίδευαν µαζί κυρίως στο νησί της Ίου, όπου ο Jean-Marie Drot διατηρούσε τη συλλογή του µε έργα σύγχρονης τέχνης.

Η θυσία, 1974

Η θυσία, 1974

O Drot (H μυθολογική ηδονή) τον έχει περιγράψει ως εξής: “Ακούραστο τζίνι, σκαθάρι των πόλεων και των αγρών, ο Φασιανός είναι πανταχού παρών… Πριν καλά καλά διαβεί μια πόρτα, τον βρίσκεις λίγα χιολιόμετρα πιο κάτω, να χαιρετά σε κάθε παράθυρο, να λέει στον καθένα και από κάτι, κι ύστερα να εξαφανίζεται έτοιμος να ξεπεταχτεί σαν διαβολάκος από ένα άλλο κουτί…Έχει μια δόση ρακοσυλλέκτη ο Φασιανός, κάτι σαν περιέργεια του πρωτόγονου, που το μάτι δεν κουράζεται να ανακαλύπτει, τα πάντα γι’ αυτόν είναι θέαμα.”

Ευρώπη χωρίς σύνορα, Μάης 1968

Ευρώπη χωρίς σύνορα, Μάης 1968

Συνδέεται µε τον Pierre Seghers και εικονογραφεί τα ποιήµατα του. Ο Bernard Gheerbrant δίνει θέση στα χαρακτικά του στο βιβλιοπωλείο – γκαλερί la Hune. Το 1968 εκθέτει στο Μόναχο και το 1969 στο Αμβούργο.

Την ίδια εποχή, ξεκινά μια δυνατή συνεργασία με τον Paul Facchetti, ο οποίος διοργανώνει δυο ατομικές εκθέσεις στις γκαλερί του στο Παρίσι και την Ζυρίχη, που χαρακτηρίζονται καθοριστικές για τον Φασιανό, καθώς την ίδια εποχή παίρνει σχήμα το καλλιτεχνικό του ιδίωμα.

Galerie 2+3

Galerie 2+3

“Είναι φανταστικό – και σημειολογικό – που ο μεγαλύτερος ζωγράφος της εποχής μας γεννήθηκε στην Ελλάδα” έχει γράψει ο Philippe Caloni (Combat, 28 Δεκ. 1970).

Καθήμενος, 1962

Καθήμενος, 1962

Η γκαλερί Gimpel αποκτά µια σειρά από πίνακες του και τους εκθέτει στη Νέα Υόρκη. Συναντιέται µε τον λιθογράφο Michel Cassé, µε τον οποίο συνδέεται φιλικά. Είναι στο ατελιέ του, που ο Φασιανός πραγµατοποιεί ένα µεγάλο µέρος του χαρακτικού του έργου. Εκεί γνωρίζεται και µε τον ζωγράφο Corneille. Το 1971, εκθέτει στην Μπιενάλε της Βενετίας. Τα επόμενα χρόνια (1972-1975) στην γκαλερί του Ιόλα στο Παρίσι, ενώ ο τελευταίος παρουσιάζει το έργο του στη Νέα Υόρκη, το Μιλάνο, τη Γενεύη, στην γκαλερί Ζουµπουλάκη. Το 1972, συµµετέχει στη Μπιενάλε του Σάο Πάολο. Συνεργάζεται µε το εργαστήριο χαρακτικής της Elsa Ancia.

Άγγελος σύγχρονος

Άγγελος σύγχρονος

Γνωρίζεται µε τους Louis Aragon, Hamid Fouladvind, André Laude, Fernando Arrabal, Bruno Roy των εκδόσεων Fata Morgana, µε τους οποίους θα συνεργαστεί συστηµατικά, όπως και µε τον εκδότη André Biren για τον οποίο θα φιλοτεχνήσει πολλές εκδόσεις τέχνης, περιορισµένων αντιτύπων. Η γκαλερί του στην οδό Jacob, είναι δίπλα στο καφέ Pré aux Clercs µέσα στο οποίο θα αναρτήσει τα έργα του, ενώ θα διακοσµήσει επίσης και τα τραπέζια. Ο Σουηδός έµπορος Andersson τον συστήνει στο Μάλµε και σε άλλες σουηδικές πόλεις. Ξεκινά η συνεργασία του με την Ιαπωνέζα γκαλερίστρια Reiko Kurita, που από εκείνη την εποχή του οργανώνει τακτικές εκθέσεις, κυρίως στο Τόκιο.

Στην Ακρόπολη με τον Λουί Αραγκόν, που έχει γράψει: "Αυτός που τ’ όνομά του γράφω, που έμαθα να λέω τ’ όνομά του, αυτός, ο Φασιανός, ω Φασιανέ! Θυμάμαι τις πρώτες μέρες όταν μου άρχισε η έκπληξη, ήταν ένας νέος τρόπος ν’ αγαπάς…"

Στην Ακρόπολη με τον Λουί Αραγκόν, που έχει γράψει: “Αυτός που τ’ όνομά του γράφω, που έμαθα να λέω τ’ όνομά του, αυτός, ο Φασιανός, ω Φασιανέ! Θυμάμαι τις πρώτες μέρες όταν μου άρχισε η έκπληξη, ήταν ένας νέος τρόπος ν’ αγαπάς…”

Ο Blaise Gautier του κανονίζει ένα χάπενιγκ µονογραφικής παρουσίασης, στο κέντρο Georges Pompidou, στo πλαίσιο των «revue parlée». Χάρη στη Laure, την κόρη του ζωγράφου André Brasilier και του συζύγου της Jean-Louis Menier, πραγµατοποιεί µια αναδροµική έκθεση στο κάστρο του Chenonceaux. Συµµετέχει στη διεθνή έκθεση σύγχρονης τέχνης (FIAC), στο περίπτερο της γκαλερί Creuzevault.

αφίσα, Georges Pompidou

αφίσα, Georges Pompidou

To 2000 φιλοτεχνεί δύο µεγάλες τοιχογραφίες για το σταθµό Μεταξουργείο του αθηναϊκού µετρό.

Ο αγαπημένος μου καπνιστής, 1971

Ο αγαπημένος μου καπνιστής, 1971

Πραγµατοποιείται αναδροµική του έκθεση στο µουσείο Paul Valéry στη Sète, που διοργανώνει ο André Freises. Ο Φασιανός αγαπά πολύ την πόλη της Sète, που του θυµίζει το Μεσολόγγι, όπου είχε γεννηθεί η µητέρα του.

κάστρο του Chenonceau

κάστρο του Chenonceau

Eκθέσεις έργων του έχουν διοργανωθεί σε πόλεις σε όλο τον κόσμο: Λευκωσία, Κωνσταντινούπολη, Λονδίνο, Βρυξέλλες, Bερολίνο, Ντουµπάι, Μελβούρνη, Αγία Πετρούπολη.

Φρύνη με πουλιά, 1986

Φρύνη με πουλιά, 1986

Το 2000 παρουσιάζεται στο Παρίσι η έκθεση του «Μυθολογία του Καθηµερινού», τo 2001 ακολουθεί νέα έκθεσή του στο κάστρο του Chenonceau µε τίτλο «ο Μύθος στο Ποδήλατο». Το 2002 στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης στην Αθήνα, εκθέτει τη σειρά έργων «οι Νικητές». Το 2004 πραγματοποιείται αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη, με τίτλο «Φασιανός, μυθολογίες του καθημερινού».

Οι τρεις στρογγυλοκέφαλοι, 1968

Οι τρεις στρογγυλοκέφαλοι, 1968

Το όραμα του Αλέκου Φασιανού να στεγάσει το έργο του σε μουσείο στο πατρικό του σπίτι, στην περιοχή του σταθμού Λαρίσης, στη συμβολή των οδών Ν. Μεταξά και Χίου, έγινε πραγματικότητα με τη βοήθεια του αρχιτέκτονα Κυριάκου Κρόκου. Οι δυο φίλοι συνεργάστηκαν για την ανάπλαση της αθηναϊκής πολυκατοικίας του ’70. Οι εργασίες ξεκίνησαν στις αρχές του ’90 και ολοκληρώθηκαν το 1995. Το κτίριο λειτούργησε ως χώρος-εκθετήριο έργων του καλλιτέχνη, όπου κατά καιρούς ο Αλέκος Φασιανός έδινε διαλέξεις. Τα εγκαίνια προγραμματίζονται εντός του 2022.

 

 

 

Leave a reply

0 %