Το ‘όπλο’ των κυρώσεων
Ήταν η τρίτη μέρα του πολέμου στην Ουκρανία και στον δέκατο τρίτο όροφο των κεντρικών γραφείων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες, η πρόεδρος Ursula von der Leyen συνάντησε ένα εμπόδιο στην εξέρευση κοινού τόπου μεταξύ των κυβερνήσεων της Δύσης για το πιο εκτεταμένο, τιμωρητικό πακέτο οικονομικών κυρώσεων που έχει αποφασιστεί ποτέ.
Μια συμφωνία ήταν κοντά, ωστόσο στην Ουάσινγκτον η υπουργός Οικονομικών Janet Yellen, επεξεργαζόταν ακόμη τις λεπτομέρειες του μέτρου, που θα επηρέαζε περισσότερο τις αγορές – και αφορούσε την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας. Σύμφωνα με το πρώτο μέρος του αφιερώματος των Financial Times (06/03) σχετικά με τη μετατροπή του δολαρίου σε ‘οικονομικό όπλο’, οι ΗΠΑ ήταν η κινητήριος δύναμη πίσω από την επιβολή των κυρώσεων, αλλά καθώς η Αμερικανίδα οικονομολόγος, με θητεία στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα (FED) μελετούσε την τελική εκδοχή, οι Ευρωπαίοι ανησυχούσαν για ενδεχόμενη διαρροή του σχεδιασμού και βιάζονταν να τις προχωρήσουν το συντομότερο δυνατό.

Συνάντηση της Ursula von der Leyen με τον Mario Draghi στα στούντιο της Cinecittà στη Ρώμη τον Ιούνιο του 2021 / governo.it
Όπως μεταφέρεται, η Ursula von der Leyen τηλεφώνησε στον Mario Draghi, που υπήρξε επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ECB) το διάστημα 2011 – 2019, προτρέποντάς τον να τις συζητήσει απευθείας με την Janet Yellen. “Περιμέναμε όλοι, διερωτώμενοι γιατί παίρνει τόσο πολύ χρόνο. Μετά, ήρθε η απάντηση: ο πρωθυπουργός της Ιταλίας πρέπει ‘να κάνει τα μαγικά του’ με την υπουργό Οικονομικών της Αμερικής”, είπε ένας Ευρωπαίος αξιωματούχος. Οι δυό τους θεωρούνται βετεράνοι μιας σειράς δραματικών κρίσεων – από την οικονομική κατάρρευση του 2008-9 μέχρι εκείνη στην Ευρωζώνη, αποπνέοντας ηρεμία και σταθερότητα στις νευρικές αγορές.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το πλάνο που συμφωνήθηκε για πάγωμα μεγάλου μέρους από τα 643 δις δολάρια των ρωσικών αποθεμάτων συναλλάγματος (foreign currency reserves) μοιάζει, όπως σχολιάζει η δημοσιογραφική ομάδα των Financial Times, με κήρυξη οικονομικού πολέμου στη Ρωσία, που στόχο έχει να επιφέρει σημαντικό πλήγμα στην οικονομία της. Ένας ανώτερος Αμερικανός λειτουργός, μετά την ανακοίνωσή τους στις 26/02, εκτίμησε ότι θα οδηγήσουν το ρούβλι ‘σε ελεύθερη πτώση’.

Janet Yellen και Mario Draghi στο Jackson Hole του Wyoming, 2014 / John Locher, AP, theguardian.com
Είμαστε αντιμέτωποι με ένα νέο είδος πολέμου, που διεξάγεται μέσω της μετατροπής του δολαρίου και άλλων δυτικών νομισμάτων σε ‘όπλο’ (weaponisation) ώστε να τιμωρηθούν οι αντίπαλοί τους. Η συγκεκριμένη προσέγγιση στις συρράξεις προετοιμαζόταν δύο δεκαετίες. Καθώς οι ψηφοφόροι στις ΗΠΑ έχουν κουραστεί με τις στρατιωτικές επεμβάσεις και τους αποκαλούμενους ‘ατέρμονους πολέμους’, οι ‘οικονομικές εχθροπραξίες’, εν μέρει, αναπλήρωσαν το κενό. Από τη στιγμή που απουσιάζει μια εμφανής στρατιωτική ή διπλωματική εναλλακτική, οι κυρώσεις – ιδίως οι οικονομικές – όλο και περισσότερο, γίνονται η εθνική πολιτική ασφάλειας που επιλέγεται, με σημαντικές συνέπειες για το μέλλον της διεθνούς πολιτικής και οικονομίας.
Πολλές από τις βασικές παραδοχές της μεταψυχροπολεμικής εποχής αντιστρέφονται. Η παγκοσμιοποίηση, που κάποτε είχε προωθηθεί σαν ανάχωμα στις συγκρούσεις και ως δίκτυο αλληλένδετων σχέσεων, που θα έφερνε πιο κοντά πρώην αντίπαλους, είναι το καινούριο ‘πεδίο μάχης’.
Η ισχύς των οικονομικών κυρώσεων προέρχεται από την κυριαρχία του αμερικανικού δολαρίου, που χρησιμοποιείται περισσότερο στο εμπόριο και τις οικονομικές συναλλαγές, συχνά με τη μεσολάβηση μιας αμερικανικής τράπεζας. Οι αμερικανικές κεφαλαιακές αγορές έχουν τη μεγαλύτερη διείσδυση στον κόσμο και τα ομόλογα αμερικανικού δημοσίου (US Treasury bonds) λειτουργούν σαν μέσο προστασίας έκτακτης ανάγκης (backstop) στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι καθίσταται πολύ δύσκολο για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κεντρικές τράπεζες, ακόμα και για πολλές εταιρείες να λειτουργούν, εάν δεν είναι συνδεδεμένες με το δολάριο και το αμερικανικό οικονομικό σύστημα. Λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη το ευρώ, που είναι το δεύτερο νόμισμα με τα μεγαλύτερα αποθέματα σε κεντρικές τράπεζες, όπως και τη λίρα Αγγλίας, το γιέν Ιαπωνίας και το φράγκο Ελβετίας, τέτοιες κυρώσεις προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη αναστάτωση.
Οι ΗΠΑ έχουν λάβει παρόμοιες αποφάσεις στο παρελθόν για τις κεντρικές τράπεζες της Βόρειας Κορέας, του Ιράν και της Βενεζουέλας – όμως, εκείνες ήταν σε μεγάλο βαθμό αποκομμένες από το παγκόσμιο εμπόριο. Οι τωρινές είναι οι πρώτες που χρησιμοποιούνται εναντίον μιας σημαντικής οικονομίας και ως μέρος ενός πολέμου, στον οποίο εμπλέκεται μια από τις μεγάλες πυρηνικές δυνάμεις. “Οι συγκεκριμένες οικονομικές κυρώσεις είναι μια νέα μορφή χάραξης πολιτικής, που μπορεί να προκαλέσει ζημιά, με το να αντιτάσσεται στη στρατιωτική ισχύ. Επιπλέον, απομυζά τη ρωσική δύναμη, την ικανότητά της να ανανεώνει τον στρατό της και να επιτίθεται.”, ανέφερε ο πρόεδρος των ΗΠΑ σε ομιλία του στη Βαρσοβία στα τέλη Μαρτίου.
Η προσέγγιση αυτή ενέχει πολλούς κινδύνους. Οι κυρώσεις σε κεντρική τράπεζα θα μπορούσαν να σημάνουν πισωγύρισμα και για την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στις πέντε εβδομάδες που έχουν μεσολαβήσει από την επιβολή των μέτρων, το ρούβλι φαίνεται να έχει καλύψει πολύ από το έδαφος που έχασε αρχικά, ενώ αξιωματούχοι της Ρωσίας υποστηρίζουν ότι θα βρουν τρόπους να τις παρακάμψουν.

‘Ενεργοποίηση κυρώσεων’ / κτίριο υπουργείου Εξωτερικών στο Κίεβο / Sergei Supinsky, AFP, Getty Images
Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα, υπογραμμίζεται στο δημοσίευμα των ft.com, οι κινήσεις να παγώσουν τα αποθεματικά της Ρωσίας σηματοδοτούν μια ιστορική στροφή στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής. Ο Juan Zarate, που έχει συμβάλει στο να σχηματοποιηθούν οικονομικές κυρώσεις σε διάστημα είκοσι χρόνων, ως πρώην αναπληρωτής σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας και υφυπουργός Οικονομικών, με αρμοδιότητα τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και τα οικονομικά εγκλήματα, όπως το ξέπλυμα μαύρου χρήματος επί George W. Bush, παρατήρησε ότι “Πρόκειται πραγματικά για σοκ και δέος, μια τόσο επιθετική αποσύνδεση του ρωσικού οικονομικού και εμπορικού συστήματος, όσο μπορεί κανείς να φανταστεί.”
Η νέα εποχή του χρηματοοικονομικού πολέμου ξεκίνησε μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτέμβρη 2001 στη Νέα Υόρκη και το Πεντάγωνο. Ακολούθησε η εισβολή στο Αφγανιστάν, η απομάκρυνση του Saddam Hussein από την ηγεσία του Ιράκ, η χρήση drones εναντίον θεωρούμενων τρομοκρατών σε τρεις ηπείρους, ενώ παράλληλα κάτω από περιορισμένη κριτική εξέταση, αναπτύχθηκαν τα μέσα για τη λειτουργία μιας ‘παγκόσμιας χρηματοοικονομικής αστυνομίας’.

ο Stuart Levey, τον Ιούλιο του 2012 στο Capitol Hill, Ουάσινγκτον / ήταν διευθυντής του Νομικού Τμήματος της τράπεζας HSBC στο Λονδίνο (2012-2020) και τoν Αύγουστο του 2020 τέθηκε επικεφαλής της προσπάθειας του Facebook να φτιάξει παγκόσμιο ψηφιακό νόμισμα (Libra-Diem Association) / Jim Watson, AFP
Ο τότε πρόεδρος George W. Bush δεσμεύθηκε να “αποστερήσει τους τρομοκράτες από πηγές χρηματοδότησης”. Η πατριωτική Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Patriot Act), το αμφιλεγόμενο νομοθέτημα που έθεσε τις βάσεις για τη χρήση τεχνικών επιτήρησης και κράτησης επ’ αόριστον, έδωσε στο υπουργείο Οικονομικών τη δύναμη να απομονώσει από το αμερικανικό χρηματοοικονομικό σύστημα οποιονδήποτε οργανισμό εμπλεκόταν σε ξέπλυμα χρήματος. Τυχαία, η πρώτη χώρα που απειλήθηκε με τον προαναφερόμενο νόμο ήταν η Ουκρανία, την οποία είχε προειδοποιήσει το υπουργείο το 2002 ότι “διακινδύνευε να δει τις τράπεζές της να δυσφημούνται από το ρωσικό οργανωμένο έγκλημα”. Σε συνέχεια αυτού, η Ουκρανία πέρασε έναν καινούριο νόμο σχετικά με την αποτροπή του ξεπλύματος μαύρου χρήματος. Επιπλέον, υπάλληλοι του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών διαπραγματεύθηκαν την πρόσβαση σε δεδομένα ανθρώπων, τους οποίους υποπτεύονταν ως τρομοκράτες στο Swift (Society for Worldwide Interbank Financial Telecommunication), το σύστημα με έδρα το Βέλγιο, μέσω του οποίου πραγματοποιούνται διεθνείς διατραπεζικές χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Ήταν το πρώτο βήμα προς ένα διευρυμένο δίκτυο πληροφοριών, αναφορικά με την κίνηση κεφαλαίων ανά τον κόσμο.
Η οικονομική εργαλειοθήκη που αναζητούσε τα χρήματα της al-Qaeda, αξιοποιήθηκε σύντομα για έναν πολύ μεγαλύτερο ‘στόχο’: το Ιράν και το πυρηνικό του πρόγραμμα. Ο Stuart Levey, που είχε διοριστεί πρώτος υφυπουργός του υπουργείου Οικονομικών για θέματα τρομοκρατίας και χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, θυμάται τον George W. Bush να παραπονιέται ότι όλες οι συμβατικές εμπορικές κυρώσεις εναντίον του Ιράν είχαν ήδη επιβληθεί, αφήνοντας τις ΗΠΑ χωρίς διαπραγματευτική ισχύ. “Μάζεψα την ομάδα μου και τους είπα: ‘Δεν έχουμε ξεκινήσει να χρησιμοποιούμε αυτά τα εργαλεία, ας δώσουμε στον πρόεδρο κάτι, που να εφαρμόζεται στην περίπτωση του Ιράν.’” Σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η πρόσβασή του στο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα, ο St. Levey και άλλοι Αμερικανοί αξιωματούχοι επισκέπτονταν ευρωπαϊκές τράπεζες και ήσυχα τους ενημέρωναν για λογαριασμούς με αφετηρία το Ιράν. Στις κυβερνήσεις της ΕΕ δεν άρεσε το ότι, στην ουσία, υποδεικνυόταν στις τράπεζές τους πώς να λειτουργήσουν, αλλά και καμμία δεν ήθελε να έρθει σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ.

κτίριο υπουργείου Οικονομικών στην Ουάσινγκτον / Bloomberg, Getty Images, theguardian.com
Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του B. Obama, όταν ο Λευκός Οίκος δεχόταν πίεση να αναλάβει στρατιωτική δράση λόγω του πυρηνικού προγράμματος, αποφασίστηκαν κυρώσεις εναντίον της κεντρικής τράπεζας της χώρας – που ήταν το τελικό βήμα σε μια προσπάθεια να πληγεί η οικονομία της. Ο St. Levey πιστεύει ότι οι χρηματοοικονομικές κυρώσεις, όχι μόνο άσκησαν πίεση στο Ιράν να διαπραγματευθεί τη συμφωνία του 2015, αλλά και άνοιξαν τον δρόμο για τις τωρινές εναντίον της Ρωσίας. “Στην περίπτωση του Ιράν, χρησιμοποιούσαμε ματσέτες για να καθαρίσουμε το μονοπάτι βήμα-βήμα, ενώ τώρα γίνεται να προχωρήσουν πολύ γρήγορα τα πράγματα. Η επιλογή κυρώσεων σε κεντρική τράπεζα χώρας, όπως η Ρωσία, είναι η πιο δυναμική πρωτοβουλία που μπορεί να πάρει κανείς στα χρηματοοικονομικά.”
Κι αυτό γιατί, οι κεντρικές τράπεζες δεν τυπώνουν απλά χρήματα και ελέγχουν τον τραπεζικό τομέα αλλά παρέχουν και ένα ζωτικό ‘οικονομικό μαξιλάρι ασφαλείας (buffer)’, υπερασπιζόμενες το νόμισμα ή πληρώνοντας για εισαγωγές βασικών αγαθών. Τα αποθεματικά της Ρωσίας αυξήθηκαν μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, διασφαλίζοντάς την εναντίον μελλοντικών κυρώσεων από πλευράς Αμερικής και προσδίδοντάς της τον όρο ‘Ρωσία – Φρούριο’.

κτίριο της κεντρικής τράπεζας στη Μόσχα / Andrey Rudakov, Bloomberg, ft.com
Οι πρόσφατες δυτικές κυρώσεις στην κεντρική της τράπεζα, ωστόσο, έχουν υπονομεύσει την ικανότητα στήριξης της οικονομίας, αφού σύμφωνα με το επίσημο Φόρουμ νομισματικών και χρηματοοικονομικών οργανισμών, που της παρέχει ερευνητικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες, περίπου τα δύο-τρίτα των αποθεματικών της έχουν πιθανότατα αδρανοποιηθεί. “Η ανάληψη δράσης εναντίον της κεντρικής τράπεζας είναι σα να διατηρεί κανείς αποταμιεύσεις, σε περίπτωση που παρουσιαστεί ανάγκη – και όταν αυτό συμβαίνει – η τράπεζα να ενημερώνει ότι δεν μπορείς να τις σηκώσεις.”, εξηγεί ανώτερος αξιωματούχος της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής.
Μια ανανεωμένη υπερατλαντική συμμαχία
Οι συντάκτες των ft.com, διαπιστώνουν μια ειρωνεία πίσω από το κοινό πακέτο αμερικανικών και ευρωπαϊκών χρηματοοικονομικών κυρώσεων – επειδή οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν περάσει το μεγαλύτερο μέρος των προηγούμενων πέντε δεκαετιών ασκώντας κριτική στην υπερβολική επιρροή του δολαρίου. Ένα από τα εντυπωσιακά χαρακτηριστικά του πολέμου στην Ουκρανία είναι ο τρόπος που η Ευρώπη δούλεψε τόσο στενά με τις ΗΠΑ. Ο σχεδιασμός των κυρώσεων ξεκίνησε το Νοέμβριο, όταν η Δύση είχε έγκυρα στοιχεία από τις υπηρεσίες πληροφοριών ότι οι δυνάμεις της Ρωσίας ενισχύονταν στη συνοριακή γραμμή.
Ο πρόεδρος της Αμερικής ζήτησε από την J. Yellen να ετοιμάσει ένα πλάνο με πιθανά μέτρα, ως απάντηση σε πιθανή εισβολή. Από εκείνο το σημείο, οι ΗΠΑ άρχισαν να συνεργάζονται με την ΕΕ, το ΗΒ και άλλους. Μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου, όπως έκανε γνωστό πηγή που εργάζεται στο υπουργείο Εξωτερικών, ανώτεροι λειτουργοί της διακυβέρνησης J. Biden περνούσαν, κατά μέσο όρο, δέκα με δεκαπέντε ώρες την εβδομάδα σε ασφαλείς συνομιλίες ή τηλεδιασκέψεις με την ηγεσία της ΕΕ και τα κράτη-μέλη για να συντονιστούν σε αυτό το ζήτημα.

Wally Adeyemo – Janet Yellen
Επικεφαλής της προσπάθειας στην Ουάσινγκτον ήταν ο Daleep Singh, που έχει δουλέψει στη Fed και διατηρεί ρόλο αναπληρωτή Εθνικής Ασφάλειας για τα Διεθνή Οικονομικά στον Λευκό Οίκο και ο Wally Adeyemo, πρώην υπάλληλος της εταιρείας διαχείρισης επενδύσεων BlackRock, που σήμερα εκτελεί καθήκοντα αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών. Και οι δύο έχουν υπηρετήσει στη διακυβέρνηση του Β. Obama, όταν ΗΠΑ και Ευρώπη διαφώνησαν ως προς το πώς να διαχειριστούν την προσάρτηση της Κριμαίας.
Επιπλέον, σημειώνεται στο δημοσίευμα των ft.com, η ΕΕ ήθελε να αποφύγει το κάπως αμήχανο προηγούμενο με τις κυρώσεις στη Λευκορωσία, οι οποίες κατέληξαν αποδυναμωμένες, καθώς οι επιμέρους χώρες επεδίωξαν εξαιρέσεις για τις επιχειρήσεις τους. Οπότε, προκειμένου η πρόσφατη πρωτοβουλία να μην προσομοιάζει σε προηγούμενες, ανέλαβε να τη φέρει εις πέρας ο Bjoern Seibert, επικεφαλής του γραφείου της Ursula von der Leyen. “Ο Bj. Seibert είχε κεντρικό ρόλο, ο μόνος με γενική εποπτεία των ευρωπαϊκών θέσεων και σε συνεχή επικοινωνία με τις ΗΠΑ σχετικά με το θέμα”, μεταφέρει διπλωμάτης της Ένωσης.
Όπως πρόσθεσε ανώτερη πηγή του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, η απόφαση της Γερμανίας να μην προχωρήσει με τη λειτουργία του αγωγού Nord Stream 2 μετά την εισβολή, ήταν κρίσιμη ώστε να πειστούν να ακολουθήσουν οι διστακτικοί Ευρωπαίοι, “ένα σημαντικό μήνυμα ότι ιερές αγελάδες θα έπρεπε να θυσιαστούν”.

Η Chrystia Freeland σε διαδήλωση υπέρ της Ουκρανίας στο Τορόντο (02.03) / thestar.com
Μια άλλη κεντρική φιγούρα ήταν η υπουργός Οικονομικών του Καναδά Chrystia Freeland, με ουκρανική καταγωγή, που είχε στενές επαφές με αξιωματούχους στο Κίεβο. Λίγο αφότου τα ρωσικά τανκς αναπτύχθηκαν στο έδαφος της Ουκρανίας, η ίδια έστειλε μια γραπτή πρόταση, στο αντίστοιχο υπουργείο της Αμερικής και εκείνο των Εξωτερικών με συγκεκριμένο σχέδιο να τιμωρηθεί η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας, σύμφωνα με αξιωματούχο στη Δύση. Την ίδια μέρα, ο πρωθυπουργός του Καναδά Justin Trudeau το επανέφερε στην έκτακτη Σύνοδο των G7. Η Chrystia Freeland σε ένα συναισθηματικά φορτισμένο μήνυμά της στην ουκρανική κοινότητα του Καναδά, ανέφερε: “Τώρα είναι ώρα να θυμόμαστε”, συμπληρώνοντας στα ουκρανικά, ότι η συγκεκριμένη χώρα “δεν είναι ακόμη νεκρή”.
Η απειλή του οικονομικού πλήγματος μπορεί να μην απέτρεψε τον Vl. Putin να εισβάλει, όμως ηγέτες χωρών της Δύσης φαίνεται να θεωρούν ότι οι οικονομικές κυρώσεις που εφαρμόστηκαν δείχνουν ότι η υπερατλαντική συμμαχία έχει αναζωογονηθεί και ότι οι δημοκρατίες δεν είναι πολύ αργές ούτε διστακτικές. “Ποτέ στην ιστορία της ΕΕ δεν υπήρχαν τόσο στενές επαφές με τους Αμερικανούς για ένα ζήτημα ασφάλειας όσο τώρα – ήταν πραγματικά χωρίς προηγούμενο”, διατείνεται ανώτερη πηγή της ΕΕ.
Τελικά, η κίνηση κατά της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας ήταν το αποτέλεσμα 72 ωρών εντατικής διπλωματίας. Τα συναισθήματα ήταν έντονα, καθώς φαινόταν ότι ρωσική επιδίωξη ήταν η γρήγορη κατάληψη της Ουκρανίας. (…) Το συγκεκριμένο μέτρο δεν ήταν στις προτεραιότητες του σχεδιασμού πριν τον πόλεμο, ο οποίος τότε εστίαζε περισσότερο στο ποιες ρωσικές τράπεζες θα έμεναν εκτός των συναλλαγών μέσω Swift. “Η φρίκη της απαράδεκτης, αδικαιολόγητης και παράνομης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, που συμπεριλάμβανε άμαχους, ξεκλείδωσε την ικανότητά μας να προχωρήσουμε παραπέρα”, υποστήριξε από την πλευρά της ανώτερη πηγή του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα των ft.com, στην Ευρώπη ήταν ο M. Draghi που προώθησε την ιδέα των κυρώσεων στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας, σε μια έκτακτη ευρωπαϊκή Σύνοδο τη νύχτα της εισβολής – αν και η Ιταλία, από τις βασικές χώρες που εισάγουν ρωσικό φυσικό αέριο, στο παρελθόν είχε υπάρξει διστακτική με αυτές. Το επιχείρημα ήταν ότι τα αποθεματικά της χώρας σε συνάλλαγμα ενδεχομένως να χρησιμοποιούνταν για να απορροφηθούν οι επιπτώσεις άλλων κυρώσεων. “Για να αμβλυνθεί αυτό … χρειαζόταν να παγώσουν τα κεφάλαια”, εξήγησε Ευρωπαίος αξιωματούχος.
Ο χαρακτήρας της τελευταίας στιγμής, που είχαν οι συζητήσεις, ήταν καίριος προκειμένου να διασφαλιστεί ότι θα έβρισκαν τη Μόσχα απροετοίμαστη. Σε περίπτωση που είχε ενημέρωση εκ των προτέρων, ίσως να άρχιζε να μετακινεί κάποια από τα αποθεματικά της σε άλλα νομίσματα. Σύμφωνα με διαρροές πηγής από την ΕΕ στους ft.com, υπήρχαν αναφορές ότι η Ρωσία είχε ζητήσει από επενδυτές να πραγματοποιήσουν συναλλαγές, οπότε η βούληση ήταν τα μέτρα να είναι έτοιμα πριν ανοίξουν οι χρηματαγορές τη Δευτέρα 28/02, ώστε οι τράπεζες να μην τις επεξεργαστούν. “Τους αιφνιδιάσαμε – δεν το κατάλαβαν, παρά πολύ αργά.”
Από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, ο Wally Adeyemo είπε στους Financial Times: “Ήμασταν σε θέση να γνωρίζουμε ότι δεν ήταν δυνατό να βρουν κάποιο άλλο μετατρέψιμο νόμισμα, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ώστε να τις παρακάμψουν.” Στη Βρετανία, συνεχίζει το δημοσίευμα, το ίδιο υπουργείο υπό τον Rishi Sunak, σε μια φρενήρη προσπάθεια μέσα στο Σαββατοκύριακο, τελειοποίησε τις λεπτομέρειες τις πρώτες πρωινές ώρες της Δευτέρας 28/02 και μέσω WhatsApp, πριν ανοίξουν οι αγορές στο Λονδίνο στις 7:00πμ.
Έλλειψη ξεκάθαρης πολιτικής στρατηγικής
Όσο κι αν η απάντηση των δυνάμεων της Δύσης χαρακτηρίζεται από ενότητα, υπάρχουν ήδη ενδείξεις πιθανών ρήξεων – ειδικά μετά τους ισχυρισμούς για τέλεση εγκλημάτων πολέμου και τις εκκλήσεις για επιπλέον κυρώσεις. Ακόμη, δεν έχει περιγραφεί τι θα χρειαστεί να κάνει η Ρωσία προκειμένου οι κυρώσεις να αρθούν, αφήνοντας κατά μέρος κάποιες από τις δύσκολες ερωτήσεις σχετικά με την πολιτική στρατηγική, που θα πρέπει να ακολουθηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο. Η στόχευση ήταν να επιφέρουν βραχυπρόθεσμο πλήγμα στη Ρωσία, προκειμένου να εμποδιστεί η πολεμική προσπάθεια ή η μακροπρόθεσμη συγκράτησή (containment) της;
Η δημοσιογραφική ομάδα των ft.com υπογραμμίζει ότι, ακόμα και όταν λειτουργούν, οι κυρώσεις χρειάζονται χρόνο για να έχουν αντίκτυπο, ενώ τα αποτελέσματα της κρίσης γίνονται περισσότερο αισθητά στην Ευρώπη. Με δεδομένη την υψηλή εξάρτησή της από τις εισαγωγές στην ενέργεια, η τελευταία ήταν μέχρι στιγμής, διστακτική να επιβάλει εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο και το φυσικό αέριο. Όταν έγιναν γνωστές βιαιοπραγίες στα περίχωρα του Κιέβου, που φέρεται να αποδίδονται σε Ρώσους στρατιώτες – αν και η Ρωσία το αρνείται – ένας νέος γύρος κυρώσεων ανακοινώθηκε την Τρίτη 05/03, που περιλαμβάνει την απαγόρευση εισαγωγών άνθρακα και, σε επόμενο στάδιο, ίσως και το πετρέλαιο.

Daleep Singh / AP
Ένας άλλος καίριος παράγοντας είναι το εάν το αφήγημα της Δύσης, σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα των κυρώσεων, υπερτερεί στη Ρωσία και τον υπόλοιπο κόσμο. Το 2019 ο Daleep Singh, παραδέχθηκε ότι εκείνες που εφαρμόστηκαν μετά την προσάρτηση της Κριμαίας δεν ήταν τόσο αποτελεσματικές γιατί “η ρωσική προπαγάνδα κατάφερε να πείσει ότι η Δύση ευθυνόταν για τα οικονομικά της προβλήματα”. Όπως είπε στο Κογκρέσο, “η αδυναμία μας να αποκρούσουμε τη μετάθεση ευθυνών, έδωσε στον Vl. Putin περισσότερη διάρκεια στην εξουσία, απ’ ό,τι θα έπρεπε.” Οι συντάκτες των ft.com θεωρούν ότι το επόμενο διάστημα ο πρόεδρος της Ρωσίας θα προσπαθήσει να πείσει τον λαό της χώρας του, που θα βιώνει οικονομικές δυσκολίες, ότι είναι θύμα και όχι επιτιθέμενος.
Για την Κίνα, την Ινδία, τη Βραζιλία και άλλες χώρες, οι οποίες ενδεχομένως να τον βοηθήσουν να αποφύγει τις κυρώσεις της Δύσης, το βαθύτερο ερώτημα – επισημαίνεται στο πρώτο μέρος της ανάλυσης των Financial Times σχετικά με την εργαλειοποίηση της οικονομίας (06/03) – θα έχει να κάνει με τον ρόλο του αμερικανικού δολαρίου στην παγκόσμια οικονομία: ‘μπορούμε ακόμη να εμπιστευθούμε την Αμερική;’
Πηγή: ft.com > Valentina Pop και Sam Fleming στις Βρυξέλλες, James Politi και Colby Smith στην Ουάσινγκτον, Dan Dombey στη Μαδρίτη, George Parker στο Λονδίνο, Robin Wigglesworth στο Όσλο / στην κεντρική φωτογραφία: έργο της Ουκρανής καλλιτέχνιδας Μaria Prymachenko με τίτλο: ‘Feed me, Tάισέ με’





