Ζίζεκ: Λένιν 2017 – Τσακαλώτος: στην οδό Ριζοσπαστών
Στο βιβλίο του ‘Λένιν 2017’ (εκδ. του Εικοστού Πρώτου), που στα αγγλικά κυκλοφορεί με τον υπότιτλο: ‘Remembering, Repeating and Working Τhrough’, παραπέμποντας στο ομώνυμο σύγγραμμα του S. Freud, ο φιλόσοφος Slavoj Žižek ανατρέχει στο δοκίμιο του επικεφαλής της Οκτωβριανής Επανάστασης με τίτλο: ‘Η ανάβαση σε ψηλά βουνά’ (σελ. 30-33). Όπως εξηγεί, είναι γραμμένο το 1922, όταν – μετά τη νίκη στον εμφύλιο πόλεμο, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη – οι μπολσεβίκοι χρειάστηκε να ενδώσουν στη Νέα Οικονομική Πολιτική, που συνεπαγόταν πολύ μεγαλύτερο βάρος στην οικονομία της αγοράς και την ιδιοκτησία.
Ο Λένιν χρησιμοποιεί τη μεταφορά ενός ορειβάτη, που πρέπει να επιστρέψει στην κοιλάδα μετά την πρώτη του απόπειρα να φτάσει σε μια καινούρια βουνοκορφή, προσπαθώντας να περιγράψει τι σημαίνει υποχώρηση σε μια επαναστατική διαδικασία, δηλαδή πώς υποχωρεί κανείς χωρίς να προδώσει οπορτουνιστικά την πίστη του στον Σκοπό: “Ας φανταστούμε έναν άνθρωπο, που επιχειρεί να ανεβεί σε ένα πολύ ψηλό, απότομο και ανεξερεύνητο ακόμη βουνό. Ας υποθέσουμε πως κατόρθωσε, υπερνικώντας αφάνταστες δυσκολίες και κινδύνους, να ανεβεί πολύ πιο ψηλά από άλλους προηγούμενους, (σελ. 31) μα ωστόσο δεν μπόρεσε να φτάσει στην κορυφή. Ο άνθρωπος αυτός βρέθηκε στο σημείο να του είναι – όχι μόνο δύσκολο κι επικίνδυνο, μα εντελώς αδύνατο να τραβήξει μπροστά, στην κατεύθυνση και τον δρόμο, που διάλεξε. Αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω, να κατεβεί, να αναζητήσει άλλους δρόμους – έστω και πιο μακρινούς, που ωστόσο να παρέχουν την ελπίδα πως μπορεί να φτάσει ως την κορυφή. Η κάθοδος, από το πρωτοφανές στον κόσμο αυτό ύψος, που βρέθηκε ο υποτιθέμενος ορειβάτης μας, παρουσιάζει ίσως περισσότερες δυσκολίες και κινδύνους απ’ ό,τι η ανάβαση: πιο εύκολα μπορεί να παραπατήσει· δεν είναι τόσο εύκολο να προσέξει το μέρος, που θα βάλει το πόδι του· λείπει η ιδιαίτερη εκείνη ευδιαθεσία, την οποία δημιουργούσε το ανέβασμα ευθεία προς τα πάνω, κατευθείαν στον σκοπό, κτλ. (…) Και από κάτω ακούγονται φωνές χαιρέκακες. Μερικοί δείχνουν ανοιχτά τη χαιρεκακία τους, σκούζουν και φωνάζουν: τώρα θα πέσει, καλά να πάθει, άσε τις τρέλες! Άλλοι προσπαθούν να κρύψουν τη χαιρεκακία τους, εφαρμόζοντας κυρίως την τακτική του Ιούντουσκα Γκολοβλιόφ (κεντρικού ήρωα του μυθιστορήματος Οικογένεια Γκολοβλιόφ, 1880 του Ρώσου σατυρικού συγγραφέα Μιχαήλ Σαλτικόφ Στσεντρίν)· λυπούνται, σηκώνουν τα μάτια στον ουρανό. Δυστυχώς, οι φόβοι μας επαληθεύονται! Μήπως εμείς, που φάγαμε τα νιάτα μας για να φτιάξουμε ένα μελετημένο σχέδιο ανάβασης σ’ αυτό το βουνό, δε ζητήσαμε να αναβληθεί αυτή η ανάβαση, ώσπου να τελειώσουμε με την επεξεργασία του σχεδίου μας; Κι αν τόσο φανατικά ταχθήκαμε ενάντια στον δρόμο αυτό, που τώρα τον εγκαταλείπει ακόμη κι εκείνος ο τρελός (κοιτάξτε, κοιτάξτε, γύρισε πίσω, κατεβαίνει, χάνει ώρες ολόκληρες για να μπορέσει να κάνει ένα βήμα! ενώ εμάς μας έβριζε με τα πιο αισχρά λόγια όταν επιμέναμε και λέγαμε ότι χρειάζεται προσοχή και φρόνηση!) – αν τόσο αυστηρά καταδικάζαμε τον τρελό αυτό και προειδοποιούσαμε όλους να προσέχουν να μην τον ακολουθήσουν και να μην τον βοηθήσουν, το κάναμε αποκλειστικά και μόνο γιατί ήμασταν προσηλωμένοι (σελ. 32) στο μέγα σχέδιο της ανάβασης στο βουνό αυτό, γιατί δε θέλαμε γενικά να δυσφημίσουμε αυτό το μέγα σχέδιο!”

Στη συνέχεια, ο Λένιν εστιάζει σε όσα δεν έγιναν: “Μα δεν ολοκληρώσαμε ούτε το θεμέλιο της σοσιαλιστικής οικονομίας. (…) Αυτό πρέπει να το καταλάβουμε καλά και να το πούμε ανοιχτά γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο επικίνδυνο από την αυταπάτη (και τον ίλιγγο, ιδιαίτερα στα μεγάλα ύψη). Δεν είναι καθόλου ‘φοβερό’ να ομολογεί κανείς την πικρή αλήθεια, δεν υπάρχει τίποτε στην περίπτωση αυτή, που να δικαιολογεί την παραμικρή απογοήτευση, γιατί πάντα διακηρύσσαμε και επαναλαμβάναμε τη στοιχειώδη αλήθεια του μαρξισμού, ότι για τη νίκη του σοσιαλισμού χρειάζονται οι συντονισμένες προσπάθειες των εργατών μερικών προηγμένων χωρών. Κι εμείς, που για την ώρα, είμαστε ακόμη μονάχοι και σε μια καθυστερημένη χώρα, σε μια χώρα πιο κατεστραμμένη από τις άλλες, φτιάξαμε σε απίστευτο βαθμό, πολλά. Εκτός απ’ αυτό: διατηρήσαμε τη ‘στρατιά’ των επαναστατικών προλεταριακών δυνάμεων, διατηρήσαμε την ‘ικανότητα ελιγμών’ της, διατηρήσαμε το μυαλό μας καθαρό – πράγμα που μας επιτρέπει να υπολογίζουμε ήρεμα πού, πότε και πόσο πρέπει να υποχωρήσουμε (για να κάνουμε ένα άλμα πιο μεγάλο) – πού, πότε και πώς συγκεκριμένα πρέπει να καταπιαστούμε με την ολοκλήρωση αυτού, που αφήσαμε στη μέση. Χωρίς αμφιβολία, θα θεωρούνταν για πάντα χαμένοι οι κομμουνιστές εκείνοι, που φαντάζονταν πως ήταν δυνατόν χωρίς λάθη, χωρίς υποχωρήσεις, χωρίς επανειλημμένες αλλαγές στις δουλειές, που αφήσαμε μισοτελειωμένες ή σ’ εκείνες, που δεν τις κάναμε καλά, να φέρουμε σε πέρας ένα κοσμοϊστορικό ‘εγχείρημα’, όπως είναι η ολοκλήρωση των θεμελίων της σοσιαλιστικής οικονομίας (ιδιαίτερα σε μια χώρα, όπου κυριαρχεί το μικρό αγροτικό νοικοκυριό). Δε χάθηκαν (και πιθανότατα δε θα χαθούν) οι κομμουνιστές (σελ. 33) εκείνοι, που δεν παρασύρονταν ούτε από αυταπάτες ούτε από απογοητεύσεις και διατηρούν τη δύναμη και την ευλυγισία του οργανισμού για να ξαναρχίσουν ‘πάλι από την αρχή’ την πορεία για την ολοκλήρωση μιας δυσκολότατης αποστολής.”
Ο Λένιν είναι εδώ – σχολιάζει ο Slavoj Žižek – στα μπεκετιανά καλύτερά του, απηχώντας τα λόγια από το Worstward Ho: ‘Προσπάθησε ξανά. Απότυχε ξανά. Απότυχε καλύτερα.’ Σύμφωνα με τον ίδιο, (σελ. 33) “το συμπέρασμα του Λένιν ‘να ξαναρχίζεις πάλι από την αρχή’, κάνει σαφές ότι δε μιλά απλώς για επιβράδυνση προκειμένου να κατοχυρωθούν όσα επιτεύχθηκαν ήδη, αλλά ακριβώς για κάθοδο ξανά στην αφετηρία: πρέπει κανείς να ‘ξαναρχίζει από την αρχή’ – όχι από εκεί, όπου είχε καταφέρει να φτάσει στην προηγούμενη προσπάθειά του. Με τους όρους του Κίρκεγκωρ, η επαναστατική διαδικασία δεν είναι σταδιακή, αλλά κίνηση επανάληψης της αρχής ξανά και ξανά. Ακριβώς εδώ βρισκόμαστε σήμερα, μετά τη ‘σκοτεινή καταστροφή’ του 1989. (…) Απορρίπτοντας κάθε συμβιβασμό με τις Σειρήνες, οπωσδήποτε πρέπει τώρα να ‘ξαναρχίσουμε από την αρχή’, όχι ‘χτίζοντας στα θεμέλια της επαναστατικής εποχής του 20ου αιώνα’ (από το 1917 έως το 1989, ή ακριβέστερα έως το 1968), αλλά ‘κατεβαίνοντας’ στην αφετηρία προκειμένου να διαλέξουμε διαφορετικό δρόμο.”

Στην προτομή του Ηλία Ζερβού Ιακωβάτου, που τον 19ο αιώνα εισηγήθηκε τις πρώτες σοσιαλιστικές ιδέες και το αίτημα της ψήφου των γυναικών στην Κεφαλονιά και στην οδό Ριζοσπαστών βρέθηκε τις προηγούμενες ημέρες ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Στο επιμελητήριο στο Αργοστόλι είχε συνάντηση με παραγωγικούς φορείς και επαγγελματίες, που του έθεσαν τα ζητήματα, τα οποία τους απασχολούν, με πρώτο την ακρίβεια, την αναγκαιότητα μείωσης του ΦΠΑ, την εφαρμογή του μεταφορικού ισοδύναμου, κ.α.
“Την πανδημία διαδέχθηκε η ενεργειακή κρίση και η ακρίβεια, επηρεάζοντας όλους και όλες. Συνέπεια αυτών είναι και το έντονο πρόβλημα με τα κόκκινα δάνεια.”, παρατήρησε. Εξήγησε ότι προκρίνει ως μόνη βιώσιμη λύση την ισόρροπη κατανομή βαρών ανάμεσα στους δανειολήπτες, τις τράπεζες και το κράτος. Αναφέρθηκε, επίσης, στη στεγαστική κρίση – ένα πρόβλημα, το οποίο οξύνεται υποστηρίζοντας ότι χρειάζεται ρύθμιση και παρεμβάσεις, που να αυξάνουν το απόθεμα κατοικιών. Έκανε, ακόμη, γνωστό ότι τάσσεται υπέρ μιας συλλογικής ηγεσίας στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
Την περασμένη Πέμπτη (10/08) στη Χαλκίδα συνομίλησε με πολίτες, επιχειρηματίες και εκπροσώπους του εμπορικού συλλόγου, οι οποίοι του περιέγραψαν τα σοβαρά προβλήματα, που αντιμετωπίζουν οι μικρές επιχειρήσεις εξαιτίας του πληθωριστικού κύματος των συσσωρευμένων χρεών αλλά και της απειλής από τις μεγάλες αλυσίδες. Τους μετέφερε την άποψή του ότι πρόκειται για οργανωμένο σχέδιο, που αναλύεται στο σχέδιο του Χρ. Πισσαρίδη και θα μπορούσε να έχει κωδική ονομασία ‘το μεγάλο ψάρι να φάει το μικρό’. Αντικείμενο της συζήτησης αποτέλεσαν και οι αιτίες της ήττας αλλά και το πώς μπορεί να ανακάμψει ο ΣΥΡΙΖΑ. Υποστήριξε πως “για όλα τα ζητήματα χρειάζεται μεσοπρόθεσμος σχεδιασμός, που με δουλειά μυρμηγκιού θα κατοχυρώνει την ταυτότητα, τις κοινωνικές αναφορές και τις νέες προγραμματικές επεξεργασίες. Και όλα αυτά, με ένα κόμμα, που θα δουλεύει δημοκρατικά, συλλογικά και με οργανώσεις μελών, οι οποίες θα παίρνουν πρωτοβουλίες – χωρίς απαραιτήτως να περιμένουν καθοδήγηση από το κέντρο, προκειμένου να δημιουργηθεί μια αμφίδρομη σχέση και να νιώθει κάθε μέλος ότι συνεισφέρει ουσιαστικά – τόσο σε κεντρικό επίπεδο αλλά και σε τοπικό.”

> Άμλετ του W. Shakespeare σε μετάφραση Γ. Χειμωνά (εκδ. Κέδρος, 1988, σελ. 28)
“Οικονομία. Οικονομία Οράτιε
Τα ψητά του νεκρόδειπνου δεν πήγαν χαμένα
Τα αποτέλειωσαν κρύα στο τραπέζι του γάμου.”
Σε άρθρο γνώμης με τίτλο ‘Συνειδητοί παρίες’ ο Γιώργος Βέλτσος (08/08, tovima.gr) σχολιάζει την ιδεολογική ζύμωση στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: “‘Πρέπει να αποφασίσουμε ποιοι είμαστε.’ Διόλου δε με ξάφνιασε η δήλωση αυτή του Ευκλείδη Τσακαλώτου. Προφανώς δεν έχει διαβάσει Κίρκεγκωρ: ‘Η στιγμή της απόφασης είναι μια τρέλα.’ Και ούτε θέλει να ξέρει πως το ζήτημα δεν είναι τι εσύ αποφασίζεις αλλά τι αποφασίζει αυτό για εσένα (κολοτούμπα). Ο βολονταρισμός (μαρξιστικός) ενός ‘είσαι ό,τι γίνεσαι’, δε λειτουργεί πάντα. Είσαι ό,τι έγινες κι ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κόμμα εξουσίας. Οπότε, ποια Αριστερά; Διότι δεν έχει σημασία αν αποφάσισες να δηλώσεις Αριστερός. Σημασία έχει πως είσαι (στην Ελλάδα) ‘ό,τι δηλώσεις’. (…) Υπ’ αυτή την έννοια, η Αριστερά υπάρχει φαντασματολογικά στο μη-αποφασίσιμο, το ανεπίκριτο, από το οποίο αρχίζουν οι δυσκολίες: ‘Δεν υπάρχει κανόνας, δεν υπάρχει απόφαση, την ίδια όμως στιγμή υπάρχει ως ανεπίκριτο, μη αποφασίσιμο.’ Άλλωστε, η Αριστερά (κυβερνώσα) είναι ένα είδος κοινωνικής οικονομίας και όχι ανοικονόμητο πάθος για τις Αριστερές ιδέες.
Το ίδιο συμβαίνει με την έννοια της δικαιοσύνης. Παρουσιάζει τις έννοιες του πολιτικού και της Δημοκρατίας ως εμπειρίες του α-δύνατου και του απροϋπόθετου. Ο Σπύρος Μακρής στο βιβλίο του Jacques Derrida – Φαντάσματα του πολιτικού και ελευσόμενη δημοκρατία, σημειώνει ότι η ντεριντιανή δικαιοσύνη ‘δε σχετίζεται με τον Καρτεσιανό ορθολογισμό, αλλά με ένα πάθος για αποδόμηση κάθε συμβατικής νοηματοδότησης· για παρηγοριά στους αδικημένους· με μια αδημονία για το ανέφικτο και το α-δύνατο’. Αλλά ο Τσακαλώτος από κατάρτιση δεν είναι αποδομιστής. Τον κατατρύχει ο Μαρξ και όχι τα φαντάσματά του. Για την Αχτσιόγλου δε θα έλεγα το ίδιο. Αν θα έπρεπε να τη συμπεριλάβω στα dramatis personae του Άμλετ, θα την έβλεπα μάλλον ως Γερτρούδη παρά ως Οφηλία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν δεν υπάρξει διαδικασία πένθους και ‘αν δε φάνε τα ψητά του νεκρόδειπνου, κρύα στο τραπέζι του γάμου’, δε θα υπάρξει για πολύ. (…)
Δε θα πάψω να το επαναλαμβάνω, γνωρίζοντας τις συνέπειες της ‘απολιτικής’ μου σκέψης, η πολιτική είναι μια theologia negativa, όπως και η δικαιοσύνη. Το να είσαι πολιτικός σημαίνει ότι ζητάς διαρκώς το αδύνατο. Και με όρους της Arendt ‘είσαι ένας conscious parias (συνειδητός παρίας)’. Αυτό δεν ήταν άλλωστε και ο Άμλετ; Γι’ αυτό δε σάπισαν στα ξερονήσια οι Αριστεροί; (…)”





