Μια τάξη, που την έλεγαν μεσαία
Οι αμερικανικές οικογένειες της μεσαίας τάξης πασχίζουν εδώ και δεκαετίες να τα βγάλουν πέρα, με εισόδημα που δεν αυξάνεται, εν αντιθέσει με τις τιμές, σημειώνουν σε ρεπορτάζ τους για το time.com οι Alana Semuels, Belinda Luscombe και Leslie Dickstein (28/04). Κατά τη διάρκεια του ενός χρόνου της πανδημίας, καθώς στον τομέα των υπηρεσιών εκατομμύρια υπάλληλοι απολύθηκαν, το ένα τρίτο όσων ανήκουν σε αυτή μοιάζει να είχαν τη δυνατότητα να ισοσκελίσουν τα έξοδα, αφού κράτησαν τις δουλειές τους όσο οι εταιρείες προσπαθούσαν να βρουν εργαζόμενους. Σύμφωνα με το Pew Research, δουλεύοντας από το σπίτι, επωφελήθηκαν από την κρατική παρέμβαση για ρευστότητα στην οικονομία, τα επιδόματα για τα παιδιά και την προσωρινή παύση πληρωμών για τις δόσεις των φοιτητικών δανείων.
Δεκαοχτώ μήνες αργότερα, μοιάζει να θεωρούν ότι οποιοδήποτε αίσθημα οικονομικής ασφάλειας ήταν αυταπάτη. Το να είναι κανείς μεσαία τάξη στην Αμερική δεν έχει να κάνει μόνο με τα χρήματα που κερδίζει αλλά με το τι μπορεί να κάνει με αυτά. Κάποιοι το μετρούν με το εάν μια οικογένεια έχει δεύτερο ψυγείο ή κήπο. Ο διευθυντής της Πρωτοβουλίας για το Μέλλον της Μεσαίας Τάξης στο Ίδρυμα Brookings, Richard Reeves πιστεύει ότι αυτό που έχει σημασία είναι εάν οι πολίτες μπορούν να αντέξουν άνετα τις δαπάνες για τη στέγαση, την περίθαλψη, την ανώτατη εκπαίδευση.
Οι δημοσιογράφοι του time.com μίλησαν με πολίτες που εμπίπτουν στο 60% των εισοδημάτων στην Αμερική, που θεωρούνται μεσαία. Κυμαίνονται μεταξύ 42.500 και 166.900 δολαρίων το χρόνο για μια οικογένεια με τρία άτομα. Ανάμεσα σε άλλα είπαν: “Το αμερικανικό όνειρο είναι ο απόλυτος εφιάλτης και θέλω απλά να του ξεφύγω σε αυτό το σημείο.” / “Είναι πραγματικά απογοητευτικό. Χάνω την ελπίδα μου. Δεν ξέρω τι να κάνω.” / “Δράσαμε όπως έπρεπε, αλλά είμαστε πολύ επιβαρυμένοι με τα έξοδα.” / “Κερδίζω περισσότερα χρήματα από ποτέ, ωστόσο, ακόμη δεν μπορώ να αγοράσω ένα σπίτι.” / “Έφτιαξα ρίζες εδώ. Δεν θέλω να αναγκαστώ να φύγω.”
Πολλοί ανέφεραν πικρία απέναντι στους γονείς τους ή σε συναδέλφους μεγαλύτερης ηλικίας, που δεν καταλαβαίνουν γιατί η νεότερη γενιά δεν αντέχει οικονομικά τα χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν τα μέλη της μεσαίας τάξης, όπως ιδιόκτητο σπίτι ή μηδενικό χρέος λόγω σπουδών. “Η μεταπολεμική γενιά (boomers) μπορούσε να δουλεύει με το βασικό μισθό, να ζει τη ζωή – να πηγαίνει σε εθνικούς δρυμούς ή να έχει παιδιά και δικό της σπίτι. Εμείς δεν έχουμε αυτή τη δυνατότητα.”, υποστήριξε η Julie Ann Nitsch, δημόσια υπάλληλος στο Austin, που όταν το σπίτι που νοικιάζει θα πουληθεί το Μάιο, δε θα είναι σε θέση να ζει στην περιφέρεια που δουλεύει.
Πέρυσι οι τιμές των σπιτιών ανέβηκαν 20% και το κόστος των καταναλωτικών αγαθών κατά 8.5%. Με στοιχεία του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (CPI), οι οικογένειες στην Αμερική κλήθηκαν να πληρώσουν 3.500 δολάρια περισσότερα φέτος, σε σχέση με την περασμένη χρονιά, για τα βασικά προϊόντα και υπηρεσίες. Το ωρομίσθιο, με την απορρόφηση του πληθωρισμού είναι, κατά μέσο όρο, μικρότερο κατά 2.7%. Άλλη έρευνα του Πανεπιστημίου του Michigan, έδειξε ότι το Μάρτιο το καταναλωτικό συναίσθημα έφτασε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2011, με περισσότερα νοικοκυριά να αναμένουν τα οικονομικά τους να βρεθούν στο χειρότερο σημείο από το Μάιο του 1980.
“Η συμβουλή ήταν: δούλεψε σκληρά, πλήρωσε τις υποχρεώσεις σου και θα ανταμειφθείς. Ωστόσο, ‘το τέρμα μετακινείται συνεχώς’.” παρατηρεί ο Daniel Barela, αεροσυνοδός 36 χρονών στην Albuquerque, Νέο Μεξικό, προσθέτοντας ότι ο πατέρας του στην ηλικία του είχε σπίτι και τέσσερα παιδιά. Εκείνος και η σύντροφός του έβγαλαν συνολικά περίπου 69.000 δολάρια πέρυσι και αισθάνεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες. Έχασε τη δουλειά του στην κρίση του 2008, ενώ το επιτόκιο της πιστωτικής του κάρτας ανατιμήθηκε στο 29.99%, με αποτέλεσμα να δηλώσει πτώχευση. “Ανεξάρτητα από το τι δουλειά έχω και το πόσο πολύ δουλεύω, ποτέ δε μοιάζει αρκετό για να φτάσω τα προαπαιτούμενα για την αγορά ενός σπιτιού.”

Robert Neubecker, wsj.com
O πατέρας του δεν κατανοεί γιατί τα παιδιά του δεν τα φέρνουν βόλτα. Εκείνος μετακόμισε στην Albuquerque το 1984 και το ωρομίσθιο του σαν επιστάτης (custodian) ήταν 5.40 δολάρια την ώρα. Χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση, ανέβηκε με σκληρή δουλειά την κλίμακα στην επιχείρηση που εργαζόταν και μαζί με τη γυναίκα του έχουν τώρα εννιά σπίτια στο New Mexico. “H γενιά μου δεν σταματούσε να δουλεύει στις σαράντα ώρες την εβδομάδα. Όποιος ήθελε να είναι επιτυχημένος ξεκινούσε από ‘κει και έκανε ό,τι χρειαζόταν. Η σημερινή γενιά στις σαράντα ώρες είναι εξαντλημένη. Δεν την αποκαλούν τυχαία ‘Γενιά του Εαυτού’ (Me Generation). Δεν μιλάω μόνο για τα παιδιά μου, το διαπιστώνω και σε άλλα – απλά δεν θέλουν να δουλέψουν. Δυσκολεύομαι να βρω ανθρώπους για μερεμέτια με 12 – 15 δολάρια την ώρα.”
Η νεότερη γενιά – ακόμη κι αν έχει ακολουθήσει όλα τα προτεινόμενα βήματα της αμερικανικής κοινωνίας, κερδίζοντας περισσότερα από τους γονείς της, αποκτώντας πανεπιστημιακή εκπαίδευση, επιλέγοντας τη δουλειά που θα κάνει, έχοντας κάπου να μείνει, επίπεδη οθόνη τηλεόρασης και i-phone, κατά κάποιο τρόπο καταλήγει οικονομικά εύθραυστη. “Υποτίθεται ότι με βάση το εισόδημα ανήκουμε στην ανώτερη μεσαία τάξη, αλλά σίγουρα δε νιώθουμε έτσι. Εάν είσαι μέλος αυτής της τάξης, μπορείς να κάνεις ευχάριστα πράγματα – εμείς, όμως, δε βγαίνουμε οικονομικά.”, παραπονέθηκε ο J. Swope.
Μοιάζει να έχουν δίκιο, σχολιάζουν οι δημοσιογράφοι του time.com. Η ιδιοκτησία στέγης γίνεται όλο και πιο άπιαστη για κάθε διαδοχική γενιά, καθώς οι τιμές της ακίνητης περιουσίας αυξάνονται γρηγορότερα από τον πληθωρισμό. Περισσότεροι από το 70% των πολιτών, ηλικίας 35 – 44 χρονών είχαν δικό τους σπίτι το 1980, σύμφωνα με το Ινστιτούτο Πόλεων (Urban Institute), όμως το 2018 λιγότεροι από το 60% της παραπάνω ηλικιακής ομάδας είχαν αγοράσει ένα σπίτι για να μείνουν. Η εκτόξευση στις τιμές δημιούργησε ένα διαχωρισμό, ενισχύοντας την αξία των σπιτιών των Αμερικανών μεγαλύτερης ηλικίας, αφήνοντας εκτός τους νεότερους, που δεν έχουν τα μέσα για να μπουν στην αγορά.

‘Παρακαλώ πείτε μου ότι δεν θα υπάρξει δεύτερη Μεγάλη Ύφεση’ / Chris Weyant, The Hill
H γενιά της χιλιετίας (millennials) ενηλικιώθηκε εν μέσω της χειρότερης ύφεσης εδώ και δεκαετίες, εισερχόμενη στην αγορά εργασίας σε μια περίοδο που οι μισθοί αυξάνονταν πολύ αργά και ανταπεξήλθαν σε ακόμη μία στην αρχή της πανδημίας. Μέσα σε όλα αυτά, οι τιμές συνέχισαν να διευρύνονται. Το μέσο εισόδημα ενός νοικοκυριού έχει ανέβει μόλις 9% από το 2001, όμως τα δίδακτρα για το πανεπιστήμιο κατά 64% το ίδιο χρονικό διάστημα ενώ και το κόστος περίθαλψης σχεδόν διπλασιάστηκε. Μόλις μισά από τα παιδιά που γεννήθηκαν τη δεκαετία του 1980 κερδίζουν περισσότερα από τους γονείς τους, όταν το αντίστοιχο ποσοστό τη δεκαετία του 1940 ήταν πάνω από 90%. Τόσο η γενιά της χιλιετίας όσο και η γενιά Χ, που διαδέχθηκε τη μεταπολεμική και περιλαμβάνει όσους έχουν γεννηθεί από τις αρχές του 1960 μέχρι το τέλος του 1970, έχουν μικρότερη περιουσία και μεγαλύτερα χρέη όταν φτάνουν στην ηλικία των σαράντα απ’ ό,τι η μεταπολεμική γενιά, σύμφωνα με το Bloomberg. Οι ανησυχίες τους αφορούν την ευρύτερη αμερικανική οικονομία. Όπως είπε ο Joe Biden το 2019: “Όταν η μεσαία τάξη τα καταφέρνει, όλοι τα πάνε πολύ, πολύ καλά. Οι πλούσιοι ακμάζουν και οι φτωχοί βλέπουν ένα φως, μια ευκαιρία. Σκέφτονται: ίσως κι εγώ – ίσως να υπάρχει τρόπος.”
Εάν η μεσαία τάξη αισθάνεται ότι έχει μείνει εκτός, σε μια από τις πιο εύρωστες οικονομίες εδώ και δεκαετίες, όταν η ανεργία κινείται σε ιστορικό χαμηλό, πρόκειται για ένα σοβαρό σημάδι ότι έρχεται κοινωνική αναταραχή. Είναι δύσκολο να εξηγηθεί γιατί τα πράγματα είναι τόσο στριμωγμένα, όταν δεν περνάμε μια Μεγάλη Ύφεση και δεν διαπιστώνεται κατάρρευση τεχνολογική ή σύνθετων προϊόντων ακίνητης περιουσίας. Στην επιφάνεια η οικονομία φαίνεται σε άνθηση, ωστόσο o παραλληλισμός με τον βάτραχο σε νερό που σιγοβράζει, παραπέμπει σε πολλούς ανθρώπους της μεσαίας τάξης, που συνειδητοποιούν ότι βρίσκονται σε δυσχερή θέση. “Αυτό το ηφαίστειο δεν εκρήγνυται από το πουθενά. Σε κάποιο βαθμό, έχουμε ξαναδεί μακροπρόθεσμες αλλαγές στην οικονομία, όπως πενιχρή αύξηση μισθών και κινητικότητα προς τα κάτω. Ενδεχομένως χρειαστεί χρόνος μέχρι οι οικονομικές τεκτονικές πιέσεις να πάρουν τελική μορφή.”, επεσήμανε ο επικεφαλής της Πρωτοβουλίας για το Μέλλον της Μεσαίας Τάξης.
Το κόστος για τη στέγη εκτινάχθηκε σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες, εκτός από μια βουτιά το 2007-2009, και γνώρισε πυρετώδη αύξηση πέρυσι. Λίγες περιοχές αποτελούν εξαίρεση, με πάνω από το 80% των οικημάτων που βρίσκονται σε περιοχές κοντά στο μετρό να βλέπουν αύξηση τουλάχιστον 10%. Οι λόγοι γι’ αυτό φαίνεται να είναι η μείωση της οικοδομικής δραστηριότητας την περίοδο της πρόσφατης ύφεσης, το ότι έγινε τάση η ενοικίαση για μικρά χρονικά διαστήματα, η κερδοσκοπία των συστημικών επενδυτών που κατέχουν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο σπιτιών όπου κατοικούν οικογένειες, η έλλειψη στα υλικά οικοδομής και θέματα που σχετίζονται με το εργατικό δυναμικό και την εφοδιαστική αλυσίδα. Τα παραπάνω επιτείνονται από τη διευρυνόμενη ζήτηση οικογενειών να διοχετεύσουν εκεί τα χρήματα της αποταμίευσης, είτε πρόκειται για ηλικιωμένους πολίτες της μεταπολεμικής γενιάς, που δεν ρίσκαραν τη ζωή τους δουλεύοντας κατά τη διάρκεια της πανδημίας, είτε για νεότερους που γεννήθηκαν τη νέα χιλιετία και προσπαθούν να φτιάξουν οικογένεια. Από την άλλη μεριά, σε πολλές περιοχές οι ενοικιαστές βρίσκονται σε χειρότερη θέση, αφού τα ενοίκια σε ορισμένες πολιτείες ανέβηκαν κατά 30% περίπου το 2021, με τις αναγωγές να δείχνουν ότι μπορεί να αυξηθούν περαιτέρω φέτος.
Τα κατά κεφαλήν έξοδα για υγειονομική περίθαλψη προσέγγιζαν το 1980 τα 2.968 δολάρια, με συνυπολογισμό του πληθωρισμού, ενώ το 2020 το αντίστοιχο ποσό ήταν τετραπλάσιο. Η πανδημία επιδείνωσε τις προκλήσεις, καθώς πολλοί έχασαν τη δουλειά τους και την ασφάλεια, που αυτή συνεπαγόταν. Περισσότεροι από τους μισούς ενήλικες που νόσησαν με Covid-19 ή απώλεσαν την πηγή εισοδήματός τους σε αυτό το διάστημα, συνάντησαν δυσκολίες με το κόστος περίθαλψης, έδειξε έρευνα του Ταμείου Κοινοπολιτείας.
Και η ανώτερη εκπαίδευση έγινε σταθερά πιο ακριβή, ενώ η ομοσπονδιακή χρηματοδότηση για τα δημόσια πανεπιστήμια ακολούθησε καθοδική πορεία. Οι φοιτητές κατέφυγαν στον δανεισμό, με το μέσο όρο για το 2020 να κυμαίνεται στα 36.635 δολάρια, σχεδόν διπλάσιος σε σύγκριση με το 1990, αν συνυπολογιστεί και ο πληθωρισμός. Με το νόμο CARES, οι πληρωμές των δόσεων σταμάτησαν για τους απόφοιτους κολλεγίων όσο διαρκούσε η πανδημία, με αποτέλεσμα να ανακουφιστούν προσωρινά, να διοχετεύσουν τα χρήματα σε άλλες υποχρεώσεις και να δουν πώς θα ήταν εάν δεν χρειαζόταν να εξυπηρετήσουν αυτό το υπέρογκο χρέος. Η Jen Dewey-Osburn στα 35 της, που ζει σε ένα προάστιο στο Phoenix, ένιωσε οργή όταν υπολόγισε ότι, από το δάνειο ύψους 22.624 δολαρίων, που πήρε για τις σπουδές της από τη Navient, έχει αποπληρώσει ήδη 34.225 και χρωστάει ακόμη 43.304 δολάρια! “Πρόκειται για σωματική και συναισθηματική εξάντληση. Δεν υπάρχουν σωστές επιλογές, νιώθει κανείς σα να είναι όλες λάθος.” Εκείνη και ο άντρας της ξέρουν ότι είναι πιο τυχεροί από τους περισσότερους, αφού έχουν καλές δουλειές – ωστόσο, νιώθουν βαλτωμένοι οικονομικά, γι’ αυτό και το σκέφτονται να κάνουν παιδιά.
Όπως μεταφέρουν οι δημοσιογράφοι του time.com, κάποιοι οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η αβέβαιη κατάσταση στην οποία βρίσκεται η μεσαία τάξη δεν αποτυπώνεται επαρκώς εξαιτίας κακών υπολογισμών. O Eugene Ludwig, πρώην επιβλέπων θεμάτων σχετικών με το νόμισμα (comptroller) επί διοίκησης B. Clinton, θεωρεί ότι ο Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (CPI) δεν αντανακλά την πραγματική εικόνα για τα κατώτερα και μεσαία εισοδήματα επειδή συνυπολογίζει το κόστος διακριτικών δαπανών (discretionary) όπως για γιοτ, δεύτερη κατοικία, διαμονή σε ξενοδοχεία. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η αξία των βασικών αναγκών ενός νοικοκυριού διευρύνθηκε κατά 64% το διάστημα 2001-2020. Τον περασμένο Μάρτιο το Ινστιτούτο Κοινής Οικονομικής Ευημερίας Ludwig δημοσίευσε μια μελέτη, που εκτιμούσε ότι οι τιμές για τη στέγαση είχαν αυξηθεί κατά 149%, σε αντίθεση με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΔΤΚ), που προσδιόριζε τη σχετική αύξηση στο 54%. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα περίθαλψης, το Ινστιτούτο Ludwig τα έβρισκε σε άνοδο της τάξης του 157%, όταν ο ΔΤΚ τα προσδιόριζε διευρυμένα κατά 90%. “Βρήκαμε ότι ενώ το 2001, οι πολίτες ενδεχομένως προχωρούσαν και σε κάποιες διακριτικές δαπάνες, το 2019 πολλά νοικοκυριά δεν είχαν αυτή την ευχέρεια, ειδικά εκείνα με περισσότερα παιδιά.”, εξήγησε στους δημοσιογράφους του time.com η εκτελεστική διευθύντρια του Ινστιτούτου Ludwig, Stephanie Allen.
Το άγχος που αισθάνονται οι τριαντάρηδες και σαραντάρηδες φαίνεται στη σχέση τους με τη γενιά των γονιών τους. Μια αμερικανική οικογένεια σήμερα χρειάζεται το εξαπλάσιο του μεσαίου εισοδήματός της για να καταφέρει να αγοράσει ένα κανονικό σπίτι, όταν το 1980 έφτανε το διπλάσιο. “Είναι σα να μην έχεις ενηλικιωθεί, αν δεν αγοράσεις σπίτι. Η παλιότερη γενιά σε κοιτά υποτιμητικά επειδή δεν το αντιλαμβάνεται.”, είπε στο time.com ο Jeff Swope, 42 χρονών, που έχει σπουδάσει μάρκετινγκ και παιδαγωγικά.
Ένα από τα πράγματα που είναι δύσκολο να γίνουν κατανοητά είναι η αλυσιδωτή αντίδραση δομικών αλλαγών, που ξεκίνησαν χρόνια πίσω. Η παρακμή των συνδικάτων που μετρά δεκαετίες, για παράδειγμα, δυσχέρανε τη θέση των εργαζόμενων να διαπραγματευτούν καλύτερους μισθούς και παροχές. Ο J. Swope δεν είναι μέλος του σωματείου δασκάλων γιατί στην πολιτεία της Georgia δεν επιτρέπεται η συλλογική διαπραγμάτευση μισθών για τους εκπαιδευτικούς στο δημόσιο και αυτός είναι ένας από τους λόγους που ο μέσος μισθός στον κλάδο ήταν 5% μικρότερος το σχολικό έτος 2020-21 απ’ ό,τι το 1999-2000. Αντίθετα, στη Massachusetts, την πολιτεία με τα πιο ισχυρά συνδικάτα δασκάλων, γνώρισε άνοδο 19% την ίδια περίοδο.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, καθίσταται ολοένα και πιο δύσκολο να βρει κανείς δουλειά με παροχές υγείας και άλλες σε όλη τη χώρα. Υπάρχουν τουλάχιστον έξι εκατομμύρια περισσότεροι επισφαλείς εργαζόμενοι (gig workers) απ’ ό,τι πριν μια δεκαετία. Ακόμη και οι πλούσιες σε έσοδα εταιρείες, όπως οι Google και Meta αναθέτουν σε εξωτερικούς συνεργάτες τις υπηρεσίες της καθαριότητας, του φαγητού και κάποιες τεχνολογικές, στερώντας σε πολλούς υπαλλήλους τους τα προνόμια της πλήρους απασχόλησης.
H διαδεδομένη δυσαρέσκεια και η καθίζηση εντός της μεσαίας τάξης έχει συνδεθεί με την πολιτική αστάθεια. Σε καιρούς μεγάλης οικονομικής ανισότητας, οι πλούσιοι καταπίεζαν τους φτωχούς ή οι τελευταίοι προσπαθούσαν μέσω της βίας και της επανάστασης να κατάσχουν την περιουσία τους. Η παρουσία της μεσαίας τάξης βοήθησε την Αμερική να αποφύγει τη σύγκρουση, εκτιμά ο καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο Vanderbilt, Ganesh Sitaraman. “Η νούμερο ένα απειλή για την αμερικανική συνταγματική διοίκηση σήμερα είναι η κατάρρευση της μεσαίας τάξης.” Η συρρικνούμενη πίστη των Αμερικανών στους θεσμούς θεωρείται ότι αντικατοπτρίζει τον μαρασμό των πόρων της μεσαίας τάξης. Για ορισμένους οικονομολόγους, τα χρόνια που διαδέχθηκαν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη χωρίς προηγούμενο αύξηση της παραγωγικότητας και της ευημερίας, δεν θα επαναληφθούν. Αυτό σημαίνει ότι η σύγκριση των εργαζομένων της μεσαίας τάξης με τους γονείς τους ίσως να μην είναι ο πιο πρόσφορος τρόπος για να μετρηθεί η οικονομική τους κατάσταση. Επιπλέον, οι προηγούμενες γενιές άφησαν πολλούς έγχρωμους Αμερικανούς και γυναίκες εκτός εργατικού δυναμικού και ιδιοκτησίας στέγης.
Η προσαρμογή στο νέο κόσμο δεν θα είναι εύκολη. Πριν λίγο καιρό, όταν ο J. Swope έμαθε ότι η τιμή ενοικίασης στο συγκρότημα που διαμένει ανέβηκε κατά 30%, στα 2.075 δολάρια το μήνα, έκανε μια ανάρτηση σε μια ομάδα στο Facebook που λέγεται: ‘Κανείς δε θέλει να δουλέψει’. Ήθελε να σατυρίσει όλες τις εταιρείες που διαμαρτύρονται πως δε βρίσκουν εργαζόμενους, ενώ προσφέρουν τον κατώτατο μισθό για μη ελκυστικές δουλειές. “Μια νοσοκόμα και ένας δάσκαλος, με εισόδημα 125.000 δολάρια το χρόνο κοντεύουν να μην είναι σε θέση να συνεχίσουν χωρίς καθόλου αποταμιεύσεις. Τόσο δύσκολα είναι τα πράγματα.” Η δουλειά της γυναίκας του, πριν παντρευτούν, κάλυπτε την ασφάλισή της, ενώ πλήρωνε από την τσέπη της εκείνη της κόρης της. Με την κατάσταση της υγείας της να απαιτεί συνεχή επανέλεγχο, αναγκάζεται να διαθέτει η ίδια χιλιάδες δολάρια, που δεν συμπεριλαμβάνονται στη βασική περίθαλψη. Στα σχόλια κάτω από τη δημοσίευση, κάποιοι τον κατηγόρησαν για κακή διαχείριση των οικονομικών του. Όμως, πολλοί άλλοι αισθάνθηκαν να ξέρουν ακριβώς τι περιγράφει. “Ο σύντροφός μου κι εγώ, που ανήκουμε στο σωματείο χαλυβουργών, βρισκόμαστε σχεδόν στην ίδια βάρκα.” Μία άλλη νοσοκόμα, με τον άντρα της που είναι μηχανικός μοιράστηκαν ότι ζουν από μισθοδοσία σε μισθοδοσία, χωρίς να μπορούν να συγκρατήσουν την οργή τους. “Είναι εντελώς γελοίο το ότι μπορεί να κάνεις δύο από τις πιο σημαντικές δουλειές εκεί έξω, και παρόλα αυτά, ίσα να τα καταφέρνεις να ζεις. Μισώ αυτή τη χώρα.”, παρατήρησε κάποιος άλλος.
Πηγή: Alana Semuels, Belinda Luscombe, Leslie Dickstein (Νέα Υόρκη), time.com / στην κεντρική φωτογραφία: έργο του Κυριάκου Ρόκου, Η κρεατομηχανή του κόσμου





