Δαγκώνοντας τo μήλο της ενημέρωσης
Πριν τη διεξαγωγή της τελευταίας εκλογικής αναμέτρησης στη Βρετανία (12.12.2019) εκατομμύρια iPhones έλαβαν μια ειδοποίηση, η οποία ενθάρρυνε τους χρήστες να παρακολουθήσουν τρία βίντεο κλιπ, που όπως σημειωνόταν, συνόψιζαν τα δύσκολα χαρακτηριστικά της για το κόμμα των Συντηρητικών. Αυτό που ενδεχομένως πολλοί δεν ήξεραν, εξηγούσε ο Jim Waterson στην ηλεκτρονική σελίδα του Guardian, είναι ότι δεν είχαν επιλεγεί με βάση κάποιον αλγόριθμο, αλλά από μια πενταμελή ομάδα συντακτών της Apple News.
H υπηρεσία φαινόταν να προσελκύει περίπου έντεκα εκατομμύρια χρήστες το μήνα στο Ηνωμένο Βασίλειο, σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας μετρήσεων και ανάλυσης Comscore, ενώ ο αριθμός των ανθρώπων στους οποίους έφταναν οι ενημερώσεις εκτιμάται ότι ήταν ακόμη μεγαλύτερος, προσφέροντας μια δυνατότητα άμεσης πρόσβασης, που ακόμη και το BBC δυσκολεύεται να συναγωνιστεί.
Καθώς εφημερίδες και τηλεοπτικοί σταθμοί χρειάζεται να παλέψουν προκειμένου να τραβήξουν την προσοχή του κοινού, η εφαρμογή της Apple υπάρχει προεγκατεστημένη στα iPhones και τα ΜacBook. Επιπλέον, σε αντίθεση με τα παραδοσιακά μέσα, που μαρκάρονται στενά για τoν τρόπο με τον οποίο καλύπτουν την ειδησεογραφία, σε μικρό βαθμό είναι γνωστό το πώς οι δημοσιογράφοι που προσλαμβάνει απευθείας η Apple, επιλέγουν ποιες ειδήσεις θα δει περίπου το ένα έκτο του πληθυσμού στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Ο Rasmus Nielsen, από το Ινστιτούτο Δημοσιογραφίας Reuters στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης έχει υποστηρίξει (2019) ότι η δύναμη της συγκεκριμένης υπηρεσίας και της αντίστοιχης της Samsung, Upday δεν έχει τύχει δέουσας προσοχής. Επικαλούμενος στοιχεία, έκανε γνωστό ότι πάνω από το ένα τέταρτο όσων ενημερώνονται διαδικτυακά στο ΗΒ βασίζονται σε μία ή περισσότερες εφαρμογές συγκέντρωσης και αντιπαραβολής δεδομένων, που λειτουργούν σαν ‘αλιευτές’ (aggregators), με τις Apple και Google News να παρουσιάζουν μεγαλύτερη εμβέλεια στις ηλικίες 18-24 από ό,τι καθιερωμένα μέσα όπως το ITV και το Sky, ή η Sun και η Mirror. “Παρόλα αυτά, η μέθοδος που εφαρμόζουν παραμένει αινιγματική, είτε βασίζεται σε δημοσιογράφους, σε αλγόριθμους ή σε ένα συνδυασμό και των δύο.”

Σύμφωνα με το δημοσίευμα του theguardian.com (12/‘19), οι δημοσιογράφοι που απασχολούνταν στην Apple News+, είχαν αφαιρέσει το όνομα της εταιρείας από τους λογαριασμούς τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μια κίνηση, που περιορίζει το ρίσκο να κατηγορηθούν για μεροληψία αλλά προστίθεται στην έλλειψη διαφάνειας γύρω από τη λήψη αποφάσεων εντός της.
Όπως μεταφέρεται, άνθρωποι στα βρετανικά μέσα ενημέρωσης που ασχολούνται με την εφαρμογή Apple News+, θεωρούν ότι η ομάδα που επιμελείται το περιεχόμενο, συνοδεύεται από μια καλοδεχούμενη φήμη προώθησης αποκλειστικών και υψηλής ποιότητας περιεχομένου, με πρωτογενές ρεπορτάζ στην ενότητα ‘Κύριες ειδήσεις’ (Top stories). Εάν αρέσει στους διαχειριστές της Apple News+ αυτό που διαβάζουν, η αναπαραγωγή του μπορεί να εξασφαλίσει ογκώδη αριθμό αναγνωστών, πράγμα που υποστηρίζεται ότι τους δίνει δύναμη αντίστοιχη με εκείνη που είχε ο παλιάς σχολής επικεφαλής εφημερίδας, όταν επέλεγε ένα θέμα για το πρωτοσέλιδο. Ένας διαχειριστής μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε βρετανικό μέσο ενημέρωσης επεσήμανε ότι τα τελευταία είναι αγκιστρωμένα στην επισκεψιμότητα που φέρνει η εφαρμογή, και παρόλο που πασχίζουν να βγάλουν χρήματα από αυτή, συχνά διστάζουν να την απορρίψουν, αφού ενδέχεται να προσεγγίσει περισσότερους αναγνώστες απ’ ό,τι το Facebook.
To γεγονός ότι το προσωπικό της Apple News+ θα μπορούσε να γνωστοποιεί κάθε εβδομάδα στους βρετανικούς ομίλους ενημέρωσης τι είδους ιστορίες και θέματα θα επιθυμούσε να προμοτάρει, καταγράφεται ως φορέας μιας δυναμικής, που συνεπάγεται ότι η μεγαλύτερη εταιρεία παρασκευής λογισμικού (hardware) στον κόσμο, έμμεσα επηρεάζει το περιεχόμενο των βρετανικών μέσων ενημέρωσης. Η τήρηση της απόφασης της Apple να αναδεικνύονται, σαν αντίστιξη στο χαοτικό ενημερωτικό περιβάλλον του Facebook ή του Twitter, παραδοσιακοί οργανισμοί εκτιμάται ότι μπορεί να λειτουργήσει ενισχυτικά για τους ίδιους, παραδείγματος χάρη για τη Sun και τη Daily Telegraph, που έχουν ικανοποιητική παρουσία, όπως και για εκείνους οι οποίοι τοποθετούνται πολιτικά στα αριστερά του κέντρου, όπως η Mirror, η HuffPost και ο Independent.

η Lauren Kern στο μπράτσο του καναπέ / Justin Kaneps, nytimes.com (10/‘18)
Η ύλη του Guardian δεν εμφανιζόταν αρχικά στην Apple News+, ωστόσο η εταιρεία ειδήσεων και μέσων που έχει δημιουργήσει βρισκόταν σε συζητήσεις για τους όρους της προβολής της σε αυτή.
Η Apple είχε αρνηθεί να εξηγήσει επίσημα πώς λειτουργεί η ενημερωτική της εφαρμογή αλλά η αρχισυντάκτριά της Lauren Kern, σε δήλωσή της στον theguardian.com είχε αναφέρει: “H επιμέλεια ύλης (curation) ήταν πάντα βασική αρχή μας. Επιλέγουμε υψηλής ποιότητας άρθρα από αξιόπιστες πηγές για να βοηθήσουμε τους αναγνώστες να παρακολουθήσουν τη ροή των σημαντικότερων γεγονότων της ημέρας.”
Με την έλευση του Internet, η Google και το Facebook μετατράπηκαν σε ενδιάμεσους ανάμεσα στους εκδότες και τους αναγνώστες, προσπαθώντας να καρπωθούν το μεγαλύτερο μερίδιο της διαδικτυακής διαφήμισης. Κέρδισαν έδαφος μέσω αλγόριθμων και της τεχνητής νοημοσύνης, που οδηγούσαν σε μεγάλη κλίμακα αναγνωστών, με θέματα που προσέλκυαν κλικ και αναδημοσιεύσεις.
Σε ρεπορτάζ του για τους nytimes.com τον Οκτώβριο του 2018, ο Jack Nicas είχε μεταφέρει πως η ενημερωτική ομάδα της Apple, που ξεκίνησε το 2015 με έδρα το παλιό της campus στο Cupertino της Καλιφόρνια, επέλεγε εκατό με διακόσια θέματα τη μέρα, συζητούσε ποια θα φαίνονταν στις κεντρικές θέσεις και κατέληγε σε πέντε, που θα παρουσιάζονταν ψηλά στην εφαρμογή – αφού πρώτα τα συζητούσε η L. Kern με έναν συνεργάτη της, πρώην συντάκτη της εφημερίδας New York Times. Ανάλογα με την επικαιρότητα, αυτά μπορεί να άλλαζαν πέντε ή περισσότερες φορές μέσα στη μέρα, με τους αναγνώστες να εκτιμάται ότι ίσως έφταναν τα ενενήντα εκατομμύρια. Δε διαλέγουν όλες τις ειδήσεις στην υπηρεσία δημοσιογράφοι – κάποιες εμφανίζονται αλγοριθμικά, με βάση ποιες νέες πηγές ή θέματα προτιμούν οι πολίτες, για παράδειγμα σπορ, αυτοκίνητα, διασκέδαση. Με τον ίδιο τρόπο, προκύπτουν τα πέντε, που είναι τάση, κάτω από εκείνα τα πέντε, τα οποία έχει ξεχωρίσει η ομάδα της Apple News+ από sites και έντυπα.
“Δεν πρόκειται για φόρμουλα που μπορεί να χωρέσει σε έναν αλγόριθμο. Εννοώ ότι συχνά διαβάζουμε μια ιστορία, η οποία ωστόσο δεν περνά το ‘τεστ της όσφρησης’. Aκολουθούμε όλο και περισσότερο προσεγμένα τον κύκλο της ειδησεογραφίας και το τι είναι σημαντικό.”, είχε περιγράψει τη διαδικασία η L. Kern, που έχοντας εργαστεί στα περιοδικά New York και New York Times, επέβλεπε εκείνη την περίοδο (2018) περίπου τριάντα δημοσιογράφους σε Σίδνεϋ, Λονδίνο, Νέα Υόρκη και Silicon Valley. Πρόσθεσε, ακόμη, ότι καταβαλόταν προσπάθεια να παρέχονται απόψεις και από τις δύο πλευρές της πολιτικής αντιπαράθεσης, συμπεριλαμβάνοντας σε μια κατηγορία για τις ενδιάμεσες εκλογές στην Αμερική τότε, και αναρτήσεις από το Fox News και το Vox.
Κάποιες φορές οι κεντρικές επιλογές συνδυάζονταν με πιο ‘ανάλαφρη’ θεματολογία, και άλλες με μακρόπνοες έρευνες. Διαρρεόταν, επιπλέον, η ιδέα δημιουργίας κάτι ανάλογου με το Νetflix, αλλά για ειδήσεις, όπου με ένα μηνιαίο αντίτιμο θα εξασφαλιζόταν πρόσβαση σε περιεχόμενο διάφορων μέσων. Έτσι και έγινε, από το 2019 οι εγγεγραμμένοι στην Apple News+ έχουν πρόσβαση σε εκατοντάδες τίτλους για δέκα δολάρια το μήνα – το Apple Insider, της επενδυτικής τράπεζας Cowen, τους προσδιόριζε σε έντεκα εκατομμύρια το 2020. O David Roberson, γενικός διευθυντής μάρκετινγκ του περιοδικού People, ενός από τα πιο δημοφιλή στην Αμερική, παρατήρησε σχετικά με την εφαρμογή μιλώντας στο pressgazette.co.uk (06/21) ότι είναι “συναρπαστικό για μας γιατί πρόκειται για ένα χώρο, όπου μας βρίσκει ένα μικρότερης ηλικίας κοινό, με κάπως περισσότερη μόρφωση και λίγο πιο ποικιλόμορφο. Είμαστε πολύ σχολαστικοί και κάνουμε διεξοδική ανάλυση με την Apple δύο φορές τον χρόνο για να είμαστε σίγουροι ότι δεν προωθούμε τον καννιβαλισμό, αφού έχουμε μια σχετικά συμπαγή και επικερδή σχέση με εκατομμύρια γυναίκες συνδρομητές. Μας έχουν ενημερώσει αναφορικά με το περιεχόμενό μας (…) ότι, όχι μόνο γίνονται συγκριτικά πιο πολλά μοναδικά ανοίγματα του τεύχους, αλλά και ότι οι αναγνώστες παραμένουν περισσότερο χρόνο για να διαβάζουν, ο όρος που χρησιμοποιούν είναι ‘dwell time’.”
Μερικά από τα αντεπιχειρήματα των εκδοτών είχαν να κάνουν με τα λίγα έσοδα από τις διαφημίσεις στην Apple News+ και το ποσοστό 30%, που κρατούσε τον πρώτο χρόνο και του 15% για κάθε επόμενο, εάν η συνδρομή έκλεινε μέσω της εφαρμογής. “Από την αρχή, ο διευθύνων μας σύμβουλος Tim Cook είπε ότι έχουμε ευθύνη να βοηθήσουμε τη βιομηχανία ειδήσεων. Είναι απαραίτητη για τη δημοκρατία. Είμαστε προσεκτικοί σχετικά με το τι βρίσκει κανείς στην υπηρεσία. Δεν θα την αφήσουμε να γίνει ‘χώρα των τρελών’ (crazy land).”, υποστήριξε ο επικεφαλής εφαρμογών της Apple, Roger Rosner. “Αυτό που προσφέρει η Apple, μπορεί να το πάρει πίσω.”, προειδοποίησε ο Bill Grueskin, καθηγητής Δημοσιογραφίας στο Πανεπιστήμιο Columbia και πρώην συντάκτης στο Bloomberg και αλλού. Εάν οι αναγνώστες εκπαιδευτούν να ενημερώνονται με αυτό τον τρόπο, τα μέσα ενημέρωσης ίσως συνειδητοποιήσουν ότι βρίσκονται “στο έλεος” της εταιρείας, κατέληξε ο ίδιος μιλώντας στους nytimes.com.
Πηγή: Jim Waterson, theguardian.com (11.12.19) / Jack Nicas, nytimes.com (25.10.18) / William Turvill, pressgazette.co.uk (18.06.21) / κεντρική φωτογραφία: Μανχάταν, Richard Harbus, nypost.com





