Πτυχιακή με / χωρίς πρωθυπουργικό αέρα
Γιατί να ανατρέξει κάποιος στην εργασία ενός προπτυχιακού φοιτητή για να μάθει για τη σύγχρονη πολιτική ιστορία; Ένας καλός λόγος θα ήταν η απουσία εκτενούς σχετικής βιβλιογραφίας, κάτι που ισχύει στην περίπτωση των διαπραγματεύσεων αναφορικά με τις αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στην Ελλάδα. Αυτό ήταν το θέμα της πτυχιακής εργασίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, ως προπτυχιακού φοιτητή στο Harvard το 1989-90, που στη συνέχεια εκδόθηκε ως βιβλίο με τίτλο: ‘Οι συμπληγάδες της εξωτερικής πολιτικής – Εσωτερικές και διεθνείς πιέσεις στις ελληνοαμερικανικές διαπραγματεύσεις για τις βάσεις, 1974-1985’ (εκδ. Πατάκης). Ξαναήρθε στην επικαιρότητα με αφορμή τη συζήτηση στη Βουλή για την κύρωση της νέας ελληνοαμερικανικής αμυντικής συμφωνίας, μετά από παρότρυνση του πρωθυπουργού στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης να το διαβάσει.
Όπως σημείωνε ο Demetris Nellas στο ekathimerini.com (07/06) σε άρθρο με τίτλο: ‘Ακαδημαϊκή εργασία επηρεασμένη από την πολιτική’ (Scholarship influenced by politics), ο Κυριάκος Μητσοτάκης, γόνος πολιτικής οικογένειας, με πατέρα πρωθυπουργό και αδερφή υπουργό Εξωτερικών, φάνηκε με αυτή την πρωτοβουλία να ακολουθεί τα βήματα του John F. Kennedy, επίσης φοιτητή του Harvard, που διαπνεόταν από φιλοδοξίες πολιτικής δυναστείας. Η διατριβή του ‘Γιατί κοιμήθηκε η Αγγλία’, δημοσιεύθηκε το 1940 και ήταν στα ευπώλητα, εν μέρει επειδή πραγματευόταν ένα επίκαιρο ζήτημα.
Ο D. Nellas θεωρούσε, αντίθετα, απίθανο να προκαλέσει ιδιαίτερη αίσθηση η εργασία του Κ. Μητσοτάκη. Βουλευτής από το 2004, συγκεντρώνοντας τις περισσότερες ψήφους στην μεγαλύτερη και με σκληρό ανταγωνισμό εκλογική περιφέρεια, της Β’ Αθήνας, είχε λίγες ελπίδες ανέλιξης σε ένα κόμμα, όπου το όνομα Κωνσταντίνος Καραμανλής έχαιρε σχεδόν τοτεμικής αναγνώρισης, από τον ιδρυτή της και τον ανιψιό του, που έφτασε στην ηγεσία ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, σύμφωνα με τον αρθρογράφο. Από την άλλη, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εντάχθηκε στη ΝΔ μόλις το 1978, έχοντας συμπληρώσει περισσότερα από τριάντα χρόνια στην πολιτική, δεχόμενος κριτική από πολλούς, που συνέχιζαν να βλέπουν τα μέλη της οικογένειας ως ‘παρείσακτους’ (interlopers).
Ήταν η δημοσίευση του βιβλίου μια άσκηση δημοσίων σχέσεων; Κάποιος κυνικός θα μπορούσε να σχηματίσει αυτή την άποψη, σχετικά με την προσπάθεια του συγγραφέα να καθιερώσει τη φήμη του ως σοβαρού αναλυτή της διεθνούς πολιτικής. (Οι πιστοί του ψηφοφόροι δύσκολα θα αλλάξουν γνώμη, μιας που οι περισσότεροι δεν θα το διαβάσουν, έτσι κι αλλιώς.) Ωστόσο, αφού θέλει να την παρουσιάζει σαν σοβαρή δουλειά ακαδημαϊκής έρευνας – της απονεμήθηκε άλλωστε το βραβείο Hoopes στο Harvard, ως η καλύτερη διπλωματική – χρειάζεται να αναλύσει κανείς τα καλά της στοιχεία και τα μειονεκτήματά της σοβαρά.

Ο Κ. Μητσοτάκης προσπαθεί να συγκρίνει πώς προσέγγισαν την εξωτερική πολιτική, και ειδικά τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, η κεντροδεξιά ΝΔ και το λαϊκό, σοσιαλιστικό ΠΑΣΟΚ, όταν ήταν στην κυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, και τα δύο κόμματα διαπραγματεύθηκαν με τις ΗΠΑ διμερείς σχέσεις άμυνας, κυρίως αναφορικά με την παρουσία και λειτουργία βάσεων στην Ελλάδα. Η ΝΔ κατέληξε σε μια συμφωνία το 1975-77 και ξεκίνησε να συζητά μια δεύτερη αναθεώρηση, αλλά την εγκατέλειψε το 1981. Το ΠΑΣΟΚ συνέχισε τις συνομιλίες, που ευοδώθηκαν το 1983, με έναν καινούριο γύρο να εκκινεί το 1987-89 και να ολοκληρώνεται από την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη το 1990. Το βιβλίο δεν ασχολείται με τη φάση των διαπραγματεύσεων από το 1987 και μετά, ωστόσο στην εισαγωγή του πρώην πρέσβη Χρήστου Ζαχαράκη επιχειρείται μια κατατοπιστική περιγραφή τους.
Ο D. Nellas μεταφέρει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντιπαραθέτει ‘τη σχολή των ρεαλιστών’, που αντιμετωπίζουν την άσκηση εξωτερικής πολιτικής σαν μια πραγματιστική προσπάθεια, που ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες, σε έναν κατά τα άλλα, αναρχικό κόσμο με εκείνη ‘της θεωρίας των παιγνίων’, που θεωρεί την εσωτερική και διεθνή πολιτική ως αναπόφευκτα αλληλένδετες. Μοιάζει να τάσσεται υπέρ της δεύτερης, όμως, οι επιφυλάξεις του υποδεικνύουν πού θα το πήγαινε.

Παρόλο που πειστικά διατυπώνεται το επιχείρημα ότι η εξωτερική πολιτική του ΠΑΣΟΚ προβλέψιμα συνδέθηκε με την επιτυχημένη αξιοποίηση των αντιαμερικανικών συναισθημάτων των Ελλήνων εκείνης της εποχής, o K. Μητσοτάκης “απίστευτα” – για τον D. Nellas – αλλά ίσως και “κατ’ ανάγκη” – υποστηρίζει ότι η εξωτερική πολιτική της ΝΔ δεν υπαγορευόταν από ανησυχίες στο εσωτερικό, όσο από πίστη στο ότι οι διεθνείς σχέσεις είναι μια ρεαλιστική διαδικασία, και υπόρρητα, από μια μεταφυσική επιθυμία ‘να κάνει καλό’ στη χώρα. Μιλάει ο ‘μεροληπτικός πολιτικός’ – σχολιάζει ο D. Nellas – αν και το συμπέρασμα αναμφίβολα θα ευχαρίστησε τους νεοδημοκράτες συντρόφους του. Παράλληλα, χάνει αμέσως κάθε πρoσποίηση σοβαρής ακαδημαϊκής εργασίας και, κατά τη γνώμη του, σε περίπτωση που αυτή ήταν πραγματικά η πτυχιακή που κατέθεσε, οι καθηγητές του στο Harvard θα του είχαν προσφέρει καλύτερη υπηρεσία, αν τον είχαν συμβουλεύσει ‘να γυρίσει πίσω στα θρανία’. Διαπιστώνονται, ακόμη, κάποιες σοβαρές αντιφάσεις στο επιχείρημα: χαρακτηρίζει ‘πραγματιστές’ τους ηγέτες της ΝΔ, που υποτίθεται ότι δεν κατευθύνονταν από εσωτερικές πολιτικές έγνοιες, αλλά τον ‘λαϊκιστή’ Ανδρέα Παπανδρέου ‘ιδεολόγο’.

στο πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού
Στην πραγματικότητα, παρατηρεί ο D. Nellas, και οι ‘ρεαλιστές’ Κ. Καραμανλής και Κ. Μητσοτάκης ήταν ικανοί για ‘λαϊκιστικά νεύματα’, αν και χωρίς την ακτινοβολία του Α. Παπανδρέου. Ο Χρ. Ζαχαράκης στον πρόλογο υπενθυμίζει ότι ήταν ο Κ. Καραμανλής, που έβγαλε την Ελλάδα από το στρατιωτικό σκέλος του Nato, όχι για κάποιον πρακτικό λόγο, αλλά προκειμένου να ικανοποιήσει το λαϊκό αίσθημα. Η κυβέρνηση της ΝΔ εγκαινίασε ένα νέο γύρο διαπραγματεύσεων με τις ΗΠΑ το 1979, αφού το Κογκρέσο ήρε το εμπάργκο πώλησης πολεμικού εξοπλισμού στην Τουρκία. Διακόπηκαν τον Ιούνιο του 1981, ως ένα βαθμό, διότι η Αμερική σωστά περίμενε νίκη του ΠΑΣΟΚ στις προσεχείς εκλογές. Από την πλευρά της, η κυβέρνηση της ΝΔ δεν ήθελε το θέμα να επισκιάσει την προεκλογική εκστρατεία. Όλα αυτά ‘για να μην ενδώσουν στις λαϊκιστικές σειρήνες’. (Παρεμπιπτόντως, υπογραμμίζει ο D. Nellas, δεν είναι σωστό ότι στοίχισε εκλογικά στον Κ. Καραμανλή η μη ‘λαϊκιστική του πολιτική’, με μεγάλη πτώση του ποσοστού της ΝΔ στις εκλογές του 1977. Το αποτέλεσμα του 54.4% το 1974, οφειλόταν στις τότε ασυνήθιστες περιστάσεις: η χώρα είχε μόλις εξέλθει από τη δικτατορία και ο Κ. Καραμανλής είχε θεωρηθεί ως εγγύηση για αποφυγή περαιτέρω αναταραχής. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν το αναγνωρίζει αυτό.)
Για τον D. Nellas, τόσο οι κυβερνήσεις της ΝΔ, όσο και του ΠΑΣΟΚ, σε γενικές γραμμές, ικανοποιούσαν αιτήματα και εμφανίζονταν πραγματιστικές στις διαπραγματεύσεις με την Αμερική γιατί απολάμβαναν μεγάλες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Χάρη και στη ρητορική του δεινότητα, ο Α. Παπανδρέου μπόρεσε να κάνει μια μεταστροφή στην εξωτερική πολιτική, χωρίς κανείς να παραπονεθεί πολύ. Στις συζητήσεις της περιόδου 1987-90 για μια διμερή αμυντική συμφωνία, ανακαλεί ο Χρ. Ζαχαράκης, οι κομματικές πολιτικές κυριάρχησαν. Ολοκληρώθηκαν με τη ΝΔ στην κυβέρνηση – που τις είχε αρχικά επικρίνει, ενώ το ΠΑΣΟΚ παρόλο που τις είχε προχωρήσει, όταν βρέθηκε στην αξιωματική αντιπολίτευση, καταψήφισε. Τέλος, καταγράφεται ότι η διαπραγματευτική ομάδα ήταν ίδια και με τις δύο κυβερνήσεις.
Πηγή: D. Nellas, ekathimerini.com (20.07.2006) / κεντρική φωτογραφία: tokarfi.gr





