Ψυχανάλυση και Αριστερά
Τα βήματα του S. Freud ανεβαίνοντας στην Ακρόπολη με τον αδερφό του το 1904 ακολουθεί μια έκθεση στο ομώνυμο μουσείο στο βόρειο Λονδίνο, επισκέψιμη μέχρι τις 07/01. Εκεί βρήκε καταφύγιο από τις διώξεις των Ναζί στην Αυστρία, ένα χρόνο πριν τον θάνατό του (23/09/1939). Σε επιστολή του στον συγγραφέα Romain Rolland το 1936 ξαναγυρνά σε εκείνη την εμπειρία. Αναφέρεται σε ‘Μια διαταραχή της μνήμης’ στον Ιερό Βράχο, περιγράφοντας πως ένιωσε σύγχυση και δυσπιστία όταν βρέθηκε μπροστά στο μνημείο της κλασικής αρχαιότητας. Μεγαλώνοντας κατάλαβε ότι πίσω από αυτά τα συναισθήματα βρισκόταν η ενοχή του, που ξεπέρασε τον έμπορο μαλλιού, Εβραίο πατέρα του Jakob, με την περιορισμένη παιδεία. Το Μουσείο της Ακρόπολης ήταν την ημέρα της επίσκεψής τους κλειστό και τα αρχαία ελληνικά, που μάθαινε από μικρός δεν τον βοήθησαν να συνεννοηθεί με τους ντόπιους. Στην εξεζητημένη συλλογή, που έφτιαξε μέσα στα χρόνια υπήρχε ένα χάλκινο ειδώλιο της Αθηνάς, ενώ οι στάχτες του φυλάχθηκαν σε μια αρχαία ελληνική τεφροδόχο.

συλλογή του Σ. Φρόυντ, Λονδίνο (07/13)

συλλογή του Σ. Φρόυντ, Λονδίνο (07/13)
Επίκαιρη μοιάζει λόγω της πικρής αντιπαράθεσης, που προκάλεσαν οι εσωκομματικές εκλογές στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και μια έκδοση του Ινστιτούτου Ν. Πουλαντζάς (2010) με θέμα: ‘Ψυχανάλυση και Αριστερά’, που περιλαμβάνει διαλέξεις, οι οποίες δόθηκαν το 2006. Εκεί γίνεται, ανάμεσα σε άλλα, μια επεξεργασία του επιχειρήματος, που διατυπώνει η αριστερή πτέρυγα του κόμματος ότι η εκλογή του νέου προέδρου – αν και προέκυψε από αμεσοδημοκρατική διαδικασία, αποτελεί φαινόμενο της μεταπολιτικής. Ένα κεντρικό ερώτημα, που απασχολεί τον Γιάννη Σταυρακάκη είναι γιατί οι μάζες αποφασίζουν συχνά κόντρα στα υποτιθέμενα ορθολογικά (ταξικά) τους συμφέροντα. Σύμφωνα με τον ίδιο, η αντιμετώπιση του υποκειμένου ως υπεύθυνου να εκπληρώσει την ιστορική του αποστολή παραγνώριζε ασυνείδητα, συναισθηματικά χαρακτηριστικά των επιλογών μας και όσων ονειρευόμαστε.
Ο ψυχαναλυτής Θανάσης Τζαβάρας αναφέρεται στις αλλαγές, που επέφερε στην κοινωνία η φροϋδική ψυχανάλυση ορίζοντάς την ως (σελ. 8) “όλο το σώμα των θεωρητικών και πρακτικών προτάσεων, που ο ίδιος ο S. Freud στους 25 τόμους του έργου του, οι μαθητές και οι σύντροφοί του ανέπτυξαν ως ένα χώρο της θεωρίας και της πρακτικής σχετικά με τον ανθρώπινο ψυχισμό. Είναι η πρώτη ιστορικά πλήρης θεωρία, η οποία περιγράφει το πώς αναπτυσσόμαστε, το πώς γερνάμε και το πώς μέσα σε αυτή την ψυχοσωματική ισορροπία εμφανίζονται και οι σχετικές παρεκκλίσεις από ένα ιδανικό μοντέλο υγείας. Μιλάμε για ψυχανάλυση από το τέλος του 19ου αιώνα και ήδη από τις αρχές του 20ου έχουν εδραιωθεί το βασικό σώμα των θεωρητικών αντικειμένων, καθώς επίσης και οι πρακτικές της ψυχαναλυτικής κλινικής. Η παρέμβαση των ψυχαναλυτών της σχολής του Φρόυντ άλλαξε μια σειρά από πράγματα στην τρέχουσα κοινωνική και ψυχολογική ζωή. Για παράδειγμα, μπόρεσαν και ξεχώρισαν αυτό, το οποίο μας είναι εφικτό και απτό, ας πούμε το συνειδητό και ο,τιδήποτε μας είναι κρυφό, απόκρυφο και δύσκολο να έχουμε πρόσβαση, ας πούμε το ασυνείδητο. Αυτό το, κατ’ αρχήν διχαστικό, μοντέλο επιτρέπει στη θεωρία, και κατά προέκταση, στην πρακτική να αντιμετωπίζουν τα πράγματα – όχι μόνο υπό την έννοια της φυσικής πραγματικότητας (σελ. 9) αλλά και της ψυχικής, η οποία είναι πάντοτε είτε στο ένθεν είτε στο εκείθεν της φυσικής. Ασχολούμενη, λοιπόν, η ψυχανάλυση με την ανάδυση και την ανάδειξη του ανθρώπινου υποκειμένου, δίνοντας δηλαδή τον λόγο στον άνθρωπο, τον απελευθέρωσε δυνάμει από ποικίλες δονήσεις της προσωπικής και κοινωνικής του ιστορίας. Οπότε, είναι η ψυχανάλυση ένα από τα πεδία της κύριας απελευθέρωσης του υποκειμένου.
(σελ. 10) Η ψυχανάλυση είναι η θεωρία της κοινωνικής καταγωγής της ατομικής ψυχολογίας. Αυτή η άποψη δεν αποτελεί διαπίστωση του Φρόυντ. Αναφερόμενος στο ‘κοινωνικό’ δεν εννοώ την κοινωνική τάξη κλπ, αλλά τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης. Άλλωστε, είναι οι ψυχαναλυτές οι πρώτοι, που ασχολήθηκαν με την πρώιμη σχέση των μωρών με τις μητέρες τους και το περιβάλλον, δηλαδή την πορεία της κοινωνικοποίησής τους. Με αυτή την έννοια, η ψυχανάλυση δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την κοινωνικοποίηση, τη σημασία του άλλου ανθρώπου στη ζωή του μωρού. Ακόμη και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ψυχολόγοι της βρεφικής και της παιδικής ηλικίας είχαν τη βεβαιότητα ότι το παιδί δεν καταλαβαίνει, δεν ακούει, δε μιλάει. Αυτό, πλέον, δε συμβαίνει.
(σελ. 11) Ο περίγυρος είναι πολύ σημαντικός για το γίγνεσθαι και την πορεία του καθενός. Ήδη από το 1896, σε ένα γράμμα του, ο Φρόυντ θίγει με σαφήνεια τη διαφορά, που μπορεί να υπάρχει στη γέννηση των νευρώσεων μεταξύ φτωχών και πλουσίων. O Φρόυντ και η ομάδα του ήταν εν πολλοίς επαναστάτες – όχι με την έννοια της οργανωμένης ένταξης αλλά της ανατρεπτικής κριτικής. Ο Φρόυντ συμμετέχει στην προσπάθεια κατακρήμνισης του κατεστημένου – άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι στη μεταψυχολογία του χρησιμοποιεί οικονομική ορολογία για να περιγράψει τη δυναμική εξέλιξη των σχέσεων στη ζωή ενός ανθρώπου, τις επενδύσεις, τις αποεπενδύσεις του κλπ.”

Μουσείο Φρόυντ, Λονδίνο (07/13) > Totemic Festival

το γραφείο του Σ. Φρόυντ, Λονδίνο (07/13)
Διερευνώντας συγκλίσεις και αποκλίσεις μεταξύ ψυχανάλυσης και αριστεράς στην Ελλάδα, ο ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής Δημήτρης Πλουμπίδης σημειώνει ότι τις δεκαετίες του 1920 και του ‘30 συγχέονταν ή αντιμετωπίζονταν με τον ίδιο εχθρικό τρόπο ως ανατρεπτικές θεωρίες. (σελ. 20)
(σελ. 21) “Η ψυχανάλυση εμφανίστηκε στην Ελλάδα τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα ως ένας επαναστατικός νεωτερισμός. Τα επαναστατικά στοιχεία ήταν: πρώτον, η έννοια του ασυνείδητου ως δομικού στοιχείου του ανθρώπου. Δεύτερον, η έννοια της απώθησης της ενέργειας της σεξουαλικής επιθυμίας και της μερικής επανόδου της μετασχηματισμένης σε νεύρωση ή, αντίθετα, σε έργα τέχνης ή κοινωνικά χρήσιμες κατευθύνσεις. Τρίτον, η ψυχαναλυτική θεωρία γύρω από την ανάπτυξη και την κοινωνικοποίηση του ανθρώπινου ψυχισμού – κυρίως για το οιδιπόδειο σύμπλεγμα – προσέφερε ένα νέο δρόμο προσέγγισης της οικογένειας, των κοινωνικών θεσμών και της θρησκείας.
(σελ. 22) Ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης αναφέρεται σε μια βασική αρχή της ψυχαναλυτικής θεωρίας: ότι δεν υπάρχουν ειδικοί μηχανισμοί μόνο για τον ασθενή, δεν αφορά την ψυχική οργάνωση μόνο του άρρωστου, αλλά κάθε ψυχική οργάνωση, υγιή ή ασθενή. Στο υποσυνείδητο βρίσκονται τα διάφορα συμπλέγματα – στοιχεία παραστάσεων, που ενώθηκαν σε ομάδες στα πρώτα παιδικά χρόνια και έχουν ‘εποικοδομηθεί’ με μεγάλες ποσότητες αγάπης και μίσους, σύμφωνα με τον ίδιο.
(σελ. 25) Πολλά στοιχεία από την ψυχαναλυτική θεωρία υπάρχουν στη μελέτη του Γιάννη Ιμβριώτη ‘Η παθολογική μνήμη’ (1931), όπου υποστηρίζει μεταξύ άλλων, ότι η παθολογική συνείδηση έχει πολλά κοινά στοιχεία με την πρωτόγονη και την παιδική ψυχή.
(σελ. 26) Σε γράμμα του στον πάστορα Όσκαρ Φίστερ, που έχει γράψει το βιβλίο ‘Ψυχανάλυση και Παιδαγωγική’, ο Φρόυντ επεσήμαινε: ‘Υπάρχουν και πιο συζητήσιμα και συγκρουσιακά πράγματα στον ψυχισμό.’”

συλλογή του Σ. Φρόυντ, Λονδίνο (07/13)

Μουσείο Φρόυντ, Λονδίνο (07/13)
Από μια λακανική σκοπιά ο πολιτικός επιστήμονας Γιάννης Σταυρακάκης εξηγεί: (σελ. 44) “Ο ίδιος ο ψυχαναλυτικός δεσμός δεν ανάγεται στη σφαίρα της ατομικότητας. Είναι, κατ’ ουσίαν, δεσμός κοινωνικός. Η κλινική της ψυχανάλυσης δεν αφορά μια εξω-κοινωνική συνάντηση (εκείνη μεταξύ του αναλυόμενου και του αναλυτή νοούμενων ως αυστηρά ατομικών οντοτήτων). Απεναντίας, πρόκειται για μια σχέση, που προϋποθέτει τον κοινωνικό δεσμό του λόγου, όπως ακριβώς και το σύμπτωμα, δεν είναι καθόλου άσχετο με τη δυσφορία στον πολιτισμό. Με άλλα λόγια, η ανάλυση λειτουργεί ακριβώς επειδή δομείται ως κοινωνική σχέση. Ο Φρόυντ στοχάζεται μια σειρά από κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα σε πολλά βιβλία του από την Ψυχολογία των μαζών μέχρι το Μέλλον μιας αυταπάτης κλπ.
(σελ. 46) Στον Ζ. Λακάν διαπιστώνουμε πληρέστερη συνειδητοποίηση της αμφίδρομης σχέσης ανάμεσα στους δύο τομείς. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι ίσως να μην υπάρχει, να μη νοείται καν αυτή η διάκριση – οι περισσότερες έννοιες του Λακάν αρθρώνονται ακριβώς στην τομή του κοινωνικού με το ατομικό. Έννοιες όπως το συμβολικό, το πραγματικό, το φαντασιακό (σελ. 47) δεν είναι ούτε ατομικές ούτε κοινωνικές. Είναι και τα δύο ή ίσως να τοποθετούνται πέρα και από τα δύο.
Αρχικά, η ψυχανάλυση είχε θεωρηθεί ένα είδος αντιδραστικής αστικής ιδεολογίας. Η αριστερά είχε υποτιμήσει την υποκειμενική διάσταση και εκείνη του ασυνείδητου. Συλλαμβάνοντας τον εαυτό της ως ένα επαναστατικό κίνημα, που θέλει να αλλάξει την κοινωνία θεωρούσε, σε μεγάλο βαθμό, το υποκείμενο δεδομένο. Κυριαρχούσε, δηλαδή, η απλοϊκή σύλληψη του ‘ιστορικού υποκειμένου’, ως φορέα μιας ιστορικής νομοτέλειας. Η υπόθεση, η ελπίδα ή η πίστη ήταν ότι ο ορθολογισμός του υποκειμένου θα επέτρεπε την αποδοχή των νόμων της Ιστορίας και την υπέρβαση κάθε ψευδούς συνείδησης, την αναγνώριση, δηλαδή, των προφανών ταξικών του συμφερόντων. Η πρόβλεψη αυτή δεν επαληθεύτηκε. Αντιθέτως, τα συγκεκριμένα εμπόδια, που ματαίωσαν την πραγμάτωσή της οδήγησαν στην ανάγκη στροφής προς την υποκειμενικότητα και αμφισβήτησαν τα θεμέλια αυτού του απόλυτου ορθολογισμού. Έγινε κατανοητό, δηλαδή, ότι οι υποκειμενοποιημένες ιδεολογικές καθηλώσεις δεν αλλάζουν τόσο εύκολα. Και ότι η συνειδητή συγκατάθεση σε κάτι – ακόμα και σε ένα όραμα κοινωνικής αλλαγής – δεν οδηγεί απαραίτητα στη συνεπή δράση και την οριστική μεταστροφή. Η Ιστορία δεν προχωρά με βάση ορθολογικούς νόμους. (σελ. 48) Αυτό οδήγησε σε μια στροφή προς την προβληματική της ηγεμονίας στον Γκράμσι και μετέπειτα προς εκείνη της ταυτότητας. Μπορούμε να αναφέρουμε πολλά παραδείγματα, όπως η αναγνώριση της σημασίας του ασυνείδητου και της παραγωγής του υποκειμένου στον Αλτουσέρ. Έτσι, εξαιτίας των ίδιων των εμποδίων, που συνάντησε η αριστερά υπήρξε μια κίνηση προς τη μεριά του υποκειμένου, προς την αναγνώριση της διαλεκτικής υποκειμενικού – αντικειμενικού, ατομικού – συλλογικού και τη συνακόλουθη διερεύνηση του τι μπορεί να σημαίνει για τη δόμηση του κοινωνικού και την πολιτική δράση.
Παράλληλα, υπήρξε και μια αντίστροφη κίνηση από τη μεριά της ψυχανάλυσης, έτσι ώστε οι δύο τάσεις στο τέλος κάπου να συναντηθούν. Η ψυχανάλυση είχε αρχικά φανταστεί τον εαυτό της κι εκείνη ως ένα κίνημα για την αλλαγή, αυτή τη φορά, του υποκειμένου. Αλλά το υποκειμενικό βρίσκεται πάντα σε σχέση με το κοινωνικό, μέσω των ταυτίσεων και των καθηλώσεων, που προκύπτουν από τον ουσιώδη ρόλο του κοινωνικού περίγυρου: της οικογένειας, των θεσμών της κοινωνικοποίησης, του μεγάλου Άλλου, σύμφωνα με τον Ζ. Λακάν. Χωρίς αυτές τις σχέσεις δεν υπάρχει ταυτότητα.

έργα του ‘Wolfman’, Sergei Pankejeff, αναλυόμενου του Σ. Φρόυντ (From the History of an Infantile Neurosis)
(σελ. 50) Η ψυχανάλυση υπήρξε ένας από τους εννοιολογικούς και θεωρητικούς πόρους, που οδήγησαν στην ανάπτυξη της κριτικής θεωρίας. Ο λόγος για τούτη τη στροφή προς την ψυχανάλυση δεν είναι παρά η κρίση του μαρξισμού. Το γεγονός ότι οι επαναστατικές προσδοκίες, η πίστη στην αλλαγή, δεν επαληθεύτηκαν. Για κάποιο λόγο, οι άνθρωποι – ακόμα και οι προλετάριοι – δε δρούσαν με τον τρόπο, που περίμενε το αριστερό κίνημα. Αυτό ήταν το βασικό πρόβλημα, που συναντάται, κατά κάποιο τρόπο, (σελ. 51) με την κλασική προβληματική της εθελοδουλείας, η οποία αναπτύσσεται ήδη από τον 16ο αιώνα, αν όχι και νωρίτερα.
(σελ. 57, 58) Στην περίπτωση του Ernesto Laclau και της Chantal Mouffe, που αντιπροσωπεύουν μια ρεφορμιστική λακανική αριστερά, έχουμε ένα πρόταγμα, που εκείνοι ονομάζουν ‘Ριζοσπαστική Δημοκρατία’ και το οποίο ενέχει την ενδυνάμωση του πολιτικού ανταγωνισμού, της διάστασης της ισότητας και την επιστροφή σε ιδέες όπως η λαϊκή κυριαρχία, κόντρα σε αυτό που θεωρούν μεταδημοκρατική διαχείριση, η οποία επικρατεί στο σημερινό πολιτικό πεδίο.

κήπος Μουσείου Φρόυντ, Λονδίνο (07/13) > Totemic Festival
(σελ. 60, 61) Όταν κατά τη διάρκεια του Μάη του 1968 οι παρευρισκόμενοι στο σεμινάριό του ρωτούν τον Ζ. Λακάν ‘Τι περιμένει η επανάσταση από μας;’, έχοντας στο μυαλό τους ότι θα τους αποκαλύψει με κάποιον λίγο-πολύ μαγικό τρόπο πώς η θεωρία μπορεί να μετασχηματιστεί σε πράξη και οι ψυχαναλυτές σε οργανικούς διανοούμενους της επαναστατικής αλλαγής, εκείνος μάλλον τους απογοητεύει. Αν είναι κάτι, που ξεχωρίζει το ψυχαναλυτικό savoir είναι η δυνατότητα – όχι να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη γνώση και την επιθυμία, τη γλώσσα και την απόλαυση, το συνειδητό και το ασυνείδητο αλλά να τα αναδείξει και να τα διεργαστεί. Επομένως, η λακανική αριστερά δεν μπορεί να μας πει τι θα κάνουμε, μπορεί όμως να θέσει τα προβλήματα, που έχουμε όπως η ιδεολογική καθήλωση, η υποταγή σε εκμεταλλευτικές εξουσιαστικές δομές, με διαφορετικό τρόπο, ώστε να μας βοηθήσει να αναλάβουμε την ευθύνη για τον αναπροσανατολισμό της σκέψης και της δράσης μας, προκειμένου να καταστεί περισσότερο δυνατή η κοινωνική αλλαγή και η μετάθεση – όχι όμως η εξαφάνιση – των κοινωνικών συμπτωμάτων.
(σελ. 61) Παρεμβαίνοντας είτε στο επίπεδο της αναπαράστασης (συμβολικό και φαντασιακό) είτε της συγκίνησης, του συναισθήματος και της απόλαυσης (πραγματικό). Οι ηγεμονικές δομές, όπως και το κλινικό σύμπτωμα, είναι συμβολικές (και φαντασιακές), αλλά επίσης συγκινησιακές και λιμπιντικές, δομές απόλαυσης. Μια ιδεολογική καθήλωση επιτυγχάνει και εδραιώνεται μόνο όταν λειτουργεί και στα δύο αυτά επίπεδα. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί απλώς και μόνο σε επίπεδο συμβολικής αντιπαράθεσης.

Μουσείο Φρόυντ, Λονδίνο (07/13) > Totemic Festival
Στην Ψυχολογία των Μαζών του Φρόυντ είναι ξεκάθαρο ότι η ταύτιση με τον ηγέτη ή με ένα ιδεώδες, που είναι ένα καθαρά πολιτικό ζήτημα εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη λίμπιντο.
(σελ. 62) Η λακανική αριστερά αναδεικνύει το συμβολικό και φαντασιακό χαρακτήρα κάθε ηγεμονίας και ιδεολογικής καθήλωσης – κάτι που ξεκινάει ήδη από τον Αλτουσέρ και στον Λακλάου περνάει μέσα από μια σειρά εννοιών, όπως η διαφορά, η ισοδυναμία και η σημασία τους στην κατασκευή του πολιτικού λόγου και των ταυτοτήτων, καθώς και τα λεγόμενα κομβικά σημεία, τα points de capiton στον Ζ. Λακάν. Το συμβολικό επίπεδο δεν εξηγεί τα πάντα, παραμένει πάντοτε ένα υπόλοιπο.
Για τον Σ. Ζίζεκ (σελ. 63) ‘μια ιδεολογία ενέχει, χειρίζεται, παράγει μια προϊδεολογική απόλαυση δομημένη στη φαντασίωση’ (Το υψηλό αντικείμενο της ιδεολογίας, 2006). Ο Ε. Λακλάου στο άρθρο ‘Glimpsing the Future’ για το βιβλίο ‘Laclaou: A Critical Reader’ (σε επιμέλεια Simon Critchley και Oliver Marchart, 2004) προσθέτει: ‘Εκείνο που η ρητορική (μια συμβολική, δηλαδή, προσέγγιση του πολιτικού λόγου) μπορεί να εξηγήσει είναι η μορφή, που παίρνει μια επικαθορίζουσα επένδυση, αλλά όχι τη δύναμη, που εξηγεί την επένδυση αυτή καθεαυτή και τη διάρκειά της (το γιατί αντιστέκεται μια ιδεολογική επένδυση, αφού έχουμε ήδη ενδεχομένως καταλάβει τον ανορθολογικό ή καταπιεστικό της χαρακτήρα). Κάθε επικαθορισμός προϋποθέτει – όχι μόνο μεταφορικές συμπυκνώσεις αλλά και καθεκτικές επενδύσεις. Με άλλα λόγια, κάτι που ανήκει στην τάξη του συναισθήματος (affect) έχει ένα πρωτεύοντα ρόλο στη ρηματική κατασκευή του κοινωνικού. Ο Φρόυντ ήδη το γνώριζε: ο κοινωνικός δεσμός είναι λιμπιντικός.’”
* φωτογραφίες: Freud Museum, Λονδίνο (Ιούλιος του 2013) κατά τη διάρκεια του Τοtemic Festival / στην κεντρική φωτογραφία: το ντιβάνι του Σ. Φρόυντ






