German pacifism no more?
Γράφοντας στον S. Freud τον Ιούλιο του 1932, έξι μήνες προτού ο Α. Hitler ανέβει στην εξουσία, ο Α. Einstein ρωτούσε: “Υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι άνθρωποι από τη μοίρα του πολέμου;”. “Απόγνωση, θάνατος, φόβος και αστόχαστη επιπολαιότητα πάνω από μια άβυσσο οδύνης. Βλέπω πώς οι λαοί στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου και σιωπηλά, χωρίς να το καταλαβαίνουν, ανόητα, υπάκουα, αθώα αλληλοσκοτώνονται. Σε τελική ανάλυση, ο πόλεμος είναι πόλεμος”, λέει ο Paul Bäumer, πρωταγωνιστής της νουβέλας ‘All quiet on the western front’ (1929), που μεταφέρθηκε εκ νέου σε ταινία για το Netflix, κερδίζοντας βραβεία Bafta και έχοντας προταθεί για Όσκαρ. Ο Erich Maria Remarque την έγραψε με βάση την εμπειρία του ως στρατιώτης στα χαρακώματα του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. O ήρωάς του “Σκοτώθηκε τον Οκτώβριο του 1918, μια μέρα τόσο ήσυχη σε όλο το μέτωπο, που η στρατιωτική αναφορά περιορίστηκε σε μια πρόταση: oυδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο.” Ως χειρόγραφο απορρίφθηκε από τον φημισμένο εκδοτικό οίκο S. Fischer Verlag και ο Ullstein προχώρησε στο τύπωμά του, αφού πρώτα ο E. M. Remarque μετρίασε το αντιπολεμικό του μήνυμα, ύστερα από κριτική που δέχθηκε το προσχέδιο. Αν και μέχρι τον Ιούνιο του 1930 είχαν πουληθεί πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα, το 1931 το κοινοβούλιο της Πρωσίας διέταξε να αφαιρεθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες. Οι ναζί το έκαψαν δημόσια το 1933. Σήμερα αποτελεί μέρος της εκπαίδευσης των παιδιών.
“Να είσαι δίκαιος με τον εχθρό σου, αλλιώς θα μισήσει την ειρήνη.”, προτρέπει η φιγούρα του Γερμανού πολιτικού (Matthias Erzberger) τον Γάλλο στρατηγό (Ferdinand Foch). Ενώ η φρίκη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου έλαβε χώρα κατά κύριο λόγο σε ξένα πεδία μάχης, εκείνος του Χίτλερ έφερε βόμβες, στρατεύματα και βία στο γερμανικό έδαφος. Οι άμαχοι έζησαν αυτή την πραγματικότητα και στην πλειοψηφία τους ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στον επανεξοπλισμό. “Η οπτική που έχω ως Γερμανός είναι ότι στην εθνική μας συνείδηση δεν υπάρχει τίποτε άλλο, παρά ενοχή, τρόμος και καταστροφή”, μεταφέρει ο σκηνοθέτης Edward Berger. “Εκεί που άλλα έθνη μιλούν για καθήκον, ηρωισμό, θυσία, η ιστορία της Γερμανίας καθιστά μια τέτοια θετική ανάμνηση, με νόημα δύσκολη”, υπογραμμίζει στους Financial Times (03/02) η Katja Hoyer, συγγραφέας του βιβλίου ‘Πέρα από το Τείχος: Ανατολική Γερμανία, 1949-1990’, που θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο. Τα επόμενα χρόνια, “Οι κυβερνήσεις της Ανατολικής και της Δυτικής Γερμανίας μετατράπηκαν σε πιόνια στο παιχνίδι του Ψυχρού Πολέμου, στο οποίο είχαν μικρό περιθώριο ελιγμών.”

ο Jürgen Habermas στη Βιέννη τον Μάρτιο του 2004 / Jet Budelman, De Beeldunie, foreignpolicy.com
O βίαιος χαρακτήρας του πολέμου έχασε την αύρα φυσικότητας μετά από τη βαρβαρότητα δύο Παγκόσμιων και τη νευρικότητα που επικρατούσε στον Ψυχρό, επεσήμανε ο Jürgen Habermas σε άρθρο του στην εφημερίδα Süddeutsche Zeitung (14/02, σε μετάφραση από τα γερμανικά του Ciaran Cronin). “Όσοι τους έζησαν τον περασμένο αιώνα είχαν ασυνείδητα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο συγκεκριμένος τρόπος επίλυσης των διαφορών σε διεθνές επίπεδο ήταν εντελώς ασυμβίβαστος με τις προδιαγραφές της πολιτισμένης συμβίωσης. Αυτό είχε αντανάκλαση και στο νομικό πεδίο. Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, που απαγορεύει τα εγκλήματα πολέμου αντιπροσωπεύει ίσως μια όχι τόσο επιτυχημένη προσπάθεια να τιθασευθεί η χρήση βίας. Με το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου αυτή θα κατευναζόταν με νομικά μέσα. To άρθρο 2 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, σε ισχύ από τις 24 Οκτωβρίου 1945 επιβάλλει την ειρηνική επίλυση των διαφορών μεταξύ κρατών – παράλληλα ιδρύθηκε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Το σοκ των σφοδρών υπερβολών ήταν που γέννησε αυτή την επανάσταση – εκφράστηκε με την παρότρυνση ‘να ενώσουμε τις δυνάμεις μας … για να διασφαλίσουμε, με την αποδοχή αξιών και τη θεμελίωση μεθόδων, ότι η ένοπλη βία δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται, παρά μόνο για το κοινό συμφέρον’. Η διαδικασία εξοπλισμού της Ουκρανίας μοιάζει να έχει αποκτήσει μια δική της δυναμική, με επιτάχυνση του οικείου παιχνιδιού για όλο και πιο δυνατά όπλα, όπως η απόφαση να παρασχεθούν τανκς τύπου Leopard, η οποία χαρακτηρίστηκε ιστορική αλλά υπερκεράστηκε από τις εκκλήσεις για προμήθεια μαχητικών αεροσκαφών, πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, πολεμικών πλοίων και υποβρυχίων.” O φιλόσοφος και κοινωνιολόγος διαπιστώνει μια σχεδόν ομοιόμορφη, πολεμοχαρή κατεύθυνση στις γνώμες που εκφράζονται στη δημόσια σφαίρα, χωρίς να μεταφέρεται ο δισταγμός και η περισυλλογή του μισού πληθυσμού της Γερμανίας. Εντωμεταξύ, ο πόλεμος συνεχίζεται, η έκταση της καταστροφής διευρύνεται και οι απώλειες αυξάνονται. “Μήπως θα έπρεπε η στρατιωτική βοήθεια που παρασχέθηκε για καλούς λόγους να χάσει τον αμυντικό της χαρακτήρα αφού ο μόνος πιθανός σκοπός φαίνεται να είναι η νίκη επί του Vl. Putin, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ, όπως και οι κυβερνήσεις άλλων χωρών – μελών του Νato έχουν από την αρχή συμφωνήσει ότι θα σταματούσαν πριν το σημείο χωρίς επιστροφή, δηλαδή την είσοδο στον πόλεμο; Η ακροβασία στην άκρη της αβύσσου αποτελεί πραγματικό κίνδυνο, ενώ ίσως ξεγελάμε τον εαυτό μας αναφορικά με την ανάγκη να πάρουμε πρωτοβουλίες για διαπραγματεύσεις.”

Axel Heimken, AFP, Getty Images
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Στη Γερμανία κατέρρευσε ένα ταμπού με την ιστορική ανακοίνωση του καγκελάριου Olaf Scholz ότι θα δοθούν τανκς τύπου Leopard στο Κίεβο. Τo ανησυχητικό διακύβευμα του επανεξοπλισμού της Γερμανίας, με αύξηση κατά 100 δις των δαπανών για την άμυνα – όταν τις τελευταίες δεκαετίες αντιπροσώπευαν περίπου το 1% του ΑΕΠ, πηγαίνοντας κόντρα σε μια κουλτούρα φιλειρηνισμού που διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, αναλύει σε άρθρο του στο bostonreview.com (11/01) o Stephen Milder. “Πολλοί από εμάς θυμόμαστε ακόμα τις ιστορίες των γονιών και των παππούδων μας από τον πόλεμο, αλλά και για τους νέους είναι σχεδόν αδιανόητο να επιστρέφει στην Ευρώπη.” είπε στην ομιλία του στη Βουλή ο καγκελάριος της Γερμανίας τρεις μέρες μετά την έναρξή του. Τον Ιούνιο πέρασε η απαιτούμενη συνταγματική μεταρρύθμιση προκειμένου να προχωρήσει η τεράστια ροή στη χρηματοδότηση των ενόπλων δυνάμεων. O επίκουρος καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Κοινωνίας στο πανεπιστήμιο του Groningen, συγγραφέας του βιβλίου ‘Πρασινίζοντας τη δημοκρατία: Το κίνημα εναντίον των πυρηνικών στη Δυτική Γερμανία και πέρα από αυτή, 1968-1983’ υπογραμμίζει ότι “Η πραγματική, βαθύτερη αλλαγή είναι η κλιμάκωση της μεταστροφής της Γερμανίας από μετα-φασιστική χώρα, που έμοιαζε να έχει ξεπεράσει το ναζιστικό της παρελθόν με μια ‘κουλτούρα ειρήνης’ – όπως παρατηρούσε και ο ιστορικός Thomas Kühne – σε μετα-πασιφιστική.”

διαμαρτυρία τον Ιανουάριο έξω από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας όπλων Krauss-Maffei Wegmann στο Kassel / Reuters
Τόσο η Ανατολική όσο και η Δυτική Γερμανία, που λειτουργούσαν ως ξεχωριστά κράτη από το 1949 επανεξοπλίστηκαν σύντομα μετά τη λήξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου και φιλοξένησαν δεκάδες χιλιάδες Αμερικανούς και Σοβιετικούς στρατιώτες, στην πρώτη γραμμή του Ψυχρού κατά μήκος του Σιδηρού Παραπετάσματος. Ωστόσο, ταπεινωμένες από την εμπειρία της ήττας και κατοχής αποκήρυτταν στο σύνταγμά τους επιθετικούς πολέμους και περιόριζαν τον ρόλο των ενόπλων δυνάμεων στη διατήρηση της ειρήνης. Απαγορευόταν στους κατασκευαστές όπλων της Δυτικής Γερμανίας, που εντάχθηκε στο Nato το 1955 να τα εξάγουν σε εμπόλεμες περιοχές – η Ανατολική συμμετείχε στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας Helmut Schmidt (1974-1982) είχε υποστηρίξει την απόφαση του Nato για εγκατάσταση περισσότερων πυραύλων εκεί.

αφίσα της Käthe Kollwitz με σύνθημα: ‘Ποτέ ξανά πόλεμος’ (1924) για τα δέκα χρόνια από την έναρξη του Α’ ΠΠ (1914-1918), όπου σκοτώθηκε ο γιος της
Αμέσως μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο, το κίνημα ‘Χωρίς Εμένα’, όπως και στις αρχές του 1980, ένα σημαντικό κομμάτι των πολιτών υπερασπίζονταν με πάθος την ‘οικοδόμηση της ειρήνης χωρίς όπλα’ αντιδρώντας στην τοποθέτηση πυρηνικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς, με το επιχείρημα ότι “δεν προστατεύουν, μας καταστρέφουν”, προτρέποντας να μετατραπούν ‘τα σπαθιά σε άροτρα’ (swords to ploughshares). Ανάμεσά τους το 1982 ως αντιπρόεδρος της Νεολαίας των Σοσιαλιστών ο σημερινός καγκελάριος Olaf Scholz, που ταξίδευε στην Ανατολική Γερμανία και έγραφε άρθρα ‘ενάντια στην επιθετική-ιμπεριαλιστική στρατηγική του Nato’. Άλλες πρωτοβουλίες είχαν να κάνουν με τη δημιουργία Φόρουμ Ειρήνης και υπογραφή σχετικών ‘προσωπικών συμφωνιών’, όπως εκείνη ανάμεσα στη βουλευτή με τους Πράσινους στη Δυτική Γερμανία Petra Kelly και τον ηγέτη της Ανατολικής Γερμανίας Erich Honecker (1971-1989), ο οποίος μετά από παραίνεση ενός βοηθού του, διαφώνησε με το τελευταίο σημείο, που αφορούσε τον μονομερή αφοπλισμό.

αντιπολεμική αλυσίδα, 1983 / Roland Holschneider, AP, ft.com
Για την Katja Hoyer, το φιλειρηνικό κίνημα συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία του κόμματος των Πράσινων το 1980, όπως και στην οικοδόμηση δικτύων που οργάνωσαν τις μαζικές διαδηλώσεις το φθινόπωρο του 1989, με αποτέλεσμα την πτώση του τείχους του Βερολίνου. Όταν, επανενωμένη, ήρθε αντιμέτωπη με τις ευθύνες της σαν μεγάλη δύναμη σε μια ήπειρο, όπου ξέσπασε πόλεμος αλλά και ως απόρροια της συμμαχίας με τις ΗΠΑ στις επεμβάσεις σε Ιράκ και Αφγανιστάν, η αντιπολεμική κουλτούρα υποχώρησε. Η απροθυμία της να υποστηρίξει τη στρατιωτική απάντηση ‘Καταιγίδα της Ερήμου’ στην εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ τον Αύγουστο του 1990 με επικεφαλής την Αμερική ήταν το κύκνειο άσμα του ψυχροπολεμικού φιλειρηνισμού.

ο Joschka Fischer (κάτω, στη μέση) σε διαδήλωση το 1983 με αίτημα: ‘Όχι πυρηνικά’, έξω από αμερικανική βάση στη Φρανκφούρτη, dw.com
Αν και οι μνήμες των συρράξεων στα Βαλκάνια έχουν ατονίσει, στις αρχές του 1990 πραγματοποιήθηκε μια αξιοσημείωτη μεταστροφή, με εκτεταμένες εκκλήσεις στη Δύση για κρατική αυτοάμυνα και συμμετοχή σε επεμβάσεις ανθρωπιστικού χαρακτήρα (humanitarian interventions). Οι πόλεμοι στη Βοσνία (1992-1995) και το Κόσοβο (1998-1999) οδήγησαν σε συζητήσεις σχετικά με το υπό ποιες προϋποθέσεις ο γερμανικός στρατός θα μπορούσε να αναπτυχθεί εκτός συνόρων και με ποιο ρόλο σε προσπάθειες διατήρησης της ειρήνης (peacekeeping). Ήταν τότε, εκτιμά ο Stephen Milder, που η πεποίθηση ότι δεν πρέπει κανείς να ρίχνει λάδι στη φωτιά του πολέμου, μετασχηματίστηκε. Ίσως αυτό φαίνεται πιο καθαρά στο Κόμμα των Πράσινων, που εισήλθε στη Bundestag της Δυτικής Γερμανίας για πρώτη φορά το 1983 με 5%, ενώ χαρακτηριζόταν ‘κοινοβουλευτική πτέρυγα του αντιπολεμικού κινήματος’. Παρ’ όλα αυτά, ο Joschka Fischer, υπουργός Εξωτερικών το 1998 και αντικαγκελάριος στην κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Gerhard Schröder υιοθέτησε δύο αντιφατικές αρχές: ‘Ποτέ ξανά πόλεμος!’ και ‘Ποτέ ξανά Auschwitz!’. Θεωρούσε τον πόλεμο αποδεκτό – ακόμη και απαραίτητο – αν ήταν να αποφευχθούν σφαγές όπως εκείνη στη Srebrenica (Βοσνία). Οι απόψεις του συμβάδιζαν με μια ομάδα εντός του κόμματος, που υποστήριζε για παράδειγμα το δικαίωμα στην αυτοάμυνα και τις ένοπλες εξεγέρσεις καταπιεσμένων ή υπό απειλή μειονοτικών ομάδων. Τον Μάιο του 1999, με την επέμβαση στο Κόσοβο και τους βομβαρδισμούς στους Σερβοβόσνιους να έχουν προηγηθεί, οι Πράσινοι σε ειδικό συνέδριο στην πόλη Bielefeld ενέκριναν αναδρομικά (με ψήφους 444 υπέρ – 318 κατά) το να ακολουθήσει η Γερμανία τις δράσεις του Nato, ενώ έξω γίνονταν διαμαρτυρίες εναντίον αυτής της επιλογής.

dw.com
Κάποιος εισέβαλε στον χώρο της διαδικασίας και πέταξε μια αμπούλα μπογιάς (paint bomb) στον J. Fischer, με αποτέλεσμα να σπάσει το τύμπανό του. Η ιδέα ότι η συλλογική δράση μέσω της στρατιωτικής ισχύος είναι το πιο αποτελεσματικό μέσο για να σταματήσουν τα εγκλήματα πολέμου και η γενοκτονία, όπως και το πλαίσιο της ‘Υποχρέωσης για Προστασία’ (Responsibility to Protect) του 2005, που υιοθέτησαν καθολικά τα μέλη του ΟΗΕ, έγιναν νόρμα στη νέα διεθνή τάξη.

Αυτό αντανακλάται στο σήμερα με προβεβλημένους πολιτικούς των Πράσινων, που συμμετέχουν στην κυβέρνηση του Ο. Scholz και αποτελούν τους κύριους υποστηρικτές της αποστολής όπλων στην Ουκρανία, όπως η υπουργός Εξωτερικών A. Baerbock. Ο καγκελάριος – σημειώνεται στο δημοσίευμα του bostonreview.com – εμφανιζόταν αρχικά διστακτικός με αυτή την προοπτική, παρά τη γρήγορη απόφασή του για σημαντικά αυξημένες αμυντικές δαπάνες. Οι G. Schröder (SPD, 1998-2005) και A. Merkel (CDU, 2005-2021) φαίνεται να προέκριναν την επίλυση των διαφορών με εμπορικά και διπλωματικά μέσα. Τον Απρίλιο του 2022 το περιοδικό Der Spiegel κυκλοφόρησε χαρακτηρίζοντας ειρωνικά τους επικεφαλής του κόμματος ‘Πράσινους με κλάδο ελαίας’, θυμίζοντας ένα άλλο άρθρο το Νοέμβριο του 2001 για την Angelika Beer, την κοινοβουλευτική εκπρόσωπο του κόμματος σε θέματα άμυνας, που συντασσόταν με την αμερικανική εισβολή στο Αφγανιστάν, με αποστολή των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. Για τον Αμερικανό δημοσιογράφο Stephen Kinzer, η Α. Baerbock απηχεί τα ‘γεράκια’ στις δηλώσεις της καθώς “ανήκει σε μια νεότερη γενιά πολιτικών, χωρίς την ενσωματωμένη ντροπή και τον αντιμιλιταρισμό, που διαμόρφωσαν τις παλαιότερες”.

τo τεύχος 02-08/02 του περιοδικού Courrier International με τίτλο: ‘Ουκρανία: Μέχρι πού ο πόλεμος; Οι δυτικοί έχουν επιλέξει να εμπλακούν πιο μετωπικά στη σύρραξη – μια απόφαση με ρίσκο. Ποιος θα μπορούσε να προβλέψει ότι αυτή θα διαρκούσε ένα χρόνο, χωρίς να γίνεται να φανταστούμε το μέλλον;’
Στη Βουλή το κόμμα της Αριστεράς, υπέρ της εξόδου της Γερμανίας από το Nato, δίνει προβάδισμα στην ειρήνη, ενώ και μια ανοιχτή επιστολή της φεμινίστριας Alice Schwarzer, εκδότριας του περιοδικού Emma, με περισσότερες από 600.000 υπογραφές ζητούσε από τον καγκελάριο να τερματιστεί η ένοπλη βοήθεια στην Ουκρανία, καθώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα παγκόσμιο σπιράλ εξοπλισμών με καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια υγεία και το κλίμα. Μια παρόμοια έκκληση απηύθυνε και η προοδευτική ομάδα στο αμερικανικό Κογκρέσο.

‘Γίνε δική μου’, σκίτσο του Ben Jennings, theguardian.com
Σε απάντηση, η Britta Haßelmann, μία από τους προέδρους των Πράσινων στο Κοινοβούλιο εξέφρασε την άποψη ότι το να δουλεύει κανείς για την ειρήνη είναι αφελές, όταν ο πρόεδρος της Ρωσίας παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, ενώ οι βετεράνοι πολιτικοί του κόμματος Ralf Fücks και Marieluise Beck απέστειλαν μια δεύτερη ανοιχτή επιστολή, με το επιχείρημα της αλλαγής των στρατιωτικών συσχετισμών προς όφελος της Ουκρανίας.

τo τεύχος 01-07/12/22 του περιοδικού Courrier International με τίτλο: ‘Ένα πολύ μακρύ μονοπάτι προς την ειρήνη – Ποιες θα ήταν οι προϋποθέσεις για να τερματιστεί η σύρραξη;’
Το να αγνοούμε τις συγκρούσεις των τελευταίων 75 ετών – σημειώνει ο Stephen Milder – ίσως βοηθά να μεταφερθεί η σοβαρότητα της επίθεσης στην Ουκρανία, όμως παράλληλα συσκοτίζει τα ρίσκα και τις συνέπειες της πολεμοχαρούς (hawkish) απάντησης της Γερμανίας. Με την υποχώρηση του πασιφισμού, εκεί που πολλοί θεωρούσαν την καταστροφή του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου ως λόγο αποφυγής ενός νέου με κάθε κόστος, σήμερα χρησιμοποιείται για την υπεράσπιση της εντατικοποίησης των δαπανών άμυνας στο όνομα της αποτροπής θηριωδιών. Γίνεται, ακόμη, προσπάθεια να συνδεθεί με την αποφυγή μιας εμπειρίας παρόμοιας με το Ολοκαύτωμα ή με τη γενοκτονία στη Ρουάντα. Επισκεπτόμενη έκθεση φωτογραφίας για τη σφαγή στη Σρεμπρένιτσα κατά τη διάρκεια επίσημης περιοδείας στα Βαλκάνια η A. Baerbock μίλησε για γεγονός που καθόρισε τη γενιά της, κοινωνικά και πολιτικά. O Matthew Karnitschnig σε ανταπόκρισή του για το politico.eu (18/02) από το Συνέδριο για την Ασφάλεια στο Μόναχο παρατήρησε ότι οι μόνοι, οι οποίοι χαμογελούσαν ήταν εκείνοι που παρέχουν συμβόλαια άμυνας, με τις πωλήσεις όπλων να ανθίζουν. Η Alida Vračić, αναλύτρια από τη Βοσνία μετέφερε στον Tim Judah για το Νew York Review πως τριάντα χρόνια μετά τη σύρραξη εκεί, υπήρχε μόνο πίκρα: “Αυτό που πραγματικά φοβάμαι για τους Ουκρανούς είναι ότι θα πρέπει να προετοιμαστούν για πολλές απογοητεύσεις στο μέλλον. (…) Άνθρωποι που δεν είναι στην πρώτη γραμμή, θα γίνουν πλούσιοι από τη μια μέρα στην άλλη. Η πολεμοκαπηλία και όσα οι πολίτες κατ’ ανάγκη δε βλέπουν τώρα, θα έρθουν και θα τους πληγώσουν περισσότερο από τον ίδιο τον πόλεμο.”

Mε τον πόλεμο να υπερβαίνει τον ενάμιση χρόνο, την έκδοση εντάλματος σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ICC) για τον Vl. Putin (17/03) και τη συνάντηση του Olaf Scholz με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Joe Biden στον Λευκό Οίκο (03/03), σε προετοιμασία της συνόδου του Nato στη Λιθουανία τον Ιούλιο, ο πολιτικός αναλυτής Anatol Lieven θύμισε στο jacobin.com ένα απόσπασμα από την ‘Ομιλία Ειρήνης’ του J. F. Kennedy τον Ιούνιο του 1963 στον απόηχο της κρίσης με τους πυραύλους στον Κόλπο των Χοίρων της Κούβας: “Πάνω απ’ όλα, όσο υπερασπιζόμαστε τα δικά μας ζωτικά συμφέροντα, ως πυρηνικές δυνάμεις χρειάζεται να αποφεύγουμε τις αντιπαραθέσεις, που φέρνουν έναν αντίπαλο στο σημείο να επιλέξει ανάμεσα στη ντροπιαστική υποχώρηση και τον πυρηνικό πόλεμο. Το να υιοθετήσουμε αυτού του είδους την πορεία στην πυρηνική εποχή θα ήταν απόδειξη μόνο της αποτυχίας της πολιτικής μας ή μιας ευχής συλλογικής καταστροφής για τον κόσμο.” Η επίκουρη καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο του Σικάγο Adom Getachew έγραψε στο bostonreview.net ότι “Oι επικριτές των ανθρωπιστικών επεμβάσεων κατηγορούνται συνέχεια ότι αρνούνται να κάνουν κάτι στις συγκρούσεις, ωστόσο τις περισσότερες φορές αυτό το κάτι εξισώνεται με τη στρατιωτική επιχείρηση. Αντίθετα, θα έπρεπε να δίνεται προτεραιότητα σε πολυμερείς, διπλωματικές διεργασίες, που θα τους συμπεριλαμβάνουν όλους στην πολιτική μετάβαση, θα δίνουν έμφαση στον ρόλο των τοπικών εταίρων, με στόχο την αποκλιμάκωση και απώτερο σκοπό μια υπερεθνική προσπάθεια συλλογικού αφοπλισμού.”
Στο έργο του ‘Επίκαιρες παρατηρήσεις για τον πόλεμο και τον θάνατο’ (1915), ο S. Freud πραγματεύεται την ‘Απογοήτευση από τον πόλεμο’, που αφαιρεί τις μεταγενέστερες στιβάδες του πολιτισμού, φέρνοντας πάλι στην επιφάνεια τον πρωτόγονο άνθρωπο μέσα μας και τη ‘Σχέση μας με τον θάνατο’ – κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Επίκουρος (1998). Όπως εξηγεί, “Η διάνοιά μας μπορεί να λειτουργεί με ασφάλεια μόνον όταν δεν υπόκειται στις επιρροές ισχυρών συναισθημάτων, αλλιώς συμπεριφέρεται απλώς σαν όργανο μιας βούλησης και παράγει το αποτέλεσμα που της ζητήθηκε.” (σελ. 40). Προτρέπει να μετατρέψουμε τη ρήση: Si vis pacem, para bellum = Αν θέλεις να διατηρήσεις την ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο, σε: Si vis vitam, para mortem = Αν θέλεις να αντέξεις τη ζωή, προετοιμάσου για τον θάνατο. (σελ. 60)

του Eran Wolkowski
Η απάντησή του στον A. Einstein πήρε τη μορφή της μελέτης ‘Γιατί πόλεμος;’ (1932). Επιχειρώντας να διερευνήσει πώς παρουσιάζεται από ψυχολογική άποψη το πρόβλημα της πρόληψης του πολέμου, αναλύει ένα μέρος της θεωρίας περί ορμών του ανθρώπου, στην οποία κατέληξε η ψυχανάλυση. Υποθέτει πως αυτές είναι δύο ειδών: της ζωής, που τείνουν προς τη συντήρηση, την ένωση, τον έρωτα και του θανάτου, οι οποίες ρέπουν προς την καταστροφή.
“Όταν η φιλοπόλεμη διάθεση είναι απόρροια της ορμής της επιθετικότητας, εύλογα απευθυνόμαστε στον αντίποδα αυτής της ορμής, τον έρωτα. Ο,τιδήποτε αποκαθιστά αισθηματικούς δεσμούς μεταξύ των ανθρώπων αντιδρά στον πόλεμο.” (σελ. 75) (…) “Ο,τιδήποτε δημιουργεί άξια λόγου κοινά σημεία ανάμεσά τους προκαλεί αισθήματα κοινότητας, ταυτίσεις. Πάνω τους στηρίζεται κατά μεγάλο μέρος το οικοδόμημα της ανθρώπινης κοινωνίας.” (…) “Ιδανική κατάσταση θα ήταν μια κοινότητα ανθρώπων που έχουν υποτάξει την ορμική τους ζωή στη δικτατορία του Λόγου.” (σελ. 76) “Οι άλλοι δρόμοι προς μια έμμεση παρεμπόδιση του πολέμου είναι πιο βατοί, αλλά δεν υπόσχονται γρήγορη επιτυχία. Το μυαλό μας πηγαίνει απρόθυμα στους μύλους που αλέθουν τόσο αργά, έτσι που θα μπορούσε κανείς να πεθάνει από πείνα, ώσπου να πάρει το αλεύρι.” (σελ. 77)
“Ο κύριος λόγος, για τον οποίο διαμαρτυρόμαστε κατά του πολέμου, είναι ότι δεν μπορούμε να πράξουμε διαφορετικά. Είμαστε ειρηνιστές, επειδή για οργανικούς λόγους, πρέπει να είμαστε. (…) Από απρομνημονεύτων χρόνων εκτυλίσσεται μέσα στην ανθρωπότητα η διαδικασία εξέλιξης του πολιτισμού.” (σελ. 78) (…) “Από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού δύο φαίνεται να είναι τα σημαντικότερα: η ενδυνάμωση της διάνοιας, η οποία αρχίζει να εξουσιάζει την ορμική ζωή και η εσωτερίκευση της επιθετικότητας με όλες τις επωφελείς και επικίνδυνες συνέπειές της. Στις ψυχικές στάσεις που μας επιβάλλει η πολιτιστική διαδικασία αντίκειται με τον πιο εμφανή τρόπο ο πόλεμος, γι’ αυτό μας κάνει να εξεγειρόμαστε εναντίον του – απλώς δεν τον ανεχόμαστε πια, και αυτό δεν είναι μόνο μια διανοητική και συναισθηματική απόρριψη, σ’ εμάς τους ειρηνιστές πρόκειται για μια ιδιοσυστασιακή μη ανοχή.” (σελ. 79) (…) “Πόσο πρέπει να περιμένουμε, ώσπου να γίνουν ειρηνιστές και οι άλλοι; Δεν μπορούμε να το πούμε (…)” “Όλα όσα προωθούν την ανάπτυξη του πολιτισμού δουλεύουν και εναντίον του πολέμου.” (σελ. 80)
Πηγές: bostonreview.net, ft.com, courrierinternational.com, jacobin.com, theguardian.com, nybooks.com, politico.eu





