politis

Βουλή (live): Πλήρες αδιέξοδο για τους παραγωγούς – Nεοτσιφλικοποίηση και σχέδιο Πισσαρίδη για τον αγροτικό κόσμο

Σε επίκαιρη ερώτηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, Νίκου Ανδρουλάκη με θέμα τις πολιτικές της κυβέρνησης για τον πρωτογενή τομέα, που οδηγούν τους παραγωγούς σε πλήρες αδιέξοδο επιτείνοντας την ερήμωση της υπαίθρου απάντησε στις 12:00 το μεσημέρι της Παρασκευής (24/01) στη Βουλή ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο πλαίσιο της Ώρας του Πρωθυπουργού. Χθες ο Σωκράτης Φάμελλος παρουσίασε τους έξι βασικούς άξονες του σχετικού προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ώστε να αποτραπεί η ‘νεοτσιφλικοποίηση’, που προωθείται από τη ΝΔ μέσω ενός ‘σχεδίου Πισσαρίδη’ για τον αγροτικό κόσμο. Την Πέμπτη αγρότες σε Θεσσαλία και Πέλλα βγήκαν στους δρόμους. Τονίζουν πως πωλούν τα προϊόντα τους κάτω του κόστους με ανοιχτές τιμές, ενώ οι καταναλωτές τα βρίσκουν πέντε και έξι φορές ακριβότερα. Ζητούν, μεταξύ άλλων: αναπλήρωση του χαμένου αγροτικού εισοδήματος εξαιτίας της μειωμένης παραγωγής και των χαμηλών τιμών, αποζημιώσεις στο 100% των ζημιών σε αγροτικό κεφάλαιο και παραγωγή, αλλαγή του κανονισμού του ΕΛΓΑ, αφορολόγητο πετρέλαιο στην αντλία, πλαφόν στο ρεύμα στα 0,07 λεπτά ανά κιλοβατώρα, εγγυημένες τιμές.

“Γίνατε αξιωματική αντιπολίτευση από καραμπόλα – αυτό δε σημαίνει ότι μπορείτε να ακολουθείτε και πολιτική καραμπόλας να μην ξέρουμε πού θέλετε να πάτε”, είπε στη δευτερολογία του ο Κ. Μητσοτάκης στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ.

Η ομιλία του Νίκου Ανδρουλάκη:

“Κύριε πρωθυπουργέ, στον έκτο χρόνο της διακυβέρνησής σας, έχετε αποτύχει πλήρως – τόσο σε επίπεδο διαχείρισης, όσο και στη χάραξη ενός μακρόπνοου εθνικού σχεδίου για τον πρωτογενή τομέα. Τα χωριά μας έχουν γίνει χωριά-φαντάσματα καθώς οι μόνιμοι κάτοικοι γερνούν και οι νέοι μας οδηγούνται στη μετανάστευση αναζητώντας ευκαιρίες και προοπτική για τη ζωή τους.

Έχετε αποτύχει και αυτό το μαρτυρούν τα προβλήματα των αγροτών, που μεγεθύνονται. Το κόστος παραγωγής αυξάνεται ραγδαία, ενώ σημειώνονται καθυστερήσεις στην καταβολή των αποζημιώσεων και των ενισχύσεων – στη λειτουργία του ΕΛΓΑ και του ΟΠΕΚΕΠΕ επικρατεί χάος.

Τα χρέη, η αδυναμία χρηματοδοτήσεων από το τραπεζικό σύστημα και οι απειλές των funds για κατασχέσεις της γεωργικής γης φέρνουν τους παραγωγούς σε αδιέξοδο. Οι ελληνοποιήσεις, το άνοιγμα της ψαλίδας των τιμών από το χωράφι στο ράφι, η έλλειψη υποδομών και εργατών γης, μα πάνω από όλα, η απουσία ενός οραματικού σχεδίου εκσυγχρονισμού του πρωτογενούς τομέα και προσαρμογής του στα δεδομένα του 21ου αιώνα αποκαλύπτουν το μέγεθος της απαξίωσης του αγροτικού κόσμου.

Τα μεγάλα προβλήματα στον αγροτικό τομέα έχουν επίδραση στο δημογραφικό με τα χωριά να ερημώνουν, τον αγροτικό πληθυσμό να συρρικνώνεται, τις καλλιεργούμενες εκτάσεις να μειώνονται δραστικά και, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat το 2023, η Ελλάδα να καταγράφει το μεγαλύτερο ποσοστό μείωσης του μεγέθους της αγροτικής παραγωγής κατά 16%.

Φτάσαμε στο σημείο να δαπανούμε περισσότερα από 10 δις ευρώ τον χρόνο σε εισαγωγές τροφίμων – ακόμη και προϊόντα, στα οποία έχουμε συγκριτικό πλεονέκτημα: όπως ντομάτες από την Πολωνία και την Τουρκία. Σε τέσσερα χρόνια αυξήθηκαν κατά 4 δισεκατομμύρια οι εισαγωγές, με αποτέλεσμα τη μείωση του αγροτικού εισοδήματος.

Ο αγροτικός κόσμος δεν είναι ο φτωχός συγγενής. Ο πρωτογενής τομέας και αξίζει και μπορεί καλύτερα.

Εσείς που αυτοπροβάλλεστε ως μια κυβέρνηση, που έχει σχέδιο και προσφέρει σταθερότητα, πώς δικαιολογείτε το γεγονός ότι σε πέντε χρόνια έχετε αλλάξει πέντε υπουργούς; Τι θυμούνται από το έργο τους οι αγρότες; Χάος, ανικανότητα, πελατειακές εξυπηρετήσεις χαρακτηρίζουν επί της ουσίας το κυβερνητικό σας έργο τα τελευταία πεντέμισι χρόνια.

Δίνετε τις ενεργειακές κοινότητες βορά στους ισχυρούς παίκτες της ενέργειας και σε ολιγάρχες, ενώ δεν υπάρχει σχέδιο αξιοποίησης των νερών. Έχει μαλλιάσει η γλώσσα μας να υποστηρίζουμε τη δημιουργία ενεργειακών κοινοτήτων μεταξύ των αγροτών, με προτεραιότητα τους οργανισμούς άρδευσης, τις ομάδες παραγωγών, τα νησιά μας και τις απομακρυσμένες και ορεινές περιοχές. Εσείς, όμως, τίποτα.

Το 2024 εξελίχθηκε στη χειρότερη χρονιά πληρωμών από την εφαρμογή της ΚΑΠ στη χώρα μας και η μεγάλη εικόνα είναι πως, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση διέθεσε στη χώρα μας σχεδόν την ίδια χρηματοδότηση με την προηγούμενη προγραμματική περίοδο για την ΚΑΠ, η κυβέρνηση απέτυχε να τη διαχειριστεί σωστά.

Αποκορύφωμα της αποτυχίας της κυβέρνησης, εδώ και έξι χρόνια, η διαχειριστική κρίση στον ΟΠΕΚΕΠΕ, οδηγώντας τον σε ευρωπαϊκή επιτήρηση και με καταλογισμένο πρόστιμο 283 εκατ. ευρώ. Κύριε πρωθυπουργέ, σας κάλεσα στον προϋπολογισμό από το βήμα αυτό, να δώσετε απαντήσεις για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τον ΕΛΓΑ. Το αρνηθήκατε. Σήμερα περιμένω καθαρές απαντήσεις: Γιατί τέθηκε υπό ευρωπαϊκή εποπτεία; Γιατί έχει αλλάξει πέντε φορές διοίκηση; Γιατί επιβλήθηκε το τεράστιο αυτό πρόστιμο; Γιατί απέτυχε στον τομέα των πληρωμών; Απόδειξη των αδιαφανών πρακτικών και της κακοδιαχείρισης είναι και η παραίτηση του προέδρου του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, που στην επιστολή παραίτησής του ο άνθρωπος αυτός, που ήταν δική σας επιλογή, μιλά για όργιο απευθείας αναθέσεων. Τι έχετε να πείτε για όλα αυτά κ. Μητσοτάκη; Ζητάμε εδώ και τώρα πειστικές απαντήσεις για το όργιο κακοδιαχείρισης και αδιαφάνειας.

Υπέρογκο είναι το κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ αυξήθηκαν:

– τα αναλώσιμα: +30,1%

– η ενέργεια και τα λιπαντικά: +32,9%

– τα λιπάσματα: + 47,4%

– οι ζωοτροφές: +34,7%

Στο εναλλακτικό σχέδιο μείωσης του κόστους παραγωγής, που έχει εκπονήσει το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής προβλέπεται:

– Διασφάλιση της προστασίας της αγροτικής γης από κατασχέσεις.

– Παροχή δεύτερης ευκαιρίας σε εκείνους, που αποδεδειγμένα δοκιμάστηκαν από την κρίση ή υπέστησαν καταστροφές για την εξασφάλιση της παραμονής τους στο επάγγελμα.

– Θέσπιση του αφορολόγητου, ακατάσχετου και ανεκχώρητου των ενισχύσεων.

Ο πρωτογενής τομέας για εμάς δεν είναι σημαία ευκαιρίας, αλλά κεντρικός πυλώνας για την παραγωγική ανασυγκρότηση και τη δημογραφική αναγέννηση της ελληνικής περιφέρειας. Αυτό τον εθνικό στόχο είμαστε αποφασισμένοι να υπηρετήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις.”

Η πρωτολογία του Κ. Μητσοτάκη:

“Ξεκινώ την πρώτη μου παρέμβαση στη Βουλή για το 2025 με την ευχή, κ. Ανδρουλάκη να έχουμε πιο γόνιμες αντιπαραθέσεις, με στόχο τη σύνθεση. Και, από την άποψη αυτή, πιστεύω ότι είναι εξαιρετικά καλοδεχούμενη η ερώτηση την οποία κάνατε, γιατί μας δίνει μία ευκαιρία να μιλήσουμε με ειλικρίνεια για όσα απασχολούν σήμερα τον Έλληνα αγρότη, συνολικά για την πολιτική της κυβέρνησής μας στον πρωτογενή τομέα, αλλά και για τις νέες προκλήσεις και προσαρμογές, που ήδη φέρνει η κλιματική κρίση. Κυρίως, όμως, για τη μεγάλη πρόκληση, τη μεγάλη δυσκολία να διαμορφώσουμε ένα νέο μοντέλο οικονομικής δραστηριότητας των καλλιεργητών και των κτηνοτρόφων μας.

Είναι ξεκάθαρο ότι ζούμε σε μία νέα πραγματικότητα, ιδίως στη Μεσόγειο, και από τη δυνατότητά μας να μπορέσουμε να γίνουμε ανθεκτικότεροι θα εξαρτηθεί τελικά αν η χώρα θα μπορέσει να βαδίσει σε αυτή τη νέα εποχή.

Διαφορετικά, θα επικρατήσει η ανασφάλεια των φυσικών καταστροφών, ενώ ο μοναδικός ως προς τα εγγενή συγκριτικά του πλεονεκτήματα, αγροδιατροφικός τομέας θα υποχωρεί μπροστά στον ανταγωνισμό των ξένων προϊόντων – κάτι το οποίο θα συντηρούν, προφανώς, διαχρονικές εθνικές παθογένειες. Δεν είναι αυτά ζητήματα, τα οποία προέκυψαν τα τελευταία πέντε χρόνια, από τον μικρό κλήρο μέχρι τις πιέσεις, που υπάρχουν στο κόστος παραγωγής, τα παλιά αγροτικά χρέη από συνεταιρισμούς-φαντάσματα.

Θα επανέλθω στον τρόπο, με τον οποίον η κυβέρνησή μας σκοπεύει να αντιμετωπίσει την πρόκληση αυτή, αλλά δεν μπορώ να μην σχολιάσω το γεγονός ότι οι πρακτικές, κ. Ανδρουλάκη, της άκρατης χρηματοδότησης συνεταιρισμών στη λογική του ‘δανεικά και αγύριστα’, μάλλον επί δικών σας ημερών ξεκίνησαν.

Λοιπόν, νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε επί της αρχής στη βασική διάγνωση, ωστόσο νομίζω ότι είναι λίγο υποκριτικό, ξέρετε, από πλευράς αξιωματικής αντιπολίτευσης, να υποστηρίζει – όπως διαβάζω εδώ στην ερώτησή σας – ότι η κυβέρνηση έχει τελείως ανύπαρκτες πολιτικές στον πρωτογενή τομέα ή ότι τάχα σκοπός μας είναι να απαξιώσουμε τον αγροτικό κόσμο, ότι η περιφέρεια σήμερα έχει εικόνα εγκατάλειψης.

Όλα αυτά, κ. Ανδρουλάκη, δεν είναι παρά μηδενιστικά συνθήματα διαμαρτυρίας. Τα διαψεύδει η ίδια η πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που δεν κρύβει τις δυσκολίες – και θα μιλήσω με ειλικρίνεια γι’ αυτές. Περιγράφει, όμως, και τα αναχώματα, τα οποία η κυβέρνησή μας έχει υψώσει απέναντι σε αυτές τις δυσκολίες, αλλά και το σχέδιό μας για το πώς θα πρέπει να κάνουμε αυτή τη μεγάλη εξυγίανση και μετατροπή του πρωτογενούς μας τομέα σε έναν τομέα, ο οποίος να είναι πραγματικά ανταγωνιστικός και να εκμεταλλεύεται τα εγγενή συγκριτικά μας πλεονεκτήματα.

Θέλω να θυμίσω, λοιπόν, ότι από αυτή την κυβέρνηση οι αγρότες φορολογούνται με συντελεστή 9% και μειωμένα κατά 50% για όλες τις ενώσεις παραγωγών, καθώς και για τα σχήματα συμβολαιακής παραγωγής. Και αυτή είναι η κυβέρνηση, η οποία έριξε τον ΦΠΑ στα λιπάσματα και στις ζωοτροφές από το 13% στο 6%, και στα αγροτικά μηχανήματα από το 24% στο 13%. Αυτή είναι η κυβέρνηση, η οποία άκουσε τα αιτήματα των παραγωγών όταν, καλή ώρα τέτοια εποχή πέρυσι, θυμάστε, είχαν βγει στους δρόμους, στα μπλόκα – κάτι το οποίο αποτελεί περίπου, θα έλεγα, ένα εθιμικό δικαίωμα των αγροτών κάθε Ιανουάριο.

Τους φώναξα, όμως, κ. Ανδρουλάκη στο Μέγαρο Μαξίμου και άκουσα τα αιτήματά τους. Και άκουσα δύο συν ένα αιτήματα πρωτίστως. Με αυτά κατέβηκαν οι αγρότες στα μπλόκα πέρυσι. Ποια ήταν; Η μονιμοποίηση της επιστροφής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο. Έγινε από αυτή την κυβέρνηση και εφαρμόζεται το 2025.

Αν κατάλαβα καλά, αυτό το οποίο είπατε είναι ο αγρότης να παίρνει το πετρέλαιο αφορολόγητο στην αντλία. Έτσι δεν είναι; Αυτό είπατε ουσιαστικά. Ναι, να παίρνει όσο θέλει, δηλαδή. Να αγοράζει όσο θέλει. Εντάξει, λοιπόν, αυτό είναι η συνταγή για να εκτοξευθεί το λαθρεμπόριο και το ξέρετε πολύ καλά.

Και το προτείνετε με τόσο μεγάλη άνεση, όταν ο μηχανισμός επιστροφής του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, όπως έχει σχεδιαστεί από την κυβέρνηση, έγινε σε συνεννόηση με τους εκπροσώπους του πρωτογενούς τομέα ώστε να είναι πραγματικά ένας δίκαιος τρόπος για να μην επιβαρύνονται με αυτή την έκτακτη φορολόγηση, η οποία και τους επιστρέφεται. Άρα, το πρώτο αίτημα ικανοποιήθηκε.

Το δεύτερο αίτημα των αγροτών ήταν να τους βοηθήσουμε με το κόστος ενέργειας. Ήρθαμε, λοιπόν, και δρομολογήσαμε το πρόγραμμα της ΔΕΗ ‘Γαία’, το οποίο δίνει πολύ ανταγωνιστικές τιμές στους αγρότες, από τα 0,09 λεπτά έως και τα 0,11. Και, επειδή είδαμε ότι οι αγρότες δεν είχαν ενημερωθεί γι’ αυτό, βάλαμε όλους τους αγρότες στο πρόγραμμα αυτό, με εξασφαλισμένες και προβλέψιμες τιμές για μία δεκαετία.

Και επειδή μας κάνατε ολόκληρη ανάλυση, λες και πιστεύετε πραγματικά ότι εδώ ο κάθε αγρότης μπορεί να φτιάξει από ένα αιολικό και ένα φωτοβολταϊκό και με αυτόν τον τρόπο να έχει πάμφθηνες τιμές ενέργειας, δεν γνωρίζετε κ. Ανδρουλάκη ότι το πρόγραμμα αυτό από πλευράς ΔΕΗ είναι κουμπωμένο σε ένα ΡΡΑ; Άρα, έχουμε εξασφαλίσει ηλεκτρικό χώρο, τον οποίο δώσαμε με σκοπό να χρηματοδοτήσουμε αυτό ακριβώς το πρόγραμμα. Αν εσείς τώρα έχετε κάποιο μαγικό τρόπο να μειώσετε την τιμή στα 0,05 λεπτά, στα 0,03 λεπτά, γιατί δεν το δίνετε και τζάμπα; Μετακομίστε και στα έδρανα του ΣΥΡΙΖΑ για να πιστοποιήσετε αυτό, το οποίο σας λέω, ότι δεν είστε τίποτα άλλο από τον ‘πράσινο ΣΥΡΙΖΑ’.

Tο τρίτο αίτημα ήταν ένα αίτημα αποζημίωσης – λογικό, ειδικά στο ζήτημα της Θεσσαλίας. Θέλω εδώ να δώσω κάποια στοιχεία. Μετά τις καταστροφές του Daniel: 100% αποζημίωση σε ζημιές από φυτικό, ζωικό και πάγιο κεφάλαιο. Μόνο ο ΕΛΓΑ έχει καταβάλλει 294 εκατομμύρια σε 24.000 αγρότες και κτηνοτρόφους, με ειδική μέριμνα για τους αγρότες, οι οποίοι είδαν τα χωράφια τους να βυθίζονται στη λίμνη Κάρλα και με προκαταβολές, οι οποίες ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστες για τα δεδομένα του ΕΛΓΑ.

Aς μιλήσουμε εδώ με ειλικρίνεια, αν επί άλλων εποχών ο ΕΛΓΑ έκανε καταβολές αποζημιώσεων με την ταχύτητα, με την οποία έγιναν επί δικής μας κυβέρνησης.

Πώς λοιπόν, αναρωτιέμαι, στην ερώτησή σας ισχυρίζεστε ότι η κυβέρνηση αδρανεί, ότι ο αγρότης είναι απροστάτευτος απέναντι στην κλιματική κρίση;

Σας θυμίζω ότι λίγο μετά τον Daniel πήγα προσωπικά στο Στρασβούργο και εξασφάλισα από την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ότι όλα τα υπόλοιπα του ΕΣΠΑ, τα οποία ενδεχομένως να χάνονταν, καθώς και πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, θα πήγαιναν στην ανοικοδόμηση της Θεσσαλίας. Αυτό δείχνει περιφρόνηση; Δείχνει αδιαφορία, κ. Ανδρουλάκη για τον πρωτογενή τομέα και για τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης;

Διαβάζω στο κείμενό σας ότι δεν έχει γίνει, λέει, καμία ενέργεια – έτσι γράφετε – για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσαρμογής στις Κλιματικές Μεταβολές. Αλήθεια; Πού τα ακούσατε αυτά; Δεν γνωρίζετε ότι στον προϋπολογισμό έχουμε εγγράψει 600 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 300 εκατ. ευρώ, για την αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών σε ετήσια βάση; Το γνωρίζετε αυτό ή δεν το γνωρίζετε, κ. Ανδρουλάκη; Ε, να το μάθετε, αν δεν το γνωρίζετε, και να μην γράφετε τέτοια πράγματα σε ερωτήσεις.

Να ξέρετε, επίσης, ότι αυτό χρηματοδοτείται πράγματι από το τέλος ανθεκτικότητας, το οποίο επιβάλαμε και στους επισκέπτες, οι οποίοι έρχονται από το εξωτερικό, διότι χρειαζόμαστε πρόσθετους πόρους για να αντιμετωπίσουμε τις συνέπειες της κλιματικής κρίσης.

Και πριν από ένα χρόνο, η Ελλάδα πρότεινε, στο πλαίσιο της αναθεωρημένης ΚΑΠ, τη σύσταση ενός Ειδικού Ταμείου για τις φυσικές καταστροφές, το οποίο θα αναλαμβάνει σχετικές αποζημιώσεις, γιατί η αλήθεια είναι, ότι σήμερα το ταμείο αυτό, το ευρωπαϊκό – το έχουμε θίξει πάρα πολλές φορές – είναι εξαιρετικά περιορισμένο.

Σε κάθε παρουσία μου στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κ. Ανδρουλάκη, μνημονεύω ότι στα ζητήματα της κλιματικής κρίσης η Ευρώπη δεν έχει κάνει αρκετά για να αντιμετωπίσει τα ζητήματα προσαρμογής. Και έρχεστε και λέτε εδώ ότι δεν έχουμε κάνει απολύτως τίποτα και δεν ασχολούμαστε με το θέμα αυτό. Λυπάμαι. Ή εσείς είστε ανενημέρωτος ή επιλέγετε να παρουσιάζετε μία εικόνα, η οποία δεν ανταποκρίνεται σήμερα στην πραγματικότητα και στις δράσεις της ελληνικής κυβέρνησης για τα ζητήματα αυτά.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εκεί που νομίζω ότι μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης – θα διαφωνήσουμε λίγο στον τρόπο, με τον οποίον αντιμετωπίζουμε τα υπαρκτά προβλήματα – είναι ότι δεν μπορούμε να συνεχίζουμε να αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα, την αγροτική παραγωγή κυρίως, με όρους άλλης εποχής, εστιάζοντας δηλαδή, πότε στις επιδοτήσεις, πότε σε έκτακτες ρυθμίσεις. Ούτε θα έχουμε διαφορετικά αποτελέσματα, αν επιμείνουμε στις ίδιες μεθόδους.

Ο σκοπός μας, πιστεύω ότι πρέπει να είναι ένας και κοινός: να αυξηθεί η παραγωγικότητα και η προστιθέμενη αξία των προϊόντων μας. Και πιστεύω ότι αυτό πρέπει να γίνει σε πολιτικές, που θα ξεδιπλώνονται σε πολλά διαφορετικά επίπεδα.

Τι θέλουμε πρώτα και πάνω απ’ όλα: η καλλιέργεια της γης, η εκτροφή των ζώων να προσφέρει ένα καλό εισόδημα και μία καλή ζωή, σε αναγεννημένα χωριά, στους συμπολίτες μας, οι οποίοι επιλέγουν σήμερα να ζουν στην ύπαιθρο.

Αλλά από την άλλη, πρέπει να χτίσουμε μία αγροτική οικονομία τριών σταθμών, θα έλεγα: από τις εξαιρετικές πρώτες ύλες της ελληνικής γης, στην ανταγωνιστική βιομηχανία τροφίμων, στη μεταποίηση και στην είσοδο στις μεγάλες αγορές, πρωτίστως του εξωτερικού, εκεί που ήδη έχουμε κάνει σημαντικά βήματα προόδου.

Αυτό το οποίο παλιά ονομάζαμε αγροτιά, πρέπει να γίνει σήμερα ένας σύγχρονος παραγωγικός πυλώνας. Ναι, πρέπει να είναι συνδεδεμένος με τον τουρισμό και ναι, προφανώς, πρέπει να δίνει πολύ μεγάλη έμφαση στις εξαγωγές.

Και είναι αλήθεια ότι σήμερα γίνονται προσπάθειες σε κεντρικό επίπεδο, όπως γίνονται και πολλές προσπάθειες από τους ίδιους τους παραγωγούς, από αγρότες, από κτηνοτρόφους, σε ολόκληρη την επικράτεια. Τους συναντώ τακτικά, φαντάζομαι ότι κι εσείς τους συναντάτε, κ. Ανδρουλάκη. Δεν είναι η εικόνα του πρωτογενούς τομέα, αυτή η εικόνα απόλυτης καταστροφής και μαυρίλας, την οποία παρουσιάσατε. Και αν επιμείνετε σε αυτή τη λογική, θα αδικείτε τις προσπάθειες χιλιάδων νέων αγροτών, οι οποίοι προσπαθούν σήμερα να καινοτομήσουν.

Προφανώς ζητούν περισσότερη στήριξη, και λογικό είναι αυτό, αλλά υπάρχει σήμερα ένας κρυμμένος δυναμισμός στον πρωτογενή τομέα. Είναι πολλά τα παραδείγματα, δεν θα ήθελα να επεκταθώ σε αυτά, από αγρότες στην Κρήτη που φυτεύουν πια ψυχανθή ανάμεσα στα ελαιόδεντρα, πειραματικά υπερτροπικά φυτά, στροφή σε γηγενή φυτά τα οποία έχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, όπως τα φραγκόσυκα, η χαρουπιά. Δεκάδες παραδείγματα αγροτών και κτηνοτρόφων, οι οποίοι πραγματικά καινοτομούν και βρίσκουν σήμερα θέση στις ελληνικές και στις διεθνείς αγορές, με προϊόντα προστιθέμενης αξίας, τα οποία μπορούν να δικαιολογήσουν προφανώς και υψηλότερη τιμή.

Αυτό πρέπει να είναι το ζητούμενο, αλλά προφανώς πρέπει να πείσουμε και τους αγρότες μας ότι εδώ χρειάζεται μια συνολική αλλαγή, για την οποία θα απαιτηθούν σημαντικά κονδύλια και σημαντικές επενδύσεις. Κι εμείς έχουμε αναλάβει τέτοιες πρωτοβουλίες. Η μία από αυτές, για την οποία είχα την ευκαιρία να μιλήσω και στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, είναι μία μεγάλη στροφή των καλλιεργειών μας προς τα θερμοκήπια, 600 εκατ. ευρώ συνολικό κονδύλι, σε συνδυασμό με σύμπραξη με μία από τις τέσσερις μεγάλες συστημικές τράπεζες, έτσι ώστε να μπορούμε να επιδοτήσουμε κατά 50% αγρότες, συνεργατικά σχήματα, αγροτικές επιχειρήσεις, που θα ήθελαν να δράσουν σε συγκεκριμένα πεδία. Είναι μια κρατική χρηματοδότηση, που πηγαίνει από τις 30.000 ευρώ εώς το ένα εκατομμύριο, θα θέλαμε να είναι και παραπάνω από το ένα εκατομμύριο, για να ενθαρρύνουμε ακόμα μεγαλύτερα θερμοκήπια, αλλά σήμερα έχουμε ευρωπαϊκό όριο. Ενδεχομένως να αναζητήσουμε άλλο χρηματοδοτικό εργαλείο για να το κάνουμε αυτό.

Φαντάζομαι ότι συμφωνείτε με αυτή την πρωτοβουλία, καθώς η παραγωγικότητα των θερμοκηπίων αλλά και οι ανάγκες τους, πρωτίστως σε νερό, δεν μπορούν να συγκριθούν με τις κλασσικές παραγωγές, οι οποίες δεν γίνονται σε στεγασμένο χώρο.

Η προσπάθεια, την οποία δώσαμε με τα σχέδια των Νέων Αγροτών είναι μια πρώτη μαγιά, κάτι παραπάνω από 40.000 ευρώ για τον βασικό τους εξοπλισμό, δίνοντας όμως έμφαση και στη γνώση μέσω ειδικών προγραμμάτων του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ.

Έχουμε, πράγματι, ένα πρόβλημα σήμερα στην Ελλάδα: αν δούμε τα ποσοστά κατάρτισης των αγροτών μας, είναι από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Και ο αγρότης σήμερα χρειάζεται τεχνογνωσία σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο γεωπονική αλλά και τεχνολογική γνώση, καθώς η ίδια η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα για σημαντικότατη αύξηση της παραγωγικότητας. Αυτά τα προγράμματα πρέπει να μπορούμε να τα δώσουμε στους αγρότες. Ιδρύσαμε έξι νέα δημόσια αγροτικά ΙΕΚ με εφτά ειδικότητες, διότι θα το ξαναπώ, στις μέρες μας ο σύγχρονος παραγωγός και κτηνοτρόφος πρέπει να είναι εξειδικευμένος επαγγελματίας και ευέλικτος επιχειρηματίας. Αυτοί είναι οι όροι του παιχνιδιού σήμερα.

Και βέβαια, να επιμείνω σε κάτι, στο οποίο έχω πολλές φορές, στην ανάγκη να έχουμε περισσότερα συνεργατικά σχήματα. Γίνονται βήματα σε αυτή την κατεύθυνση. Ο μόνος αγρότης, όμως, δύσκολα μπορεί να επιβιώσει και να έχει ανταγωνιστικές τιμές σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού. Ακριβώς αυτή ήταν και η πολιτική, η οποία μας οδήγησε στο να δώσουμε γενναία φορολογικά σχήματα στους αγρότες, οι οποίοι συνεργάζονται. Και έχει αυξηθεί ο αριθμός των αγροτών, που συμμετέχουν σε τέτοια σχήματα. Αυτό είναι το μοντέλο, το οποίο ακολουθούν οι πιο ανταγωνιστικές χώρες στην Ευρώπη σήμερα ως προς την πρωτογενή παραγωγή. Εκεί πρέπει να πάμε και εμείς.

Αναφερθήκατε στις μετακλήσεις αγροτών και στο ζήτημα, το οποίο έχει προκύψει με τα αγροτικά χέρια. Και, πράγματι, η αλήθεια είναι ότι οι συμπολίτες μας, παρά το γεγονός ότι έχουμε κάνει και πολύ καινοτόμα προγράμματα για να δώσουμε κίνητρα να εργαστούν στα χωράφια, δεν φαίνεται να έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τέτοιου είδους εργασίες. Αλλά εδώ οφείλω να επισημάνω και ένα οξύμωρο: δεν μπορεί ταυτόχρονα να ισχυρίζεστε ότι καταρρέει ο αγροτικός τομέας και να λέτε ότι υπάρχουν ελλείψεις εργατικών χεριών. Δεν γίνεται, δεν πηγαίνουν και τα δύο. Και τα δύο μαζί δεν μπορούν να πάνε, δεν το καταλαβαίνετε αυτό; Αν έχουμε ελλείψεις εργατικών χεριών, σημαίνει ότι αυξάνεται η παραγωγή μας, δεν μειώνεται.

Έχουμε, λοιπόν, δρομολογήσει – και το ξέρετε φαντάζομαι αυτό, δεν αναφερθήκατε στην ερώτησή σας – προγράμματα πέραν των κλασσικών μετακλήσεων, οργανωμένων συνεργασιών με χώρες όπως είναι η Αίγυπτος. Έχουμε ήδη τους πρώτους 5.000 Αιγύπτιους, οι οποίοι είναι εγκεκριμένοι από την ίδια την Αίγυπτο και με γρήγορες διαδικασίες θα μπορούσαν να έρθουν και να προσφέρουν εργατικές υπηρεσίες στην πατρίδα μας. Το ίδιο ισχύει και για το Μπανγκλαντές. Και, πράγματι, είναι μια κατεύθυνση, την οποία έχουμε δώσει και στο υπουργείο Εξωτερικών, να μπορούμε να απλοποιήσουμε και με γρήγορο τρόπο να γίνονται αυτές οι μετακλήσεις, για εκεί που έχουμε ανάγκη σε εργατικά χέρια.

Προφανώς αυτό δεν περιορίζεται, κ. Ανδρουλάκη, μόνο στον πρωτογενή τομέα. Μπορεί να έχουμε τέτοια ζητήματα και στις κατασκευές, ενδεχομένως να έχουμε τέτοια ζητήματα και στον τομέα των υπηρεσιών και τον τουρισμό. Πρέπει να έχουμε μια γρήγορη διαδικασία, απλή διαδικασία, η οποία με ασφάλεια να δημιουργεί νόμιμους διαύλους μετανάστευσης και εργασίας στην πατρίδα μας. Αυτή είναι και η κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρώπης συνολικά. Ακριβώς σε αυτή την κατεύθυνση θέλουμε να κινηθούμε.

Πρέπει να στηρίξουμε περισσότερο τη μεταποίηση. Έχουμε αυτή τη στιγμή ένα νέο πρόγραμμα 135 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο χρηματοδοτεί τη δημιουργία, την επέκταση, τον εκσυγχρονισμό μονάδων σε όλο το φάσμα: τα οινοποιεία μας, τα τυροκομεία μας, ελαιοτριβεία, χώρους τυποποίησης μελιού. Στο ελληνικό κρασί συντελείται μια επανάσταση σήμερα, με πάρα πολλούς οινοποιούς – μικρούς, μεσαίους, μεγαλύτερους – οι οποίοι καταφέρνουν και παράγουν εξαιρετικό κρασί, το οποίο αρχίζει πια να εξάγεται, να αναγνωρίζεται από τους διεθνείς κριτές και προφανώς να συνδέεται και με το ιδιαίτερο τουριστικό προϊόν της κάθε περιοχής.

Και είναι πολύ αφοριστικό, ξέρετε, για όλους τους ανθρώπους οι οποίοι προσπαθούν, να έρχεστε σήμερα εδώ και να περιγράφετε μια εικόνα απόλυτης καταστροφής και απόλυτης εγκατάλειψης.

Αλλά αντιλαμβάνομαι μερικές φορές ότι αυτό το σχήμα ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση, προσαρμογής στις νέες καλλιέργειες, εκπαιδευμένο δυναμικό και σύγχρονη μεταποίηση, ίσως μπορεί να ακούγεται σε κάποιους ως τεχνοκρατικό, σύνθετο. Αποτελεί, ωστόσο, ένα μονόδρομο για την αγροτική πολιτική, η οποία θα διεκδικεί το ζωντάνεμα της ελληνικής περιφέρειας, ταυτόχρονα με την ανάδειξη του πρωτογενούς τομέα σε έναν κρίσιμο μοχλό ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας. Προφανώς αυτές οι αλλαγές προϋποθέτουν και χρόνο και επιμονή, πολύ περισσότερο, όταν μιλάμε για έναν χώρο, ο οποίος έχει καθυστερήσει πολύ. Όμως, η αρχή γίνεται και τα επόμενα βήματα θα έρθουν με μεγαλύτερη ταχύτητα.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, γνωρίζω καλά τα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα. Συναντιέμαι, άλλωστε, τακτικά με εκπροσώπους των αγροτών μας, των κτηνοτρόφων μας στις περιοδείες σε όλη την Ελλάδα. Γνωρίζω τις αγωνίες τους και γνωρίζουν και αυτοί ότι, στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, θα είμαστε δίπλα τους νιώθοντας τους κόπους αλλά και τα εμπόδια, τα οποία προκαλούν συχνά οι απρόβλεπτες συγκυρίες. Όμως, ξέρω και κάτι ακόμα, τις δεδομένες αντοχές της πατρίδας μας και αυτές δεν μου επιτρέπουν να τους κοροϊδεύω με ψεύτικες υποσχέσεις του τύπου ‘όλα τα λεφτά, όλα τα κιλά’. Αντίθετα, εγώ πάντα εννοώ ό,τι λέω και πάντα θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Τα ‘ωραία χρόνια’, ‘ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια’, λέτε ε; Και θυμάμαι, που αφήσατε συντρίμμια τους συνεταιρισμούς, κ. Ανδρουλάκη, και γυμνούς τους παραγωγούς. Όχι, εκεί δεν θα γυρίσουμε.

Και, βέβαια, πρέπει να σας πω ότι από τις τοποθετήσεις σας προσπάθησα να συγκρατήσω, πέραν των γενικών διακηρύξεων, στις οποίες όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε, αν υπήρχε ένα συγκεκριμένο μέτρο, στο οποίο αναφερθήκατε. Το μόνο το οποίο συγκράτησα, κ. Ανδρουλάκη, είναι το πλαφόν. Αλήθεια; Πλαφόν στα λιπάσματα και στις ζωοτροφές, αυτό εισηγείστε; Θα το ξαναπείτε μετά να το εξηγήσετε λίγο; Και όταν ξεμείνουμε, γιατί αυτά είναι διεθνή προϊόντα, όταν ξεμείνουμε από τέτοια προϊόντα, ελάτε να εξηγήσετε μετά στους παραγωγούς την πλήρη αποτυχία της πολιτικής σας. Ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τα λέει αυτά. Ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ας μιλήσουμε, όμως, λίγο για ένα κρίσιμο ζήτημα, γιατί πράγματι, αναφερθήκατε στα αγροτικά δάνεια και στις επιπτώσεις πολιτικών, που εσείς ήσασταν οι πρώτοι διδάξαντες: χρεωκοπημένοι συνεταιρισμοί, λογική των δανεικών και αγύριστων, που εγκλώβισαν όμως πραγματικούς παραγωγούς, πραγματικούς αγρότες σε δάνεια, τα οποία εδώ και πάρα πολλά χρόνια ουσιαστικά δεν τους επιτρέπουν να μπορέσουν να συνεχίσουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο την παραγωγική τους δραστηριότητα. Αναφέρομαι πρωτίστως στα παλιά ‘κακά’ δάνεια της Αγροτικής Τράπεζας, ένα σημαντικό χαρτοφυλάκιο κάποιων δισεκατομμυρίων ευρώ. Ερχόμαστε, λοιπόν, σήμερα, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, με διάταξη την οποία θέτουμε σήμερα στη δημόσια διαβούλευση, να δώσουμε επιτέλους μία λύση ρύθμισης στα κόκκινα δάνεια 700 συνεταιρισμών και 21.000 αγροτών. Δεν χαρίζουμε δάνεια, θέλω να είμαι σαφής εδώ, αλλά δίνουμε τη δυνατότητα για γενναίες ρυθμίσεις, που θα συμπεριλαμβάνουν και κουρέματα, με ταυτόχρονη δυνατότητα αναχρηματοδότησης εκείνων των περιουσιακών στοιχείων και εκείνων των οικονομικών δραστηριοτήτων, που μπορούν στην πορεία να είναι βιώσιμα και να ξαναζωντανέψει η παραγωγή, αξιοποιώντας περιουσιακά στοιχεία, τα οποία εδώ και πάρα πολλά χρόνια είναι ουσιαστικά παντελώς αδρανή. Και, βέβαια, θα ήθελα όταν έρθει η ρύθμιση στη Βουλή, να ακούσω και την άποψή σας γύρω από το σχετικό ζήτημα, γιατί για πρώτη φορά η κυβέρνηση με θάρρος αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, το οποίο χρονίζει και κανείς δεν τολμούσε μέχρι σήμερα να το ακουμπήσει.

Αναφερθήκατε στα ζητήματα του ΟΠΕΚΕΠΕ και δεν έχω λόγο να κρυφτώ, έχουν εντοπιστεί σκιές. Δεν μπορώ να επεκταθώ καθώς η έρευνα είναι σε εξέλιξη. Κάνουμε μια μεγάλη προσπάθεια, δύσκολη προσπάθεια – θα κάνω την αυτοκριτική μου εδώ – μετασχηματισμού ενός οργανισμού ο οποίος, για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, δυστυχώς δεν είχε αποκτήσει ποτέ ο ίδιος την τεχνολογική αυτάρκεια να μπορεί να χειρίζεται τα δεδομένα έτσι ώστε να μπορεί να κάνει τις πληρωμές χωρίς την ανάγκη να καταφεύγει σε τρίτους παρόχους, κι αυτό είναι ένα δομικό πρόβλημα, το οποίο πιστεύω ότι το γνωρίζετε καλά. Χρειάζεται, λοιπόν, μία σημαντική αλλαγή ως προς την ψηφιοποίηση και τη δυνατότητα του ίδιου του οργανισμού να μπορεί να κάνει σωστές πληρωμές έγκαιρα. Όμως, ο οργανισμός όσο εξυγιαίνεται, πρέπει να συνεχίσει τη λειτουργία του και, προφανώς, δεν τίθεται σε αμφιβολία καμία ενίσχυση. Το 2024 αυτός ο ΟΠΕΚΕΠΕ, με τα προβλήματα τα οποία έχει, πραγματοποίησε πληρωμές ύψους 2,8 δις ευρώ, ολοκλήρωσε καταβολές του 2023, έκλεισε πολλές εκκρεμότητες, οι οποίες ήρθαν από το παρελθόν.

Όσο για την ενίσχυση των νησιωτών κτηνοτρόφων, η οποία όντως έχει αργήσει, θα καταβληθεί άμεσα. Είναι τα 10,6 εκατομμύρια του προγράμματος ‘Αμάλθεια’, τα ανακοίνωσε ο υπουργός στην Κρήτη λίγο πριν καταθέσετε την ερώτησή σας.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η σημερινή συζήτηση μας οδηγεί στην υποχρέωση να πούμε κάποιες αλήθειες, τις οποίες τις οφείλουμε στον κόσμο της υπαίθρου. Το ψέμα και ο εμπαιγμός, εξάλλου, έχει αποδειχθεί ότι έχουν κοντά ποδάρια. Το ξέρουν και οι ίδιοι οι αγρότες, οι οποίοι δεν θυσιάζουν την αξιοπρέπειά τους στον βωμό της κομματικής κολακείας. Έχει περάσει ο καιρός των λόγων, έχει φτάσει η ώρα της πράξης, και θέλω να είμαι απολύτως ειλικρινής για να περιγράψουμε την πραγματικότητα, την οποία έχουμε μπροστά μας.

Αναφερθήκατε στις ευρωπαϊκές ενισχύσεις. Πράγματι, αυτή η κυβέρνηση και εγώ προσωπικά ήμουν αυτός, που διασφάλισε ότι δεν θα είχαμε ουσιαστικά μείωση στην τρέχουσα ΚΑΠ των συνολικών αγροτικών πόρων για την ελληνική οικονομία. Όμως, αυτό δεν είναι κάτι, το οποίο μπορούμε να το θεωρούμε δεδομένο από εδώ και στο εξής. Αλλά ξέρουμε, επίσης, πολύ καλά ότι σημαντικοί πόροι έχουν μεταφερθεί από τον πρώτο στον δεύτερο πυλώνα και συνδέονται σήμερα με την προσαρμογή στην κλιματική κρίση, την καινοτομία και την τεχνολογία. Εμείς καταφέραμε και εξασφαλίσαμε τα ίδια χρήματα, σε άλλα κράτη μειώθηκαν 10% έως 15%, το ξέρετε καλά. Δεν ξέρουμε, όμως, τι θα γίνει από εδώ και στο εξής, γι’ αυτό και η διαπραγμάτευση για την επόμενη ΚΑΠ έχει πολύ μεγάλη σημασία.

Αλλά ένα είναι βέβαιο, και ας το πούμε με ειλικρίνεια στους αγρότες μας: ότι η δια βίου, για πάντα υποστήριξη καλλιεργειών, που δεν μπορούν να είναι καθόλου ανταγωνιστικές δεν δίνει λύση στο πρόβλημά τους. Πρέπει να πούμε κάποιες αλήθειες, διότι αλλιώς θα αναγκαστούμε να τρέχουμε πίσω από τις εξελίξεις με μεγάλη καθυστέρηση και τότε ενδεχομένως να είναι αργά.

Μιλήσατε εκτενώς για τις αποζημιώσεις και τον ΕΛΓΑ. Εγώ θέλω να συγχαρώ και το υπουργείο αλλά και την διοίκηση του ΕΛΓΑ, διότι πράγματι σε όλες τις μεγάλες καταστροφές, οι οποίες μας έπληξαν τα τελευταία πέντε χρόνια, ο ΕΛΓΑ κινήθηκε αντικειμενικά, με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Να πούμε και κάτι ακόμα, κ. Ανδρουλάκη: από τα 1,6 δις των συνολικών αποζημιώσεων, που έχουν καταβληθεί την τελευταία πενταετία, παραπάνω από τα 800 εκατομμύρια, τα μισά δηλαδή, ήταν ποσά που προέρχονται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ως αποτέλεσμα της πορείας της ελληνικής οικονομίας, που μας επέτρεψε να μπορούμε να στηρίξουμε τους αγρότες μας.

Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα νέο Κανονισμό. Και πράγματι, μας έχει παιδέψει πολύ το ζήτημα αυτό, γιατί δεν είναι μια εύκολη εξίσωση, την οποία πρέπει να λύσουμε. Το σχήμα πρέπει να είναι ανταποδοτικό, ένα σχήμα το οποίο θα δίνει μεγαλύτερη σιγουριά στους αγρότες και στους κτηνοτρόφους.

Όμως, ας κοιτάξουμε και ας κοιταχτούμε όλοι μας με ειλικρίνεια στα μάτια. Αυξημένες καλύψεις θα σημαίνει και αυξημένες εισφορές. Έτσι δεν είναι; Δεν μπορείς να ζητάς ασφάλιση για αυξημένο κίνδυνο, να πληρώνεις ακριβώς τα ίδια και να περιμένεις μετά πάντα να έρχεται το κράτος, όπως το κάναμε μέχρι σήμερα, να αποζημιώνει για όλες τις καταστροφές. Και να δούμε λίγο και τις στρεβλώσεις, οι οποίες μπορεί να υπάρχουν σήμερα στον ΕΛΓΑ, διότι πράγματι, όταν βλέπω τις αποζημιώσεις οι οποίες καταβάλλονται, διαπιστώνω ότι σε δύο Περιφερειακές Ενότητες της χώρας, δεν θα τις μνημονεύσω, καταβάλλονται οι μισές συνολικά αποζημιώσεις του ΕΛΓΑ. Δεν θέλουμε, φαντάζομαι, αγρότες ή παραγωγούς, οι οποίοι κατά σύστημα να επιδιώκουν τις καταστροφές ώστε να μπορούν να παίρνουν χρήματα αποζημιώσεων.

Άρα, αυτή η συζήτηση, στην οποία σας προσκαλώ για την αναμόρφωση του κανονισμού του ΕΛΓΑ, να την κάνουμε μαζί άμα θέλετε και να πάμε σε έναν καινούργιο Κανονισμό, δίκαιο, ο οποίος θα δίνει στους αγρότες μεγαλύτερη προβλεψιμότητα. Αν θέλεις μεγαλύτερη κάλυψη, θα πρέπει με κάποιο τρόπο να την πληρώνεις, δεν θα αδικεί αγρότες, οι οποίοι θα συνεισφέρουν στο κοινό ταμείο, απλά για να μπορούν κάποιοι λίγοι να καρπώνονται τις αποζημιώσεις του ΕΛΓΑ.

Ελάτε, λοιπόν, να κάνουμε αυτή την συζήτηση μαζί. Σε κάθε περίπτωση, εμείς θα έρθουμε πολύ σύντομα με πρόταση για την αναμόρφωση του ΕΛΓΑ. Και αν υπάρχουν καλύτερες ιδέες από αυτές τις οποίες εμείς έχουμε, στις οποίες εμείς έχουμε καταλήξει, εδώ είμαστε να τις συζητήσουμε.

Να πω και κάτι ευρύτερο, όμως, κ. Ανδρουλάκη. Το ζήτημα της ασφάλισης έναντι φυσικών καταστροφών είναι τεράστιο αυτή τη στιγμή. Είναι τεράστιο παγκόσμιο πρόβλημα. Είδατε τι έγινε στην Καλιφόρνια. Και, δυστυχώς, υπάρχουν ήδη – γι’ αυτό μιλάμε για σχήματα, τα οποία δεν έχουν κρατική συμμετοχή – εμείς ευτυχώς δεν είμαστε σε αυτή την κατάσταση εδώ, γιατί έχουμε ουσιαστικά μια κρατική εγγύηση σε ένα βαθμό γι’ αυτές τις ασφαλιστικές καλύψεις, αλλά θα υπάρχουν φυσικές καταστροφές, οι οποίες απλά δεν θα ασφαλίζονται από την ιδιωτική αγορά. Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, παγκόσμιο πρόβλημα. Δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Τα θέματα αυτά είναι πολύ σύνθετα και σίγουρα δεν προσφέρονται για απλοϊκές αναλύσεις και για εύκολα τσιτάτα.

Σας προσκαλώ λοιπόν και πάλι, αυτή τη συζήτηση να την κάνουμε από κοινού, όταν θα φέρουμε την σχετική πρόταση και μακάρι να καταλήξουμε και σε ένα μοντέλο, το οποίο θα εκσυγχρονίζει ουσιαστικά τον κανονισμό του ΕΛΓΑ, λαμβάνοντας υπόψη τη νέα πραγματικότητα της κλιματικής κρίσης.

Τώρα, για τα ζητήματα των υδάτων. Κοιτάξτε να δείτε, εμείς ήμασταν αυτοί, οι οποίοι δημιουργήσαμε τον Οργανισμό Διαχείρισης των Υδάτων της Θεσσαλίας. Γιατί το κάναμε αυτό; Διότι διαπιστώσαμε κάτι, το οποίο ήταν κοινός τόπος, απλά κανείς δεν τολμούσε να το ακουμπήσει: ότι υπήρχε μια πανσπερμία οργανισμών, ΤΟΕΒ, ΓΟΕΒ, ο καθένας είχε τη δική του ατζέντα, κάποιοι λειτουργούσαν, κάποιοι δεν λειτουργούσαν. Είναι σαφές ότι σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας ή τουλάχιστον λεκάνης απορροής – στη Θεσσαλία σε ένα βαθμό αυτά τα δύο ταυτίζονται – χρειάζεται μια συνολική διαχείριση των υδάτων και για σκοπούς άρδευσης αλλά και για σημαντικά αντιπλημμυρικά έργα.

Τα έχουμε ανακοινώσει τα σημαντικά αντιπλημμυρικά έργα, τα οποία δρομολογούμε στη Θεσσαλία. Τα ξέρετε, δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω, αλλά γνωρίζετε πολύ καλά – χαμογελάτε και έχετε δίκιο – ότι αυτά είναι έργα, τα οποία θα χρειαστούν πέντε και δέκα χρόνια για να γίνουν. Αν εσείς έχετε κάποιο μαγικό τρόπο να φτιάξετε ένα φράγμα σε ένα χρόνο, ελάτε να μου το πείτε, αλλά δεν είναι απλά έργα. Είναι έργα, τα οποία χρειάζονται πολύ χρόνο για να μπορέσουν να υλοποιηθούν.

Και πράγματι, εμείς αυτή τη στιγμή έχουμε συνολικά 4 δις για σημαντικά αρδευτικά έργα σε όλη την επικράτεια. Και κάτι στο οποίο θα σας δώσω δίκιο, είναι ότι πρέπει να ξεκινήσουμε από έργα, τα οποία είχαν εξαρχής σχεδιαστεί κολοβά, μισοτελειωμένα έργα. Έχουμε αρκετά τέτοια, μισοτελειωμένα φράγματα, φράγματα τα οποία είναι γεμάτα και δεν έχουν σήμερα αρδευτικά δίκτυα.

Πριν, λοιπόν, σχεδιάσουμε καινούρια έργα – και αυτή είναι η κατεύθυνση, που έχω δώσει και στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης αλλά και στο υπουργείο Υποδομών, το οποίο έχει αναλάβει ένα σημαντικό κομμάτι του έργου κατασκευής τέτοιων φραγμάτων, ας πάμε να κάνουμε μια αποτύπωση, ποια είναι τα έργα τα οποία ήταν κακά σχεδιασμένα, προφανώς όχι από αυτή την κυβέρνηση, τα κληρονομήσαμε, και τα οποία χρειάζονται συμπληρωματικά έργα προκειμένου να μπορέσουν να γίνουν απολύτως λειτουργικά.

Κλείνω γιατί κάνουμε μια προσπάθεια – θα επανέλθω στη δευτερολογία μου, αν υπάρχουν άλλα θέματα – με τον κ. πρόεδρο να κρατήσουμε αυτήν την Ώρα του Πρωθυπουργού στοιχειωδώς εντός των ορίων του Κανονισμού για να είναι και πιο διαδραστική η συζήτηση, με δύο θετικά νέα, τα οποία νομίζω ότι αξίζει να τα αναφέρω διότι αποτυπώνουν συνολικά, σε επίπεδο εθνικών αριθμών, την πραγματικότητα στον πρωτογενή τομέα.

Μας είπατε, κ. Ανδρουλάκη, ότι αυξήθηκαν οι εισαγωγές των αγροτικών προϊόντων. Έτσι δεν είναι; Από τα 7,3 δις το 2019 – δεν μετράω τη χρονιά του Covid – στα 10,4 δισεκατομμύρια το 2023. Σωστά. Οι εξαγωγές τι έκαναν; Για πάμε να δούμε τι έκαναν οι εξαγωγές. Από εξαγωγές 6,6 δις ευρώ το 2019 σε εξαγωγές 10,8 δις. Αυτό σας δίνει εικόνα εγκατάλειψης του πρωτογενούς τομέα; Πώς πήγαν οι εξαγωγές από τα 6,6 στα 10,8 δις; Άρα η μισή αλήθεια είναι μερικές φορές χειρότερη, κ. Ανδρουλάκη, από ένα ολόκληρο ψέμα.

Και κάτι τελευταίο, επειδή μιλάμε συχνά, όντως υπάρχουν περιοχές της χώρας, ας μην κοροϊδευόμαστε, όπου η εικόνα αυτή την οποία περιγράψατε, από χωριά τα οποία εγκαταλείπονται, σε ένα βαθμό είναι πραγματική. Δεν οφείλεται μόνο στην εγκατάλειψη του πρωτογενούς τομέα. Θέλω να θυμίσω ότι η ελληνική ύπαιθρος, ουσιαστικά σε μεγάλο βαθμό και από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μεγάλο κομμάτι της έχει εγκαταλειφθεί, εξού έχουμε και το πρόβλημα των δασωμένων αγρών, που ήταν αγροτικές εκτάσεις, οι οποίες δασώθηκαν από την ίδια τη φύση.

Αλλά για πάμε να δούμε, λοιπόν, πόσοι εργάζονται στον πρωτογενή τομέα; Λοιπόν, από το 2000 στο 2023 έχουμε 66.000 περισσότερους απασχολούμενους στον πρωτογενή τομέα, με τη μεγαλύτερη συμβολή να την έχουν οι νέοι, οι οποίοι αυξήθηκαν κατά 37%.

Είναι μία απόδειξη ότι οι επιλογές μας, παρά τις δυσκολίες που αναντίρρητα υπάρχουν και τις οποίες δεν έχω καμία δυσκολία ο ίδιος να αναγνωρίσω, γίνονται σημαντικά βήματα στη σωστή κατεύθυνση. Και θα εξακολουθούμε να είμαστε εδώ, να στηρίζουμε τον πρωτογενή τομέα, ώστε να γίνει πραγματικά αυτό που του αξίζει, μία ατμομηχανή, μια κρίσιμη συνιστώσα της διατηρήσιμης αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας.”

Αναλυτικά η επίκαιρη ερώτηση του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ:

“Η αξία του πρωτογενούς τομέα για τη χώρα μας είναι αδιαμφισβήτητη, καθώς αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας, ο οποίος διαδραματίζει παράλληλα και κομβικό ρόλο στην ισόρροπη ανάπτυξη της υπαίθρου και την κοινωνική συνοχή της χώρας.

Ωστόσο, καθ’ όλη την εξαετή διακυβέρνησή σας, ο πρωτογενής τομέας υφίσταται  συνεχή απαξίωση με τα σοβαρά προβλήματά του να παραμένουν δισεπίλυτα, ναρκοθετώντας την παραγωγική ικανότητα και ανθεκτικότητα του  αγροδιατροφικού τομέα στην χώρα μας.

Η ελλειμματική αξιοποίηση και η αναποτελεσματική κατανομή των σημαντικών κοινοτικών πόρων, το αυξημένο κόστος παραγωγής ιδίως αυτό της ενέργειας, η ασυδοσία στην αγορά, οι ελληνοποιήσεις, η έλλειψη στρατηγικού σχεδιασμού ως προς την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης και της έλλειψης αρδευτικού νερού, η ανυπαρξία κατάρτισης και εκπαίδευσης των αγροτών και τα προβλήματα των συνεργατικών σχημάτων δημιουργούν ένα αρνητικό πλέγμα, που αποτρέπει τους νέους να δραστηριοποιηθούν στον πρωτογενή τομέα.

Συγκεκριμένα:

Η ολοκλήρωση των πληρωμών του δεύτερου χρόνου εφαρμογής του Στρατηγικού Σχεδίου της Νέας ΚΑΠ βρήκαν τους παραγωγούς μας να βιώνουν δραματική μείωση του εισοδήματός τους. Όπως αποδείχθηκε, το έτος 2024 εξελίχθηκε στη χειρότερη χρονιά πληρωμών από την εφαρμογή της ΚΑΠ στη χώρα μας. Οι άμεσες ενισχύσεις, που πιστώθηκαν στους λογαριασμούς των δικαιούχων (σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ) για το έτος 2024, ανήλθαν σε 915.875.879,39 ευρώ έναντι 1.878.941.917 ευρώ, που έχουν εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την εφαρμογή του Πυλώνα Ι της ΚΑΠ για το έτος 2024, ενώ 971 εκατομμύρια ευρώ δεν έχουν μέχρι και σήμερα αποδοθεί στους δικαιούχους παραγωγούς για το 2024. Η χώρα μας βρίσκεται στον δεύτερο χρόνο της εσωτερικής σύγκλισης και αντί να επιτυγχάνεται η προσέγγιση των στόχων, οι αγρότες διαπιστώνουν την απόκλιση της αξίας των δικαιωμάτων τους από το Στρατηγικό Σχέδιο της ΚΑΠ.

Παράλληλα, με γραφειοκρατικές επιλογές, πελατειακές εξυπηρετήσεις και κακό συντονισμό, έχετε προκαλέσει διαχειριστική κρίση και στον ΟΠΕΚΕΠΕ και καταφέρατε η συνέχιση της ορθής καταβολής των ενισχύσεων για τους αγρότες να τίθεται υπό αμφιβολία για πρώτη φορά τόσο έντονα. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής σας έχει αλλάξει πέντε διοικήσεις τελώντας πλέον υπό ευρωπαϊκή επιτήρηση, ενώ εκκρεμεί η επιβολή πρόστιμου στην χώρα μας ύψους 283 εκατ. ευρώ από τις ευρωπαϊκές αρχές για σοβαρές παραλείψεις και αστοχίες στις αγροτικές επιδοτήσεις.

Το κόστος παραγωγής παραμένει σε δυσθεώρητα ύψη, επιδρώντας αρνητικά στην ανταγωνιστικότητα των αγροτικών μας προϊόντων. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το κόστος αγροτικής παραγωγής με έτος αναφοράς το 2020, εξακολουθεί να παραμένει υψηλό με αύξηση 28,4%. Οι αυξήσεις στα αναλώσιμα ανέρχονται σε 29,8%, στην ενέργεια και στα λιπαντικά 31,9%, στα λιπάσματα 46,8% και τις ζωοτροφές 34,07%.

Ειδικότερα, το υπέρογκο ενεργειακό κόστος επιδρά αρνητικά στην ανταγωνιστικότητα των αγροτικών μας προϊόντων, καθώς εκτινάσσει το συνολικό κόστος παραγωγής. Αγρότες, κτηνοτρόφοι, μεταποιητές, συνεταιρισμοί θα έπρεπε να έχουν κατά προτεραιότητα όρους σύνδεσης σε ενεργειακές κοινότητες για να σταθεροποιήσουν το κόστος παραγωγής, αντισταθμίζοντας έτσι τα κόστη για λιπάσματα και ζωοτροφές. Η κυβέρνηση – αντί να υιοθετήσει αυτήν τη δίκαιη πολιτική – όπως κάνουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες, έχει επιλέξει να ναρκοθετήσει το ενεργειακό μέλλον της χώρας, δεσμεύοντας το μεγαλύτερο μέρος του ενεργειακού χώρου προς όφελος των ισχυρών παραγωγών ενέργειας.

Η ελληνική κτηνοτροφία έχει δεχθεί ανεπανόρθωτο πλήγμα καθώς η ανικανότητά σας να επανδρώσετε τις πύλες εισόδου της χώρας με το κατάλληλο προσωπικό και τον απαραίτητο τεχνολογικό εξοπλισμό, οδήγησε στην εισχώρηση των ζωονόσων, της πανώλης και της ευλογιάς, προκαλώντας ανυπολόγιστες ζημιές στο ζωικό κεφάλαιο. Ενδεικτικό του εμπαιγμού της Κυβέρνησης αποτελεί επιπλέον η μη καταβολή της οικονομικής ενίσχυσης ‘ΑΜΑΛΘΕΙΑ’ στους νησιώτες κτηνοτρόφους, αν και έχουν παρέλθει δυόμισι χρόνια από την εξαγγελία της και δύο χρόνια περίπου από την κατάθεση των δικαιολογητικών.

Περαιτέρω, η δυνατότητα παραγωγής, καθώς και το κόστος παραγωγής δυσχεραίνονται και από την έλλειψη εργατών γης καθώς οι τελευταίες σας νομοθετικές πρωτοβουλίες αποδείχθηκαν αλυσιτελείς στην αντιμετώπιση των γραφειοκρατικών ζητημάτων, που αφορούν στην έκδοση αδειών εργασίας.

Επιπλέον, η διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας εμβληματικών ελληνικών προϊόντων (πχ φέτα), τίθεται σε κίνδυνο και από την εμπορική συμφωνία Mercosur. Τη στιγμή, μάλιστα, που ακόμη δεν μας έχετε ενημερώσει για τις θέσεις της Κυβέρνησης επ’ αυτής, αν βεβαίως υπάρχουν. Οι ελληνοποιήσεις και η νοθεία ΠΟΠ ελληνικών προϊόντων βρίσκονται σε έξαρση και παραμένουν ανεξέλεγκτες.

Η βασικότερη πολιτική παρέμβαση για την κλιματική κρίση, αυτή της αναθεώρησης του κανονισμού του ΕΛΓΑ για την καταβολή αποζημιώσεων στους αγρότες αναβάλλεται εδώ και έξι χρόνια. Η μη προσαρμογή του ασφαλιστικού κανονισμού του ΕΛΓΑ στα νέα δεδομένα της κλιματικής κρίσης και η αδυναμία ασφαλιστικής κάλυψης αφήνει απροστάτευτους τους γεωργούς και τους κτηνοτρόφους από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, ενώ έχει αυξηθεί πάρα πολύ ο χρόνος πληρωμής των αποζημιώσεων στους πληγέντες. Επιπροσθέτως, δεν έχετε ακόμα προβεί σε καμία σημαντική ενέργεια για τη σύσταση ενός Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσαρμογής στις Κλιματικές Μεταβολές ή εναλλακτικά η δημιουργία ενός Εθνικού Ταμείου Κλιματικής Κρίσης για την αποζημίωση ζημιών, που δεν προβλέπονται και προέρχονται από τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Τα παραπάνω αποτέλεσαν προτάσεις μας, τις οποίες ουδέποτε υλοποιήσατε.

Παράλληλα, περισσότεροι από το 70% των αγροτών μας και των συνεταιρισμών έχουν οφειλές στην εφορία, στον ΕΦΚΑ, στις Τράπεζες και κινδυνεύουν ακόμα και με κατασχέσεις της αγροτικής τους γης από funds.

Τέλος, θα ήταν παράλειψη να μη γίνει αναφορά στο χαμηλό ποσοστό γεωργικής εκπαίδευσης των αγροτών της χώρα μας, καθώς σύμφωνα με τη EUROSTAT η Ελλάδα βρίσκεται στην προτελευταία θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., ενώ απουσιάζουν από την ελληνική γεωργία οι καινοτόμες λύσεις και η εφαρμογή τεχνολογιών αιχμής που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και την αποδοτικότητα.

Αναντίρρητα, όλα τα παραπάνω, επιβεβαιώνουν την ανυπαρξία ενός ολοκληρωμένου και συγκροτημένου σχεδίου της Κυβέρνησής σας για τον πρωτογενή τομέα με αποτέλεσμα την έξοδο παραγωγών από το επάγγελμα εξαιτίας της αδυναμίας βιοπορισμού τους, την ερήμωση της υπαίθρου, τη διεύρυνση περιφερειακών ανισοτήτων και τη δημιουργία σοβαρών επιπτώσεων στο μείζον εθνικό ζήτημα του Δημογραφικού.

Κατόπιν αυτών, ερωτάσθε, κ. Πρωθυπουργέ:

1) Πώς σκοπεύει η Κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τα ανωτέρω σοβαρά ζητήματα του πρωτογενούς τομέα της χώρας; Ποια είναι η συνολική στρατηγική της Κυβέρνησης για τη στήριξη και αναζωογόνηση του εν λόγω τομέα για τη διασφάλιση της συνέχισης της παραγωγικής διαδικασίας καθώς και της βιωσιμότητας των παραγωγών;

2) Ποιες πρωτοβουλίες σκοπεύετε να αναλάβετε και σε ποιο χρονοδιάγραμμα προκειμένου να αντιμετωπιστεί η εικόνα εγκατάλειψης της ελληνικής περιφέρειας και του αγροτικού κόσμου;”

Comments are closed.

0 %