economies

Canary in the coal mine

O Robert Armstrong προσπαθεί στους ft.com να αποκωδικοποιήσει εάν η Silicon Valley Bank, που κατέρρευσε (10/03) είναι το καναρίνι στο ‘τραπεζικό ανθρακωρυχείο’, δηλαδή πρώιμη ένδειξη πιθανού κινδύνου, όπως όταν οι ανθρακωρύχοι προσπαθούσαν να διαπιστώσουν την παρουσία τοξικών αερίων από το τι θα συνέβαινε στο πουλί. Επαναφέροντας μνήμες του 2008 ή του κραχ στις αρχές του αιώνα όταν το Ίντερνετ ήταν στα σπάργανα, η τράπεζα θεωρούταν η αριστερή κοιλία της καρδιάς νεοφυών επιχειρήσεων τεχνολογίας (όπως και επιστημών ζωής, οινοποιίας, σχετικών με το κλίμα ή ΜΚΟ), που από μέρος της τοπικής οικονομίας μετατράπηκαν σε ατμομηχανή της αμερικανικής ανάπτυξης. Ιδρύθηκε στη Santa Clara της Καλιφόρνια τo 1983, στο επίκεντρο του κόλπου του Σαν Φρανσίσκο (Bay Area) και πέρασε κατά κύριο λόγο στη First Citizens (27/03), που άνοιξε το 1898 για να εξυπηρετεί τους αγρότες της Βόρειας Καρολίνα.

Οι γενικότερες συνθήκες στον τεχνολογικό κλάδο φαίνεται να επιδεινώνονται, με ανάγκη οικονομικής βοήθειας, ενώ καταγράφεται απώλεια θέσεων εργασίας, πιο περιορισμένα κέρδη και ροή ρευστού τους τελευταίους μήνες. “Θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω πως θα κάνουμε ο,τιδήποτε χρειάζεται”, είπε μεταξύ άλλων, σε μήνυμά του ο πρόεδρος των ΗΠΑ Joe Biden. Δημοσίευμα του theguardian.com μετέφερε ότι στελέχη στη Μεγάλη Βρετανία, όπου η θυγατρική της τράπεζα πέρασε στην HSBC, θα συνυπέγραφαν επιστολή προς τον υπουργό Οικονομικών, προκειμένου να επισημάνουν ότι ο τομέας τους είναι σε μεγάλο βαθμό διασυνδεδεμένος, ζητώντας περισσότερες εγγυήσεις και επενδύσεις. Στη συνέχεια, απέτυχε και η Signature Bank λόγω της σημαντικής πτώσης της αξίας των κρυπτονομισμάτων (12/03), οι μεγάλες αμερικανικές τράπεζες χρειάστηκε να δώσουν στήριξη στην, επίσης, προσανατολισμένη στο τεχνολογικό πεδίο First Republic, ενώ η UBS εξαγόρασε την Credit Suisse (19/03), που δεχόταν πιέσεις. Η πρόσφατη κρίση δεν έχει τελειώσει – ακόμη κι όταν θα την έχουμε αφήσει πίσω μας, οι συνέπειες θα γίνονται αντιληπτές για χρόνια.”, εκτίμησε ο επικεφαλής της JP Morgan, Jamie Dimon. (04/04)

David Paul Morris, Bloomberg, Getty Images

David Paul Morris, Bloomberg, Getty Images

Για τον Ken Griffin, της Citadel “η Αμερική υποτίθεται ότι έχει καπιταλισμό – αυτό αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια μας και οι ρυθμιστικές αρχές αποδείχθηκαν ο ορισμός του ‘με πήρε ο ύπνος πάνω στο τιμόνι’”. “‘Το δίλημμα του φυλακισμένου’ αφορούσε το εξής: θα είμαι εντάξει εάν οι υπόλοιποι δεν αποσύρουν τις καταθέσεις τους και δεν θα δημιουργηθεί σ’ εκείνους πρόβλημα, εφόσον κι εγώ δεν τις σηκώσω. Ωστόσο, κάποιοι άρχισαν να κινούνται. Το κοινωνικό συμβόλαιο, που θεωρούσαμε ότι είχαμε συνάψει συλλογικά αποδείχθηκε πολύ εύθραυστο”, παρατήρησε μιλώντας στους ft.com οικονομικός σύμβουλος εταιρείας, ο οποίος παρότρυνε τον διευθυντή του να αποφασίσει το ίδιο πριν την πτώχευση – και έτσι έγινε. “Kάτι τέτοιο ήταν σύνηθες και στις αρχές της δεκαετίας του 1930”, θυμίζει στον theguardian.com o Robert Reich. “Όμως, η κυβέρνηση Roosevelt θέσπισε νομοθεσία, γνωστή ως Glass – Steagall, που απαιτούσε από τις τράπεζες να διακρατούν περισσότερα χρήματα, απαγορεύοντάς τους να επενδύουν τις καταθέσεις με σκοπό το κέρδος. Αυτό κράτησε έως το 1980, όταν υπό την πίεση της Wall Street ξεκίνησε η σταδιακή της αποδυνάμωση, φτάνοντας μέχρι το 1999, που με το Κογκρέσο επί προεδρίας B. Clinton καταργήθηκε ό,τι είχε απομείνει. H τραπεζική χρειάζεται να ξαναγίνει βαρετή.” Ο Larry Elliott προσθέτει σε άρθρο του στην ίδια εφημερίδα ότι “Υπήρχε μια αξιοσημείωτη απουσία τραπεζικών κρίσεων τα 25 χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι μεταρρυθμίσεις που ακολούθησαν τη Μεγάλη Ύφεση (Great Depression), όπως ο διαχωρισμός των εμπορικών (retail) από τις επενδυτικές τράπεζες (investment banking) είχαν σχεδιαστεί ώστε να διασφαλίζουν ότι οι κυβερνήσεις θα ακολουθούσαν τους οικονομικούς τους στόχους χωρίς φόβο ότι ενδεχομένως να έβγαιναν εκτός πορείας ανάλογα με τη ζήτηση για το νόμισμα ή την αναταραχή στις αγορές.” Μια λιγότερο αυστηρή δέσμη μέτρων (Dodd – Frank), που ενεργοποιήθηκε μετά την κρίση του 2008 προέβλεπε υποβολή σε τεστ αντοχής, ένα μίνιμουμ κεφαλαίων στους ισολογισμούς για προστασία έναντι ακραίων καταστάσεων και αποφυγή ριψοκίνδυνων επενδύσεων. Όμως, από το 2017-8 επί διακυβέρνησης D. Trump, βρίσκοντας υποστηρικτές και στα δύο κόμματα, όπως και της Fed επέστρεψε η απορρύθμιση. Επιπλέον, με παρότρυνση του διευθύνοντα συμβούλου της SVB, Greg Becker προς το Κογκρέσο και μέσω της άσκησης επιρροής (lobbying) στους πολιτικούς αντιπροσώπους, μειώθηκε η εποπτεία στις περιφερειακές, μικρότερες τράπεζες.

Από την πλευρά του, ανώτερο εκτελεστικό στέλεχος της Silicon Valley Bank συμπέρανε ότι “Ένα από τα πιο σημαντικά ρίσκα για το επιχειρηματικό μας μοντέλο ήταν το ότι εξυπηρετούσαμε μια στενά δεμένη ομάδα επενδυτών, που επιδεικνύουν νοοτροπίες αγέλης.” O Nate Koppikar, συνεργάτης του hedge fund Orso Partners υποστηρίζει στους ft.com ότι “Ήταν ένας από τους καλύτερους τρόπους να σορτάρει κανείς την τεχνολογική φούσκα – το ότι η τράπεζα απέτυχε σημαίνει ότι η παραπάνω έσκασε.” H Κυριακή (12/03) “έμοιαζε πραγματικά με μαύρο κύκνο, μια στιγμή των νεοφυών επιχειρήσεων, μοναδική για κάθε γενιά”, υποστήριξε στο bbc.com o Chris Edson της Second Nature, η οποία ασχολείται με τον διαβήτη τύπου 2. Η Susannah Streeter, υπεύθυνη χρηματαγορών στην Hargreaves Lansdown σχολίασε ότι Παρόλο που το επίκεντρο είναι μια μικρή γωνιά του οικονομικού συστήματος, προσανατολισμένη στην τεχνολογία, ο αντίκτυπος υπάρχει κίνδυνος να εξαπλωθεί. Η εποχή του φθηνού χρήματος έφτασε ανεξέλεγκτα στο τέλος της (πριν ένα χρόνο), με τους επενδυτές να έρχονται αντιμέτωποι με μερικές ιδιαιτέρως αθέλητες συνέπειες.” O Punit Singh Soni, ιδρυτής της εταιρείας τεχνητής νοημοσύνης Suki, που είδε τους λογαριασμούς του στην τράπεζα να παγώνουν πιστεύει πως “Δυστυχώς, θα υπάρξουν κάποια πράγματα που θα χαθούν σε ό,τι αφορά τον ιστό της Silicon Valley.”

Stephanie Mei Ling, nytimes.com

Stephanie Mei Ling, nytimes.com

O Joseph Stiglitz υπογράμμισε σε άρθρο του στο project-syndicate.org ότι “Με δεδομένες τις μεγάλες και γρήγορες αυξήσεις στα επιτόκια, που σχεδίασε ο επικεφαλής της Fed, Jerome Powell είχε προβλεφθεί ότι οι δραματικές κινήσεις στις τιμές επενδυτικών αγαθών θα προξενούσαν τραύμα κάπου στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Μας προέτρεπε να μην ανησυχούμε, παρά την άφθονη ιστορική εμπειρία που καταδείκνυε ότι θα έπρεπε. Ως αποτέλεσμα αυτής της σκληρής και εντελώς αχρείαστης επίκλησης στον πόνο, έχουμε μια καινούρια ομάδα θυμάτων – εκτός από τους περιθωριοποιημένους και ευάλωτους, στους οποίους η ανεργία είναι συνήθως τέσσερις φορές μεγαλύτερη από τον εθνικό μέσο όρο. Μπαίνει φρένο στον πιο δυναμικό, δραστήριο κλάδο της χώρας και την πιο αναπτυγμένη της περιοχή. Οι νεοφυείς επιχειρηματίες της Silicon Valley – όπως η κόρη μου, η οποία είναι επικεφαλής σε μια startup σχετική με την εκπαίδευση – συνήθως νέοι, θεωρούσαν ότι η κυβέρνηση έκανε τη δουλειά της, οπότε είχαν επικεντρωθεί στην καινοτομία, όχι στο να τσεκάρουν καθημερινά τον ισολογισμό της τράπεζάς τους. Τι λέει αυτό για τη χώρα, όταν εκείνοι που δουλεύουν σκληρά για να παρουσιάσουν νέα προϊόντα με απήχηση διαλύονται εξαιτίας του τραπεζικού συστήματος; Το να είναι το τελευταίο ασφαλές και γερό αποτελεί απαραίτητο όρο μιας σύγχρονης οικονομίας – ωστόσο, η Αμερική δεν εμπνέει ακριβώς εμπιστοσύνη.” O James K. Galbraith, που διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Texas πάνω στις σχέσεις των επιχειρήσεων με την κυβέρνηση μεταφέρει στο thenation.com ότι πριν πολλά χρόνια ένας σοφός ρεπουμπλικάνος μονεταριστής του εξήγησε ότι “Η Fed δουλεύει για τις πιο μεγάλες τράπεζες, οι οποίες δεν είναι φίλες με τις μικρές – ακόμη κι όταν τρέχουν να τις βοηθήσουν μόλις διατρέχουν κίνδυνο – και εξαρτώνται από το παντοδύναμο δολάριο. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αυξάνει τα επιτόκια κυρίως για να θωρακίσει το νόμισμα. Ο Paul Volcker, επικεφαλής της από το 1979 μέχρι το 1987, τα ανέβασε το 1981 τόσο πολύ, καθιερώνοντας ένα παγκόσμιο σύστημα, που βασίζεται στο δολάριο και μόνο τώρα άρχισε να ξηλώνεται.”

Μια νέα πραγματικότητα αποκρυσταλλώνεται σε ό,τι αφορά και τις εταιρείες τεχνολογίας – κολοσσούς (Big Tech), με την περίοδο της ‘εκτόξευσης στο φεγγάρι’ να εκτιμάται ότι έχει τελειώσει, σημείωνε άρθρο της washingtonpost.com στις αρχές Μαρτίου. Τα χαρακτηριστικά της ‘αγοράς του ταύρου’ (bull market), όταν οι μετοχές ήταν σε ανοδική τροχιά, υποχωρούν μετά από μια δεκαετία, με τις ‘μεγάλες ιδέες’, που τρέχουν ως συμπληρωματικά πρότζεκτ και θα μπορούσαν να αποφέρουν κέρδη στο μέλλον να έχουν δεχθεί πλήγμα. Θα δούμε τις δοκιμές που κάνουν στα εργαστήριά τους να γνωρίζουν σκαμπανεβάσματα, ανάλογα με την οικονομική αποδοτικότητα, όμως αυτή η κουλτούρα δε θα εκλείψει – έτσι γεννήθηκαν.”, εκτίμησε ο επιχειρηματίας, επενδυτής Peter Diamandis. Από την άλλη, τον τελευταίο χρόνο startups με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, όπως οι OpenAI και Stability AI ανέβηκαν στο κύμα της προσοχής.

Ο επικεφαλής της εταιρείας τεχνολογίας Oceanit, Jeffrey Watumull και οι καθηγητές γλωσσολογίας Noam Chomsky και Ian Roberts ανατρέχουν στους nytimes.com στον Jorge Luis Borges για να επισημάνουν ότι το να ζει κανείς σε μια εποχή μεγάλου κινδύνου και υποσχέσεων σημαίνει ότι βιώνει τόσο την τραγωδία όσο και την κωμωδία, ενώ εμπεριέχεται το ενδεχόμενο μιας επικείμενης αποκάλυψης αναφορικά με την κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου. Οι ίδιοι δηλώνουν αισιόδοξοι, αφού η νοημοσύνη είναι το μέσο με το οποίο λύνουμε προβλήματα, όσο και ανήσυχοι μήπως η μηχανική μάθηση που χρησιμοποιούν το ChatGPT της OpenAI, το Bard της Google και το Sydney της Microsoft υποβαθμίσει την επιστήμη, αφού ενσωματώνεται στην τεχνολογία μια στην ουσία της λανθασμένη αντίληψη για τη γλώσσα και τη μάθηση.

Σύνοδος Τεχνολογίας - Διαδικτύου στη Λισαβόνα το 2022 / Horacio Villalobos Corbis, Getty Images

Σύνοδος Τεχνολογίας – Διαδικτύου στη Λισαβόνα το 2022 / Horacio Villalobos Corbis, Getty Images

Tα νέα εργαλεία, μέσα σε τεράστιο όγκο δεδομένων, αναζητούν μοτίβα και παράγουν πιθανές απαντήσεις. Ενδέχεται να ξεπεράσουν τον εγκέφαλο – που σύμφωνα με τον Wilhelm von Humboldt μπορεί να κάνει απεριόριστη χρήση πεπερασμένων μέσων – σε ταχύτητα επεξεργασίας και όγκο μνήμης. “Ο νους λειτουργεί με μικρότερες ποσότητες πληροφορίας, δεν προχωρά σε δύσκολες συσχετίσεις, αλλά παράγει εξηγήσεις, με τους ανθρώπους να έχουν τη δυνατότητα για σύνθετες προτάσεις και μακροσκελή ειρμό σκέψεων. Όταν οι γλωσσολόγοι αναπτύσσουν μια θεωρία για το γιατί μια γλώσσα λειτουργεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο χρησιμοποιούν μια εκδοχή της γραμματικής, που το παιδί φτιάχνει ενστικτωδώς και με ελάχιστη έκθεση σε πληροφορίες – πολύ διαφορετική από ένα πρόγραμμα μηχανικής μάθησης. Τα τελευταία έχουν μείνει σε μια φάση γνωστικής ανάπτυξης προ ή μη ανθρώπινη, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη αιτώδεις σχέσεις ή φυσικούς νόμους. Το βαθύ τους ελάττωμα είναι η απουσία της πιο κρίσιμης δυνατότητας κάθε νοημοσύνης: το να λέει όχι μόνο τι ισχύει, τι ίσχυε και τι θα ισχύσει – αυτό αποτελεί περιγραφή και πρόβλεψη – αλλά και τι δεν ισχύει, τι θα μπορούσε και τι δε θα γινόταν να ισχύει.”

istock, Keith A. Webb, wsj.com

istock, Keith A. Webb, wsj.com

H Κολομβία έχοντας λιγότερες επιφυλάξεις, περιορισμένους πόρους και ανθρώπινο δυναμικό στρέφεται στους αλγόριθμους για τη διευκόλυνση παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε όσους το έχουν ανάγκη, σύμφωνα με ρεπορτάζ του theguardian.com. Από το 2018 εφαρμόζεται δοκιμαστικά το πρότζεκτ ‘Diada’ σχετικά με την ανίχνευση και παροχή ενσωματωμένης φροντίδας για την κατάθλιψη και την εξάρτηση από το αλκοόλ, σε συνεργασία του πανεπιστημίου Pontifical Javerian με το κολλέγιο Dartmouth των ΗΠΑ, σε έξι ιατρικά κέντρα σε όλη τη χώρα. Αρχικά ζητείται να απαντηθεί ένα σετ ερωτήσεων διαδραστικά. Στη συνέχεια, τις διαχειρίζεται το λογισμικό, εκδίδεται ένα εισιτήριο και ο θεραπευτής διαμορφώνει μια εικόνα για τη σοβαρότητα ή την πιθανότητα εκδήλωσης ασθένειας. Η παρέμβαση μπορεί να περιλαμβάνει την παροχή ενός έξυπνου κινητού με μια εφαρμογή υγείας, που καταγράφει τη διάθεση ή την κατανάλωση αλκοόλ, συχνές επανεκτιμήσεις ή φαρμακευτική αγωγή. Έχει παρατηρηθεί ότι τα συμπτώματα βελτιώνονται σε διάστημα τριών μηνών από τη διάγνωση. “Παλιότερα βλέπαμε μόνο τις πιο σοβαρές περιπτώσεις, στα επείγοντα”, μετέφερε ο γιατρός Carlos Gómez-Restrepo. “Με είχαν συμβουλεύσει να αναζητήσω βοήθεια νωρίτερα, ωστόσο δεν έβρισκα τον χρόνο ούτε τα χρήματα. Συνειδητοποιώ τώρα ότι έμενα κολλημένη στο να ξαναζώ ένα τραυματικό γεγονός, που είχε συμβεί πριν πενήντα χρόνια και εξαιτίας του οποίου συνήθιζα να κλαίω ασταμάτητα. Στον ένα χρόνο που είμαι στo πρόγραμμα, άρχισα να το επεξεργάζομαι και κατανόησα πώς η ψυχική μου υγεία επηρέαζε και τη σωματική.”, μοιράστηκε μια θεραπευόμενη.

Πηγές: ft.com, theguardian.com, bbc.com, washingtonpost.com, nytimes.com, thenation.com 

Leave a reply

0 %