Κατανοώντας τον πληθωρισμό
Το θέμα του πληθωρισμού προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν με αρθρογραφία τους στον guardian.com o Robert Reich, πρώην υπουργός Εργασίας (1993-1997) επί διακυβέρνησης Clinton, καθηγητής δημόσιας πολιτικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια, Berkeley και ο Nouriel Roubini, καθηγητής Οικονομικών, με θητεία σε ΔΝΤ, Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (FED), Παγκόσμια Τράπεζα.
Όπως επισημαίνει ο Robert Reich, αντί για τον πληθωρισμό η ανησυχία θα έπρεπε να είναι το χάσμα ανάμεσα σε όσα μια χώρα παράγει και σε όσα έχουν τη δυνατότητα οι πολίτες να καταναλώσουν. Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η ανισότητα ροκανίζει την αμερικανική οικονομία, με τη δομή της να έχει αλλάξει δραματικά από τα τέλη του 1970, όταν ο πληθωρισμός ήταν διψήφιος. Σήμερα όσοι παράγουν, εύκολα μεταφέρουν δραστηριότητες στο εξωτερικό (outsourcing) και τα συνδικάτα είναι τόσο αδύναμα, που δεν μπορούν να πιέσουν για αυξήσεις μισθών, με τους τελευταίους να παραμένουν στα ίδια επίπεδα εδώ και 40 χρόνια. Άρα, το μακροπρόθεσμο πρόβλημα είναι το αντίθετο από τον πληθωρισμό, δηλαδή η ανεπαρκής ζήτηση, από την οποία εξαρτάται το 70% της αμερικανικής οικονομίας. Τα περισσότερα οικονομικά οφέλη αφορούν τους πλούσιους, που υπολογίζεται ότι στις μέρες μας κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της Αμερικής, αλλά οι οποίοι δαπανούν μόνο ένα μικρό μέρος του εισοδήματός τους, όχι αρκετό για να κινηθεί δυναμικά η οικονομία. Αντίθετα, οι πολίτες με τα χαμηλότερα εισοδήματα ξοδεύουν ό,τι έχουν, που είναι πολύ λίγο.
Για να αναπληρωθεί το κενό, η οικονομία στηρίχθηκε σε καταναλωτές που έπαιρναν δάνεια όλο και περισσότερο. Ακόμη και το 2018 που φαινόταν δυνατή, το 40% των Αμερικανών πολιτών είχαν αρνητικό καθαρό εισόδημα και προσέτρεχαν στον δανεισμό για να ανταποκριθούν στις βασικές οικιακές ανάγκες. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ χρειάστηκε να μειώσει τα επιτόκια και η κυβέρνηση να ξοδέψει περισσότερα για να καλύψει το κενό. Κατά τον Robert Reich, τίποτα από τα παραπάνω δεν είναι βιώσιμο, έρχεται κάποια στιγμή που η διευρυνόμενη ανισότητα προκαλεί κατάρρευση της οικονομίας.
Ο συγγραφέας επικαλείται τον Marriner Eccles, επικεφαλής της FED την περίοδο (1934 -1948), που εξηγούσε ότι η Μεγάλη Ύφεση του 1929-1930 προκλήθηκε από το ότι η αγοραστική δύναμη των περισσότερων Αμερικανών υπολειπόταν σε σχέση το τι παρήγαγε η οικονομία, και από τη διευρυνόμενη συγκέντρωση πλούτου στην κορυφή.
Ο Robert Reich προσθέτει στην αρθρογραφία του στον guardian.com, μια ακόμη δομική αιτία για τον πληθωρισμό, που μοιάζει να χειροτερεύει: τον έλεγχο της αγοράς από σχετικά λίγες εταιρείες – κολοσσούς, που έχουν τη δύναμη να ρυθμίζουν τις τιμές προς τα πάνω. Εάν οι αγορές λειτουργούσαν με βάση τον ανταγωνισμό, οι εταιρείες θα κρατούσαν τις τιμές πιο χαμηλά για να μην χάνουν πελάτες.
Από το 1980, που οι αμερικανικές κυβερνήσεις σχεδόν εγκατέλειψαν τους αντιμονοπωλιακούς ελέγχους, τα 2/3 των αμερικανικών επιχειρήσεων έχουν συγκεντροποιηθεί. Υπό αυτή την οπτική, ο πληθωρισμός στις τιμές είναι το σύμπτωμα του βαθύτερου προβλήματος, που είναι η ισχυροποίηση λίγων εταιρειών με αρκετή δύναμη να αυξάνουν τις τιμές και τα κέρδη τους και για την οποία το αντίδοτο είναι η εφαρμογή αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας.
Από την πλευρά του, ο Nouriel Roubini σημειώνει ότι οι κατευθύνσεις της πολιτικής οικονομίας επί διακυβέρνησης B. Clinton, G. Bush (νεότερου) και B. Obama ενώ διέφεραν με κάποιους τρόπους, είχαν μια βασική κοινή θέση. Υποστήριζαν συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου και προτιμούσαν ένα δυνατό δολάριο, σαν τρόπο να μειωθούν οι τιμές των εισαγωγών και να υποστηριχθεί η αγοραστική δύναμη της εργατικής τάξης. Η οικονομική παραδοχή τους ήταν, κατά το N. Roubini νεοφιλελεύθερη, και αφορούσε το ότι οι καταναλωτές θα επωφελούνταν από την κυκλοφορία του πλούτου που παρήγαγαν οι επιχειρήσεις χάρη στην απορρύθμιση (deregulation) της αγοράς, μέσα από τις χαμηλότερες τιμές και τον μικρό πληθωρισμό (trickle down economics).
Ο γνωστός οικονομολόγος παρατηρεί ότι επί διακυβέρνησης D. Trump υιοθετήθηκε μια προσέγγιση με περισσότερο εθνικά και “νεο-λαϊκιστικά” χαρακτηριστικά προστατευτισμού. Σύμφωνα με τον ίδιο, η δίοικηση J. Biden προσανατολίζεται σε πολιτική εσωστρέφειας στο εμπόριο, με δασμούς σε κινεζικά προϊόντα, τόνωση της ζήτησης για όσα παράγονται εγχώρια και επιστροφής κεντρικών βιομηχανικών μονάδων. Σε ό,τι αφορά τη νομισματική πολιτική, παρόλο που δεν έχει ζητηθεί ανοιχτά, διαπιστώνεται η αποκρυστάλλωση μιας αλλαγής σε σχέση με την περίοδο 1991-2016, με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα να χρηματοδοτεί τα ελλείμματα του προϋπολογισμού για τις κρατικές δαπάνες, το δολάριο να γίνεται πιο “μαλακό” και να πραγματοποιούνται παρεμβάσεις που βοηθούν την ανταγωνιστικότητα, μειώνουν το εμπορικό έλλειμμα, δεν ακολουθούν σκληρή γραμμή για την κάμψη του πληθωρισμού και ενισχύουν τα χαμηλά εισοδήματα με άμεσες πληρωμές και μικρότερη φορολόγηση.





