In the world that Watergate made
Τον Ιούνιο συμπληρώθηκαν πενήντα χρόνια από τότε που πέντε άνδρες συνελήφθησαν να προσπαθούν να βάλουν κοριούς στα γραφεία της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών στο ξενοδοχείο Watergate της Ουάσινγκτον (17/06/72). Οι δημοσιογράφοι της Washington Post, Bob Woodward και Carl Bernstein, οι οποίοι έλαβαν Pulitzer δημόσιας προσφοράς για το σχετικό ρεπορτάζ (μαζί με τον γελοιογράφο Herbert Block και τον αρχισυντάκτη τους Ben Bradlee) δημοσίευσαν ότι ανάμεσά τους ήταν o James W. McCord, ένας πρώην υπάλληλος της CIA, που εκείνη την εποχή δούλευε ως συντονιστής ασφάλειας στην καμπάνια επανεκλογής του Richard Nixon.

γελοιογραφία του Jack Davis για το εξώφυλλο του περιοδικού TIME τον Απρίλιο του 1973 > γύρω από τον πρόεδρο R. Nixon δείχνοντας ο ένας τον άλλο, τυλιγμένοι με καλώδια βρίσκονται ο James McCord, πρώην υπάλληλος της CIA – υπεύθυνος ασφάλειας της επιτροπής επανεκλογής του, ο Maurice Stans, υπεύθυνος οικονομικών της ίδιας επιτροπής, ο John Mitchell, γενικός εισαγγελέας, ο John Wesley Dean III, σύμβουλος στο Λευκό Οίκο, ο Bob Haldeman, προσωπάρχης και o Jeb Magruder, επικεφαλής της επιτροπής επανεκλογής του R. Nixon
Σε άρθρο στο bostonreview.net, με τίτλο: ‘Η ειρωνική κληρονομιά του Watergate’ o Stuart Streichler, αναπληρωτής καθηγητής του προγράμματος Νομικής, Κοινωνίας και Δικαιοσύνης στο πανεπιστήμιο της Washington μεταφέρει ότι κάποιες μέρες αργότερα και με λιγότερο από πέντε μήνες μέχρι τις εκλογές, “ο πρόεδρος R. Nixon συναντήθηκε με τον προσωπάρχη του H. R. Haldeman και του είπε: ‘Μοιάζει με κωμική όπερα’, με τόσο κακό αποτέλεσμα, που κανείς δε θα σκεφτόταν ότι ‘θα μπορούσαμε να το έχουμε κάνει εμείς’. Ωστόσο, οι συλλήψεις ανησύχησαν το Λευκό Οίκο για το ενδεχόμενο να έρθουν στο φως και άλλες παράνομες ενέργειες. Οι υποκλοπές χωρίς άδεια και οι διαρρήξεις δεν ήταν χωρίς προηγούμενο για τη διακυβέρνηση του R. Nixon. Ορισμένοι από όσους συμμετείχαν στην επιχείρηση στο Watergate είχαν στο παρελθόν μπει και στο γραφείο ενός ψυχιάτρου στο Los Angeles, αναζητώντας πληροφορίες εναντίον ενός αναλυτή άμυνας, που διέρρευσε τα απόρρητα αρχεία του Πενταγώνου (Pentagon Papers) σχετικά με τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Η δημοσίευσή τους οδήγησε στη λειτουργία μιας μυστικής ερευνητικής μονάδας, που ήταν γνωστή στους μυημένους ως ‘υδραυλικοί’ (plumbers) επειδή προσπαθούσαν να σταματήσουν τις διαρροές. Επί διοίκησής του, χρησιμοποιούνταν ακόμη ‘καταχρηστικά κόλπα’, ή ανώριμες τακτικές, όπως αμπούλες βρώμας (stink bombs) σε συγκεντρώσεις, προκειμένου να διαταράξουν τις εκστρατείες των προεδρικών υποψηφίων με τους Δημοκρατικούς.

γελοιογραφία του Herbert Block ή Herblock στην washingtonpost.com με τίτλο: ‘Κρατήστε το καπάκι μέχρι μετά τις εκλογές’ καθώς τίτλοι δημοσιευμάτων αναφέρονται σε ‘Μυστικά κονδύλια ύψους δέκα εκατομμυρίων δολαρίων’, σε ‘Χορηγία 300.000 δολαρίων για επηρεασμό της πολιτικής στο γάλα’, σε ‘Ποσό 350.000 δολαρίων σε μυστικό χρηματοκιβώτιο του M. Stans’, σε ‘Λογαριασμούς σε τράπεζες στο Μεξικό με 750.000 δολάρια’, στο ότι ‘Η διάρρηξη στο Watergate περιλαμβάνει 114.000 δολάρια’, σε ‘Προσφορά για δωροδοκία του R. Kleindienst, που διετέλεσε αναπληρωτής γενικός εισαγγελέας (1969 – 1972) και το 1972 ανέλαβε καθήκοντα γενικού εισαγγελέα’
Υπήρχαν, επιπλέον, οικονομικές ατασθαλίες. Η Διεθνής Τηλεφωνική και Τηλεγραφική Εταιρεία (ITT) είχε χορηγήσει 400.000 δολάρια στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ενώ βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με το υπουργείο Δικαιοσύνης σχετικά με μια αγωγή κατά πρακτικών μονοπωλίου. Ο R. Nixon αποφάσισε να ενισχύσει τις τιμές στο γάλα, αφότου λομπίστες της γαλακτοβιομηχανίας συμφώνησαν να συνεισφέρουν δύο εκατομμύρια δολάρια στην καμπάνια επανεκλογής του. Οι θέσεις στις πρεσβείες αγοράζονταν. Ο πρόεδρος χρησιμοποιούσε δημόσιο χρήμα για να ανακαινίσει τις προσωπικές του κατοικίες.

o Mike Peters αποδίδει σαν κάστρο στην άμμο το Λευκό Οίκο επί Νίξον / παραπέμπει ακόμη στην κατοικία του στο San Clemente της Καλιφόρνια, Αύγουστος 1974, Dayton Daily News
Με όλα αυτά να κινδυνεύουν να έρθουν στο φως, η συγκάλυψη ήταν ‘αυτόματη’, μετέφερε ο Jeb Stuart Magruder, που δούλευε στην εκστρατεία του R. Nixon. ‘Έμοιαζε αδιανόητο ότι με την πολιτική δύναμη που είχαμε, δε θα μπορούσαμε να σβήσουμε το λάθος της διάρρηξης.’ Ο προσωπάρχης H. R. Haldeman, o σύμβουλος και βοηθός του προέδρου J.a D. Ehrlichman και ο J. N. Mitchell, επικεφαλής στις καμπάνιες εκλογής του και γενικός εισαγγελέας έδωσαν οδηγίες στους υφιστάμενους να αποκρύψουν ενοχοποιητικά στοιχεία, με τον πρόεδρο να εμπλέκεται στενά στη διαδικασία συγκάλυψης. Από μια ηχογραφημένη συζήτηση με τον προσωπάρχη του προέκυψε ότι ενέκρινε μέτρα παρακώλυσης της έρευνας. Του ζήτησε να πει ‘στη CIA να ενημερώσει το FBI ότι επιθυμούμε για το καλό της χώρας να μην προχωρήσουν περισσότερο την υπόθεση, τελεία’. Θεωρούσε ότι οι διαρρήκτες ‘πρέπει να πληρωθούν, αυτό είναι όλο’ [ο Stuart Streichler αναφέρεται σε ένα εκατομμύριο δολάρια] και όταν έμαθε ότι καταδικάστηκαν ρώτησε εάν ‘έχει χαραχθεί καθαρά η γραμμή της υπεκφυγής, σχετικά με το τι θα λέει και θα κάνει ο καθένας, σε ερωτήσεις για το Watergate’. ‘Θέλω από όλους σας να αρνηθείτε να συνεργαστείτε, ας αναφερθούν στην 5η Τροπολογία του Συντάγματος (Fifth Amendment, σύμφωνα με την οποία μπορεί κάποιος να μην απαντήσει σε ενδεχομένως επιβαρυντικές ερωτήσεις), σε αποσιώπηση, ή ο,τιδήποτε άλλο’, ανέφερε στους βοηθούς του.”

σκίτσο του Paul Conrad, με τον ιστό αράχνης, που δημιουργήθηκε από πρόσωπα του περιβάλλοντος του προέδρου R. Nixon / 1973, Los Angeles Times
Όπως ήλπιζε, κέρδισε με ποσοστό σχεδόν 61% στις εκλογές του 1972, ωστόσο πολλά από όσα είχαν συμβεί πίσω από κλειστές πόρτες, έγιναν στη συνέχεια γνωστά. Στις 8 Αυγούστου του 1974, μετά από μια σειρά δημοσιεύματα της Washington Post, την απαίτηση του Ανώτατου Δικαστηρίου να παραχωρήσει 64 απομαγνητοφωνήσεις συνομιλιών με τους συνεργάτες του και μια έρευνα της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων, που θα αποφάσιζε την πολιτική του δίωξη (impeachment) με βάση τρία άρθρα, ο R. Nixon παραιτήθηκε, ενώ τα πιο ισχυρά μέλη του στενού του κύκλου φυλακίστηκαν.

o Herblock το 1954 απεικόνιζε τον R. Nixon να βγαίνει από φρεάτιο υπονόμου για τις αντικομμουνιστικές θέσεις που εξέφραζε ως αντιπρόεδρος του D. Eisenhower (1953 – 1961) / στο λογοπαίγνιο αυτής του 1974 δηλώνει ανάμεσα σε μαγνητοταινίες: ‘(Δεν) Είμαι ανέντιμος’ / washingtonpost.com
O δημοσιογράφος Dan Balz επεσήμανε στην washingtonpost.com (12/06), με αφορμή την επέτειο της διάρρηξης ότι το σκάνδαλο του Watergate και ο πόλεμος του Βιετνάμ αποτελούν ορόσημο ανάμεσα σε μια παλιά εποχή, στην οποία οι Αμερικανοί εμπιστεύονταν την κυβέρνησή τους και σε ένα αλλαγμένο τοπίο στην πολιτική και τη δημόσια ζωή, από το οποίο αυτή εκλείπει, μην μπορώντας να αποκατασταθεί πλήρως. “Πολιτικά, και τα δύο μεγάλα κόμματα επηρεάστηκαν. Οι ενδιάμεσες εκλογές του 1974, τρεις μήνες μετά την παραίτηση του R. Nixon και δύο αφoύ του απένειμε χάρη ο Gerald Ford (1974 – 1977), ο οποίος είχε διατελέσει αντιπρόεδρός του το 1973 – 1974, επέφεραν ένα φαινομενικά καταστροφικό πλήγμα στους Ρεπουμπλικάνους, που επανεφηύραν τον εαυτό τους, με μια ιδεολογία περισσότερο εναντίον της δημόσιας διοίκησης. ‘Η επικρατούσα αίσθηση ήταν ότι θα έκαναν μια γενιά να το ξεπεράσουν. Αυτό δε συνέβη. Θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αν λέγαμε ότι τελείωσε η προσκείμενη στο R. Nixοn πτέρυγα.’, παρατήρησε η καθηγήτρια Ιστορίας στο Yale, Beverly Gage. Στo κόμμα, που ενσάρκωναν πολιτικοί όπως ο Gerald Ford, o αντιπρόεδρός του Nelson Rockefeller (1974 – 1977) και ο υπουργός Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης του R. Nixon, George Romney, υπερίσχυσε ένα καινούριο κίνημα με βάση τις νοτιοανατολικές και τις νοτιοδυτικές πολιτείες (Sun Belt), το οποίο αντιμετώπιζε με ακόμη μεγαλύτερη εχθρότητα την κεντρική διοίκηση. Από το 1980, με την εκλογή του Ronald Reagan (1981 – 1989), η περίοδος του φιλελευθερισμού του New Deal υποχώρησε μπροστά σε ένα συντηρητισμό, που επικράτησε στο κόμμα και τη χώρα για δεκαετίες.

o καλλιτέχνης Philip Guston εμπνεύστηκε τα σκίτσα με θέμα τον R. Nixon από τις συζητήσεις του με τον συγγραφέα Philip Roth, o οποίος δούλευε μια σχετική σάτυρα με θέμα: ‘Η συμμορία μας’ (Our gang)
Ο Bruce Schulman, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης, συγγραφέας του βιβλίου ‘Δεκαετία του 1970: η τρομερή μετακίνηση στην αμερικανική κουλτούρα, κοινωνία και πολιτική’ υποστήριξε ότι παρ’ όλο που είναι υπεραπλούστευση να πει κανείς ότι η εκλογή του R. Reagan ήταν μια αντίδραση στο σκάνδαλο Watergate, αποτέλεσε πρόσφορο έδαφος για τη συντηρητική, αντικυβερνητική ιδεολογία, που πρέσβευε ο R. Reagan. ‘Πρέπει να θυμόμαστε ότι για το μεγαλύτερο μεταπολεμικό διάστημα, ο φιλελευθερισμός ήταν – καλώς ή κακώς – η δεσπόζουσα φιλοσοφία για τα κοινά στις ΗΠΑ. Ένας λόγος για τους οποίους το Watergate είναι πολύ σημαντικό είναι επειδή μετασχημάτισε το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε Συντηρητικό. Μετά το 1980 πρόκειται πραγματικά για ένα συντηρητικό κόμμα.’ Ο R. Reagan ήταν ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του R. Nixon. Περιέγραφε τη διαδικασία των ακροάσεων στην επιτροπή της Γερουσίας για το Watergate ως ‘λιντσάρισμα’ και επαινούσε τον πρόεδρο R. Nixon τόσο συστηματικά, που σύμφωνα με δημοσίευμα που επικαλείται ο ιστορικός Rick Perlstein, κάποιοι από τους συμβούλους του ανησυχούσαν ότι αυτό ενδεχομένως να τον έβλαπτε πολιτικά. ‘Η ειρωνεία είναι ότι δεν κατέστρεψε την καριέρα του, αλλά αποτέλεσε τη βάση της ανόδου του.’

στη γελοιογραφία του Patrick Oliphant ο R. Nixon ρωτά τον προσωπάρχη του B. Haldeman ‘Νομίζεις ότι είναι ακόμη πεινασμένο;’, καθώς στέκονται στη γωνία παρατηρώντας το μαμούνι του Watergate να ‘τρώει’ τον επικεφαλής του FBI Patrick Gray, ο οποίος παραιτήθηκε τον Απρίλιο του 1973 για την εμπλοκή του στο σκάνδαλο / ‘Αυτά ήταν μόνο τα ορεκτικά’, σχολιάζουν δύο μικρότερα ζουζούνια
Οι Δημοκρατικοί, με τη νέα, ευρεία φουρνιά νομοθετών, που έμειναν γνωστοί ως ‘τα μωρά του Watergate’ σταδιακά υπέστησαν ένα μετασχηματισμό, απομακρυνόμενοι από το συνασπισμό των λευκών εργαζομένων της εργατικής τάξης και τα ισχυρά συνδικάτα, προς έναν περισσότερο ποικιλόμορφο, o oποίος πλέον συμπεριλαμβάνει τις πολύ μορφωμένες ελίτ, που ζουν σε παράκτιες πόλεις, ενώ άρχισαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για ζητήματα που δεν άπτονταν των βασικών αναγκών αλλά αφορούσαν την τεχνολογία, το περιβάλλον και την παγκοσμιοποίηση. Η συζήτηση για το τι είδους κόμμα θα έπρεπε να είναι εξακολουθεί να επανέρχεται, καθώς και σήμερα βρίσκονται αντιμέτωποι με τις απαιτήσεις μιας πιο δραστήριας φιλελεύθερης μερίδας και την επιθυμία να προσελκύσουν εκ νέου τους λευκούς ψηφοφόρους της εργατικής τάξης, που έχουν στραφεί προς τους Ρεπουμπλικάνους από τα χρόνια του R. Reagan.”
Σχετικά με το πότε μπήκε η πόλωση στην πολιτική ατμόσφαιρα, ο Dan Balz σημειώνει, ανάμεσα σε άλλα, ότι το στυλ των προεκλογικών εκστρατειών του R. Nixon το 1968 και το 1972 ήταν διχαστικό, χρησιμοποιώντας τη φυλή, το νόμο και την τάξη, όπως και θέματα πολιτιστικών διαφορών για να διαιρεθεί το εκλογικό σώμα.

στη γελοιογραφία του Herblock γίνεται αναφορά στη διάρρηξη και την πολιτική κατασκοπεία, σε μυστικά κονδύλια, όπως και σε παραβιάσεις της νομοθεσίας για τις πρακτικές διαφθοράς, με εκείνους που πραγματοποιούσαν τις έρευνες να είναι οι ίδιοι που έγιναν αντικείμενο ερευνών
Το Κογκρέσο τροποποίησε τη νομοθεσία για τη χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών, μετά την κακοδιαχείριση που διαπιστώθηκε στην επιτροπή επανεκλογής του R. Nixon, με χιλιάδες δολάρια σε χρηματοκιβώτια, από παράνομες συνεισφορές σημαντικών εταιρειών, να προορίζονται για ‘λύτρα σιωπής’ (hush money) προς τους διαρρήκτες του Watergate. Μπήκαν όρια στο ύψος των χορηγιών στους υποψήφιους και στα ποσά που οι τελευταίοι θα επιτρεπόταν να ξοδέψουν, με πρόβλεψη για κάλυψη μέρους τους και από δημόσιους πόρους. Με την πάροδο των χρόνων, οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις αποδυναμώθηκαν τόσο με αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου όσο και με παρακάμψεις που επινόησαν δικηγόροι. Μια κομβική αλλαγή επήλθε το 2010, όταν επετράπη σε εταιρείες και άλλες ομάδες να κατευθύνουν απεριόριστα χρήματα σε καμπάνιες για να τις επηρεάσουν – χωρίς να απαιτείται να κοινοποιηθεί η προέλευσή τους.

στο σκίτσο του Edward Sorel (Village Voice) τον Δεκέμβριο του 1973 ο Gerald Ford, που υπηρέτησε ως αντιπρόεδρος του R. Nixon και μετά την παραίτησή του ορκίστηκε πρόεδρος, του απευθύνεται λέγοντας: ‘Για να δούμε αν το κατάλαβα καλά, σας απονέμω χάρη και, στη συνέχεια, μου δίνετε αμνηστία για την κατάργηση της επιστράτευσης, σας επιλέγω για αντιπρόεδρο και εγώ γίνομαι πρόεδρος, σωστά;’ / ‘Όχι, όχι, όχι, Gerry. Άκου με προσεκτικά. Πρώτα, σε επιλέγω για αντιπρόεδρο και μετά, αφού παραιτηθώ, εσύ …’
Θεσπίστηκε μια νέα διαδικασία για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και με τη δημιουργία του σχετικού γραφείου στο Κογκρέσο έγινε προσπάθεια να περιοριστεί η δύναμη του προέδρου σε ό,τι αφορά το πώς θα διατίθενται τα χρήματα της κυβέρνησης. H απόφαση του 1973 για τις προεδρικές εξουσίες σε καιρό πολέμου, ως απάντηση στο Βιετνάμ, σχεδιάστηκε για να αποθαρρύνει την εμπλοκή σε στρατιωτικές συρράξεις χωρίς τη γνωμοδότηση του Κογκρέσου. Η νομοθετική πρωτοβουλία του 1978 για τη δεοντολογία στη διακυβέρνηση καθόρισε καινούριες απαιτήσεις δημοσιοποίησης πόθεν έσχες για τους δημόσιους λειτουργούς και εισήγαγε όρους σε πρώην αξιωματούχους, αναφορικά με την πίεση για επηρεασμό αποφάσεων (lobbying). Αλλαγές με διάρκεια, που περιλαμβάνουν προβλεπόμενους κανόνες, τους οποίους χρειάζεται να συμβουλεύονται γνώρισαν και οι υπηρεσίες ασφάλειας ως αποτέλεσμα των εργασιών μιας επιτροπής της Γερουσίας, που ερεύνησε αμφιλεγόμενες, παράνομες και μυστικές ενέργειες της CIA, του FBI και της Εθνικής Υπηρεσίας Ασφάλειας (NSA) εναντίον ξένων ηγετών όπως ο Fidel Castro και Αμερικανών πολιτών.

σκίτσο του Ralph Steadman με τίτλο ‘Το Tea Party του Nixon’ με ανώτερους αξιωματικούς του στρατού, από το βιβλίο του Hunter Thompson ‘Φόβος και μίσος στην προεκλογική εκστρατεία του 1972’ (Fear and loathing on the campaign trail) / παραπέμπει και στη φόρμουλα της εξόδου από το Βιετνάμ το 1973: ‘Ειρήνη με τιμή’ (Peace with honour) και στην παρόμοια φράση του πρωθυπουργού του Ηνωμένου Βασιλείου Neville Chamberlaine (1937 – 1940) ‘Ειρήνη στον καιρό μας’ (Peace in our time), μετά τη Σύνοδο του Μονάχου με το Χίτλερ (1938) / Ο William Stephenson στο βιβλίο ‘Παράξενη Δημοκρατία, η Αμερική του Hunter Thompson’ (Gonzo Republic) ανατρέχει και στον Jean Baudrillard (Ομοιώματα και προσομοίωση, 1994), σύμφωνα με τον οποίο, “το Watergate δεν είναι σκάνδαλο – και πρέπει να ειπωθεί πάση θυσία – επειδή πρόκειται για το σημείο, που προσπαθούν όλοι να αποσιωπήσουν, την πλάνη δηλαδή που καμουφλάρει την ενδυνάμωση της ηθικής και του σχετικού πανικού, καθώς πλησιάζει κανείς στην πρωτόγονη σκηνή (mise en scène) του κεφαλαίου, με χαρακτηριστικά την ακαριαία βιαιότητα, την ακατανόητη αγριότητα, τη θεμελιώδη ανηθικότητα. Αυτό είναι το σκανδαλώδες και μη αποδεκτό για το σύστημα αρχών και οικονομικής ισοδυναμίας της αριστερής σκέψης, από τις θεωρίες του Διαφωτισμού μέχρι τον κομμουνισμό.”
“Η σημερινή Αμερική είναι ακόμη εκείνη του R. Nixon (…), αυτή που έφτιαξε πριν τον ρίξει το Watergate, όταν οι προοδευτικές δυνατότητες παρεμποδίζονταν από τις τοξικές πολιτικές του νόμου και της τάξης, με ένα Ανώτατο Δικαστήριο, στη διαμόρφωση του οποίου συνέβαλε”, έγραψε στους nytimes.com (31/07) o καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Northwestern, Kevin Boyle. Όπως εξηγεί, κατά τη διάρκεια της καμπάνιας του το 1968 επιχειρηματολογούσε ότι με την υποψηφιότητά του υπερασπιζόταν όλους τους σκληρά εργαζόμενους, νομοταγείς Αμερικανούς, που αποτελούσαν το ‘σιωπηρό κέντρο’. Μετά από μια σημαντική απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, που αφορούσε το φυλετικό διαχωρισμό στα σχολεία, διαβεβαίωσε τους βασικούς του υποστηρικτές ότι εάν εκλεγόταν, θα πρότεινε για τη στελέχωσή του μόνο δικαστές, που εναντιώνονταν στις προοδευτικές ιδέες.

o David Levine παρουσιάζει τον R. Nixon σαν τον Don Vito Corleone από την ομώνυμη ταινία ‘Ο νονός’ του Fr. F. Coppola, που βγήκε στις αίθουσες ένα μήνα πριν τη διάρρηξη του Watergate / Μάιος 1972, New York Review of Books
“Σε αντίθεση με το Lyndon Johnson (1963 – 1969), που εξασφάλισε τα τελευταία δύο χρόνια της θητείας του περίπου είκοσι εκατομμύρια δολάρια για τα αστυνομικά τμήματα και τους χώρους κράτησης, ο R. Nixon τους έδωσε τρία δις δολάρια. Αυξήθηκαν οι αγορές όπλων στρατιωτικού επιπέδου, οι τακτικές περιπολίες με βαρύ οπλισμό, ο αριθμός των αστυνομικών στους δρόμους, ενώ εκείνος των έγκλειστων στις φυλακές διευρύνθηκε κατά 16% – με τους έγχρωμους ανάμεσά τους να είναι οι περισσότεροι σε πενήντα χρόνια. Η νέα σειρά έφτασε μέχρι το Ανώτατο Δικαστήριο, όπως ακριβώς είχε υποσχεθεί. Τo πρώτο χρίσμα το Μάιο του 1969 ήταν σε ένα ομοσπονδιακό δικαστή, που είχε δείξει να προτιμά τις δυνάμεις κατηγορίας και καταδίωξης έναντι των δικαιωμάτων των κατηγορούμενων. Ακολούθησε η ίδια γραμμή και μόλις άνοιξε δεύτερη θέση λίγους μήνες αργότερα, με την πρόταση δύο φορές για δικαστές, που είτε είχαν εκφραστεί ή των οποίων οι αποφάσεις θεωρούνταν υπέρ των φυλετικών διαχωρισμών – αν και η Γερουσία δεν τους ενέκρινε.
Μέχρι το Σεπτέμβριο του 1971, που έγινε η επιλογή για πλήρωση δύο ακόμη κενών θέσεων είχε μια πιο ευρεία ατζέντα, η οποία περιλάμβανε την αποστροφή προς την κρατική ρύθμιση του ιδιωτικού τομέα. Oπότε, η μία επιλογή ήταν ο εταιρικός δικηγόρος Lewis Powell, που είχε γράψει ένα επιδραστικό υπόμνημα εκείνη τη χρονιά προς το Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο, με το οποίο ζητούσε δυνατή υποστήριξη του ελεύθερου επιχειρείν. Μαζί με την αποκέντρωση των εξουσιών προς τις πολιτείες, οι δύο θεμελιώδεις αρχές ενός ολοένα και περισσότερο διεγερμένου συντηρητισμού εγκαθιδρύθηκαν στο δικαστήριο με την αποφασιστικότητα του R. Nixon να επιλέγει τους υποψήφιους μέσω μιας συγκεκριμένα προσδιορισμένης διαδικασίας, που οι προηγούμενοι πρόεδροι δεν είχαν φανταστεί να χρησιμοποιήσουν.” Η εκδοχή του για το νόμο και την τάξη διήρκεσε στα χρόνια, ενώ και η ιδεολογική αξιολόγηση των δικαστών γίνεται πιο έντονα.

σε πρωτοσέλιδα εφημερίδων αναγράφεται: ‘Ο Nixon παραιτείται’ / αρχείο Bettmann, washingtonpost.com
Απόρροια του σκανδάλου ήταν ότι οι δημοσιογράφοι ξεκίνησαν να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερο σκεπτικισμό τις ανακοινώσεις των κυβερνητικών αξιωματούχων. To τοπίο στα αμερικανικά μέσα έχει αλλάξει δραματικά από το 1970, όταν υπήρχαν “λίγες μεγάλες εφημερίδες και βασικά τρεις τηλεοπτικοί σταθμοί”, παρατηρεί μιλώντας στο pressgazette.co.uk ο Cameron Barr, υπεύθυνος σύνταξης της Washington Post. “Τα τελευταία χρόνια όλοι παλεύουμε με μια μειωμένη εμπιστοσύνη στους θεσμούς, με μια διευρυνόμενη αβεβαιότητα σχετικά με τη φύση της αλήθειας (…), σε ένα κακόφωνο μιντιακό τοπίο, όπου όλα μπορούν να ειπωθούν. Και νομίζω αυτό μας δείχνει ότι έχουμε δουλειά να κάνουμε στο να παρέχουμε ένα αξιόπιστο δημοσιογραφικό αποτέλεσμα, που να προσελκύει αναγνώστες από όλο το πολιτικό φάσμα, όσο είναι δυνατό.”
![Στο σκίτσο του Edward Sorel, η τότε εκδότρια της Washington Post, Katharine Graham χαιρετά τον John Mitchell, που φυλακίστηκε για τη συμμετοχή του στη συνωμοσία του Watergate και την προσπάθεια συγκάλυψης. Ο ίδιος είχε απειλήσει τον C. Bernstein ότι ‘εάν δημοσιευτεί το ρεπορτάζ, η εκδότριά του θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση’ [ ... is gonna get caught in a big fat wringer]](http://sinews.gr/wp-content/uploads/2022/08/edwardsorel_graham-mitchell.jpg)
Στο σκίτσο του Edward Sorel, η τότε εκδότρια της Washington Post, Katharine Graham χαιρετά τον John Mitchell, που φυλακίστηκε για τη συμμετοχή του στη συνωμοσία του Watergate και την προσπάθεια συγκάλυψης. Ο ίδιος είχε απειλήσει τον C. Bernstein ότι ‘εάν δημοσιευτεί το ρεπορτάζ, η εκδότριά του θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση’ [ … is gonna get caught in a big fat wringer]
“Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι η διαδικασία χάρη στην οποία έπεσε ο R. Nixon οφειλόταν σε ένα εξαιρετικό επίπεδο κoινωνικής κινητοποίησης. Η απάντηση δεν ήταν η μηδενιστικού τύπου, που θα βλέπαμε σήμερα”, επεσήμανε ο ιστορικός των δεκαετιών του 1960 και του 1970 Rick Perlstein. Ωστόσο, οι αποκαλύψεις για την έκταση της συνωμοσίας σχημάτισαν ένα άσχημο πορτραίτο για τη χρήση και την κατάχρηση της εξουσίας. “Τα δικαστήρια, η Γερουσία, το Κογκρέσο, η Επιτροπή Δικαιοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο τύπος – όλα δούλεψαν με τον τρόπο που έπρεπε, όμως, στους πολίτες έμεινε μια πολύ δυσάρεστη γεύση”, υπογράμμισε ο Jim Blanchard, ο οποίος εκλέχθηκε στη Βουλή με τους Δημοκρατικούς το 1974, εκπροσωπώντας το Michigan.
Ο Garret M. Graff στο βιβλίο του ‘Watergate: μια νέα ιστορία’, το περιγράφει σαν ένα γεγονός, χάρη στο οποίο η Ουάσινγκτον από μια πρωτεύουσα χωρίς δυναμισμό, όπου κυριαρχούσαν οι υπέρμαχοι των φυλετικών διαχωρισμών, οι βετεράνοι του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και οι προθεσμίες της έντυπης ενημέρωσης μετακινήθηκε προς μια καινούρια γενιά πολιτικών σε μια χώρα βαθιά σκεπτική απέναντι στην κυβέρνηση και την πολιτική, με πιο ανταγωνιστικά μέσα στην ψηφιακή εποχή. Ο William Galston, συνεργάτης του προγράμματος κυβερνητικών σπουδών του Ινστιτούτου Brookings εκτίμησε ότι “Ζούμε για σχεδόν μισό αιώνα στον κόσμο που δημιούργησε το Watergate. Είναι φοβερό το πόσο γρήγορα περάσαμε από τη μεταπολεμική κλίμακα εμπιστοσύνης, που διήρκεσε είκοσι χρόνια στην εποχή μετά το Βιετνάμ και το Watergate. Από τότε που χάθηκε, δεν ξανακερδήθηκε.”
Πηγές: Stuart Streichler, bostonreview.net / Dan Balz, washingtonpost.com / Kevin Boyle, nytimes.com / William Turvill, pressgazette.co.uk / σκίτσα: Michael Cavna, washingtonpost.com – αφιέρωμα για τα 50 χρόνια από το σκάνδαλο Watergate / κεντρική φωτογραφία: οι δημοσιογράφοι Bob Woodward και Carl Bernstein





