“O αραβικός κόσμος έχει συντριβεί ανάμεσα σε δύο σαγόνια”
“Μετά τη νίκη των Συμμάχων το 1918, με τη λήξη του πολέμου στον οποίο πήγε στρατιώτης ο πατέρας μου, οι νικητές χώρισαν τη γη των πρώην εχθρών τους. Μέσα σε 17 μήνες δημιούργησαν τα σύνορα της Βόρειας Ιρλανδίας, της Γιουγκοσλαβίας και του μεγαλύτερου μέρους της Μέσης Ανατολής. Και πέρασα όλη μου την καριέρα – στο Μπέλφαστ και το Σαράγεβο, τη Βηρυτό και τη Βαγδάτη – παρακολουθώντας τους πολίτες εντός τους να καίγονται. Η Αμερική εισέβαλε στο Ιράκ για να αλλάξει τον χάρτη της Μέσης Ανατολής, όπως είχε κάνει η γενιά του πατέρα μου περισσότερα από 80 χρόνια πριν. Παράλληλα, εκείνος ο πόλεμος συνέβαλε στην πρώτη γενοκτονία του αιώνα, ενάμισι εκατομμυρίου Αρμενίων, θέτοντας τα θεμέλια για τη δεύτερη, των Εβραίων στην Ευρώπη.”, σημειώνει ο πολεμικός ανταποκριτής Robert Fisk στην εισαγωγή του βιβλίου του ‘Ο μεγάλος πόλεμος για τον πολιτισμό – Η κατάκτηση της Μέσης Ανατολής’ (The Great War for Civilization – The Conquest of the Middle East, Alfred A. Knopf, 2005, σελ. xxi). Κατέληγε συμπεραίνοντας: “Πώς να διορθώσουμε την ιστορία, αυτό είναι το ζήτημα.” (σελ. 1038)

Στη μνήμη του (12 Ioυλίου 1946 – 30 Οκτωβρίου 2020), η συνάδελφος και πρώτη του γυναίκα Lara Marlowe μοιράζεται στο ‘Αγάπη σε καιρό πολέμου’ (Love in a Time of War, Αpollo, Head of Zeus Ltd, 2021) πως κατηγορούσε τους Βρετανούς για την καταστροφή, επειδή έδωσαν ασυμβίβαστες υποσχέσεις σε δύο λαούς. Η Διακήρυξη Balfour στις 2 Νοεμβρίου 1917 έταξε στους Εβραίους πατρίδα στην Παλαιστίνη με ταυτόχρονη προστασία του αραβικού πληθυσμού, που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. (σελ. 55)

Έζησε την αποσυναρμολόγηση της αραβικής ενότητας, που επισπεύστηκε με την υπογραφή του προέδρου της Αιγύπτου, Anwar al-Sadat ξεχωριστής ειρηνευτικής συμφωνίας με το Ισραήλ το 1978, τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν και την ιρανική επανάσταση το 1979, τον πόλεμο Ιράν – Ιράκ το 1980-88, την επιδρομή του Ισραήλ στον Λίβανο το 1982, την πτώση του Σαντάμ το 2003, την άνοδο του σουνιτικού εξτρεμισμού, της al-Qaeda και του Isis, τις αποτυχημένες επαναστάσεις της Αραβικής Άνοιξης (σελ. 263).
Ο φίλος του R. Fisk και επίσης επί μακρόν ανταποκριτής Patrick Cockburn βάζει τις τρέχουσες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή σε ιστορικό πλαίσιο, επιχειρώντας μια συνοπτική αποτίμηση όσων έχουν συμβεί με αρθρογραφία του στο inews.co.uk (27 και 30/11).
“O αραβικός κόσμος έχει συντριβεί ανάμεσα σε δύο σαγόνια: το Ισραήλ και τις μοναρχίες του Κόλπου. Δεν υπάρχουν αποδείξεις για συνέργεια μεταξύ τους, ωστόσο με τη γερή ενίσχυση των ΗΠΑ, έχουν από κοινού εξουδετερώσει χώρες με δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Κάποιες από αυτές διοικούνταν από δικτάτορες, όπως τον Saddam Hussein και τον Muammar Gaddafi, όμως με την ανατροπή τους κατέστη σαφές πως στόχος δεν ήταν η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μετά την κατάληψη της Βαγδάτης το 2003, κατεβλήθη κάθε προσπάθεια αναβολής των εκλογών και δεν κρίθηκε αναγκαία η συγκρότηση τακτικού στρατού, εκτός από τα σύνορα με το Ιράν. Στη Λιβύη, μια από τις πρώτες ενέργειες της μεταβατικής κυβέρνησης ήταν το τέλος της απαγόρευσης της πολυγαμίας.
Το 1916 το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία συμφώνησαν να χαράξουν τον αραβικό κόσμο στα εδάφη, που θα προέκυπταν από την επικείμενη ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μαζί με τα μη αραβικά κομμάτια της. H αποικιοκρατία αντικαταστάθηκε μετά το 1945 από αραβικά εθνικιστικά καθεστώτα και διάσπαρτα βασίλεια στον Κόλπο με κοιτάσματα πετρελαίου. Το συγκεκριμένο status quo δεν χαρακτηριζόταν ποτέ από σταθερότητα – συνταρασσόταν από τις στρατιωτικές ήττες του Ισραήλ και τους σεχταριστικούς διαχωρισμούς ανάμεσα στους σιίτες και τους σουνίτες μουσουλμάνους.
Αυτό τον τοξικό κόσμο διαδέχεται τώρα κάτι ακόμη χειρότερο – όσα βλέπουμε τελευταία είναι μια καινούρια του μοιρασιά, πιο ριζική από ο,τιδήποτε έχει συμβεί από τότε, που το Ηνωμένο Βασίλειο και η Γαλλία σαν αυτοκρατορικές δυνάμεις, απρόθυμα εγκατέλειψαν την περιοχή είκοσι χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Δε θα υπάρξει μια νέα συμφωνία Sykes-Picot όπως τον Μάιο του 1916, που θα ορίζει ξένες ζώνες επιρροής. Παρόλα αυτά, από τη Δαμασκό έως το Χαρτούμ και από την Τρίπολη στη Σαναά, πρωτεύουσα της Υεμένης η μοίρα των Αράβων θα καθοριστεί άλλη μια φορά από εξωτερικές δυνάμεις, με ελάχιστη μέριμνα για τα συμφέροντα των κατοίκων. Στυγνά και καταπιεστικά καθεστώτα θα επιβλέπουν διαλυμένες κοινωνίες, βυθισμένες σε μια ζοφερή αναρχία.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
‘Φτιάχνουν μια έρημο και την αποκαλούν ειρήνη’, ήταν η πικρή ετυμηγορία ενός Bρετανού αρχηγού 2.000 χρόνια πίσω σχετικά με τις καταστροφικές συνέπειες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας για τον λαό. Τα λόγια του αντηχούν στους αιώνες και συνιστούν κατάλληλο επιτάφιο για τον αραβικό κόσμο.
H κατά κύριο λόγο επιτυχημένη σφοδρή επίθεση στη Χαμάς και τους Παλαιστίνιους στη Γάζα και τη Χεζμπολάχ και τους σιίτες μουσουλμάνους στον Λίβανο αποτελεί τον πιο πρόσφατο γύρο της σύγχρονης αποσύνθεσης της αραβικής δύναμης, που την εκφράζουν 456 εκατ. πολίτες και 22 χώρες – μέλη του Αραβικού Συνδέσμου. Oι μεταβολές, που συμβαίνουν τους πρόσφατους 14 μήνες είναι το ίδιο σημαντικές με εκείνα, που ακολούθησαν τους αραβο-ισραηλινούς πολέμους του 1967 και του 1973.
Μέχρι πριν 30 χρόνια, η Αίγυπτος, η Συρία, το Ιράκ, η Λιβύη, το Σουδάν, η Αλγερία ήταν ακόμη σημαντικοί παίκτες στη διαμόρφωση του μέλλοντος της περιοχής. Σήμερα αποτελούν, στην καλύτερη περίπτωση, απλούς παρατηρητές – διαλυμένες ή σημαντικά αποδυναμωμένες λόγω εμφύλιων συρράξεων, ξένων εισβολών και στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Η ηγεσία έχει περάσει στις πάρα πολύ πλούσιες, με κοιτάσματα πετρελαίου μοναρχίες του Κόλπου, αν και έχουν δείξει μια χρόνια ανικανότητα να τα μεταφράσουν αυτά σε πολιτική δύναμη. Oι κυβερνώντες σε Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν σταθεί αναποτελεσματικά στο περιθώριο της τωρινής κρίσης, επιδιώκοντας να αποφύγουν οποιαδήποτε ανάμειξη. Αλλά και, όποτε στο πρόσφατο παρελθόν χρηματοδότησαν την πολιτική αλλαγή, οι συνέπειες ήταν χωρίς καμμία διαφορά ολέθριες. Τόσο όταν η Σαουδική Αραβία υποστήριξε την άνοδο των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1990 όσο και με την απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να σταθούν στο πλευρό των ανταρτών (RSF) απέναντι στον τακτικό στρατό του Σουδάν, στον σφοδρό εμφύλιο πόλεμο, που ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2023, με τον μισό πληθυσμό των 50 εκατ. να χρειάζονται σήμερα βοήθεια για να επιβιώσουν. Το 2011, κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης, τα πετρελαιοπαραγωγικά κράτη έπαιξαν βασικό ρόλο στην παροχή κεφαλαίων σε εξεγερμένους στη Λιβύη και τη Συρία διασφαλίζοντας, όμως, ότι τις απολυταρχίες δεν θα αντικαθιστούσαν δημοκρατίες.
Η βία εξαπλώνεται γρήγορα, καθώς η ισραηλινή υπεροχή με τη συνδρομή των ΗΠΑ αναζωπυρώνει βαθιά ‘παγωμένες’ συγκρούσεις σε όλη τη Μέση Ανατολή. Ενώ η κυριαρχία της Χεζμπολάχ κλονίζεται στον Λίβανο, οι εχθροπραξίες ανάμεσα σε φανατισμένες ομάδες χριστιανών και μουσουλμάνων, που είχαν εμπλακεί σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο το διάστημα 1975-1990, επανέρχονται στην επιφάνεια και έχουν τη δυναμική να εξελιχθούν σε ακραίες.
Τις τελευταίες μέρες στη Συρία, αντικυβερνητικές δυνάμεις – με πιο ισχυρή την ομάδα Hayat Tahrir al-Sham, που κάποτε συνδεόταν με την al-Qaeda – προέλαυναν από την Ιντλίμπ δυτικά προς το Χαλέπι, καταφέρνοντας το μεγαλύτερό τους πλήγμα εδώ και χρόνια. Πρόκειται για δυσοίωνο σημάδι ότι η εκεχειρία, που επικρατούσε από το 2019, καταρρέει – και η σύρραξη, εξαιτίας της οποίας έχασαν τη ζωή τους 300.000 Σύριοι και 5.5 εκατ. έγιναν πρόσφυγες, ίσως να ξαναξεκινά. Επιπλέον, το Ισραήλ αυξάνει τις βολές κατά στόχων από αέρος προκειμένου να εμποδίσει τον Bashar al-Assad, που είναι αλεβίτης, μια αίρεση του σιιτικού ισλάμ – να βοηθήσει ή να ανεφοδιάσει τη Χεζμπολάχ με ιρανικά όπλα. Παράλληλα, ένα εκατ. Κούρδοι της βόρειας Συρίας επικοινωνούν φόβους ότι, μπορεί να κινηθούν απειλητικά εναντίον τους, ισλαμιστές υποστηριζόμενοι από την Τουρκία.

σκίτσο του Martin Rowson για τον theguardian.com
H κατάπαυση πυρός στον Λίβανο, που τέθηκε σε ισχύ τα ξημερώματα της Τετάρτης (27/11), ύστερα από δύο μήνες συγκρούσεων στην επικράτειά του, μπορεί να είναι ασταθής, αλλά αποτελεί ένα σημαντικό βήμα στην ολοκληρωτική αναδιαμόρφωση της πολιτικής γεωγραφίας στη Μέση Ανατολή, με ορόσημο τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου 2023. Η Χεζμπολάχ – αποδεκατισμένη σε συνέχεια της πυροδότησης φορητών τηλε-ειδοποιητών – βομβητών (pagers), του εντοπισμού και της δολοφονίας ηγετικών της στελεχών – κυρίως του Hassan Nasrallah – βρίσκεται περισσότερο παρά ποτέ εξαρτημένη από τη βοήθεια του Ιράν. Δε θα είχε δεχτεί χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του τελευταίου, που προσπαθεί να μην εμπλακεί σε ολικό πόλεμο με το Ισραήλ, με δεδομένο ότι αυτό συνεπικουρείται από τις ΗΠΑ. Η σιιτική οργάνωση ίσως είχε υπερεκτιμήσει τις ικανότητές της και αιφνιδιάστηκε με τις εξελίξεις εξαιτίας της παλιότερης επιτυχίας της στον ανταρτοπόλεμο με το Ισραήλ τη δεκαετία του 1990 και το 2006.
Ο Donald Trump μεταφέρεται ότι έχει πει σε Ισραηλινούς αξιωματούχους πως επιθυμεί τη λήξη της σύρραξης τώρα. Ο Joe Biden αποτελεσματικά πρόσφερε στον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Benjamin Netanyahu – επικεφαλής μιας κυβέρνησης συνασπισμού με φανατικούς εθνικιστές από τα τέλη του 2022 – απεριόριστη κάλυψη στο ενδεχόμενο αντιποίνων από το Ιράν, δίνοντάς του τη δυνατότητα να πάρει ρίσκα, που σε αντίθετη περίπτωση, ίσως να είχε αποφύγει. Ενδυναμωμένη θεωρείται και η θέση του προ-ισραηλινού λόμπυ στην αμερικανική πολιτική. Το Ισραήλ δείχνει να έχει μετατραπεί σε μια περιφερειακή στρατιωτική υπερδύναμη, σε βαθμό που δεν είχαμε ποτέ ζήσει στο παρελθόν, με χτυπήματα από αέρος σε Συρία, Υεμένη, Ιράν και πιθανόν στο Ιράκ.
H φύση του πολέμου στην περιοχή έχει μεταβληθεί: το Ισραήλ συστηματικά επιτίθεται σε γειτονιές με αμάχους στη Γάζα και σε περιοχές με σιιτικό στοιχείο στον Λίβανο, με τη δικαιολογία ότι τα κέντρα διοίκησης και ελέγχου βρίσκονται ανάμεσά τους, με αποτέλεσμα ολόκληροι πληθυσμοί να υποχρεώνονται να μετακινηθούν ή να μείνουν και να πεθάνουν – ενώ στη Γάζα δεν υπάρχει ασφαλές σημείο για να κατευθυνθούν. Παρομοίως ο πρόεδρος της Συρίας Bashar al-Assad βομβάρδιζε και εξανάγκαζε σε φυγή τους κατοίκους σε Δαμασκό, Χομς, Χαλέπι από τις γραμμές των μαχών με τους αντάρτες μετά την Αραβική Άνοιξη το 2011. H αμερικανική πολεμική αεροπορία έκανε περίπου το ίδιο ενάντια στο Isis στη Μοσούλη του Ιράκ και τη Ράκκα της Συρίας το 2016-17.
To εκκρεμές της δύναμης έχει μετατοπιστεί προς το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, όμως θα παραμείνει εκεί; Η Χαμάς και η Χεζμπολάχ είναι αποδυναμωμένες, αλλά και εκατομμύρια Παλαιστίνιοι και σιίτες Λιβανέζοι εξαγριωμένοι. Ο απερχόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ, Joe Biden ανακοινώνοντας την εκεχειρία την Τρίτη (26/11) περιέγραψε την προπτική μιας ειρήνης με διάρκεια στη Γάζα και την ευρύτερη περιοχή. Πρόκειται για μη ικανοποιητικό δείγμα ευσεβών ελπίδων και πολιτικής φαντασίας, που τον χαρακτηρίζουν. Η νέα Μέση Ανατολή δημιουργήθηκε με αμείωτη χρήση βίας – και μπορεί μόνο να διατηρηθεί μέσω αυτής.”
H L. Marlowe ανακαλεί τη λιβανέζικη παροιμία: το αίμα φέρνει αίμα (al damm bejeeb damm, blood begets blood) και ένα απόσπασμα από την τραγωδία Κοριολανός του Σαίξπηρ (Πράξη 4η, Σκηνή 5): “Άσε με να έχω πόλεμο, λέω: ξεπερνά την ειρήνη όπως η μέρα τη νύχτα, είναι γεμάτος ενέργεια, άγρυπνος, εισακούεται και όλος εκτόνωση. Η ειρήνη είναι μια πραγματική παράλυση, λήθαργος, περισυλλογή, να είσαι κουφός, νυσταγμένος, αναίσθητος (…)”
“Let me have war, say I: it exceeds peace as far as day does night; it’s sprightly, waking, audible, and full of vent. Peace is a very apoplexy, lethargy; mulled, deaf, sleepy, insensible; (…)”
Ο R. Fisk αποστρεφόταν τους διπλωμάτες, του θύμιζαν το ποίημα τoυ W. H. Auden ‘Πρεσβεία’ (Embassy, 1930):
“(…) Πέρα μακριά, ανεξάρτητα από το σε τι καλό αποσκοπούσαν
Οι στρατοί περίμεναν για ένα φραστικό λάθος
Με όλα τα μέσα για να προκαλέσουν πόνο
Και από το ζήτημα της γοητείας τους εξαρτιόταν
Μια χώρα έρημη, με τις πόλεις της σε τρόμο
Και όλοι της οι νέοι άνδρες σκοτωμένοι.”
“(…) Far off, no matter what good they intended
The armies waited for a verbal error
With all the instruments for causing pain
And on the issue of their charm depended
A land laid waste, its towns in terror
And all its young men slain.”
Ο R. Fisk που μπορούσε να αποφασίσει σε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ποιον δρόμο να ακολουθήσει σε μια εμπόλεμη ζώνη, στα 70 του, χωρίς να έχει χάσει τον ιδεαλισμό του, παραπονιόταν για κατάθλιψη. (σελ. 267) Έλεγε συχνά πως οι άνθρωποι που τον έχουν βιώσει είναι αόρατα ακρωτηριασμένοι. Πίστευε ότι δεν προκύπτει χαρούμενο τέλος στη Μέση Ανατολή και φοβόταν πως όσα έχει γράψει δεν έκαναν ποτέ την παραμικρή διαφορά. “Αισθάνομαι περισσότερο θυμωμένος απ’ ό,τι συνήθως, αφού δε θεωρώ πως αυτό που κάνουμε έχει αντίκτυπο.” (σελ. 222, 261)
Τα 45 χρόνια που πέρασε σαν ανταποκριτής από τη Μέση Ανατολή πολέμησε τον πόλεμο με τρεις τρόπους: περιέγραψε την αχρείαστη οδύνη που προξενούσε, χλεύαζε τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες οι οποίοι ξεκινούσαν τις συγκρoύσεις, κυνηγούσε τους κατασκευαστές και τους εμπόρους όπλων. (σελ. 263)





