journalese

Σ. Φυντανίδης: Thanks for the prison memories, Mr Mitsotakis

Στο κεφάλαιο του βιβλίου του: 31 αξέχαστα χρόνια στο ξύλινο τιμόνι της ‘Ελευθεροτυπίας’ και της ‘Κυριακάτικης Ε’ (εκδόσεις Πατάκη, 2014), με θέμα ‘Τρομονόμος και Κορυδαλλός’ (σελ. 166-185) ο Σεραφείμ Φυντανίδης θυμάται ότι, αν και βρέθηκε πολλές φορές κατηγορούμενος για τη δημοσιογραφική-εκδοτική του δραστηριότητα, πάντα αθωωνόταν – εκτός από μία φορά: το 1991, όταν η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είχε περάσει με την ελάχιστη πλειοψηφία που διατηρούσε στη Βουλή, 151 βουλευτές, την απαγόρευση της δημοσίευσης προκηρύξεων από οργανώσεις, που απειλούν τους δημοκρατικούς θεσμούς, εννοώντας κυρίως τη 17 Νοέμβρη.

σελ. 166

σελ. 166

Όπως γράφει χαρακτηριστικά: “Αυτό θεωρήθηκε από μας, αλλά και από άλλους, προληπτική λογοκρισία. Όταν, λοιπόν, η 17 Νοέμβρη έστειλε προκήρυξη για δολοφονία Τούρκου της εδώ πρεσβείας, ρώτησα τον Κίτσο: – ‘Τι κάνουμε;’ – ‘Να τη δημοσιεύσεις’, μου είπε. Δεν είχα αντίθετη άποψη, όπως και όλοι σχεδόν στην εφημερίδα. Τη δημοσιεύσαμε, λοιπόν, και έγινε χαμός. Πρωί-πρωί με συνέλαβαν σπίτι μου. Την επόμενη και τους διευθυντές άλλων έξι εφημερίδων, που είχαν αναδημοσιεύσει την προκήρυξη: τον Χρήστο Θεοχαράτο από το ‘Έθνος’, τον Κώστα Παπαϊωάννου από το ‘Ποντίκι’, τον Κώστα Γερονικολό (‘Δημοκρατικός λόγος’), τον Κώστα Κοντοπάνο από την ‘Αυριανή’, τον Σπύρο Καρατζαφέρη από τις ‘48 ώρες’ και τον Δημήτρη Μαρούδα από τη ‘Νίκη’.”

σελ. 168

σελ. 168

Η δίκη κράτησε πολλές μέρες και στους κατηγορούμενους συμπαραστάθηκαν πολλές διεθνείς οργανώσεις, κυρίως η Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων. “Καταδικαστήκαμε και καταλήξαμε στον Κορυδαλλό, αρνούμενοι να υποβάλουμε έφεση, καθώς ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, σχεδόν προανήγγειλε την απόφαση του δικαστηρίου. Όταν φυλακιστήκαμε, η είδηση έγινε διεθνής. Σε όλες τις ξένες εφημερίδες υπήρχαν λεπτομερή ρεπορτάζ. Ευρωπαίοι και Αμερικανοί δεν μπορούσαν να καταλάβουν την προληπτική λογοκρισία, που ήθελε να επιβάλλει η κυβέρνηση Μητσοτάκη.”

Σύμφωνα με τη διήγηση του Σ. Φυντανίδη, ο γενικός γραμματέας της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων, ο Ιρλανδός Aidan White ήρθε στην Αθήνα και τους επισκέφθηκε στον Κορυδαλλό, έδωσε συνεντεύξεις, φρόντισε να συναντηθεί και με τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη για να τον πείσει ότι αυτό ήταν απαράδεκτο.

σελ. 171

σελ. 171

“Πέντε βουλευτές του ΠΑΣΟΚ έκαναν ερώτηση στη Βουλή, ενώ πολλές επιστολές συμπαράστασης πήραμε από πολιτικούς, διανοούμενους και καλλιτέχνες. Ανάμεσά τους και ένας ‘δεξιός’, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος. Περιέργως η Αριστερά εσιώπησε τότε. Ένα από τα πιο συγκινητικά, ήταν η συναυλία που οργάνωσαν έξω από τις φυλακές Κορυδαλλού ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, η Μαρία Φαραντούρη και ο Γιώργος Νταλάρας, με κυρίαρχο τραγούδι το ‘Οι ελεύθεροι κι ωραίοι ζουν σε κάτι φυλακές’. Εμείς, συγκινημένοι, τα ακούγαμε πίσω από τα κάγκελα των κελιών μας. Δεν περνούσε μέρα, που να μην γίνονται έκτακτες συνεδριάσεις στην Ένωση Συντακτών με ομιλητές, εκτός από δημοσιογράφους, πολλούς πανεπιστημιακούς. Τα μηνύματα, που παίρναμε απ’ όλο τον κόσμο ήταν συγκλονιστικά. Ιδιαίτερα το BBC έκανε κάθε μέρα τηλεφωνικές συνδέσεις με τον Κορυδαλλό. Και, βέβαια, οι γελοιογράφοι οργίαζαν. Ο Κυρ, ο Σκουλάς, ο Καλαμαράς, ο Μητρόπουλος, ο Καλαϊτζής και άλλοι, κατακεραύνωναν την κυβέρνηση Μητσοτάκη με τον δικό τους χιουμοριστικό τρόπο.

Αμέτρητα άρθρα δημοσιεύτηκαν τότε στην ‘Ε’ και σε άλλες εφημερίδες από ανθρώπους της επιστήμης, του πολιτισμού και της τέχνης. Ένα που έχει χαραχτεί στη μνήμη μου ιδιαίτερα είναι το άρθρο της αξέχαστης Λιλής Ζωγράφου στην ‘Ε’, στις 5 Οκτωβρίου 1991, με τίτλο ‘Το πένθος ταιριάζει στη Δεξιά’, που κατέληγε: ‘Και ο πρωθυπουργός τυρβάζει περί τρομονόμων. Ας ελπίσουμε πως όλοι αυτοί της πολιτικής γενιάς του Μητσοτάκη μας τελειώνουν όπου να ’ναι και πως ο ελληνικός κόσμος θα καλέσει πρίγκηπες του πνεύματος και του ήθους σαν τους Δημήτρη Τσάτσο, Κωνσταντίνο Τσουκαλά, Σεραφείμ Φυντανίδη, Σπύρο Πλασκοβίτη, να σώσουν την σπαραγμένη Ελλάδα’.”

Ο Σεραφείμ Φυντανίδης παραθέτει και ένα γράμμα με τίτλο ‘Ντρέπομαι, ντρέπομαι, ντρέπομαι…’, που του έστειλε ο καθηγητής Κώστας Μπέης στις 15 Σεπτεμβρίου 1991 ενώ βρισκόταν στη φυλακή:

“Όλες αυτές τις μέρες, που είστε κλεισμένος στις φυλακές Κορυδαλλού, η αυθόρμητη παρόρμησή μου με ωθεί να έλθω να Σας επισκεφθώ. Όμως, δεν τα έχω καταφέρει. Όχι γιατί τάχα οι άλλες ασχολίες μου δεν μου αφήνουν ελεύθερο χρόνο. Απλά και μόνο γιατί ντρέπομαι. Ντρέπομαι, γιατί έχω συναίσθηση του πόσο ασήμαντα φτωχή για την ελευθεροτυπία είναι η συνεισφορά η δική μου κι όσων άλλων με λόγια πασχίζουμε, δίχως να χάνουμε τη βολή μας. Ενώ Σεις και οι έξι Συνάδελφοί Σας, ενσυνείδητα θυσιάσατε τις ανέσεις, που Σας εξασφάλισαν η επαγγελματική και κοινωνική Σας καταξίωση.

Ντρέπομαι, γιατί ο επιστημονικός λόγος, τον οποίο διακονώ, έδειξε πως δεν αρκεί για να προβληματίσει νομικούς εγκεφάλους και να ευαισθητοποιήσει απαθείς συγκινήσεις. Και χρειάζεται να εγκλειστούν στις φυλακές κορυφαίοι λειτουργοί του Τύπου, προκειμένου κάποια μέρα να αποκατασταθεί αυτό, που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο σε μια δημοκρατία: ότι δεν μπορούν να υπάρχουν απαγορευμένες ειδήσεις για τους πολίτες ευρωπαϊκής χώρας, καθώς εγκαταλείπουμε τον 20ο και μπαίνουμε στον 21ο αιώνα.

Ντρέπομαι, γιατί εγώ σε τρεις εβδομάδες θα ξαναρχίσω τα μαθήματά μου στο πανεπιστήμιο και θα προσπαθήσω να κερδίσω το νου και την καρδιά των νέων μας φοιτητών, διδάσκοντας τους κανόνες και τη μέθοδο κατανόησης και εφαρμογής του δικαστικού μας συστήματος, όταν οι διευθυντές εφτά μεγάλων αθηναϊκών εφημερίδων, με την επιλογή τους να μην ασκήσουν έφεση, έδειξαν πόσο ασήμαντα μικρή μπορεί να εμφανίζεται η αξιοπιστία του συστήματος, στου οποίου τη διδασκαλία έχω αφιερώσει τη ζωή μου.

Μου ήταν ιδιαίτερα αντιπαθητική η σκέψη πως έπρεπε να μ’ απασχολήσει σαν ποιο χαριτωμένο δωράκι να Σας φέρω και με ποια ευφυολογήματα ή ανέξοδες για μένα μεγαλοστομίες να έκανα την εμφάνισή μου στο επισκεπτήριο των φυλακών. Και, φυσικά, ντράπηκα και γι’ αυτό το λόγο. Έτσι, κατέληξα πως δεν έχω το δικαίωμα να περάσω την πόρτα, την οποία Σεις και οι συνάδελφοί σας με πολύ διαφορετικές συνθήκες και επιπτώσεις θεληματικά διαβήκατε.

Η έγνοια μη γίνει κάτι, που θα μπορούσε να φανεί πως έχει θεατρικές διαστάσεις με απέτρεψε και από το να Σας στείλω στη φυλακή την τακτική μου συνεργασία στην εφημερίδα αυτής της εβδομάδας. Ασφαλώς το γραφείο Σας θα Σας ενημερώνει με λιγότερο θεαματικό τρόπο.

Με αυτά τα συναισθήματα, που ανυπόκριτα με διακατέχουν, μπορώ τουλάχιστον να Σας ευχαριστήσω για το μάθημα έμπρακτης αγωνιστικότητας, που Σεις και οι συνάδελφοί σας, μας δίνετε αυτές τις πικρές για τον τόπο μας μέρες.”

“Ένας άλλος που μας επισκέφθηκε στη φυλακή” συνεχίζει ο Σ. Φυντανίδης, “ήταν ο τότε δήμαρχος Αθηναίων, Αντώνης Τρίτσης. Μας χαιρέτησε πολύ θερμά, μας συμβούλευσε να κάνουμε έφεση και να φροντίσουμε, όπως και ο ίδιος, να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για τις ελευθερίες του Τύπου. Επίσης, μας χάρισε από ένα αντίτυπο του περίφημου βιβλίου του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξεπερύ ‘Ο μικρός πρίγκηπας’. Πήρα και πολλά δώρα από φίλους και αναγνώστες της ‘Ε’. Το πιο χαριτωμένο ήταν μια στολή φυλακισμένων από το Αλκατράζ, που μου χάρισε ο φίλος μου Παμίνος Αναστασόπουλος.

Ύστερα από παρέμβαση της Ενώσεως Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων και καταβολή κάποιων χρημάτων, αποφυλακιστήκαμε σε δύο εβδομάδες. Τελικά, αυτός ο νόμος κατέρρευσε. Ήταν μια δικαίωση της ελευθερίας του Τύπου. Αν θέλεις, δίκασέ με για το περιεχόμενο της κάθε προκήρυξης, όχι γιατί τη δημοσίευσα. Άλλωστε, λίγα χρόνια αργότερα, με την έλευση του διαδικτύου όλα θα δημοσιεύονταν. Αλλά και τότε, προκηρύξεις της 17 Νοέμβρη δημοσιεύτηκαν στη ‘Libération’ ή και σε κυπριακές εφημερίδες, που κυκλοφορούν στην Αθήνα. Προς τιμήν της, η Ντόρα Μπακογιάννη δήλωσε κάποτε σε μια τηλεοπτική συζήτηση ότι εκείνη η απαγόρευση ήταν ένα μεγάλο λάθος.”

Ο Σ. Φυντανίδης παραθέτει ακόμη άρθρο του στην εφημερίδα ‘European’ με τίτλο ‘Ευχαριστώ τον κ. Μητσοτάκη’ “για όσα αξέχαστα περάσαμε τότε στον Κορυδαλλό”:

“Από μικρό παιδί είχα την περιέργεια να δω πώς είναι η ζωή μέσα σε μια φυλακή. Θυμάμαι και ταινίες με τον Μπαρτ Λάνγκαστερ, τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, τον Τζέιμς Κάγκνεϊ, που ερέθιζαν τη φαντασία μου. Ήταν γκάνγκστερς ή απόκληροι της κοινωνίας, που αγωνίζονταν να επιβιώσουν πίσω από τα κάγκελα του Σινγκ-Σινγκ και πάντα σχεδίαζαν την πολυπόθητη δραπέτευση.

Δυστυχώς, δεν υπήρξα ποτέ γκάνγκστερ και δεν συγκαταλέγομαι στους απόκληρους της κοινωνίας. Τα χρόνια περνούσαν και το όνειρο να ζήσω σε μια φυλακή φαινόταν όλο και πιο απόμακρο. Αλλά εκεί που κόντευα να απογοητευθώ, ήρθε η ευκαιρία. Χωρίς να χρειασθεί να ληστέψω, να σκοτώσω ή να απαγάγω κανένα παιδάκι για λύτρα, βρέθηκα σε μια φυλακή χάρη στην καλή διάθεση της συντηρητικής κυβέρνησης του κ. Μητσοτάκη.

Το έγκλημά μου – και το έγκλημα άλλων έξι συναδέλφων μου από άλλες εφημερίδες – ήταν η επιμονή μου να ενημερώσω τους αναγνώστες μου για τις κινήσεις και τις προθέσεις μιας μικρής και ασύλληπτης για 16 χρόνια ομάδας τρομοκρατών με τον τίτλο ‘17 Νοέμβρη’ (στις 17 Νοέμβρη του 1973 έγινε η μεγάλη φοιτητική εξέγερση κατά της δικτατορίας του Παπαδόπουλου, που κατέληξε σε μακελειό και σημάδεψε την αρχή του τέλους της εξουσίας των συνταγματαρχών).

Η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη, τον Ιανουάριο του 1991, φρόντισε να περάσει, χωρίς πολλές διαδικασίες έναν πρωτοφανή νόμο. Φυλάκιζε τους υπεύθυνους των εφημερίδων, αν δημοσίευαν έστω και αποσπάσματα από προκηρύξεις τρομοκρατικών οργανώσεων.

Το έργο της απαγόρευσης το ανέθεσε σ’ έναν εισαγγελέα του Ανώτατου Δικαστηρίου. Μέγας θόρυβος ξέσπασε μετά την ψήφιση αυτού του νόμου. Το σύνολο των πλέον έγκριτων νομικών της χώρας, τον χαρακτήρισε αντισυνταγματικό και ευθεία μορφή προληπτικής λογοκρισίας. Ένας καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, που διδάσκει σε πανεπιστήμια της Ελλάδας και της Γερμανίας, ο Δημήτρης Τσάτσος μίλησε ανοιχτά για ‘νομικό τέρας’.

Οι δημοσιογράφοι ήρθαν σε δύσκολη θέση. Συνηθισμένοι να δημοσιεύουν ό,τι αποτελεί ενημέρωση για το κοινό, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα φράγμα, που τους απειλούσε με στέρηση της προσωπικής τους ελευθερίας.

Το βράδυ της 6ης Ιουνίου 1991, έφθασε στην εφημερίδα μου μια από τις συνηθισμένες προκηρύξεις της 17 Νοέμβρη, ύστερα από ένα χτύπημα σε βάρος Τούρκου κατώτερου διπλωμάτη. Η προκήρυξη, εκτός της συνήθους συνθηματολογικής φλυαρίας, περιείχε ε ι δ ή σ ε ι ς που ενδιέφεραν το κοινό. Αρκεί να σημειώσω ότι μέχρι τότε, οργιάζαν οι φήμες ότι το χτύπημα κατά του διπλωμάτη ήταν έργο των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών ή και προβοκάτσια των Τούρκων.

Μετά από μια έκτακτη σύσκεψη με τους επιτελείς της εφημερίδας, αποφάσισα να τη δημοσιεύσω, σχολιάζοντάς την κατάλληλα. Καταδίκαζα την πράξη των τρομοκρατών και, ταυτόχρονα, ξεκαθάριζα ότι, αφού η προκήρυξη αποτελεί χρήσιμη πληροφορία για το αναγνωστικό κοινό, δεν είχα δικαίωμα να την αποκρύψω. Στο κάτω-κάτω, δεκάδες τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί είχαν καλύψει από κάθε άποψη την τρομοκρατική ενέργεια. Άρα είχαν, εκ των πραγμάτων, καταρρίψει ένα από τα επιχειρήματα της κυβέρνησης, ότι με τη δημοσίευση των προκηρύξεων ‘διαφημίζουμε’ τους τρομοκράτες (είχαμε και τη βάσιμη υποψία ότι το επόμενο βήμα της κυβέρνησης, θα ήταν να απαγορεύσει ακόμα και τη στοιχειώδη δημοσιογραφική κάλυψη κάθε τρομοκρατικής ενέργειας, σα να βρισκόταν η χώρα σε εμπόλεμη κατάσταση ή σε περίοδο δικτατορίας).

Την άλλη μέρα, κατά τις 11:00 το πρωί, χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού μου.

– Ανοίξτε, εν ονόματι του νόμου!

Ήταν ένας εισαγγελέας και δύο αστυνομικοί με πολιτικά. Τους άνοιξε η γυναίκα μου, γιατί εγώ εκείνη τη στιγμή ξυριζόμουν στο μπάνιο.

– Συλλαμβάνεσθε, μου είπαν, για παράβαση του αντιτρομοκρατικού νόμου.

– Στη διάθεσή σας, τους απάντησα με τις σαπουνάδες στο πρόσωπο.

Και δεν απέφυγα την ειρωνική παρατήρηση:

– Έχετε συλλάβει και τους τρομοκράτες;

Όχι βέβαια. (…) Μπόρεσαν, όμως, να συλλάβουν ένα δημοσιογράφο.

Τρεις μήνες αργότερα, δικάστηκα μαζί με άλλους έξι συναδέλφους, που αναδημοσίευσαν την ίδια προκήρυξη σαν εκδήλωση διαμαρτυρίας κατά του νομικού τέρατος. Άλλων δύο η δίκη αναβλήθηκε για νομικούς λόγους.

Μετά από διαδικασία δύο εβδομάδων, βγήκε η απόφαση. Και οι επτά δημοσιογράφοι καταδικάζονταν σε πολύμηνες ποινές φυλάκισης. Όμως, τέσσερις ώρες πριν βγει η απόφαση, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έκανε μία δήλωση, που οι ‘7’ θεωρήσαμε ότι προδικάζει την ετυμηγορία του δικαστηρίου, πράγμα ανεπίτρεπτο από κάθε άποψη. Έτσι, αποφασίσαμε να μην εφεσιβάλουμε την απόφαση και προτιμήσαμε να κλεισθούμε στη φυλακή.

Ο σάλος, που ξεσηκώθηκε διεθνώς ήταν χωρίς προηγούμενο. Ανάμεσα στους πρώτους, που έσπευσαν στην Αθήνα ήταν και η εκπρόσωπος της Επιτροπής του Άρθρου 19 κατά της Λογοκρισίας, Sandra Colliver. Συμπαράσταση είχαμε και από άλλες οργανώσεις: τη Διεθνή Ομοσπονδία Εκδοτών Εφημερίδων, τη Διεθνή Πένα, τους Ρεπόρτερς χωρίς Σύνορα κ.ά.

Στην Αθήνα η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Ένα βράδυ, έξω από τις φυλακές, οργανώθηκε συναυλία από γνωστούς Έλληνες καλλιτέχνες. Δέκα χιλιάδες άνθρωποι τραγουδούσαν ‘οι ελεύθεροι κι ωραίοι ζουν σε κάποιες φυλακές’!

Κάθε μέρα, το επισκεπτήριο γέμιζε από πολιτικούς, νομικούς, συνδικαλιστές, ξένους δημοσιογράφους αλλά και απλούς πολίτες, που έρχονταν να μας συμπαρασταθούν.

σελ. 170

σελ. 170

Η κυβέρνηση βρέθηκε στη δυσκολότερη θέση, από τη στιγμή που είχε ανέλθει στην εξουσία. Ήταν σε αδυναμία να εξηγήσει στους ξένους πώς φυλάκιζε δημοσιογράφους επειδή δημοσίευαν μια είδηση με ένα νόμο, που δεν έχει όμοιό του σε καμμιά χώρα στον κόσμο.

Ακόμα και στην Ιταλία, όπου η τρομοκρατία των Ερυθρών Ταξιαρχιών είχε πάρει, πριν από λίγα χρόνια, διαστάσεις εμφυλίου πολέμου με αποκορύφωμα την απαγωγή και δολοφονία του Άλντο Μόρο, τέτοιος νόμος δεν πέρασε ποτέ. Στην Ισπανία, χώρα που ταλαιπωρήθηκε χρόνια από τις τρομοκρατικές επιθέσεις των Βάσκων αυτονομιστών, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε απόπειρα να περάσει νόμο-φίμωτρο για τον Τύπο, που φυλακίζει δημοσιογράφους. Και στη Βρετανία, όπου η δράση του IRA συνεχιζόταν αδιάλειπτη, δεν γνωρίζω να ψηφίστηκε παρόμοιος νόμος.

Γιατί, λοιπόν, να υπάρχει ο νόμος αυτός στην Ελλάδα, όπου στο κάτω-κάτω η τρομοκρατία έχει υποπολλαπλάσια δραστηριότητα απ’ ό,τι σε άλλες χώρες; Η Ελλάδα, η Αθήνα είναι ένας τόπος, όπου μπορείς τη νύχτα να περπατάς στους δρόμους χωρίς να φοβάσαι. Οι καφετέριες, τα μπαρ και οι ταβέρνες είναι ανοιχτά ως τα ξημερώματα. Πουθενά δεν νιώθεις ότι απειλείσαι, όπως στη Ρώμη και το Μιλάνο πριν από λίγα χρόνια, όταν παντού έβλεπες καραμπινιέρους να περιπολούν ένοπλοι μέρα-νύχτα.

Η τρομοκρατία είναι ένα φρούτο της εποχής. Ξεκίνησε τη δεκαετία του ’70, απλώθηκε σε όλο τον κόσμο και είναι φανερό ότι τώρα υποχωρεί. Ακόμα και το PLO πρόσφατα την αποκήρυξε. Δεν χρειάστηκαν νόμοι, που φυλακίζουν δημοσιογράφους για να ηττηθεί. (…)

Έτσι κι αλλιώς, μέσα από αυτή την περιπέτεια, επιτέλους εκπλήρωσα την παιδική μου επιθυμία. Γνώρισα από κοντά την εφιαλτική κοινωνία των φυλακών με τους ιδιότυπους κώδικες συμπεριφοράς και τους παράξενους ανθρώπους που την αποτελούν.

Καταδικασμένοι για οικονομικά εγκλήματα συμφύρονται με εμπόρους ναρκωτικών, ληστές, κλεφτρόνια και δολοφόνους ‘δια λόγους τιμής’. (…)

Θα μπορούσα να γεμίσω τις σελίδες του ‘European’ με τέτοιες ιστορίες (…) – γιατί πολύς πόνος και πολλή απελπισία βρίσκονται συσσωρευμένα σ’ αυτές τις παγερές αποθήκες ανθρώπων – αν τη δωδέκατη ημέρα δεν μας απελευθέρωναν. Μετά από μεσολάβηση του κ. A. White, η Ένωση Ιδιοκτητών Αθηναϊκών Εφημερίδων εξαγόρασε το υπόλοιπο της ποινής μας και η υπόθεση, προς το παρόν, έκλεισε. Προηγουμένως, μας πήραν τα δακτυλικά αποτυπώματα για τα αρχεία της εγκληματολογικής υπηρεσίας.

Από τότε, τουλάχιστον άλλες δέκα φορές, ξανακάθισα στο εδώλιο, μαζί με άλλους συναδέλφους μου. Όλες οι δίκες αναβλήθηκαν, κυρίως γιατί απουσίαζαν οι μάρτυρες κατηγορίας. Η νέα δίκη προσδιορίστηκε για τις 29 Σεπτεμβρίου, έντεκα μέρες πριν από τις εθνικές εκλογές.

Ίσως είναι μια ευκαιρία να συμπληρώσω τις εντυπώσεις μου από τον κόσμο των φυλακών. Στο κάτω-κάτω, ο Λάνγκαστερ, ο Μπόγκαρτ και ο Κάγκνεϊ δεν μπήκαν μόνο μια φορά στο Σινγκ-Σινγκ.”

Leave a reply

0 %