Από τι υλικά είναι φτιαγμένη η ειρήνη;
Για πολλούς, και στις δύο πλευρές της ιρλανδικής θάλασσας, η εκτέλεση των 14 άοπλων διαδηλωτών για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα στην πορεία εναντίον ενός νόμου, που επέτρεπε τη φυλάκιση χωρίς δίκη, από μέλη της μονάδας αλεξιπτωτιστών του βρετανικού στρατού το 1972 στην περιοχή Bogside του Derry, παραμένει το καθοριστικό γεγονός για την οργή των τριάντα ταραγμένων χρόνων στη Β. Ιρλανδία (Troubles), έγραψε ο Guardian με αφορμή την επέτειο των πενήντα χρόνων από τα γεγονότα της ‘Ματωμένης Κυριακής’ (Bloody Sunday) στις 30 Ιανουαρίου. Οι πυροβολισμοί αυτοί είχαν ως αποτέλεσμα να επιδεινωθεί δραματικά η κατάσταση, να κλιμακωθεί ραγδαία η βία και να αυξηθεί η στρατολόγηση στον IRA.
Επιπλέον, σημειώνεται στo άρθρο γνώμης του theguardian.com σχετικά με την ημέρα μνήμης των θυμάτων, ότι η επίσημη προσπάθεια να μην αποκαλυφθεί τι είχε συμβεί, τα ψέματα που λέγονταν συστηματικά, ακόμη και στο υψηλότερο κυβερνητικό επίπεδο, όπως και στην πρώτη δικαστική έρευνα που διεξήχθη, ήταν το ίδιο άσχημη με όσα συνέβησαν.
Πέρασαν σαράντα χρόνια μέχρι η βρετανική κυβέρνηση να αναγνωρίσει την αλήθεια και να απολογηθεί, ύστερα από δωδεκαετή έρευνα του Λόρδου Saville το 2010, που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κανένα από τα θύματα δεν είχε προβεί σε πράξεις, που να συνιστούν απειλή ή να δικαιολογούν τον πυροβολισμό τους. Κάποιες πλευρές όσων συνέβησαν παραμένουν εστίες διαφωνίας, όπως το ότι δεν καταλογίστηκε ευθύνη στους στρατιώτες, ή ότι είχε προηγηθεί ο θάνατος δύο αστυνομικών.
Και ενώ από τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής (Good Friday Agreement) το 1998, επικρατεί ειρήνη στη Β. Ιρλανδία, η επέτειος δεν σήμανε το μοίρασμα ενός πνεύματος κοινής λύπης και ανάμνησης για τις διαφορετικές παραδόσεις των προτεσταντών, που ήταν υπέρ της ένωσης με τη Μεγάλη Βρετανία και των καθολικών, που υποστήριζαν την ένωση με τη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Φαίνεται να παραμένει σε κάποιο βαθμό η ένταση ακατέργαστων συναισθημάτων εκείνης της εποχής, ενώ και το γεγονός ότι η Βόρεια Ιρλανδία συνεχίζει να ακολουθεί ένα μέρος των ευρωπαϊκών κανόνων, όσον αφορά την ενιαία αγορά και μετά το Brexit, προκαλεί αστάθεια, παρατήρησε ο theguardian.com.
Ο Tobias Jones σε άρθρο του στο aeon.co, περιγράφοντας τα υλικά από τα οποία φτιάχνεται η ειρήνη σε κοινωνίες, που έχουν γνωρίσει τον πόλεμο ανακαλεί ανάμεσα σε άλλους, τον ποιητή Seamus Heaney (1939-2013), βραβευμένο με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1995, που είχε γεννηθεί στη Β. Ιρλανδία και ζούσε ως καθολικός σε σημείο που ήταν περισσότεροι οι προτεστάντες. Σημειώνει σε μέρος του ποιήματός του από τη Συλλογή Βορράς (1975) ‘Ο,τιδήποτε κι αν Λες δε Λες Τίποτα’:
“Ι Το γράφω αυτό λίγο μετά από μια συνάντηση / Με έναν Άγγλο δημοσιογράφο που αναζητούσε ‘απόψεις / Για το ζήτημα της Ιρλανδίας’. Γυρίζω πίσω στις χειμωνιάτικες / Γειτονιές όπου τα κακά νέα δεν είναι πια νέα, /
Όπου οι άνθρωποι των μέσων και ανταποκριτές σκαλίζουν και δείχνουν, / Εκεί που φακοί ζουμαρίσματος, μαγνητοφωνάκια και κουλουριασμένα καλώδια / γεμίζουν τα ξενοδοχεία. Οι καιροί είναι εκτός των αρμών / Όμως κλίνω τόσο προς τα ροζάρια /
Όσο και προς τις σημειώσεις και αναλύσεις / πολιτικών και εφημεριδάδων / Που έχουν γράψει πρόχειρα για τη μεγάλη εκσρατεία κατά του εκρηκτικού αερίου / Και διαμαρτύρονται για τη ζελατινοδυναμίτιδα και το όπλο τύπου sten, /
Που απέδειξαν με τους παλμούς τους το ‘κλιμακώνομαι’, / ‘Αρνητική αντίδραση’ και ‘καταστολή’, ‘η ανεπίσημη πτέρυγα’, / ‘Πόλωση’ και ‘μακροχρόνιο μίσος’. / Παρ’ όλα αυτά ζω εδώ, ζω εδώ κι εγώ, τραγουδώ /
Ειδικευμένες ευγενικές συνομιλίες με κόσμιους γείτονες / Στα τεντωμένα σκοινιά των πρώτων χωρίς καλώδια ρεπορτάζ, / Πιπιλίζοντας την ψεύτικη προτίμηση, του ανέκφραστου γεύσεις / Εκείνων που τιμωρήθηκαν, παλιές, σύνθετες νευρικές απαντήσεις: /
‘Ω, είναι απαράδεκτο, φυσικά, συμφωνώ.’ / ‘Πότε θα τελειώσει; Γίνεται χειρότερο.’ / ‘Είναι δολοφόνοι.’ ‘Φυλάκιση, κατανοητό…’ / Η φωνή της λογικής βραχνιάζει. / (…)
ΙΙΙ ‘Θρησκεία ποτέ δεν αναφέρεται εδώ,’ φυσικά. / ‘Τους γνωρίζεις από τα μάτια τους,’ και κρατάς τη γλώσσα σου. / ‘Η μια πλευρά είναι το ίδιο κακή με την άλλη,’ ποτέ χειρότερη. / Χριστέ, κοντεύει η ώρα που μια μικρή διαρροή ανάβλυσε /
Στα υπέροχα αναχώματα που ο Ολλανδός έφτιαξε / Για να φράξουν την επικίνδυνη παλίρροια που ακολουθούσε τον Seamus. / Ωστόσο για όλη αυτή την τέχνη και το κάπως αδρανές εμπόριο / Είμαι ανίκανος. Η φημισμένη /
Βόρεια επιφυλακτικότητα, η ενοχλημένη αποσιώπηση του μέρους / Και οι καιροί: ναι, ναι. Για τις ‘μικρές έξι’ (συνοικίες) τραγουδώ / Όπου για να σωθείς χρειάζεται μόνο να σώσεις τα προσχήματα / Και ο,τιδήποτε λες, δε λες τίποτα. /
Σήματα καπνού φωνάζουν δυνατά σε σχέση μ’ εμάς: / Ελισσόμαστε για να βρούμε όνομα και σχολείο, / Υπόρρητη προκατάληψη με βάση διευθύνσεις / Με σχεδόν καμμία εξαίρεση στον κανόνα /
Εκείνος ο Norman, ο Ken και ο Sidney έκαναν σινιάλο Προτεστάντη / Και ο Seamus (Λέγε με Sean) ήταν σίγουρα Καθολικός. / Ω, γη διαβατηρίου, χειραψίας, κλεισίματος ματιού και καταφατικού νεύματος, / Των τόσο ανοιχτών μυαλών όσο μια παγίδα, /
Όπου οι γλώσσες στέκουν μπερδεμένες, όπως κάτω από τις φλόγες βρίσκονται φυτίλια / Όπου οι μισοί από μας, σαν μέσα σ’ ένα ξύλινο άλογο / Ήταν κλεισμένοι και περιορισμένοι όπως οι πανούργοι Έλληνες, / Πολιορκημένοι μέσα στην πολιορκία, ψιθυρίζοντας σήματα μορς. (…)
Το bbc.com με αφορμή την επέτειο ανέβασε ένα βίντεο με αποσπάσματα από την παράσταση ‘Το Λευκό Μαντήλι’ (The White Handkerchief) που παίζεται στο Derry και βασίζεται στο ομώνυμο έργο του Liam Campbell, που το δούλευε για πολλά χρόνια, μιλώντας με συγγενείς θυμάτων. Σε συνέντευξή του τον Δεκέμβριο στο bbc.com, λίγο πριν τον θάνατό του είχε πει: “Έχω υπόψη μου τις ευαισθησίες, το ότι έχουμε να κάνουμε με αληθινές ιστορίες, πραγματικές ζωές. Η πρώτη πρόκληση για μένα δεν ήταν τόσο το τι να γράψω, όσο το τι να αφήσω έξω. Όταν ξεκινάς να ψάχνεις πίσω από τους τίτλους, κάθε ιστορία θα μπορούσε να είναι μόνη της ένα έργο. Δεν προσφέρουμε απλά τραγωδία με αυτή την προσπάθεια, ούτε λύπη. Ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες, o William McKinney λέει σχετικά νωρίς: ‘Δεν έρχομαι να ρίξω μια σκιά θανάτου σε καρδιές, που θρηνούν. Δεν αποστρέφομαι την οδύνη, την αδικία, τον πόνο ή τον θάνατο, αλλά έρχομαι με φως’, και αυτό το φως για μας σήμαινε να ειπωθούν οι ιστορίες της ανθρώπινης θυσίας, οι πράξεις καλοσύνης, ο αλτρουισμός. Η διήγηση είναι για τον Barney McGuigan, που περπάτησε μέσα από ένα καταιγισμό σφαιρών με ένα λευκό μαντήλι στο χέρι ώστε ένας άνδρας, που είχε πυροβοληθεί, ο Patrick Doherty, να μην πεθάνει μόνος. Και έχασε τη ζωή του γι’ αυτό. Γνωρίζουμε τη σημασία του, ότι τοπικά, εθνικά και διεθνώς είναι μεγάλο θέμα. Και αφού κατάγομαι από το Derry o ίδιος, ξέρω ότι αποτελεί μέρος της κοινής συνείδησης. Είναι γραμμένο στους τοίχους γύρω μας, σε τοιχογραφίες, μνημεία. Και μέρος του καθήκοντός μας, θεωρώ είναι, να κρατήσουμε αυτές τις ιστορίες ζωντανές.”
“Οι πίνακες και οι τεχνικές που έχουμε για το χτίσιμο ειρήνης με διάρκεια, απλά δεν λειτουργούν”, επιχειρηματολογεί η πολιτική επιστήμονας στο πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης, Séverine Autesserre στο βιβλίο της ‘Η πρώτη γραμμή της ειρήνης’ (‘The Frontlines of Peace’, 2021). Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ίδια, όπως παρατίθεται στο άρθρο του aeon.co, είναι “η αυτόματη, απερίσκεπτη εφαρμογή τεχνοκρατικών μέτρων από πάνω προς το κάτω”, χωρίς διαβούλευση με τη βάση. Παραθέτει μια σχετική έρευνα προς επίρρωση, στην οποία πρωτοπόροι του κλάδου ανέλυσαν εικοσιμία ειρηνευτικές συμφωνίες: “Δεν υπάρχει ούτε ένα σαφές παράδειγμα συμφωνίας, που να έφεραν εις πέρας οι ελίτ και να έχει οδηγήσει πραγματικά στο τέλος των εχθροπραξιών. Προκύπτει ότι η ειρήνη, που ξεκινά από τα υψηλά κλιμάκια για να διαχυθεί, στη συνέχεια, προς τα κάτω, βασίζεται σε μια προβληματική ιδεολογία, αντίστοιχη με εκείνη στα οικονομικά (trickle-down)”.
Οι συνθηκολογήσεις, που συνάπτονται με επιφανειακό τρόπο έχουν σαν αποτέλεσμα, υπογραμμίζει ο Tobias Jones στον ιστότοπο aeon.co, αυτό που η Jane Addams – μια από τις μεγαλύτερες θεωρητικούς της ειρήνης στις αρχές του 20ου αιώνα – αποκαλούσε ‘αρνητική ειρήνη’, δηλαδή κάτι παραπάνω από μια ασταθή εκεχειρία. Συχνά τα τραύματα καταπιέζονται επειδή ο πόλεμος είχε βασιστεί στη μνήμη, που μετατράπηκε σε όπλο. Η εύθραυστη, καταναγκαστική ειρήνη μπορεί να αντέξει μόνο μέσα από την εξάλειψή της.
Ο επίτιμος καθηγητής John Paul Lederach στις διεθνείς σχέσεις και την ειρήνη στο Πανεπιστήμιο Notre-Dame της Indiana, θεωρεί ότι με αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένα ‘κενό αυθεντικότητας’, που συνεπάγεται καχυποψία, αδιαφορία και απόσταση.
Σε αυτές τις συνθήκες, θεωρεί ο Duncan Morrow, που ασχολείται με τη συνεργασία στην κοινότητα στο πανεπιστήμιο Ulster στη Β. Ιρλανδία, “η ειρήνη αντιμετωπίζεται σαν ήττα: μια φυλακή, που επιλέγεται ως η λιγότερο κακή εναλλακτική, και όχι σαν μια θαυμάσια ευκαιρία διαφυγής από τον πόλεμο”.
Σύμφωνα με το τρίγωνο του Johan Galtung (‘conflict triangle’, 1969), σε κάθε σύρραξη παίζουν ρόλο, οι διαθέσεις (attitudes), η συμπεριφορά (behaviour) και το πλαίσιο (context). Ενώ το τελευταίο απαιτεί διπλωματική παρέμβαση για να συναφθεί ειρήνη (peace-making), η συμπεριφορά (behaviour) > έλεγχο και επιβολή για να κρατηθεί η ειρήνη (peacekeeping), το τρίτο σημείο που συνεπάγεται συμφίλιωση και επούλωση για να θεμελιωθεί η ειρήνη (peacebuilding), συχνά αγνοείται, αν και πρόκειται για την πιο συγκεχυμένη, συμπεριληπτική, ακόμη και μυστηριώδη πλευρά της διαδικασίας.
30 January 2022 – With love, Bono & Edge pic.twitter.com/7hOVk1w3fa
— U2 (@U2) January 30, 2022
Όπως μεταφέρει ο Tobias Jones, με βάση την εμπειρία των πηγών του από το Derry στη Β. Ιρλανδία, η βία σε μεγάλο βαθμό ανακύπτει από τη θλίψη του πένθους, που είχε προκαλέσει πάλι η βία και οι πληγές θεραπεύονται όταν εισακούγονται. Συνήθως αυτό που έκαναν ήταν μια ήρεμη απομάκρυνση των διαχωρισμών, σε μια πρακτική εφαρμογή αυτού που ο Αμερικανός ψυχολόγος Gordon Allport τη δεκαετία του 1950 είχε ονομάσει ‘υπόθεση της επαφής’ (contact hypothesis), η έννοια ότι το πέρασμα των συνόρων, για παράδειγμα, θα μπορούσε να μειώσει τις προκαταλήψεις.
Ο Duncan Morrow, μακροχρόνιος παρατηρητής της ειρήνης στη Βόρειο Ιρλανδία έγραψε το 2016 ότι “Mακριά από το να είναι ρομαντική, η συμφιλίωση είναι πάντα μια σοκαριστική αποκάλυψη ελέους και αλήθειας. Η γενναιοδωρία ρίχνει ένα πιο διαπεραστικό και αβάσταχτο φως στη συμμετοχή μας στη βία, απ’ ό,τι η σύγκρουση.”
Σημειώνεται, ακόμη, από τον Jonathan Herbert η ανάγκη “αντί να είναι κανείς ενεργός, να κατεβάζει ταχύτητα, να παρατηρεί τι κινεί τα πράγματα γύρω του, να ακούει και τον εαυτό του για να βρίσκει ισορροπία, να μαθαίνει τη γλώσσα, να έχει το θάρρος να είναι στην ουσία μη χρήσιμος, να τολμά να μην προσπαθεί να κερδίσει κάτι από αυτό”.
Ο δρόμος προς την ειρήνη δεν αφορά την εξάλειψη του τραύματος, αλλά το να μπορεί να το αντιμετωπίσει κανείς με διαφορετικό τρόπο.

τοιχογραφία ‘Ο γιος του Πρωταγόρα’ του Γάλλου καλλιτέχνη δρόμου ΜΤΟ, Belfast / euronews
Για τον Paul Hutchinson, μεσολαβητή και πρώην επικεφαλής του κέντρου Corrymeela στη Β. Ιρλανδία, “Ο κλασσικός τρόπος παρέμβασης του να πεις συγγνώμη και να δώσεις τα χέρια, ενδεχομένως να είναι αντιπαραγωγικός. Πολιτισμικά η Δύση δεν ξέρει πού να τοποθετήσει τη σύγκρουση, εκτός από μέσα στον κάδο απορριμμάτων και κάτω από το χαλί, προτιμά να την αποφεύγει αντί να την θεωρεί ενδεικτική της σχέσης. Έχει τη δυναμική να μας μάθει κάτι.”
Ο Stephen Ruttle, νομικός διαμεσολαβητής και κουάκερος στο θρήσκευμα (quaker) είπε στον Tobias Jones και το aeon.co, ότι όταν δούλευε σαν δικηγόρος, η δουλειά του ήταν “πολύ γραμμική, είχε λογική. Οι λέξεις ήταν σφαίρες. Η διαμεσολάβηση, από την άλλη, είναι εφιάλτης για όποιον θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο.”, παρατήρησε γελώντας. “Απλά είναι αδύνατο να ξέρεις τι θα συμβεί μετά. Οι λέξεις είναι σαν τουβλάκια, που φτιάχνουν θεμέλια και η διαμεσολάβηση δεν έχει τίποτε άλλο κατά νου, εκτός από την επόμενη συζήτηση.”
Όσοι έχουν αφοσιωθεί στο χτίσιμο της ειρήνης από τη βάση, τονίζουν καταληκτικά, την αξία που έχουν οι πλατφόρμες, οι χώροι που φιλοξενούν εμπειρίες ενσυναίσθησης και τυχαιότητας, παρά τα αποτελέσματα, αφού η ποιότητα των σχέσεων δεν γίνεται να νομοθετηθεί, να ποσοτικοποιηθεί ή να επιβληθεί.
O επίτιμος καθηγητής John Paul Lederach στις Διεθνείς Σχέσεις και την Ειρήνη στο πανεπιστήμιο Notre-Dame της Indiana προσθέτει ότι η ικανότητα να αισθανθεί κανείς την ανθρωπιά ενός άλλου ξεκινά με τη φροντίδα, που σημαίνει – όχι μόνο να περιμένεις κάποιον, αλλά να συντονίζεσαι μαζί του, να γίνεσαι ευαίσθητος, τρυφερός, να φτάνεις μέχρι τη θέση του. Γι’ αυτό μοιάζει να χρειάζονται περισσότερο οι ικανότητες του καλλιτέχνη, παρά του τεχνικού, που θα φανερώνει, θα εκχωρεί και θα απελευθερώνει τις προοπτικές να υπάρξει αυτό που δεν υπάρχει, μια εναλλακτική που ξεπροβάλλει φευγαλέα, όπως λέει ο ποιητής Seamus Heaney. Το χτίσιμο της ειρήνης δεν απαιτεί εσωτερική μάθηση, όσο θυσία, ευαισθησία, δημιουργικότητα.
Είναι παρόμοιο με την ιδέα του Ουαλού ποιητή R. S. Thomas στο ‘Πες μας’ για τη γεφύρωση των αντιπαραθέσεων:
“Είχαμε ονόματα για σένα: / Αυτός που πετά κεραυνούς, ο Παντοδύναμος / Κυνηγός, Άρχοντας του αδύναμου / και ο σμιλόδοντας τίγρης / Ένα όνομα που συγκρατήσαμε / χωρίς να μπορούμε να το συμφιλιώσουμε / με το κουνούπι, το παλιρροϊκό κύμα / τη μαύρη τρύπα μέσα στην οποία / θα πέσει ο χρόνος. Απάντησες / σ’ εμάς με την εικόνα του εαυτού σου / σε ένα κομμένο δέντρο, να υποφέρει / την αδικία, να τη συγχωρεί / σα να έδειχνε και στις δύο / κατευθύνσεις, τρομάζοντάς μας / με την πιθανότητα εκτοπισμού. / Αχ, αγάπη, με τα χέρια σου / ανοιχτά, πες μας πόσο περισσότερο ακόμα να πλατύνουν / για να αγκαλιάσουν ένα σύμπαν που φεύγει / μακριά από μας με την ταχύτητα του φωτός.”
Πηγές: theguardian.com, bbc.com και Tobias Jones, aeon.co / κεντρική φωτογραφία: τοιχογραφία στο Derry, Β. Ιρλανδία, για τα γεγονότα της ‘Ματωμένης Κυριακής’, Paul Faith, AFP, Getty Images





