politis

“Κάθε πρωί περνούσα ανάμεσα σε ζητιάνους, που κοιμόντουσαν δίπλα στα βρωμόνερα για να φτάσω στο Βρετανικό Μουσείο”

Από τους τελευταίους ρόλους του Άγγελου Αντωνόπουλου (Πειραιάς, 16.01.1932 – Χαλάνδρι, 30.05.26) ήταν ο Μαρξ στο Σόχο του Howard Zinn – κυκλοφορεί σε μετάφραση του Άρη Λασκαράτου από τις εκδόσεις Αιώρα. Ακολουθεί ένα απόσπασμα:

“Ευχαριστώ που ήρθατε. Δεν ακούσατε όλους αυτούς τους ηλίθιους, που έλεγαν ότι ο Μαρξ είναι νεκρός. Ε, δηλαδή, είμαι… και δεν είμαι. Είναι θέμα διαλεκτικής.

Αναρωτιέστε γιατί επέστρεψα;

Ζήτησα να επιστρέψω, έστω για λίγo. (…) Και είχα αρκετή συμπαράσταση… Ο Σωκράτης, παραδείγματος χάριν, τους είπε: ‘Ζωή χωρίς ταξίδια, δεν αξίζει να τη ζεις’. Ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας. Η Mother Jones [Mary Harris Jones (1837-1930), Αμερικανίδα συνδικαλίστρια, ηγετική μορφή του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ] απείλησε με πικετοφορία. Ο Μαρκ Τουέιν με υπερασπίστηκε, με τον δικό του παράξενο τρόπο. Ο Βούδας έψαλε: Ωμμμμμ! Οι υπόλοιποι σιώπησαν. Θεέ μου, πεθαμένοι άνθρωποι, τι είχαν να φοβηθούν;

Ακόμα και εκεί πάνω, ταραξία με θεωρούν.

(…) Πιστεύουν πραγματικά στην ελευθερία του λόγου, αλλά μέχρις ενός σημείου… Είναι, βλέπετε, νεοφιλελεύθεροι.

Ζούσαμε στο Λονδίνο, η Τζένη, εγώ και τα παιδιά. Είχαμε ένα διαμέρισμα στην οδό Ντιν, εκεί όπου κατέληγαν οι υπόνομοι της πόλης. Βρεθήκαμε στο Λονδίνο γιατί με είχαν διώξει από τη Ρηνανία – μάλιστα κύριε, από τον τόπο που γεννήθηκα.

Είχα κάνει πολύ επικίνδυνα πράγματα. Ήμουν συντάκτης της εφημερίδας Die Rheinische Zeitung. Εκείνο τον καιρό, η αστυνομία συνελάμβανε φτωχούς ανθρώπους, με την κατηγορία ότι μάζευαν καυσόξυλα από τις ιδιοκτησίες των πλουσίων. Έγραψα ένα άρθρο για να διαμαρτυρηθώ. Προσπάθησαν να λογοκρίνουν την εφημερίδα. Στο επόμενο άρθρο, παρατήρησα ότι δεν υπάρχει ελευθερία τύπου στη Γερμανία. Αποφάσισαν να με δικαιώσουν: Έκλεισαν την εφημερίδα. Τότε, λοιπόν, γίναμε ριζοσπαστικοί – έτσι δεν γίνεται συνήθως; Το τελευταίο φύλλο κυκλοφόρησε με έναν πηχιαίο τίτλο με κόκκινο μελάνι: ‘Επανάσταση!’ Αυτό ενόχλησε τις αρχές και με διώξανε.

Έτσι πήγα στο Παρίσι. Εκεί δεν πάνε οι εξόριστοι; Η Τζένη βρήκε ένα μικροσκοπικό διαμέρισμα στο Καρτιέ Λατέν. Αλλά η γερμανική αστυνομία είχε ενημερώσει εκείνη του Παρισιού. Φαίνεται πως η αστυνομία αναπτύσσει διεθνιστική συνείδηση γρηγορότερα από τους προλετάριους… Έτσι, μ’ έδιωξαν και από το Παρίσι. Πήγαμε στο Βέλγιο. Μας έδιωξαν κι από ’κει. Και βρεθήκαμε στο Λονδίνο, όπου φτάνουν πρόσφυγες από ολόκληρο τον κόσμο.

Το Κεφάλαιο αντιπροσώπευε δεκαπέντε χρόνια δουλειάς – σε συνθήκες, όπως αυτές στο Σόχο. Κάθε πρωί περνούσα ανάμεσα σε ζητιάνους, που κοιμόντουσαν δίπλα στα βρωμόνερα για να φτάσω στο Βρετανικό Μουσείο με την καταπληκτική βιβλιοθήκη του, όπου εργαζόμουνα μέχρι να πέσει ο ήλιος. Διάβαζα, διάβαζα… Υπάρχει άραγε κάτι πιο βαρετό από το να διαβάζεις πολιτική οικονομία; Σκέφτεται. Ε, ναι! Να γράφεις πολιτική οικονομία.

Οι κριτικοί απέναντί μου θα έλεγαν, σε μια προσπάθεια να υποβαθμίσουν όσα σημειώνω στο Κεφάλαιο, αυτό που λένε πάντα για ριζοσπαστικούς συγγραφείς: ‘Α, θα πρέπει να έχει πολύ άσχημα προσωπικά βιώματα’. Ε, ναι, αν το θέλετε έτσι, πράγματι, εκείνη η διαδρομή για το σπίτι μου στο Σόχο κάθε βράδυ έτρεφε τον θυμό, που πέρασε στο Κεφάλαιο.

Παίρνει μια εφημερίδα και την ξεφυλλίζει. Επίσημη έκθεση: Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν των ΗΠΑ τον περασμένο χρόνο ήταν επτά τρισεκατομμύρια δολάρια. Εντυπωσιακότατο! Αλλά, για πείτε μου, σε ποια χέρια βρίσκονται αυτά τα τρισεκατομμύρια; Διαβάζει ξανά από την εφημερίδα. Λιγότεροι από πεντακόσιοι άνθρωποι ελέγχουν επενδυτικά αγαθά (business assets) αξίας δύο τρις δολαρίων.

Έχετε διαβάσει το ποίημα ‘Το ερημωμένο χωριό’, του Oliver Goldsmith;

‘Σύννεφα συμφοράς τον τόπο εκείνο τριγυρίζουν

όπου ο πλούτος συσσωρεύεται και άνθρωποι σαπίζουν.’

‘Ill fares the land to hastening ills a prey

Where wealth accumulates and men decay.’

Σ’ εκείνο το μικρό διαμέρισμα στο Σόχο, η Τζένη έφτιαχνε ζεστή σούπα και έβραζε πατάτες. Είχαμε φρέσκο ψωμί από τoν φίλο μας, τον φούρναρη στη γωνία. Καθόμασταν στο τραπέζι και τρώγαμε και μιλούσαμε για τα γεγονότα της ημέρας – τον αγώνα των Ιρλανδών για την ελευθερία, τον τελευταίο πόλεμο, την ηλιθιότητα των ηγετών της χώρας, την αντιπολίτευση που περιοριζόταν σε ψελλίσματα, τη δειλία του τύπου… Βέβαια, τα πράγματα είναι διαφορετικά σήμερα, ε;

(…) Τα πηγαίναμε όλα στο ενεχυροδανειστήριο. Ιδιαίτερα τα δώρα από την οικογένεια της Τζένης. Όταν τελείωσαν αυτά τα δώρα, αρχίσαμε να βάζουμε ενέχυρο τα ρούχα μας. Ένα χειμώνα – τους ξέρετε τους λονδρέζικους χειμώνες – τον πέρασα χωρίς παλτό.

Όταν δημοσιεύτηκε To Κεφάλαιο, το γιορτάσαμε, αλλά πρώτα χρειάστηκε να μας δώσει κάποια χρήματα ο Ένγκελς για να πάρουμε από το ενεχυροδανειστήριο τα λινά τραπεζομάντιλα και το σερβίτσιο για το δείπνο. Ο Ένγκελς… Όταν μας έκοβαν το νερό, το γκάζι και το σπίτι βυθιζόταν στο κρύο, το σκοτάδι και έπεφτε το ηθικό μας, ο Ένγκελς πλήρωνε τους λογαριασμούς. Ο πατέρας του είχε εργοστάσια στο Μάντσεστερ. Ναι… χαμογελάει… μας έσωζε ο καπιταλισμός!

Θυμάμαι εκείνη την τρομερή νύχτα, που η αγγλική κυβέρνηση κρέμασε δύο νεαρούς Ιρλανδούς, εκεί στο Σόχο, και ένα μεθυσμένο πλήθος να ζητωκραυγάζει… Αυτοί οι ευγενείς Άγγλοι με το απογευματινό τους τσάι και τους δημόσιους απαγχονισμούς!

Η Τζένη πάντα προσπαθούσε να με ηρεμεί. Μ’ εμένα κάτι γινόταν, με τους καλόγερους (boils) όμως που έβγαζα, δεν κατάφερνε τίποτα. Κάνει μια γκριμάτσα. Είχατε ποτέ καλόγερους; Δεν υπάρχει πιο φρικτή αρρώστια. Οι καλόγεροι με κατέτρεχαν σ’ όλη μου τη ζωή. Και διάφοροι ανόητοι, τους επικαλέστηκαν για να ερμηνεύσουν την πορεία μου: ‘Ο Μαρξ είναι θυμωμένος με το καπιταλιστικό σύστημα επειδή έχει καλόγερους’. Τι ηλίθιοι!

Φυσικά, πάντα βρίσκουν κάτι: αυτόν τον έδερνε ο πατέρας του, εκείνον τον ντάντευε η μητέρα του μέχρι δέκα χρονών, τον άλλο δεν τον έμαθαν να πηγαίνει στην τουαλέτα – λες και πρέπει, δηλαδή, να είσαι ‘ανώμαλος’ (abnormal) για να είσαι επαναστάτης. Κάνουν κάθε δυνατή διάγνωση, εκτός από την προφανή: ότι ο καπιταλισμός, που από τη φύση του επιτίθεται στο ανθρώπινο πνεύμα, προκαλεί την επανάσταση…

Α, ναι, λένε ότι ο καπιταλισμός είναι τώρα πιο ανθρώπινος σε σχέση με την εποχή μου. Αλήθεια; Μόλις πριν από λίγα χρόνια, στη Βόρεια Καρολίνα, οι ιδιοκτήτες ενός ορνιθοτροφείου κλείδωσαν μέσα τις εργάτριες για να ελέγχουν την παραγωγικότητά τους. Το εργοστάσιο πήρε φωτιά και είκοσι πέντε γυναίκες κάηκαν ζωντανές.

Η Τζένη πίστευε ότι θα έκανα τους αναγνώστες να βαρεθούν από τις πρώτες κιόλας σελίδες του Κεφαλαίου, με τις αλλεπάλληλες αναφορές μου στα εμπορεύματα, την αξία χρήσης, την ανταλλακτική αξία. Έλεγε πως αυτό το βιβλίο ήταν υπερβολικά μεγάλο, υπερβολικά λεπτομερές. Χρησιμοποιούσε τον όρο ‘βαρύ’.

Μου θύμιζε αυτό, που είπε ο Πίτερ Φοξ, ένας φίλος μας συνδικαλιστής, όταν του το έδωσα: ‘Νιώθω σα να μου χάρισαν έναν ελέφαντα’.

Το βιβλίο εξηγούσε πώς το καπιταλιστικό σύστημα θα επέφερε μια κολοσσιαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, μια χωρίς προηγούμενο αύξηση του πλούτου στον κόσμο. Και πώς, από την ίδια του τη φύση, το σύστημα αυτό θα τον διένεμε, με τρόπο ώστε να καταστρέψει την ανθρωπιά – τόσο του εργαζόμενου όσο και του καπιταλιστή.

Η Τζένη πίστευε στις ιδέες μου, αλλά δεν άντεχε συμπεριφορές, που ερμήνευε ως πνευματικό σνομπισμό.

Ήθελε να περιγράψω τη θεωρία της υπεραξίας με τρόπο κατανοητό στους απλούς εργάτες. Εγώ της είπα: ‘Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει τη θεωρία της υπεραξίας, αν δεν κατανοήσει πρώτα ότι το εργατικό δυναμικό (labor power) είναι ένα ειδικό εμπόρευμα, που η αξία του καθορίζεται από το κόστος των μέσων διαβίωσης, το οποίο όμως, δίνει αξία σε όλα τα άλλα εμπορεύματα, μία αξία που υπερβαίνει πάντα εκείνη της εργατικής δύναμης (labor power)’.

‘Όχι έτσι!’, κουνούσε το κεφάλι εκείνη. ‘Πρέπει απλά να πεις: Ο εργοδότης σάς δίνει έναν πολύ χαμηλό μισθό, που φτάνει ίσα-ίσα για να ζείτε και να συνεχίσετε να δουλεύετε, αλλά εκείνος κερδίζει από τη δουλειά σας πολύ περισσότερα. Έτσι, εκείνος γίνεται όλο και πιο πλούσιος, ενώ εσείς μένετε φτωχοί’.

Η Τζένη προσπαθούσε πάντα να απλουστεύει ιδέες που, από τη φύση τους, ήταν πολύπλοκες. Με κατηγορούσε ότι ήμουν, πρώτα ακαδημαϊκός, και ύστερα, επαναστάτης.

‘Ξέχνα τους διανοούμενους’, παρότρυνε, ‘απευθύνσου στους εργάτες’.

Με αποκαλούσε υπερόπτη και αδιάλλακτο. ‘Γιατί επιτίθεσαι σε άλλους επαναστάτες με μεγαλύτερο πάθος απ’ ό,τι στη μπουρζουαζία;’, με ρωτούσε.

(…) Έχετε ακούσει για τον Μπακούνιν, τον αναρχικό; Θεωρούσε ότι ένα κράτος – ακόμα και εργατικό, εάν έχει στρατό, αστυνομία και φυλακές, θα γίνει τυρρανικό.

Ακούστε τι είπε, την εποχή που ο Ένγκελς κι εγώ βρισκόμασταν στις Βρυξέλλες και γράφαμε το Μανιφέστο. ‘Ο Μαρξ και ο Ένγκελς – ιδιαίτερα ο Μαρξ – είναι αστοί μέχρι το κόκκαλο’.

Εμείς, αστοί! Φυσικά, σε σύγκριση με τον Μπακούνιν, όλοι ήταν αστοί. Αν δεν ζούσες σαν γουρούνι, αν είχες ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι σου, αν είχες ένα πιάνο στο σπίτι, αν σου άρεσε να τρως φρέσκο ψωμί και να πίνεις ένα ποτήρι κρασί, ήσουν αστός.

Παραδέχομαι, πάντως, ότι είχε κουράγιο. Τον φυλάκισαν, τον έστειλαν στη Σιβηρία, αλλά εκείνος δραπέτευσε και άρχισε να περιπλανιέται στον κόσμο προσπαθώντας να σπείρει παντού την επανάσταση.

Το κεφάλι του Μπακούνιν ήταν γεμάτο αναρχικά σκουπίδια, ρομαντικές ουτοπικές ανοησίες. Ήθελα να τον διώξω από τη Διεθνή και η Τζένη κορόιδευε. ‘Σιγά τώρα, μια επαναστατική ομάδα με έξι μέλη και απειλείς ότι θα διαγράψεις το ένα;’.

Ήταν εκείνη η ένδοξη εποχή, τον χειμώνα του 1871, όταν η Κομμούνα είχε πάρει την εξουσία στο Παρίσι… Ο Μπακούνιν όρμηξε, με το τεράστιο εκτόπισμά του, σ’ εκείνη την επανάσταση. Οι Γάλλοι τον πήραν χαμπάρι. Έλεγαν: ‘Την πρώτη μέρα μιας επανάστασης, ο Μπακούνιν είναι πολύτιμος. Τη δεύτερη μέρα, πρέπει να τουφεκιστεί’.

Ο Ναπολέοντας ο Γ’, ανιψιός του Βοναπάρτη ήταν ένας παλιάτσος, που χαμογελούσε στο πλήθος, ενώ δεκαέξι εκατομμύρια Γάλλοι χωρικοί ζούσαν σε σκοτεινές τρώγλες και τα παιδιά τους λιμοκτονούσαν. Επειδή, όμως, δεν κατάργησε τη Βουλή, επειδή ο κόσμος ψήφιζε, όλοι θεωρούσαν ότι είχαν δημοκρατία… Συνηθισμένο λάθος.

Ο Ναπολέοντας ο Γ’ ήθελε να δοξαστεί κι έκανε το λάθος να επιτεθεί στις στρατιές του Βίσμαρκ. Σύντομα ηττήθηκε και οι Γερμανοί στρατιώτες μπήκαν νικητές στο Παρίσι για να έρθουν αντιμέτωποι με κάτι πιο καταστροφικό από τα όπλα – τη σιωπή. Βρήκαν τα αγάλματα στους δρόμους του Παρισιού καλυμμένα με μαύρα πανιά, μια γιγάντια, αόρατη, σιωπηλή αντίσταση. Έκαναν τη σοφή επιλογή. Παρέλασαν κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου και γρήγορα έφυγαν.

Και η παλιά γαλλική τάξη, η 4η Δημοκρατία. Φιλελεύθεροι, έτσι αυτοαποκαλούνταν. Δεν τολμούσαν να μπουν στο Παρίσι. Έτρεμαν από τον φόβο τους γιατί, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, το Παρίσι καταλήφθηκε από τους εργάτες, τις νοικοκυρές, τους υπαλλήλους, τους διανοούμενους, τους ένοπλους πολίτες. Ο λαός του Παρισιού δεν έφτιαξε κυβέρνηση, αλλά κάτι πιο ένδοξο, κάτι που τρέμουν παντού οι κυβερνήσεις, μία Κομμούνα, τη συλλογική ενέργεια του λαού.

Οι άνθρωποι συναντιόντουσαν όλο το εικοσιτετράωρο, σε κάθε σημείο του Παρισιού, σε ομάδες των τριών και των τεσσάρων κι έπαιρναν κοινές αποφάσεις, ενώ η πόλη ήταν περικυκλωμένη από τον γαλλικό στρατό, που απειλούσε να εισβάλει από στιγμή σε στιγμή. Το Παρίσι υπήρξε η πρώτη ελεύθερη πόλη στον κόσμο. Το πρώτο ανεξάρτητο κρατίδιο (enclave), σ’ έναν κόσμο τυραννίας.

Έλεγα στον Μπακούνιν: ‘Θέλεις να ξέρεις τι εννοώ με τον όρο δικτατορία του προλεταριάτου; Δες την Κομμούνα του Παρισιού. Αυτό είναι αληθινή δημοκρατία’ – όχι η δημοκρατία της Αγγλίας ή της Αμερικής, όπου οι εκλογές είναι ένα τσίρκο, και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμά τους, οι πλούσιοι συνεχίζουν να κυβερνούν.

Υπήρξε το πρώτο νομοθετικό σώμα στην ιστορία, που εκπροσωπούσε τους φτωχούς. Οι νόμοι που ψηφίζονταν ήταν για εκείνους. Κατάργησε τα χρέη τους, ανέστειλε την καταβολή των ενοικίων, υποχρέωσε τα ενεχυροδανειστήρια να τους επιστρέψουν τα πιο απαραίτητα υπάρχοντά τους. Οι ηγέτες της αρνήθηκαν να ορίσουν για τους εαυτούς τους μισθούς υψηλότερους από των εργατών. Και σχεδίαζαν να προσφέρουν σε όλους ελεύθερη είσοδο στα θέατρα.

Ο ίδιος ο μεγάλος Κουρμπέ, που οι πίνακές του είχαν εντυπωσιάσει την Ευρώπη, πρoήδρευε της ομοσπονδίας των καλλιτεχνών. Ξανάνοιξαν τα μουσεία, έφτιαξαν μία επιτροπή για την πανεπιστημιακή εκπαίδευση των γυναικών – κάτι ανήκουστο. Χρησιμοποίησαν την τελευταία ανακάλυψη της επιστήμης, το αερόστατο, για να μοιράσουν στην ύπαιθρο, έξω από το Παρίσι τυπωμένα χαρτιά μ’ ένα απλό, δυνατό μήνυμα στους χωρικούς, που απευθυνόταν σ’ όλους τους εργαζόμενους παντού στον κόσμο: ‘Έχουμε κοινά συμφέροντα’.

Η Κομμούνα δήλωσε ότι στόχος των σχολείων είναι να διδάσκουν τα παιδιά να αγαπούν και να σέβονται τα άλλα πλάσματα. Έχω διαβάσει τις δικές σας ατέλειωτες διαβουλεύσεις για την παιδεία. Τι ανοησίες! Τα σχολεία διδάσκουν ο,τιδήποτε χρειάζεται κάποιος για να πετύχει στον καπιταλισμό. Μαθαίνουν, όμως, στους νέους να αγωνίζονται για τη δικαιοσύνη;

Τα μέλη της Κομμούνας δίδασκαν – όχι μόνο με τα λόγια, αλλά και με τα έργα. Κατάργησαν τη γκιλοτίνα, αυτό το εργαλείο της τυραννίας, ακόμη και της επαναστατικής τυραννίας. Μετά, φορώντας κόκκινα μαντίλια, κρατώντας ένα μεγάλο κόκκινο λάβαρο και έχοντας στολίσει τα κτίρια με κόκκινο μετάξι, μαζεύτηκαν στη Βαντόμ, γύρω από τη στήλη-σύμβολο της στρατιωτικής εξουσίας, ένα πελώριο γλυπτό, που στην κορυφή του είχε την προτομή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Έδεσαν μια τροχαλία στο χάλκινο κεφάλι, γύρισαν ένα βαρούλκο και το γλυπτό σωριάστηκε στο έδαφος και έγινε κομμάτια. Οι πολίτες σκαρφάλωσαν στα χαλάσματα. Μία κόκκινη σημαία κυμάτιζε πλέον πάνω στο βάθρο. Τώρα ήταν το βάθρο – όχι μιας χώρας, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Φυσικά, η Κομμούνα δεν ήταν δυνατό να περάσει έτσι, γιατί θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Οι στρατιές της Πολιτείας (Republic) προέλασαν στο Παρίσι και άρχισαν τη σφαγή. Οι ηγέτες της Κομμούνας οδηγήθηκαν στο νεκροταφείο Περ Λασέζ (Père Lachaise), όπου τους έστησαν στον τοίχο και τους τουφέκισαν. Συνολικά, σκοτώθηκαν τριάντα χιλιάδες άνθρωποι.

Η Κομμούνα συντρίφτηκε (…). Ωστόσο, υπήρξε το πιο εκπληκτικό επίτευγμα των καιρών μας

Είπα στον Μπακούνιν: ‘Μιχαήλ, δεν καταλαβαίνεις την έννοια του προλεταριακού κράτους. Δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε το παρελθόν με ένα στιγμιαίο οργασμικό ξέσπασμα. Θα χρειαστεί να ξαναχτίσουμε μια νέα κοινωνία με τα απομεινάρια της παλιάς. Αυτό παίρνει καιρό’.

‘Όχι’, απάντησε. ‘Όταν ο λαός ανατρέψει την παλιά τάξη, πρέπει αμέσως να ζήσει με ελευθερία, αλλιώς θα τη χάσει. Εσύ είσαι αυτός, που δεν καταλαβαίνει. Νομίζεις ότι οι εργάτες θα κάνουν την επανάσταση με βάση τη θεωρία σου; Χέστηκαν για τη θεωρία σου. Η οργή τους θα ξεχειλίσει αυθόρμητα, έχουν το ένστικτο της επανάστασης στα σωθικά τους’.

Όχι, δεν μπορούσαν να επιτρέψουν την ύπαρξη της Κομμούνας. Ήταν επικίνδυνο παράδειγμα, δημιουργούσε τόση ελπίδα, γι’ αυτό την έπνιξαν στο αίμα. Συμβαίνει ακόμα, έτσι δεν είναι; Όποτε, σε οποιαδήποτε γωνιά του κόσμου, παραμερίζεται η παλιά τάξη πραγμάτων και οι άνθρωποι αρχίζουν να δοκιμάζουν ένα νέο τρόπο ζωής, αυτό δεν κρίνεται επιτρεπτό. Και τότε, κάποιοι αναλαμβάνουν δράση – ξέρετε ποιους εννοώ – μερικές φορές ύπουλα και κρυφά, άλλοτε άμεσα και βίαια, και καταστρέφουν αυτή την απόπειρα.

(…) Δεν φανταζόμουνα ότι θα βρίσκονταν φάρμακα, που θα κατάφερναν να κρατήσουν στη ζωή το άρρωστο σύστημα: πόλεμοι για να συνεχίσουν οι βιομηχανίες να δουλεύουν και για να κάνουν τους ανθρώπους να παθιάζονται με τον πατριωτισμό και να ξεχνούν τη μιζέρια τους. Θρησκόληπτοι να υπόσχονται ότι ο Χριστός θα επιστρέψει. Τον ξέρω τον Ιησού. Δεν γυρίζει με τίποτα…

Σας τάραξα, που ξαναβρέθηκα ανάμεσά σας; Δείτε το σαν μια Δευτέρα Παρουσία. Ο Χριστός δεν μπόρεσε να έρθει κι έστειλε τον Μαρξ

Θυμηθείτε: ‘ριζοσπαστικός’ σημαίνει να ασχολείσαι με τη ρίζα ενός προβλήματος. Και η ρίζα είμαστε εμείς.”

> Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση και τον Άγγελο Αντωνόπουλο εδώ

Comments are closed.

0 %