Βουλή (live): Warfare vs Welfare
Eνημέρωσε τη Βουλή ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τον προγραμματισμό σχετικά με τους αμυντικούς εξοπλισμούς και την πολιτική, που διαμορφώνει η κυβέρνηση κόστους 25 δις στον τομέα αυτό την Τετάρτη (02/04).
I welcome President @vonderleyen’s REARM Europe plan as a significant step toward strengthening our collective European security. We must now work out the details to ensure that all member states benefit—regardless of their current defense spending.
— Prime Minister GR (@PrimeministerGR) March 4, 2025
> “Aυτή η Ευρώπη δεν έδινε 300 δις στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους, αφήνοντας τoυς πιο αδύναμους έρμαια και είναι έτοιμη να παράσχει 800 δις στην Ουκρανία για να θυσιαστούν περισσότερες ζωές στον βωμό ενός απόκοσμου πολέμου”, σχολίασε η πολιτική φιλόσοφος Donatella di Cesare αναφορικά με το σχέδιο Rearm Europe της Ursula von der Leyen. Αντίθετα, ο πρωθυπουργός το καλωσόρισε ως σημαντικό βήμα “προς την ενίσχυση της κοινής μας ευρωπαϊκής ασφάλειας ”.
Πρωτολογία Κ. Μητσοτάκη: “Το τίμημα της ελευθερίας είναι η διαρκής επαγρύπνηση, έλεγε προ δύο αιώνων ο Αμερικανός πρόεδρος Thomas Jefferson. Τίμημα, το οποίο η πατρίδα μας καταβάλλει σήμερα, με ευθύνη και συνέπεια, αναγνωρίζοντας πως δεν μπορεί να υπάρχει καμμία προκοπή χωρίς ασφάλεια. Απόδειξη γι’ αυτό είναι και το αντικείμενο της σημερινής μας συνεδρίασης, που δεν είναι άλλο από τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό των αμυντικών δαπανών. Θα έλεγα ότι είναι ένα συνολικό σχέδιο, το οποίο αφορά, κατά την άποψή μας, τον πιο δραστικό μετασχηματισμό των ενόπλων δυνάμεων στη σύγχρονη ιστορία του τόπου. Χάρη και στις ένοπλες δυνάμεις, η χώρα μας απέτρεψε κινδύνους, όπως οι μεταναστευτικές ροές στον Έβρο, υπερασπίστηκε τα δίκαιά της σε κάθε κρίση που εκδηλώθηκε στο Αιγαίο, ενώ ήδη διαθέτει στρατηγικές συμφωνίες με κράτη, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία – συμμαχίες, οι οποίες παρέχουν εγγυήσεις ασφάλειας σε ένα ανασφαλές διεθνές περιβάλλον. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, προφανώς η άμυνα αναδεικνύεται και σε έναν πυλώνα ευημερίας. Γιατί χωρίς τη δική της ασφάλεια, δεν υπάρχουν ούτε οι προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί η οικονομία, ούτε και οι προϋποθέσεις για να σφυρηλατηθεί η κοινωνική συνοχή. Ενώ, σε ένα τρίτο επίπεδο, η προάσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας δεν μπορεί – και θα επιμείνουμε σε αυτό – να χρηματοδοτείται παρά μόνο από ανθεκτικά δημόσια ταμεία. Κάτι που σημαίνει ότι με τη σειρά της η δημοσιονομική ευρωστία γίνεται καθοριστικός μοχλός και επιτελεί καθοριστικό ρόλο για μια αποτελεσματική εθνική θωράκιση. Με άλλα λόγια, εάν δεν υπάρχει προστασία από εξωτερικές απειλές, δεν υπάρχει βιώσιμη ανάπτυξη, επενδύσεις, τουρισμός, καινοτομία. Τα πάντα απαιτούν ένα σταθερό και ασφαλές περιβάλλον. Ποιος, άλλωστε, θα τοποθετούσε τα κεφάλαιά του σε μια χώρα, η οποία έχει αφύλακτα τα σύνορά της; Και ποιος θα πάρει το ρίσκο να επιχειρήσει σε ένα κράτος, του οποίου η κυριαρχία δεν είναι άτρωτη; Από την άλλη πλευρά, πώς είναι δυνατόν όλα αυτά να εδραιώνονται χωρίς μια ισχυρή οικονομία; Το παλαιότερο δίλημμα, λοιπόν, το οποίο το ακούγαμε συχνά κυρίως από την αριστερά, κανόνια ή βούτυρο, αποδεικνύεται ένα δίλημμα, το οποίο είναι σαθρό αλλά και επικίνδυνο, ιδίως σήμερα. Σε μια πραγματικότητα, όπου ο παγκόσμιος χάρτης των γεωπολιτικών συμφερόντων αναδιατάσσεται, συχνά με τρόπο δραματικό, με πολέμους οι οποίοι πλέον αμφισβητούν σύνορα και διεθνές δίκαιο, με δασμούς – αναμένουμε τις εξαγγελίες του Αμερικανού προέδρου – αλλά σίγουρα μπαίνουμε πια σε ένα περιβάλλον, όπου οι δασμοί ενδέχεται να απειλούν συνολικά τις παγκόσμιες διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Και βέβαια, σε έναν κόσμο στον οποίο η τεχνολογία γίνεται όπλο παρέμβασης – όχι μόνο για να πληγεί η εξωτερική ασφάλεια κρατών, αλλά και να διαταραχθεί συχνά η εσωτερική ισορροπία των κοινωνιών. Στην Ευρώπη η συνεχιζόμενη κρίση, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, δοκιμάζει όλη την αρχιτεκτονική ασφάλειας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Παράλληλα, στη Μέση Ανατολή η αστάθεια εντείνεται καθώς, δυστυχώς, τις εύθραυστες εκεχειρίες διαδέχεται ξανά η ωμή βία, προκαλώντας νέες ανθρωπιστικές κρίσεις και πυροδοτώντας και πάλι τη μάστιγα της τρομοκρατίας. Ενώ αυτό το επικίνδυνο παζλ το συμπληρώνει πρόσφατα και η αβεβαιότητα της Συρίας, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να διαχυθεί σε ολόκληρη την περιοχή. Και αυτή τη φορά δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιφερειακές εξάρσεις. Έχουμε να κάνουμε με κομμάτια ενός δυσεπίλυτου γρίφου, που αφορά ευρύτερες μετατοπίσεις ισχύος – όχι μόνο γεωπολιτικής και στρατιωτικής, αλλά και οικονομικής και τεχνολογικής, με εξελίξεις που μεταβάλλουν τις διεθνείς σχέσεις και επαναξιολογούν παραδοσιακές συμμαχίες. Συνεπώς, και οι στρατηγικές επιλογές της πατρίδας μας, με αυτά τα νέα δεδομένα, καθίστανται απολύτως κρίσιμες. Πολύ περισσότερο όταν, από τη μία πλευρά, η αμυντική αντίληψη της νέας ηγεσίας των ΗΠΑ φαίνεται να διαφοροποιείται σε σχέση με τον ρόλο του Nato. Και από την άλλη, όταν οι οικονομικοί σχεδιασμοί της υπερδύναμης φαίνεται να αποκλίνουν από ένα πλαίσιο ελεύθερων συναλλαγών, που ίσχυαν ως τώρα. Έτσι, από την Αρκτική έως τον Ινδοειρηνικό οι ισορροπίες διαφοροποιούνται – κάτι που συνεπάγεται και νέες προκλήσεις για όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και για χώρες όπως η δική μας, μικρές ίσως σε έκταση και πληθυσμό, όμως, μεγάλες σε σημασία και δυναμισμό. Γι’ αυτό και θα το ξαναπώ: oι επενδύσεις στις αμυντικές μας δυνατότητες είναι επενδύσεις στην κυριαρχία μας, που αφορούν την προστασία της εθνικής αξιοπρέπειας. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και πρωτοβουλίες, που ισχυροποιούν την ελληνική διπλωματία, ενδυναμώνοντας τον ρόλο της πατρίδας μας σε πολλά και παράλληλα πεδία: από την παγκόσμια πρόκληση του μεταναστευτικού μέχρι τους νέους συσχετισμούς, που διαμορφώνονται στους ενεργειακούς δρόμους. Γίνεται σαφές ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά καλείται να επαναπροσδιορίσει τη θέση της στον χάρτη των διεθνών συμφερόντων και των παγκόσμιων γεωπολιτικών ισορροπιών. Η Ελλάδα εδώ και καιρό, και εγώ προσωπικά, έχει μιλήσει για το ζήτημα της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην αρχή ήμασταν λίγοι αυτοί, που υπερασπιζόμασταν αυτή τη θέση. Όμως, αντιλαμβανόμενοι οι Ευρωπαίοι εταίροι μας και τις σημαντικές αλλαγές στον παγκόσμιο γεωπολιτικό χάρτη, αποφάσισαν να κάνουν σημαντικά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση. Προς μια κατεύθυνση, η οποία όχι απλά ενισχύει τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, αλλά είναι και απολύτως συντονισμένη με πάγιες ελληνικές θέσεις, οι οποίες καλύπτονται απόλυτα από τις τελευταίες αποφάσεις για την άμυνα του πρόσφατου Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Πολλοί θεωρούσαν, θέλω να θυμίσω, αυτές τις εξελίξεις ως ανέφικτες. Όμως, καταφέραμε με μεθοδική δουλειά να πετύχουμε ευρωπαϊκές αποφάσεις, που είναι προς όφελος των εθνικών συμφερόντων. Η πιο σημαντική, ίσως, αφορά την ενεργοποίηση για την επόμενη τετραετία της λεγόμενης ρήτρας διαφυγής, ενός εργαλείου, δηλαδή, που δίνει στην ελληνική κυβέρνηση πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο να ενισχύσει τις επενδύσεις στην άμυνα, πρόσθετες επενδύσεις, οι οποίες δεν θα συνυπολογίζονται στις οροφές δαπανών, όπως αυτές προσδιορίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό δίνει στη χώρα μας έναν πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, έτσι ώστε να μπορέσει απρόσκοπτα να υλοποιήσει το πρόγραμμα. Θέλω, όμως, να πω και κάτι ακόμα: ανεξαρτήτως των δημοσιονομικών δυνατοτήτων, που η ελληνική κυβέρνηση έχει ως αποτέλεσμα της ρήτρας διαφυγής, αυτή η δημοσιονομική ευελιξία σε καμμία περίπτωση δεν πρέπει και δεν θα γίνει αφορμή για υπερβολές. Όχι μόνο γιατί οι αγορές μας παρακολουθούν και μας κρίνουν, αλλά και διότι οι επιδόσεις της οικονομίας συνολικά αποτελούν από μόνες τους σημαντικούς παράγοντες ασφάλειας και σταθερότητας. Στη σωστή κατεύθυνση, επίσης, κινείται και το Ταμείο Safe, ύψους 150 δις. Ένα χρηματοδοτικό εργαλείο, το οποίο επιτρέπει στις 27 χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία. Θέλω να τονίσω ότι το Ταμείο Safe αφορά δάνεια, τα οποία μπορούν να δοθούν στα κράτη-μέλη με προνομιακούς όρους. Δεν αφορά, ουσιαστικά, επιδοτήσεις. Δεν είναι, δηλαδή, ένα Ταμείο, το οποίο έχει αντίστοιχα χαρακτηριστικά με το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Η άποψη της ελληνικής κυβέρνησης είναι ότι κάποια στιγμή η Ευρώπη θα πρέπει να συζητήσει και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ταμείου, το οποίο θα μπορεί να είναι εστιασμένο στη χρηματοδότηση έργων κοινής ευρωπαϊκής ωφέλειας, όπως παραδείγματος χάρη, η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής αντιπυραυλικής ασπίδας, που θα καλύπτει όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και θα μπορεί να χρηματοδοτηθεί από ευρωπαϊκούς πόρους, που θα διατεθούν, στη συνέχεια, στα κράτη-μέλη με τη μορφή επιδοτήσεων και όχι με τη μορφή δανείων. Δεν είμαστε, όμως, εκεί ακόμα. Έχουμε κάνει ένα σημαντικό βήμα. Και το σχέδιο ReArm, το οποίο ήρθε προς ψήφιση στο Ευρωκοινοβούλιο, θέλω να τονίσω ότι ψηφίστηκε από τους ευρωβουλευτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, καταψηφίστηκε ωστόσο από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, το ΚΚΕ – καμμία έκπληξη εδώ – την Πλεύση Ελευθερίας, ενώ οι υπερπατριώτες της Ελληνικής Λύσης, της Νίκης, και της Φωνής Λογικής προτίμησαν να απέχουν. Ας βγάλει, λοιπόν, ο καθένας τα συμπεράσματά του για το ποιοι είναι οι πατριώτες στην πράξη και ποιοι οι πατριώτες στα λόγια. Τον Ιούλιο του 2019, όταν για πρώτη φορά οι Έλληνες πολίτες μας εμπιστεύθηκαν, παραλάβαμε μία κατάσταση στις ένοπλες δυνάμεις άκρως προβληματική ως αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό μίας αποεπένδυσης, η οποία προφανώς, συνόδευσε τις συνολικές επιδόσεις της οικονομίας τα χρόνια της κρίσης. Έπρεπε, λοιπόν, να κινηθούμε με πολύ γρήγορους ρυθμούς και το πράξαμε. Σήμερα η εικόνα των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων δεν έχει καμμία σχέση με αυτή, την οποία παραλάβαμε το 2019: 24 καινούρια μαχητικά Rafale, με τον πιο σύγχρονο εξοπλισμό, 3 νέες φρεγάτες Belharra, που θα αποτελούν τα πιο σύγχρονα πλοία, που θα πλέουν στην Ανατολική Μεσόγειο – η πρώτη, η φρεγάτα Κίμων θα παραληφθεί από το Πολεμικό Ναυτικό εντός του 2025. Μη επανδρωμένα αεροσκάφη Heron, υπερσύγχρονα ελικόπτερα ανθυποβρυχιακού πολέμου Romeo, νέες τορπίλες οι οποίες εξοπλίζουν πλέον τα υποβρύχιά μας. Και μία συνολική προσπάθεια, που νομίζω ότι έχει ξεχωριστή σημασία, να επενδύσουμε στην υποστήριξη οπλικών συστημάτων, για τα οποία ο Έλληνας φορολογούμενος είχε δαπανήσει δισεκατομμύρια, πλην όμως, κάποιοι στο παρελθόν δεν είχαν προνοήσει ώστε να υπάρξουν πόροι για τις απαραίτητες συμβάσεις υποστήριξης αυτών των οπλικών συστημάτων, τα λεγόμενα ‘follow on support’. Και εκεί κάναμε μαζί με τον υπουργό, και τον νυν και τον προκάτοχό του, μία μεγάλη προσπάθεια, έτσι ώστε να μπορέσουμε να διορθώσουμε αστοχίες του παρελθόντος. Με αποτέλεσμα, σήμερα να έχουμε, για παράδειγμα, έναν επιχειρησιακό στόλο μεταγωγικών αεροσκαφών C-13 και C-27. Το πρόγραμμα αναβάθμισης των F-16 σε Viper, ένα πρόγραμμα το οποίο είχε υπογραφεί από την προηγούμενη κυβέρνηση, ουσιαστικά καρκινοβατούσε, και με σημαντικές παρεμβάσεις, οι οποίες έγιναν στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, τρέχει πια με πολύ ικανοποιητικούς ρυθμούς και είμαστε αρκετά σίγουροι ότι θα ολοκληρωθεί εντός των συμφωνημένων χρονοδιαγραμμάτων. Έχουμε πια μία στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ ως προς την εκπαίδευση των Ικάρων μας, με το Κέντρο της Αεροπορικής Εκπαίδευσης στην Καλαμάτα – όχι απλά να λειτουργεί για να καλύψει τις ανάγκες της αεροπορίας, αλλά ταυτόχρονα να είναι σε θέση να εκπαιδεύει και πιλότους από άλλες αεροπορίες, όπως ακριβώς είχε σχεδιαστεί. Θέλω να σταθώ ιδιαίτερα στη μέριμνα, την οποία δείξαμε για τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων. Για πρώτη φορά μετά από 14 χρόνια, είδαν αυξήσεις στον μισθό και τα επιδόματά τους. Παρουσιάστηκε από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας – όχι το νέο μισθολόγιο μόνο των ενόπλων δυνάμεων, αλλά μια διαφορετική φιλοσοφία για το πώς από εδώ και στο εξής θα διαχωρίσουμε το βαθμολόγιο από το μισθολόγιο και θα μπορέσουμε να αμείβουμε τα συγκεκριμένα στελέχη με έναν τέτοιο τρόπο, που να αντιστοιχεί στις υπηρεσίες, τις οποίες προσφέρουν στην πατρίδα. Αλλά ταυτόχρονα το μισθολόγιό τους να είναι αρκετό για να μπορούμε να προσελκύσουμε νέα παιδιά στις στρατιωτικές σχολές. Για τον απλούστατο λόγο ότι είχαμε ένα αντικειμενικό πρόβλημα σήμερα ως προς το ενδιαφέρον των 18χρονων να οραματιστούν μια καριέρα εκεί. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος, που οι ανακοινώσεις αυτές έγιναν τώρα, ώστε να μπορούμε να προφτάσουμε και τις δηλώσεις, οι οποίες θα γίνουν στα μηχανογραφικά – και όχι όπως γίνεται συνήθως, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Αυτές οι αυξήσεις, οι οποίες είναι ήδη συμφωνημένες, δίνονται ουσιαστικά σε τρεις διαφορετικές φάσεις: τα 30 ευρώ, τα οποία ενσωματώθηκαν ήδη από την αύξηση του κατώτατου μισθού από την 1η Απριλίου, από χθες δηλαδή, τα 100 ευρώ τα οποία αφορούν – όχι μόνο τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, αλλά και εκείνα των σωμάτων ασφαλείας, τα οποία θα δοθούν την 1η Ιουλίου, και προφανώς, οι συμφωνημένες αυξήσεις, που ουσιαστικά αφορούν την περίοδο από το 2026 και μετά για τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, οι οποίες έχουν ήδη ανακοινωθεί. Και σε όσους εξέφρασαν, θα έλεγα, και έναν δικαιολογημένο προβληματισμό για το τι συμβαίνει με τα σώματα ασφαλείας, πέραν των αυξήσεων που έχουμε ήδη ανακοινώσει, θέλω να επαναλάβω ότι αυτή η κυβέρνηση έχει αποδείξει τη διαχρονική μας στήριξη, όχι μόνο στα σώματα ασφαλείας, στην κοινωνία συνολικά αλλά και σε κάθε ξεχωριστή κατηγορία. Κάτι το οποίο θα φανεί μετά βεβαιότητας και στις οικονομικές επιλογές, που θα αναπτύξουμε στην επόμενη ΔΕΘ. Όμως, ένα είναι βέβαιο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι: θα παραμείνουμε υπεύθυνοι και δεν πρόκειται αυτή η κυβέρνηση σε καμμία περίπτωση να υποταχθεί σε ένα καταστροφικό σπιράλ παροχολογίας. Η δημοσιονομική υπευθυνότητα και σοβαρότητα είναι το θεμέλιο, πάνω στο οποίο χτίζουμε όλες τις πολιτικές μας. Και αυτή η δημοσιονομική υπευθυνότητα σε καμμία περίπτωση δεν πρόκειται να τεθεί σε αμφισβήτηση. Έχουμε αποδείξει, πιστεύω, ότι όταν η οικονομία πηγαίνει καλύτερα από αυτό το οποίο κι εμείς περιμένουμε, έχουμε τρόπο να επιστρέφουμε αυτό το πλεόνασμα της ανάπτυξης πίσω σε κοινωνικές ομάδες, ανάλογα με τις προτεραιότητες, που θέτουμε. Το ίδιο θα κάνουμε και τώρα. Θα το κάνουμε, όμως, στη σωστή ώρα και με την υπευθυνότητα, που πάντα μας διακρίνει. Επιτρέψτε μου εδώ να μιλήσω για μία διαφορετική φιλοσοφία πια, στον τρόπο με τον οποίο εγκρίνουμε τα εξοπλιστικά προγράμματα. Η αλήθεια είναι – το έχω συζητήσει εκτενώς με τον υπουργό – ότι στο παρελθόν πολύ συχνά βάζαμε το κάρο μπροστά από το άλογο. Τι σημαίνει αυτό; Ερχόμασταν στη Βουλή παίρνοντας τις, θα έλεγα, επιθυμίες των ενόπλων δυνάμεων, εγκρίναμε σωρηδόν εξοπλιστικά προγράμματα, όταν αθροίζαμε το κόστος τους διαπιστώναμε ότι όλα αυτά δεν μπορούσαν, ουσιαστικά, να υλοποιηθούν, και το αποτέλεσμα ήταν ότι είχαμε ένα τυπικό σχεδιασμό στα χαρτιά, ο οποίος ξεπερνούσε κατά πολύ, όμως, τις πραγματικές δημοσιονομικές δυνατότητες της χώρας. Τώρα κάνουμε κάτι διαφορετικό. Ο υπουργός Άμυνας γνωρίζει ότι για την περίοδο του προγράμματος έχει στη διάθεσή του 25 δις, ένα σημαντικότατο ποσό, μέσα στο οποίο πρέπει με τη σειρά του να προτεραιοποιήσει και να χωρέσει εκείνες τις επιλογές, οι οποίες πραγματικά είναι κρίσιμες και απαραίτητες, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τις εισηγήσεις των Γενικών Επιτελείων. Και, στη συνέχεια, να έρθει στη Βουλή, να πάει στην Επιτροπή Εξοπλισμών, ώστε αυτά να εγκριθούν και από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Ποια είναι, λοιπόν, η φιλοσοφία αυτού του νέου προγράμματος, για το οποίο ο υπουργός θα μιλήσει πολύ πιο αναλυτικά, προφανώς γιατί αφορά και σε διαβαθμισμένες πληροφορίες. Εγώ θέλω σήμερα να περιγράψω και να επιχειρήσω μαζί σας να συμφωνήσουμε στη βασική του φιλοσοφία. Έχει, πρώτα και πάνω απ’ όλα, να κάνει με την ενσωμάτωση των νέων αμυντικών τεχνολογιών και του τρόπου, με τον οποίο ουσιαστικά βλέπουμε στην πράξη ότι αλλάζει το θέατρο των επιχειρήσεων. Από την Ουκρανία μέχρι αυτά, τα οποία συμβαίνουν στην Μέση Ανατολή, έχουμε πια να κάνουμε με έναν διαφορετικό πόλεμο από αυτόν τον οποίο γνωρίζαμε τουλάχιστον, ή αυτό τον οποίο, ενδεχομένως, οι ένοπλές μας δυνάμεις ήταν έτοιμες να διεξάγουν. Μη επανδρωμένα οχήματα, περιπλανώμενα πυρομαχικά, drone και anti-drone μέθοδοι πολέμου, συστηματικότατη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης, έμφαση στην κυβερνοάμυνα αλλά και στην κυβερνοεπίθεση, όλες αυτές είναι τεχνολογίες, οι οποίες πια πρέπει να ενσωματωθούν στον μακροχρόνιο σχεδιασμό των ενόπλων δυνάμεων. Διότι πια δεν αρκεί μόνο να εστιάζουμε στις ακριβές πλατφόρμες, στις φρεγάτες Belharra, στα 20+20 F-35, τα οποία η χώρα μας θα αποκτήσει. Αυτά είναι πολύ σημαντικά και δαπανηρά οπλικά συστήματα, πρέπει να συνοδεύονται, όμως, από επενδύσεις οι οποίες θα συμπληρώνουν αυτές τις μεγάλες πλατφόρμες με νέα, ευέλικτα οπλικά συστήματα, τα οποία μπορούν διαρκώς να προσαρμόζονται, να αναβαθμίζονται και να βελτιώνονται. Αυτό, εξάλλου, μας έχει δείξει και η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία, την οποία – όχι μόνο εμείς – μελετάμε και φροντίζουμε να ενσωματώσουμε σε κάθε επιλογή μας. Κατά συνέπεια, η τεχνολογική υπεροχή είναι αναμφισβήτητα ένα σημαντικό συστατικό των προτάσεων, για τις οποίες σήμερα συζητούμε. Η δεύτερη σημαντική παράμετρος, η οποία πια σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να αγνοηθεί, είναι η εγχώρια προστιθέμενη αξία. Η αλήθεια είναι ότι στο παρελθόν η χώρα μας έχει δαπανήσει δεκάδες δις σε πανάκριβα οπλικά συστήματα, χωρίς να μπορέσει ουσιαστικά να εισπράξει από αυτές τις προμήθειες το αντισταθμιστικό όφελος για να μπορέσει να χτίσει μια εύρωστη, δυναμική εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Θα έλεγα το αντίθετο μάλιστα, επειδή τα αντισταθμιστικά είναι ταυτισμένα στη συνείδηση της κοινής γνώμης με άλλου είδους παροχές – αποτελούν από τη φύση τους και έναν απαρχαιωμένο όρο – σήμερα πρέπει να μιλάμε για ελληνική προστιθέμενη αξία. Για τη συμμετοχή, δηλαδή, της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας σε όλα τα προγράμματα, τα οποία το υπουργείο Εθνικής Άμυνας θα δρομολογήσει τα επόμενα χρόνια. Αυτός πια είναι ένας απαράβατος όρος προκειμένου να μπορούμε να προχωρήσουμε σε οποιαδήποτε μεγάλη αμυντική επένδυση. Πάρτε για παράδειγμα το πιο εμβληματικό ίσως από τα έργα, τα οποία δρομολογεί το υπουργείο, που δεν είναι άλλο από αυτό, το οποίο έχουμε ονομάσει ‘Ασπίδα του Αχιλλέα’. Τι είναι αυτό; Ένας θόλος ουσιαστικά, ο οποίος συνδυάζει τα υφιστάμενα υπάρχοντα μέσα αεράμυνας με νέες δυνατότητες, που θα μπορεί να μας προστατεύει σε πέντε επίπεδα: αντιπυραυλικά – αντιβαλλιστικά δηλαδή, αντιαεροπορικά, αντιπλοϊκά, ανθυποβρυχιακά, αλλά και anti-drone. Αυτό το σημαντικότατο έργο, που αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη επένδυση, την οποία θα κάνουμε τα επόμενα χρόνια, είναι απαραίτητο να μπορεί να συμπεριλαμβάνει και εγχώρια προστιθέμενη αξία. Υπάρχουν σήμερα ελληνικές βιομηχανίες, εταιρείες, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να παίξουν αυτό τον ρόλο, αρκεί να μπορέσουμε να τους δώσουμε αυτή τη δυνατότητα. Δεν αναφέρομαι μόνο στις κρατικές, στην ΕΑΒ και στα ΕΑΣ, αλλά και σε πολλές του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες αναπτύσσονται με ταχύτητα, διαβλέποντας το κενό στην ευρωπαϊκή αγορά και την ανάγκη να μπορούμε να παρέχουμε σύγχρονες τεχνολογικές λύσεις, που δεν θα καλύπτουν μόνο τις ανάγκες της πατρίδας μας, αλλά θα μπορούν, ενδεχομένως, να εξαχθούν και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Η Ευρώπη σήμερα – πρέπει να το αντιληφθούμε – έχει ένα μεγάλο παραγωγικό κενό όσον αφορά την άμυνα. Αν, παραδείγματος χάρη, θέλουμε να μιλήσουμε για αντιπυραυλική προστασία, η Ελλάδα είναι μία από τις χώρες, που διαθέτει αμερικανικά συστήματα Patriot, αλλά αν θέλουμε να πάμε να αγοράσουμε νέα συστήματα Patriot, πιστεύω – θα με διορθώσει ο υπουργός – ότι θα χρειαστούμε τέσσερα με πέντε χρόνια για να μπορέσουμε να προμηθευτούμε ένα τέτοιο σύστημα, πολύ απλά γιατί δεν υπάρχει η παραγωγική δυνατότητα. Οι ευρωπαϊκές δυνατότητες είναι περιορισμένες, το Ισραήλ είναι μία χώρα, με την οποία έχουμε μία στρατηγική συμμαχία και ενδεχομένως μπορεί πιο γρήγορα να μας παρέχει τέτοιες δυνατότητες. Αν, όμως, τα συστήματα αυτά κατασκευάζονται και στην Ελλάδα, αυτό μας δίνει άλλες δυνατότητες να μπορούν οι ελληνικές εταιρείες να διεκδικήσουν τέτοιου είδους προμήθειες και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Και θέλω να συγχαρώ το υπουργείο για το γεγονός ότι μέσα από το ΕΛΚΑΚ, το Ελληνικό Κέντρο Ανάπτυξης και Καινοτομίας, ήδη γίνονται κάποια σημαντικά πρώτα βήματα για το πώς θα μπορέσουμε να αναπτύξουμε το οικοσύστημα των νεοφυών επιχειρήσεων γύρω από την άμυνα. Διότι σήμερα, όπως σας είπα, δεν είναι μόνο οι μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες αυτού του κόσμου, που πρωταγωνιστούν σε αυτό το νέο θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων και στις προμήθειες, που χρειάζονται για να καλύψουν τις ανάγκες των κρατών μελών. Πολλές νεοφυείς επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να παίξουν αυτό τον ρόλο, αξιοποιώντας ειδικά την τεχνητή νοημοσύνη, για να παρέχουν τέτοιου είδους φτηνές λύσεις σε χώρες, οι οποίες θα είναι διατεθειμένες να συνάψουν τέτοια συμβόλαια. Το anti-drone σύστημα Κένταυρος, το οποίο ήδη έχει τοποθετηθεί σε ελληνικά πλοία, είναι ακριβώς ένα τέτοιο παράδειγμα του τι μπορούμε να πετύχουμε στην πατρίδα μας, τι μπορούν να πετύχουν οι Έλληνες μηχανικοί, οι Έλληνες επιχειρηματίες και πώς μπορούμε να συνεργαστούμε, ελληνικό κράτος – υπουργείο Εθνικής Άμυνας με αυτό το οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων, που θέλει ουσιαστικά να επενδύσει στον τομέα της άμυνας. Ο τρίτος άξονας αφορά τη διαρκή υποστήριξη των συστημάτων, τα οποία έχουμε ήδη προμηθευτεί. Ακούγεται πάρα πολύ ελκυστικό και πολιτικά ωραίο να αγοράζουμε, να προμηθευόμαστε καινούρια οπλικά συστήματα, όμως, γνωρίζουμε ότι τα συστήματα αυτά είναι εξαιρετικά ακριβά και πολυδάπανα κι αν δεν έχουμε φροντίσει από τώρα για τη συντήρησή τους, δύο πράγματα μπορεί να συμβούν: είτε θα βρεθούμε μπροστά σε δυσάρεστες δημοσιονομικές εκπλήξεις στο μέλλον – κάτι το οποίο δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε, είτε θα καταλήξουμε να έχουμε οπλικά συστήματα, τα οποία θα λειτουργούν για λίγα χρόνια και μετά θα περιέρχονται σε απραξία. Αυτό δεν πρόκειται να το επιτρέψουμε. Γι’ αυτό κι ένα σημαντικό κομμάτι του προϋπολογισμού του υπουργείου κατευθύνεται ακριβώς σε τέτοιου είδους υποστηρικτικές δράσεις ‘follow on support’, ακριβές από τη φύση τους, γιατί αυτή είναι η μορφή αυτών των συμβάσεων υποστήριξης, πλην όμως απολύτως απαραίτητων. Επιδεικνύουμε έτσι και τον στοιχειώδη σεβασμό στα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων, τα οποία δαπανήθηκαν για πανάκριβα εξοπλιστικά προγράμματα. Θέλω, επίσης, να επαναλάβω την υποστήριξή μου στη δύσκολη πολιτικά πρωτοβουλία του υπουργείου Εθνικής Άμυνας για την αναδιάταξη των δυνάμεών μας, έτσι ώστε να μπορούμε να έχουμε εκείνες τις δυνάμεις εκεί, όπου πρέπει να τις έχουμε και να έχουμε ικανοποιητικές διαθεσιμότητες σε εκείνες τις μονάδες, οι οποίες είναι απολύτως κρίσιμες. Καταλαβαίνω γιατί αυτό μερικές φορές μπορεί να προκαλεί μια μικρή αναταραχή στις τοπικές κοινωνίες, είναι μια πρωτοβουλία, όμως, απολύτως απαραίτητη για το νέο στρατό, το νέο ναυτικό, τη νέα αεροπορία, την οποία οραματιζόμαστε και μια πρωτοβουλία, την οποία στηρίζω απόλυτα. Για να ολοκληρώσω, οι καιροί αλλάζουν, και αλλάζουν δραματικά. Έχουμε ένα χρέος να συμβαδίζουμε με τα προτάγματά τους. Πολύ περισσότερο καθώς είμαστε μια χώρα, που μπορεί να είναι μικρή σε έκταση, αλλά είναι πολύ μεγάλη σε γεωπολιτική σημασία. Κυρίως, όμως, είναι μια χώρα με μεγαλύτερες φιλοδοξίες – τονίζω – όχι επιθετικές, αλλά σταθερά αποτρεπτικές. Γιατί σε μια ασταθή διεθνή συγκυρία, οφείλουμε να διατηρήσουμε την εσωτερική μας σταθερότητα εδραιωμένοι στην εθνική μας κυριαρχία. Και έτσι, η αμυντική μας πολιτική αποκτά τόσο υπαρξιακά όσο και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά. Όπως είπα στην αρχή, δεν μπορεί να υπάρξει ευημερία χωρίς ασφάλεια και κυριαρχία. Όπως και δεν μπορεί να υπάρχει ασφάλεια, χωρίς χρηματοδότηση από μία δυναμική οικονομία. Θα ήταν αδύνατον να μπορέσουμε να εξασφαλίσουμε στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας τους πόρους, που σήμερα έχει στη διάθεσή του για να κάνει αυτό τον μακροχρόνιο σχεδιασμό, εάν δεν είχε αναταχθεί πλήρως η δημοσιονομική εικόνα της χώρας, αν η οικονομία μας δεν αναπτυσσόταν, έτσι όπως αναπτύσσεται και αν δεν είχαμε πια κερδίσει τη δημοσιονομική σταθερότητα, η οποία αποτελούσε πάντα το ζητούμενο για την πατρίδα μας τα δύσκολα χρόνια της κρίσης. Και, βέβαια, αυτό το οποίο άλλοτε αποκαλούσαμε άμυνα, σημαίνει πολλά περισσότερα από τη φύλαξη των συνόρων. Περιλαμβάνονται πλέον σε αυτό πολύπλευρες υβριδικές απειλές, είτε αυτές έχουν τη μορφή οργανωμένων μεταναστευτικών ροών είτε έχουν τη μορφή κυβερνοεπιθέσεων είτε τη μορφή εκστρατειών παραπληροφόρησης, με συχνό στόχο τη χειραγώγηση των πολιτών μιας κοινωνίας. Γι’ αυτό και έχει μια σημασία ότι την επιτελική ευθύνη για την παρακολούθηση αυτών των σύνθετων υβριδικών απειλών, δίπλα στο αρμόδιο υπουργείο, θα την έχει και η Γραμματεία Εθνικής Ασφάλειας, αναβαθμίζοντας τον Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας ουσιαστικά σε μία μικρή, ευέλικτη αλλά οργανωμένη δομή υπό την προσωπική μου παρακολούθηση. Σκοπός μας είναι στη διάρκεια των επόμενων ετών η Ελλάδα πια να μπορεί να διαθέτει ένα από τα πιο προηγμένα αμυντικά συστήματα της Ευρώπης στην πράξη, ως μέρος σαφώς της Ατλαντικής Συμμαχίας. Είμαστε χώρα-μέλος του Νato, τιμούμε τις συμμαχίες μας. Έχουμε μία στρατηγική συμμαχία με τις Ηνωμένες Πολιτείες, την οποία και θα τιμήσουμε, αλλά ταυτόχρονα είμαστε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ελλάδα θα μπορέσει να αποτελέσει έναν κεντρικό βραχίονα της ευρωπαϊκής στρατηγικής άμυνας στον 21ο αιώνα. Εξάλλου, η Ελλάδα ήταν μία χώρα, που πάντα δαπανούσε – και τις δύσκολες εποχές – άνω του 2% του ΑΕΠ της για την άμυνα. Σήμερα είμαστε πολύ πάνω από το όριο αυτό – και προφανώς αυτή η δυνατότητά μας να δαπανούμε περισσότερο στην άμυνα, μας καθιστά και κρίσιμους παίκτες σε αυτή τη συζήτηση για τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας. Αυτός ο μακροχρόνιος προγραμματισμός, λοιπόν, προφανώς δεν μπορεί να αποτελεί μόνο υπόθεση μιας παράταξης. Είναι εθνικά αναγκαίο να εδράζεται στον κοινό παρονομαστή μιας στοιχειώδους – εκεί τουλάχιστον μπορεί να επιτευχθεί – εθνικής συνεννόησης. Είναι ενδιαφέρον ότι στον κρίσιμο τομέα αυτόν δεν έχω δει ουσιαστικές προτάσεις από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Θα αναμένω με ενδιαφέρον τη σημερινή συζήτηση, έτσι ώστε να επιχειρήσουμε τουλάχιστον να καταλήξουμε σε κάποιες συνθέσεις, οι οποίες θα είναι και εθνικά επωφελείς. Τις αμέσως επόμενες μέρες ο υπουργός στην αρμόδια Επιτροπή θα μιλήσει πολύ πιο αναλυτικά για τους άξονες αυτού του προγράμματος, το οποίο ουσιαστικά βάζει τη χώρα στο δικό μας πατριωτικό μονοπάτι της ευθύνης, της αυτοπεποίθησης, της αποφασιστικότητας. Όταν ο Θουκυδίδης έγραφε ‘οι καιροί ου μενετοί’ αναφερόταν στον πόλεμο. Το ίδιο, όμως, ισχύει και στην ειρήνη. Οι περιστάσεις δεν περιμένουν. Οφείλουμε να τις αδράξουμε, αναλαμβάνοντας το τίμημα και το κόστος της ελευθερίας και της κυριαρχίας, προκειμένου η Ελλάδα να παραμείνει ισχυρή σε έναν αβέβαιο πλανήτη. Αλλά να συνεχίσει και απρόσκοπτα την πορεία της προς την πρόοδο, τιμώντας με αυτό τον τρόπο το ένδοξο παρελθόν της, διασφαλίζοντας το παρόν και χτίζοντας ένα πιο αισιόδοξο, πιο ασφαλές μέλλον.”
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Πρωτολογία Σ. Φάμελλου: “Συζητάμε σήμερα για ένα σαφέστατα κρίσιμο ζήτημα, την εθνική άμυνα και την ασφάλεια της χώρας, που συνδέεται άμεσα και αναπόσπαστα και με την εξωτερική πολιτική. Ένα ζήτημα, που δεν επιτρέπεται να το προσεγγίζουμε με μικροπολιτικές σκοπιμότητες, επιπόλαιες και ανεύθυνες επιλογές. Κύριε Μητσοτάκη, συγχωρέστε με, αλλά είναι ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό, που κάνετε εσείς. Επιχειρείτε με μια τέτοια συζήτηση να βρείτε διέξοδο στα αδιέξοδα που έχετε, να εργαλειοποιήσετε μία συζήτηση για την άμυνα, εκμεταλλευόμενοι τον πατριωτισμό των Ελλήνων και των Ελληνίδων και, σε ένα βαθμό, να βάλετε διλήμματα στην κοινωνία και να τη φοβίσετε, γιατί ψάχνετε να βρείτε μια οδό διαφυγής από τα αδιέξοδά σας. Θυμάμαι ότι αυτή την ανακοίνωση για τη σημερινή συζήτηση την κάνατε στην πρόταση δυσπιστίας, δεν την κάνετε με δική σας πρωτοβουλία, για να ξεφύγετε από τη λογοδοσία το κάνατε. Εμείς, λοιπόν, σας λέμε εκ των προτέρων: δεν σας έχουμε εμπιστοσύνη, κ. Μητσοτάκη, γιατί και στο θέμα της άμυνας, που συνδέεται με την εξωτερική πολιτική, έχουμε συνεχώς βήματα προς τα πίσω. Ζημιώνετε τη χώρα, θα το αποδείξω αυτό. Και το ερώτημα που μπαίνει είναι: Πόσο μια κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να ζημιώνει τη χώρα; Ξεκάθαρα, κυρίες και κύριοι βουλευτές, το ερώτημα είναι πόσο γρήγορα θα υπάρχει πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα; Διότι και στην εξωτερική πολιτική και στην άμυνα έρχεστε εδώ για να απολογηθείτε και να λογοδοτήσετε. Η τοποθέτησή σας θα έλεγα ότι ήταν μία τοποθέτηση προγραμματικών δηλώσεων του 2019. Ήρθατε να μας πείτε τι θα κάνετε. Είστε έξι χρόνια πρωθυπουργός. Δεν δικαιούστε να λέτε ότι τώρα θα αρχίσετε να επενδύετε στην έρευνα, την καινοτομία, τον προγραμματισμό, τις αμοιβές των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων. Όχι, πρέπει να μας πείτε γιατί δεν τα κάνατε έξι χρόνια όλα αυτά. Εμείς, από την άλλη μεριά, επειδή με σοβαρότητα και με ειλικρίνεια αντιμετωπίζουμε σταθερά, είτε από τη θέση της κυβέρνησης είτε της αντιπολίτευσης τα θέματα αυτά, θα τοποθετηθούμε σεβόμενοι και τον λαό και την ασφάλεια της χώρας και τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων. Θέμα πρώτο και πολύ σημαντικό: αποτελεσματική άμυνα χωρίς ισχυρή εξωτερική πολιτική δεν γίνεται. Η εξωτερική πολιτική πρέπει να έχει στρατηγική, που δεν έχετε, πρέπει να είναι πολυδιάστατη, να προλαμβάνει τα αδιέξοδα, για να μην τρέχουμε από πίσω και με εξοπλισμούς, και να κατοχυρώνει την Ελλάδα ως χώρα με πρωτοβουλίες ειρήνης. Επίσης, ασφαλής χώρα σημαίνει ότι έχεις ταυτόχρονα ισχυρή οικονομία, εισόδημα, ισχυρή κοινωνία και ισχυρή δημοκρατία. Σε όλα αυτά τα πεδία, κύριε πρωθυπουργέ, κάνετε βήματα προς τα πίσω. Μπαίνει, λοιπόν, ένα ερώτημα: πόσο μπορεί να είναι η χώρα ασφαλής όταν είναι η κοινωνία αδύναμη και ευάλωτη; Η χώρα μας γεωπολιτικά αντιμετωπίζει πράγματι απειλές και προκλήσεις από την Τουρκία. Η τουρκική ηγεσία έχει υιοθετήσει μια αναθεωρητική εξωτερική πολιτική με προκλήσεις στο Αιγαίο, διαρκή αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας, αναθεωρητική λογική της ‘γαλάζιας πατρίδας’ σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο, την απειλητική διακήρυξη του casus belli, την παράνομη εισβολή και κατοχή στην Κύπρο. Η κυβέρνησή σας, όμως, από το 2019 ακολουθεί μια υποχωρητική πολιτική στα θέματα αυτά, χωρίς στρατηγική, ενώ η Τουρκία ενισχύει τη διεθνή της θέση, παρότι έχετε πει το αντίθετο στις τοποθετήσεις σας, βλέπουμε να αναπτύσσει και γεωπολιτική επιρροή. Σαφέστατα εκ τούτου χρειαζόμαστε ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα. Αλλά δεν επιτυγχάνονται όλα αυτά όταν δεν έχεις και ισχυρή αποτρεπτική εξωτερική πολιτική. Όταν το Ορούτς Ρέις το φέρνει ο άνεμος στα παράλια της Ρόδου και όταν σταματούν οι έρευνες για το καλώδιο έξω από την Κάσο. Γιατί αυτά, κύριε πρωθυπουργέ, είναι ντε φάκτο αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας. Και αυτά συνέβησαν επί δικής σας διακυβέρνησης. Και οφείλω να πω ότι και η απουσία του κ. Γεραπετρίτη από μια τέτοια ολοκληρωμένη κουβέντα είναι σημαντική σήμερα. Η κυβέρνησή σας, παρά τα ελλείμματα στην εξωτερική πολιτική, αντί να ενισχύει την αποτρεπτική ικανότητα της χώρας, με προγραμματισμό, με στρατηγική, και για το προσωπικό και για την αμυντική βιομηχανία και για τις προμήθειες, έχει επιλέξει μια πολιτική, θα τολμήσω να το πω, άκριτων – γιατί πολλές φορές δεν προκύπτει από προγραμματισμό των επιτελείων – και πανάκριβων αγορών οπλικών συστημάτων, συχνά με αδιαφανείς διαδικασίες και χωρίς διαπραγμάτευση, και πολλές φορές για να ξεφύγετε από αδιέξοδα, δηλαδή ως εργαλεία επικοινωνίας. Επειδή έχετε δίπλα και τον κ. Δένδια, ρωτήστε παρακαλώ τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, επειδή το διαφημίσατε στην πρωτολογία σας, πού βρίσκεται εκείνο το σκανδαλώδες αεροπορικό κέντρο εκπαίδευσης της Καλαμάτας; Λειτουργεί; Εκπαιδεύονται τα στελέχη της ελληνικής αεροπορίας; Είναι ενεργή η σύμβαση, και τελικά ποιος είναι ο οικονομικός απολογισμός για τη χώρα; Δεύτερο ζήτημα: Αναφερθήκατε στο καθυστερημένο Ελληνικό Κέντρο Αμυντικής Καινοτομίας. Μάλιστα. Και αυτό καθυστερημένο. Πέστε μου σας παρακαλώ πολύ, γιατί η χώρα δεν τα πάει καλά στην έρευνα και στην καινοτομία; Γιατί παραιτήθηκαν 8 από τα 15 μέλη του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Καινοτομίας; Γιατί τα ελλείμματα, που έχετε στο πεδίο της ουσιαστικής επένδυσης τα είδαμε και πρόσφατα με τον αποτυχημένο ανασχηματισμό του υφυπουργού Έρευνας, που έκατσε για μία μέρα στην κυβέρνησή σας. Αλλά, επειδή έχει συνάφεια και με τη σημερινή μας συζήτηση, θέλω να σας ρωτήσω, κ. πρωθυπουργέ, ο υφυπουργός Ενέργειας, ο κ. Τσάφος, παραμένει ακόμα στη θέση του; Παρότι είχε αναγνωρίσει σε δημόσιες τοποθετήσεις του το ψευδοκράτος των κατεχόμενων της Κύπρου; Και η ερώτηση είναι συγκεκριμένη: το τι πιστεύει κάποιος για το διεθνές δίκαιο, για την παράνομη κατοχή στην Κύπρο, έχει να κάνει με το από ποιον πληρώνεται, από το αν είναι επαγγελματικό στέλεχος σε εταιρεία ή στέλεχος στην κυβέρνηση της Ελλάδας; Και δεν είναι επικίνδυνο αυτό για τη διαπραγματευτική ισχύ και τα εχέγγυα απέναντι στη χώρα μας; Εφόσον, όμως, θέλετε να μιλήσουμε για τον αμυντικό προγραμματισμό της χώρας μας, θα σας θέσω κι άλλες συγκεκριμένες ερωτήσεις. Κύριε πρωθυπουργέ, τι έγινε επί της κυβερνήσεώς σας στο Στεφανοβίκειο; Ποια ήταν η ζημιά στον αμυντικό εξοπλισμό; Γιατί δεν υπήρχαν τα απαραίτητα μέτρα προστασίας και πρόληψης, παρότι οι μετεωρολόγοι είχαν ανακοινώσει το φαινόμενο; Τι έγινε στην Αγχίαλο, κύριε πρωθυπουργέ; Για ποιον λόγο υπήρχε αυτό το σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας σε ένα υψίστης σημασίας αεροδρόμιο της πολεμικής μας αεροπορίας; Γιατί υπήρξαν αυτές οι ακραίες καταστροφές και οι ζημιές; Πόσα πτητικά μέσα είναι σήμερα ενεργά μετά από αυτό, που συνέβη στο Στεφανοβίκειο; – και αναφέρομαι στα ελικόπτερα και την αεροπορία στρατού. Πόσα C-130 είναι σήμερα λειτουργικά; Εμείς αυτή η συζήτηση θέλουμε να γίνει, και περιφρουρημένα, το σημειώνω εξαρχής. Πότε θα μας δώσετε εξηγήσεις για την καταστροφική αποστολή στη Λιβύη; Από πού ξεκίνησαν οι εντολές γι’ αυτόν τον τρόπο ανάπτυξης της συγκεκριμένης αποστολής, χωρίς σχεδιασμό; Γιατί είχαμε απώλειες ανθρώπινων ζωών, δεν ήταν μια απλή αποτυχία. Τηρήθηκαν οι διαδικασίες και οι κανόνες ασφαλείας; Δεν είναι απλά ένα τροχαίο. Πέντε ανθρώπινες ζωές, μια τραγική απώλεια χωρίς αποκάλυψη της αλήθειας – και αυτή. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας διαφημίζει την Ατζέντα 2030, την περιφέρει ως τίτλο, αλλά δεν έχει να πει τίποτα συγκεκριμένο. Και το αποτέλεσμα, αν δείτε πίσω από τις λέξεις και συγκεκριμένα τι περιγράφει, είναι η αποδυνάμωση των ενόπλων δυνάμεων, η μείωση δαπανών, η μείωση λειτουργιών και το κριτήριο της οικονομικής βιωσιμότητας. Σήμερα, που η Τουρκία καλύπτει το 60% των αμυντικών της αναγκών από τη δική της εγχώρια βιομηχανία που αναπτύσσεται, για ποιο λόγο η δική μας αμυντική βιομηχανία αποδυναμώνεται; Τολμήσατε να πείτε ότι σήμερα εσείς επενδύετε στην ελληνική αμυντική βιομηχανία, ενώ ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Γιατί και η ελληνική αεροπορική βιομηχανία – χθες ήμουν εκεί – και τα ελληνικά αμυντικά συστήματα, που είχα πάει πριν λίγους μήνες, αποδυναμώνονται και απαξιώνονται από την πολιτική σας εδώ και έξι χρόνια. Και θέλετε να πούμε και πιο συγκεκριμένα; – γιατί προσπάθησε να κάνει το άσπρο μαύρο, λες και είμαστε ακόμα στο 2019. Στα ΕΑΣ, στον Υμηττό, με τα μάτια μου είδα την απαξίωση του εξοπλισμού, την ερημιά στα μηχανοστάσια μιας επιχείρησης, που μπορεί να παίξει ουσιαστικό ρόλο στον εξοπλισμό των ενόπλων δυνάμεων. Και επειδή είπατε χονδροειδή ψέματα για το 2019, θέλω να σας πω εδώ συγκεκριμένα ότι το 2019 τα ΕΑΣ είχαν πωλήσεις 31 εκατ. ευρώ. Πέστε μου τι έχει γίνει με τη δική σας κυβέρνηση. Ανακοινώσατε το κλείσιμο του εργοστασίου στον Υμηττό και μέχρι σήμερα δεν έχετε κάνει τίποτα, ούτε για την ενίσχυση της παραγωγής, ούτε για τη μετεγκατάσταση των γραμμών παραγωγής, ούτε για νέα μηχανήματα. Έχετε κάνει μόνο μία προβληματική για τη χώρα συμφωνία με τη σλοβακική εταιρεία. Αυτός είναι ο απολογισμός σας. Χάνετε σημαντική τεχνογνωσία στην ελληνική αμυντική βιομηχανία. Το ίδιο συνάντησα χθες, στην επίσκεψή μου στην ελληνική αεροπορική βιομηχανία (ΕΑΒ). Θέλω να σας θυμίσω – γιατί είπατε ψέματα – ότι την περίοδο της χρεωκοπίας της χώρας, το 2015-2019, εμείς είχαμε αναλάβει πρωτοβουλίες ώστε η αναβάθμιση των F-16, των Block 52 σε Viper, να γίνει στην ΕΑΒ και χθες είδα αυτό το έργο να υλοποιείται. Εσείς, όμως, τι έχετε κάνει; Χθες συνάντησα τον κ. Διακόπουλο, πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο. Θα τον ξέρετε, και εσείς πρωθυπουργέ πολύ καλά, και εσείς υπουργέ. Γιατί; Γιατί ήταν σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας στον κ. Μητσοτάκη, που έφυγε στην κρίση του Ορούτς Ρέις. Τον ρώτησα, λοιπόν, συγκεκριμένα: Θα μπορούσε η ΕΑΒ να έχει ρόλο, αντικείμενο, στην προμήθεια των Ραφάλ; Η απάντησή του ήταν ναι. Το ερώτημα είναι, εσείς τι κάνατε γι’ αυτό; Τι διαπραγμάτευση κάνατε ώστε να εξασφαλιστεί ότι η χώρα θα έχει αντικείμενο στις μεγάλες αμυντικές συμφωνίες; Θυμίζω ότι εμείς και στις φρεγάτες και στα Ραφάλ είχαμε μπει στον προγραμματισμό, είχαμε ψηφίσει θετικά, γιατί ακούγονται και διάφορα παραμύθια περί πατριωτισμού. Και τι μάθαμε; Ότι η ΕΑΒ θα διεκδικήσει ρόλο – θα – προσέξτε το, στη συζήτηση για τον θόλο. Γιατί τη συζήτηση την κάνετε με ξένες εταιρείες για απευθείας αναθέσεις, χωρίς να στηρίζεστε στον προγραμματισμό των δαπανών και της καινοτομίας, στο ελληνικό δυναμικό. Αυτό είναι το πρόβλημα σας, κύριε Μητσοτάκη. Και όλα αυτά στο φως της ημέρας, όχι κάτω απ’ το τραπέζι. Εμείς πιστεύουμε ότι οι ελληνικές εταιρείες, τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων, το ελληνικό επιστημονικό δυναμικό, έχουν τη δυνατότητα και για την καινοτομία και για την ανάληψη έργου. Εσείς, όμως, προχωρήσατε σε ένα εξοπλιστικό πρόγραμμα 16 δις, χωρίς να έχετε σύνδεση με την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα στοιχεία, η συμμετοχή είναι της τάξης κάτω του 5%, με αποτύπωμα στο ΑΕΠ της τάξεως του 0,7%. Αυτή είναι η φροντίδα σας για την άμυνα της χώρας, κύριε Μητσοτάκη; Τώρα, λέει, θα ξεκινήσουν, υπόσχεται, για να καλύψουν την αδυναμία τους. Τι κάνατε έξι χρόνια, όμως; Απέξω η ελληνική αμυντική βιομηχανία. Μόνο στα λόγια. Και έρχεστε σήμερα εδώ να επιχειρηματολογήσετε για την καθυστέρηση σε απόδοση εξοπλισμού. Και είπατε για τους Patriot. Κύριε Μητσοτάκη, υπάρχει και ένα ερώτημα: Γιατί δεν γυρίζουν οι Patriot από τη Σαουδική Αραβία, αφού υπάρχει ένα τέτοιο θέμα; Ας πάω, όμως, σε ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο, επειδή αναφερθήκατε στην αποτρεπτική ικανότητα των ενόπλων δυνάμεων, ξέρετε ότι ο πολλαπλασιαστής ισχύος είναι οι άνδρες και οι γυναίκες των ενόπλων δυνάμεων, εκείνες και εκείνοι που με αυταπάρνηση υπηρετούν την πατρίδα. Εσείς, όμως, υποτιμάτε τις ανάγκες των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και, μάλιστα, έχετε τροποποιήσει αρνητικά, εις βάρος των στελεχών, το νομικό και θεσμικό πλαίσιο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ–ΠΣ, που τους έδινε πάρα πολλές δυνατότητες και εργαλεία και βελτίωνε την ποιότητα ζωής και την υπηρεσία τους. Και τα καταργήσατε. Τους αφαιρέσατε δυνατότητες. Συνάντησα και μίλησα με πολλά στελέχη αυτές τις ημέρες. Ξεχνάτε ότι είναι εργαζόμενοι και εργαζόμενες. Ότι έχουν πρόβλημα και στο πεδίο της στέγασης και στο πεδίο της υγείας. Γιατί και στη στέγη και στα στρατιωτικά νοσοκομεία η κυβέρνησή σας έχει τεράστιο πρόβλημα. Και το δικό τους εισόδημα εξανεμίζεται μέσα στον μήνα. Εξαγγείλατε πριν λίγες ημέρες δήθεν αυξήσεις. Έξι χρόνια τους ξεχάσατε και τώρα πάτε να καλύψετε τα ελλείμματά σας με εξαγγελίες. Είναι το γνωστό ξαναζεσταμένο φαγητό των παροχών στο μισθολόγιο. Όμως, αυτές είναι αυξήσεις, που έχουν νομοθετηθεί από το 2023 σε πάρα πολύ μεγάλο ποσοστό και είναι και ελάχιστες. Προφανώς η ουσιαστική αύξηση των μισθών, να το ξεκαθαρίσουμε, δεν πρέπει να αφορά μόνο τα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων. Όχι. Πρέπει να αφορά όλους τους εργαζόμενους στα θέματα ασφάλειας, όλους τους εργαζόμενους στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Έτσι κάνουμε παρεμβάσεις προς όφελος της εργασίας, χωρίς διακρίσεις. Εδώ, λοιπόν, υπάρχει ένα ερώτημα: Γιατί δεν παίρνετε θετική στάση στο διατυπωμένο με τροπολογία αίτημά μας για 13ο και 14ο μισθό, ώστε να υπάρχει πραγματική αύξηση των εισοδημάτων και δικαιοσύνη, όσον αφορά τους εργαζόμενους σε όλο τον δημόσιο τομέα, συμπεριλαμβανομένης και της αμυντικής βιομηχανίας; Για ποιο λόγο; Οι συλλογικές συμβάσεις των εργαζομένων, σε όλο τον ιδιωτικό τομέα, έτσι ώστε να υπάρχει πραγματικά εισόδημα και ευημερία; Γιατί είπα, και είναι ξεκάθαρο για εμάς στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ότι χωρίς ισχυρή κοινωνία, ισχυρό εισόδημα και ισχυρή οικονομία δεν μιλάμε για ασφάλεια στη χώρα. Είναι ένα και το αυτό. Όμως, υπάρχει και ένα άλλο μεγάλο θέμα. Τι γίνεται με τις αποχωρήσεις των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων; Διότι εμείς θέλουμε να έχουμε καλό εξοπλισμό, αλλά θέλουμε να υπάρχουν στελέχη να μπορούν να στελεχώνουν όλο αυτό τον εξοπλισμό και τα μέσα, που θέλουμε η χώρα μας να προμηθευτεί. Για ποιο λόγο το 2024 υπήρξε ρεκόρ αποχωρήσεων, για παράδειγμα στο Πολεμικό Ναυτικό; Για ποιο λόγο υπήρξαν αποχωρήσεις, που ήταν το άθροισμα για μία χρονιά των προηγούμενων δύο; Για ποιο λόγο υπάρχει αυτή η μεγάλη έξοδος στελεχών από τις ένοπλες δυνάμεις, κύριε Δένδια και κύριε Μητσοτάκη, για ποιο λόγο; Για ποιο λόγο υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στις σχολές, όπου έχουμε μείωση των εισακτέων στους πρωτοετείς, που φτάνει στο 25%, 22% στην Ευελπίδων και 42% στη Ναυτικών Δοκίμων; Γιατί έχει πέσει δραματικά η κάλυψη των θέσεων εισακτέων; Με ποια στελέχη θα κατορθώσει το Πολεμικό Ναυτικό να στελεχώσει τα πλοία, που έχουμε παραγγείλει και έχουμε συμφωνήσει και έχουμε ψηφίσει; Άμυνα χωρίς στελέχη δεν υπάρχει. Τα στελέχη είναι η ραχοκοκαλιά της χώρας και δεν είναι θέμα για χαμόγελα αυτό. Για μας η προάσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής ανεξαρτησίας είναι θεμέλιος λίθος για τη χώρα μας. Συνδέεται πρώτα απ’ όλα με την ειρήνη. Γι’ αυτή δεν μιλήσατε σήμερα, κύριε Μητσοτάκη. Η μεγαλύτερη επένδυση στο μέλλον και την ασφάλεια της χώρας είναι η ειρήνη και η σταθερότητα. Συνδέεται, επίσης, με την πρόοδο και την ασφάλεια των επόμενων γενεών. Γι’ αυτό εμείς στηρίζουμε την ουσιαστική ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας των ενόπλων δυνάμεων με υψηλό αίσθημα ευθύνης. Και έρχομαι στο κρίσιμο ζήτημα του νέου στρατηγικού σχεδίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Rearm 2030, που ο κ. Μητσοτάκης διαφημίζει ως δική του προσωπική επιτυχία. Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν είναι επιτυχία να προχωράς σε μία κούρσα εξοπλισμών γιατί απέτυχες να υπερασπιστείς την ειρήνη και την ευημερία των λαών της Ευρώπης. Όχι κύριε Μητσοτάκη, αυτό δεν είναι επιτυχία, και αφορά και εσάς προσωπικά, μάλιστα χωρίς στρατηγική για την ελληνική βιομηχανία. Κούρσα εξοπλισμών χωρίς την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Είναι έλλειμμα, κύριε Μητσοτάκη. Είναι μεγάλο έλλειμμα και είναι δικό σας έλλειμμα γιατί και εσείς συμμετείχατε σε αυτό τον σχεδιασμό και την αποτυχία της ηγεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και εδώ προκύπτει ένα ερώτημα: Πώς μπορείς να εμπιστευθείς μία πολιτική ηγεσία, που έχει κάνει τόσα λάθη και μας οδηγεί τελικά σε βεβιασμένες αποφάσεις, που επιτείνουν τα λάθη, πιστεύοντας ότι τώρα θα λύσει τα προβλήματα, που η ίδια δημιούργησε; Γίνεται αυτό, κυρίες και κύριοι βουλευτές της συμπολίτευσης; Με υπέρογκο κόστος και για τους πολίτες και για τη χώρα; Ποιο είναι το μεγάλο πρόβλημα της Ευρώπης, κύριε Μητσοτάκη; Είναι στρατιωτικό ή πολιτικό; Δεν είναι αλήθεια ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επεδίωξε και δεν κατόρθωσε να έχει στρατηγική αυτονομία έναντι των ΗΠΑ; Σύρθηκε, και τα προηγούμενα χρόνια, δεν αναφέρομαι μόνο τώρα, πίσω από το άρμα των Ηνωμένων Πολιτειών χωρίς στρατηγική; Και τώρα, με την ηγεσία Τραμπ, οδηγείται σε νέα αδιέξοδα, κάνοντας σπασμωδικές επιλογές, πρόχειρες, που κοστίζουν ακριβά και θέτουν ερωτήματα και για την ειρήνη αλλά και την ευημερία των πολιτών. Κυρίες και κύριοι της ΝΔ, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ανέλαβε σοβαρό διαμεσολαβητικό ρόλο για την εκεχειρία και τον τερματισμό της παράνομης και καταδικαστέας ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Επικεντρώθηκε, εκ της αδυναμίας της, σε μια αντιρωσική υστερία, κάνοντας υπόκλιση στις επιλογές των ΗΠΑ, χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει τις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής. Και τώρα, κύριε Μητσοτάκη, θέλω μια απάντηση σε αυτό: Δέχεστε να συζητήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση για πυρηνικούς εξοπλισμούς; Θέλω μια απάντηση, κύριε Μητσοτάκη. Θέλω στην τοποθέτησή σας να πείτε ποια είναι η θέση της Ελλάδας για τον πυρηνικό εξοπλισμό της Ευρώπης. Γιατί οι πυρηνικοί εξοπλισμοί δεν βελτίωσαν ποτέ την πρόοδο και την ευημερία, δεν υπερασπίστηκαν ποτέ την ειρήνη και έφεραν την ανθρωπότητα κοντά στον πυρηνικό όλεθρο. Μια απάντηση γι’ αυτό τουλάχιστον την οφείλουμε. Δεν μπορείτε να μένετε αδιάφορος. Η θέση μας είναι ξεκάθαρη: η Ελλάδα πρέπει να πρωτοστατήσει στο εγχείρημα για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και στη χειραφέτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το Νato, με τη συγκρότηση κοινής εξωτερικής πολιτικής και κοινής πολιτικής άμυνας και ασφάλειας, με στόχους και με προτεραιότητες. Κύριε Μητσοτάκη, αυτή ήταν πάντα η θέση της αριστεράς, και ψευδώς αναφερθήκατε στο δίλημμα: κανόνια ή βούτυρο, το οποίο διαβάζω ότι το χρησιμοποίησε μέχρι και ο Γκέμπελς. Εμείς πιστεύουμε στην ενιαία πολιτική, εξωτερική και για την ασφάλεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εσείς δεν το υλοποιήσατε εδώ και έξι χρόνια, και αυτό είναι συστατικό στοιχείο της δικής μας άποψης, με ουσιαστική προστασία των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κύριε Μητσοτάκη, από κάθε απειλή, συμπεριλαμβανομένης και της Τουρκίας. Εμείς αυτό θέλουμε να διατυπωθεί στα κείμενα της Ευρώπης και θέλουμε εξωτερική πολιτική για ασφάλεια και ειρήνη, που θα μειώνει και θα αποτρέπει τις εντάσεις. Να σας υπενθυμίσω, παραδείγματος χάρη, κύριε πρωθυπουργέ, τι έγινε όταν υπογράφαμε εμείς τη Συμφωνία των Πρεσπών; Όταν εμείς κάναμε μια συμφωνία για να υπάρχει συνεργασία, ασφάλεια και να μειωθούν οι εντάσεις στα Βαλκάνια, για να μην χρειάζεται να ενισχύουμε εξοπλισμούς, εσείς τι κάνατε; Παριστάνατε τον Μακεδονομάχο και μας αποκαλούσατε εθνική εξαίρεση. Αλλά εμείς επενδύαμε και στην ασφάλεια και στην ειρήνη με αυτή την πρωτοβουλία. Εμείς δεν είμαστε κατά των εξοπλισμών, αρκεί αυτοί να υπηρετούν την άμυνα της πατρίδας μας, στη βάση ενός σχεδιασμού, σε συνδυασμό με μια εθνική στρατηγική για την εξωτερική πολιτική, που πρέπει να είναι διεκδικητική και φιλειρηνική. Γιατί σήμερα συζητάμε για εξοπλισμούς και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη; Γιατί έχετε αποτύχει στην εξωτερική πολιτική, κύριε Μητσοτάκη, και πληρώνουμε αυτό το κόστος. Εμείς δείξαμε έμπρακτα την περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, την περίοδο της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, το 2015–2019, πώς μπορεί η Ελλάδα να εφαρμόσει μια ενεργητική, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, που να προωθεί τα εθνικά συμφέροντα και να δίνει και τις κατάλληλες απαντήσεις στην Τουρκία και στον κύριο Ερντογάν. Στον αντίποδα, εσείς, τώρα, με αυτή τη θολή και επικίνδυνη ΙΧ, ιδιωτικής χρήσης εξωτερική πολιτική, με την έλλειψη στρατηγικής, μετά και τη Διακήρυξη των Αθηνών, την οποία ο κ. Ερντογάν εργαλειοποίησε προς όφελος της Τουρκίας, εσείς τι κερδίσατε; Εμείς ως Ελλάδα τι έχουμε κερδίσει; Ποια στρατηγική έχουμε μετά την υπογραφή της; Δεν έχουμε καμμία στρατηγική, κύριε Μητσοτάκη, και γι’ αυτό βρισκόμαστε συνεχώς σε αδιέξοδο. Όλες αυτές οι αποτυχίες, είναι η δική σας επικίνδυνη παρακαταθήκη στην εξωτερική πολιτική. Μια εξωτερική πολιτική, χωρίς πυξίδα και χωρίς αφήγημα απέναντι στη ‘γαλάζια πατρίδα’. Μια εξωτερική πολιτική χωρίς έρμα, σε ένα πράγματι δύσκολο διεθνές περιβάλλον και αβέβαιο, από μια κυβέρνηση, που δεν αξιοποιεί ούτε τη θέση, που έχουμε τώρα ως μη μόνιμο μέλος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, που δεν αναλαμβάνετε μια σοβαρή ειρηνευτική πρωτοβουλία για την Ουκρανία και το παλαιστινιακό, στην Ευρώπη των δύο μέτρων και δύο σταθμών. Γιατί για εμάς είναι το ίδιο και η παράνομη κατοχή στην Κύπρο και η παράνομη κατοχή στην Ουκρανία. Αυτό είναι το λάθος, το οποίο κάνετε. Αυτή είναι η ξεκάθαρη κριτική, που ασκούμε εμείς. Και αυτό είναι κάτι το οποίο σας χρεώνουμε, κύριε Μητσοτάκη. Το Rearm EU, το Readiness, δημιουργεί ελλείμματα και στο εθνικό επίπεδο, γιατί δεν περιλαμβάνει στρατηγική για την ελληνική αμυντική βιομηχανία. Επειδή αφήνετε άλλα κράτη να ωφελούνται, και αναφέρομαι ειδικά στην Τουρκία, θέλω να είμαι ξεκάθαρος. Όλα αυτά τα χρόνια μετράτε λάθη στην εξωτερική πολιτική, αλλά ειδικά όσον αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι πολύ κρίσιμα. Θα πω ορισμένα θέματα: θαλάσσια πάρκα, τα εξαγγείλατε, πού βρίσκονται; Θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός: θα πληρώσουμε εκατομμύρια ευρώ πρόστιμο, κύριε Μητσοτάκη; Η προσφυγή στη Χάγη γιατί σταμάτησε; Εσείς το ανακοινώσατε, κύριε Μητσοτάκη, ενώ επιτρέψατε, όπως είπα, να καρπωθεί οφέλη η Τουρκία. Και τώρα, μία αναθεωρητική χώρα, που δεν σέβεται το διεθνές δίκαιο και αμφισβητεί δικά μας κυριαρχικά δικαιώματα, κάθεται στο τραπέζι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διεκδικεί, προγραμματίζει, να εισπράξει πόρους από τα λεφτά των Ευρωπαίων πολιτών. Κύριε Μητσοτάκη, σ’ αυτό πρέπει να απαντήσετε. Θα ενισχύσει τη γεωπολιτική της ισχύ; Γι’ αυτό το λέω ξεκάθαρα: εδώ που φέρατε τα πράγματα, είστε επικίνδυνοι. Θέλετε να εμπιστευτούμε, λοιπόν, μια συζήτηση για νέους εξοπλισμούς με αυτά τα στοιχεία; Πράγματι, είμαστε σε ένα πολύ δύσκολο νέο περιβάλλον, κύριε Μητσοτάκη, με τεκτονικές αλλαγές, το οποίο επιτείνει την ανησυχία και την αμφισβήτηση στην κυβέρνησή σας. Άλλαξαν τα δεδομένα από την παράνομη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, και με την εκλογή Τραμπ. Αλλά στην περίπτωση της Ουκρανίας, η Ελλάδα ως χώρα που στηρίζει το διεθνές δίκαιο, έπρεπε να σταθεί αλληλέγγυα στον ουκρανικό λαό, αλλά ταυτόχρονα να διαφυλάξει και τα δικά της συμφέροντα. Το κάνατε, κύριε Μητσοτάκη; Η κυβέρνηση προχώρησε σε επιζήμιες κινήσεις και πολλές φορές πολύ πιο έντονα και διαφορετικά από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αυτό τώρα έχει δημιουργήσει σοβαρά ερωτήματα. Πρώτα απ’ όλα, με σημαντικά στοιχεία για τον αμυντικό εξοπλισμό της χώρας, που χρήζει συντήρησης, αναβάθμισης και διαχείρισης. Επίσης, υπάρχει ένα ερώτημα, για την αποστολή βαρέως οπλισμού στην Ουκρανία, χωρίς καμμία ενημέρωση, χωρίς σχεδιασμό, χωρίς αναπλήρωση των αποθεμάτων. Ρωτάμε: ποιο ήταν το κόστος των αποστολών αυτών στην Ουκρανία; Απομακρύνθηκε εξοπλισμός από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και του Έβρου; Αναπληρώθηκε; Γιατί δεν επένδυσε η κυβέρνηση σε ειρηνευτικές διαδικασίες, στην αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας, υγειονομικού υλικού, νοσοκομειακού; Και τι κερδίσατε τελικά, κύριε Μητσοτάκη, συρόμενος πίσω από τις πολιτικές των ΗΠΑ, οι οποίες τώρα αλλάζουν, στην περίπτωση της Ουκρανίας; Τελικά είμαστε εκτεθειμένοι, δυστυχώς, περισσότερο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, και ψάχνετε για αλλαγή τακτικής. Το 2019 η δική μας κυβέρνηση σας παρέδωσε μια πατρίδα με ισχυρές συμμαχίες και ισχυρή γεωπολιτική ισχύ. Και τι κάνατε εσείς; Διαρκώς μας απομονώνετε. Πού ήταν η Ελλάδα στη Διάσκεψη στο Παρίσι για το μέλλον της Ουκρανίας; Πού είναι η Ελλάδα στη συζήτηση για τους Meteor, που θα προμηθευτεί η Τουρκία; Το Ηνωμένο Βασίλειο διοργάνωσε διάσκεψη χωρίς εμάς, αλλά συζητάει για τα Eurofighter με την Τουρκία. Θέλει να τα προμηθεύσει. Aπό πολλές σοβαρές διεθνείς συναντήσεις για το μέλλον της Ευρώπης λείπει η Ελλάδα, κύριε Μητσοτάκη. Το μόνο που σας έχει μείνει, και αυτό πολύ κρίσιμο, είναι να τρέχετε πίσω από τον Ισραηλινό πρωθυπουργό, τυχοδιωκτικά, μέσα στα αδιέξοδα, που εσείς δημιουργήσατε, όλα τα αδιέξοδα των διεθνών σχέσεων, συν το θέμα του καλωδίου. Επισκεφθήκατε την Ιερουσαλήμ, αποθεώσατε τον κύριο Νετανιάχου, που έχει διεθνές ένταλμα σύλληψης, δεν είδατε τον Παλαιστίνιο πρόεδρο, και δεν τολμήσατε να πείτε μια κουβέντα για την εκεχειρία, για την ειρήνη, για την προστασία της ζωής στη Γάζα, τη γενοκτονία. Για πείτε, όμως, εφόσον συζητήσατε για τον θόλο, που γνωρίζουμε ότι απαιτεί ισχυρό και ασφαλές δίκτυο επικοινωνιών και αδιάβλητο σύστημα στρατιωτικών πληροφοριών, πώς θα το εξασφαλίσετε αυτό στην Ελλάδα, κύριε Μητσοτάκη, που όταν ήσασταν εσείς κυβέρνηση, η ΕΥΠ παρακολουθούσε την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και τον σύμβουλό σας Εθνικής Ασφάλειας; Πώς γίνεται, κύριε Μητσοτάκη, να είστε τόσο ανεπαρκής και ταυτόχρονα τόσο επικίνδυνος; Σκοπεύατε τότε, θυμίζω, να εξάγετε σε άλλες χώρες το Predator, με την άδεια του κ. Σμυρλή, του διευθυντή της ΝΔ, που καθόταν εδώ σε αυτά τα έδρανα. Και μιλάτε για σύστημα και επιτήρηση ασφάλειας, κύριε Μητσοτάκη. Μια απάντηση να δώσετε παρακαλώ για τις υποκλοπές και την παρακολούθηση της ηγεσίας του στρατού. Τη χρειαζόμαστε. Πόσα λάθη, κύριε Μητσοτάκη μπορεί να αντέξει η Ελλάδα από τις δικές σας καταστροφικές επιλογές; Και τώρα έχουμε και το έλλειμμα της Ευρώπης να προστίθεται σε όλα τα παραπάνω, αυτής της ανεπαρκούς εξωτερικής πολιτικής, της λάθος στρατηγικής, χωρίς να αντιμετωπίζει στη ρίζα τους τα προβλήματα και τώρα να αλλάζει προσανατολισμό σαν ένα τρελό εκκρεμές. Δυστυχώς, κύριε Μητσοτάκη, αυτή είναι η κληρονομιά σας. Η τυφλή και αδιαφανής εμπλοκή της χώρας, ουρά και των Βρυξελλών και των Ηνωμένων Πολιτειών και στο ουκρανικό και χωρίς στρατηγική απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις. Η συρρίκνωση του γεωπολιτικού αποτυπώματος στα Βαλκάνια. Γιατί; Γιατί ήσασταν φοβικοί και πατριδοκάπηλοι στο θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η προτεραιότητα στη στρατιωτικοποίηση δεν λύνει το πρόβλημα της ασφάλειας. Έρχεται σε αντίθεση με άλλες ανάγκες των πολιτών, με το πρόβλημα της φτώχειας, της κοινωνικής συνοχής, της ανισότητας, της μη πρόσβασης στα δημόσια αγαθά. Η έμφαση στην ευρωπαϊκή άμυνα, που φαίνεται λογική μπροστά στα αδιέξοδα, τα οποία η Ευρώπη δημιούργησε, αποκρύπτει μια βαθύτερη πραγματικότητα. Είναι μια κοντόφθαλμη στρατιωτικοποίηση, που μπορεί και ανησυχούμε ότι αποτελεί εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής για τις ισχυρότερες χώρες, αλλά και μέσο ώστε να βγάλουν υπερκέρδη μονοπώλια των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών στο πεδίο των αμυντικών εξοπλισμών. Σε αυτό μας οδηγείτε. Δεν είμαστε κατά των εξοπλισμών. Το έχουμε αποδείξει και με την ψήφο μας, με θαρραλέες επιλογές, αλλά εσείς δεν είστε συνεπείς και όλο και περισσότερο γίνεστε επικίνδυνοι. Άλλο η προστασία της άμυνας της χώρας κι άλλο μια κούρσα εξοπλισμών. Είμαστε σαφώς απέναντι στο σχέδιο Φον ντερ Λάιεν γιατί κόβει πολύτιμους πόρους από τη συνοχή της χώρας, της Ευρώπης, την περιφερειακή ανάπτυξη και ανοίγει τον δρόμο για νέο δανεισμό και επηρεάζει αρνητικά τις κοινωνικές και αναπτυξιακές δαπάνες. Και σοβαρό πρόβλημα έχουμε για τη διαφάνεια των εξοπλισμών, αλλά και για το σχέδιο της Λευκής Βίβλου, που βάζει χέρι στα μετοχικά ταμεία του στρατού και των άλλων φορέων. Να το πούμε κι αυτό. Και έχουμε σοβαρό προβληματισμό για το ποια είναι η στρατηγική της Ευρώπης και ποια σύνορα θα υπερασπίζονται αυτοί οι εξοπλισμοί. Επιπλέον, έχουμε σοβαρές ενστάσεις για τη συνεργασία και τη συμμετοχή της Τουρκίας. Θέλουμε να μας πείτε αν θα συμμετέχει στην ευρωπαϊκή άμυνα και στο τραπέζι αυτό η Τουρκία. Είναι δυνατόν να διαλύετε την εγχώρια αμυντική βιομηχανία και να δέχεστε τη συμμετοχή της Τουρκίας; Ως ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πιστεύουμε ότι ήρθε η ώρα για μια πολυδιάστατη και φιλειρηνική εξωτερική πολιτική, με σκοπό την υπεράσπιση του εθνικού συμφέροντος και των πάγιων εθνικών θέσεων για την προάσπιση της ειρήνης. Από εκεί ξεκινάμε. Ήρθε η ώρα να βγάλουμε την Ελλάδα απ’ την απομόνωση, στην οποία την έχετε θέσει και να πρωτοστατήσουμε, σε συνεννόηση με τις υπόλοιπες προοδευτικές δυνάμεις, με έμφαση στην ειρήνη, τη διπλωματία και μια Ευρωπαϊκή Ένωση δημοκρατική, κοινωνική και οικολογική. Η άμυνα είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήνουμε σε μικροκομματικές σκοπιμότητες, που εσείς θέτετε ως προτεραιότητα. Χρειαζόμαστε σοβαρή αμυντική πολιτική, σοβαρή, πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική για την ασφάλεια και τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας μας. Είναι ώρα για αλλαγή κυβέρνησης στην Ελλάδα, για να έχουμε την Ελλάδα, που μας αξίζει. Τα αδιέξοδα, που έχετε δημιουργήσει σίγουρα δεν αξίζουν στην πατρίδα μας. Για τους λόγους αυτούς, για την ασφάλεια και γεωπολιτική ισχύ της χώρας μας, πρέπει το συντομότερο, κύριε Μητσοτάκη, να φύγετε από την κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός με εκλογές να αποφασίσει και για το μέλλον του και για την ασφάλεια της πατρίδας μας.”
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.





