psych * analytica

S. Freud: “O πολιτισμός πηγή δυστυχίας”

Στη μελέτη του ‘Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας – H δυσφορία μέσα στον πολιτισμό’ (1929-’30 / μετάφραση: Γιώργος Σαγκριώτης, εκδόσεις Μίνωας, Μάιος 2015) ο Sigmund Freud ασχολείται με τον ασυμφιλίωτο ανταγωνισμό ανάμεσα στις απαιτήσεις των επιθετικών ορμών [Ιd = Αυτό / το πιο αρχέγονο μέρος του ασυνείδητου, έμφυτο και ζωώδες, διέπεται από την αρχή της ευχαρίστησης] και τους περιορισμούς, που επιβάλλει ο πολιτισμός. “Αρχικά ο S. Freud συσχέτισε τα καταστροφικά ένστικτα με τη σεξουαλικότητα και αργότερα, με την ανάγκη της επιβίωσης και ελέγχου του περιβάλλοντος, ώσπου τελικά, τα συνέδεσε με το ένστικτο του θανάτου.”, εξηγεί στον πρόλογο ο Ματθαίος Γιωσαφάτ.

Σύμφωνα με την ανάλυση του S. Freud (σελ. 59): “Η λέξη ‘πολιτισμός’ χαρακτηρίζει γενικά το σύνολο των επιτευγμάτων και των ρυθμίσεων, που κάνουν τη ζωή μας να διακρίνεται από εκείνη των προγόνων μας, δηλαδή των ζώων και υπηρετούν δύο σκοπούς: την προστασία του ανθρώπου από τη φύση και τη ρύθμιση των σχέσεων των ανθρώπων μεταξύ τους.”

(σελ. 69) “(…) Η μετέπειτα πορεία της πολιτισμικής εξέλιξης μοιάζει να τείνει στο να πάψει το δίκαιο να αποτελεί την έκφραση της θέλησης μιας μικρής κοινότητας – κάστας, πληθυσμιακού στρώματος, φύλου – η οποία θα συμπεριφέρεται και πάλι προς τις άλλες μάζες, που θα είναι πιθανόν ευρύτερες, ως βίαιο άτομο. Το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι ένα δίκαιο, στο οποίο θα έχουν συνεισφέρει όλοι – τουλάχιστον όσοι είναι ικανοί για την κοινότητα – με τις ορμικές τους θυσίες και το οποίο δεν θα αφήνει κανέναν να γίνει θύμα ωμής βίας.”

(σελ. 115) “Ποια μέσα χρησιμοποιεί ο πολιτισμός προκειμένου να αναστείλει την επιθετικότητα, με την οποία έρχεται αντιμέτωπος και ίσως να την εξουδετερώσει; Τι συμβαίνει στο άτομο ώστε να καταστεί αβλαβής η επιθετική του όρεξη; Κάτι το πολύ παράξενο, που δεν θα το είχαμε μαντέψει και, παρ’ όλα αυτά, είναι πολύ εύλογο. Η επιθετικότητα ενδοβάλλεται, εσωτερικεύεται – στην πραγματικότητα όμως, στέλνεται πίσω εκεί απ’ όπου ήρθε, στρέφεται δηλαδή εναντίον του ίδιου του Εγώ. Εκεί την αναλαμβάνει ένα τμήμα του Εγώ, το οποίο αντιπαρατίθεται στο υπόλοιπο Εγώ, ως Υπερεγώ [= έδρα των κοινωνικών και ηθικών αξιών, κανόνων, τρόπων συμπεριφοράς, των ιδανικών] και επιδεικνύει πλέον ως ‘συνείδηση’ εναντίον του Εγώ την ίδια αυστηρή επιθετική ετοιμότητα, την οποία ευχαρίστως θα ικανοποιούσε το Εγώ πάνω σε άλλα, ξένα άτομα. Την ένταση μεταξύ του άτεγκτου Υπερεγώ και του Εγώ, που υποτάσσεται σε αυτό [προσπαθώντας να συγκεράσει τις αντικρουόμενες τάσεις μέσα του ώστε να γίνει κυρίαρχος κυβερνήτης της ψυχικής ζωής] την ονομάζουμε συνείδηση ενοχής· η εξωτερίκευσή της είναι η ανάγκη τιμωρίας. Ο πολιτισμός αντιμετωπίζει, λοιπόν, την επικίνδυνη επιθετική τάση του ατόμου εξασθενίζοντάς την, αφοπλίζοντάς την, αναθέτοντας την επιτήρησή της σε μια αρχή στο εσωτερικό του, η οποία μοιάζει με κατοχική δύναμη σε μια κατακτημένη πόλη.”

(σελ.116, 7) “(…) Διακρίνεται μια ξένη επιρροή· αυτή είναι που ορίζει τι πρέπει να ονομάζεται καλό και κακό. Καθώς το ίδιο το αίσθημά του δεν θα τον είχε οδηγήσει στον ίδιο δρόμο, ο άνθρωπος πρέπει να έχει κάποιο κίνητρο για να υποταχθεί σε αυτή την ξένη επιρροή. Το κίνητρο αυτό μπορεί να εντοπιστεί εύκολα στην αδυναμία και στην εξάρτηση του ανθρώπου από τους άλλους, το καλύτερο δε είναι να χαρακτηριστεί άγχος απώλειας της αγάπης, ‘κοινωνικό άγχος’. Όταν ο άνθρωπος χάνει την αγάπη του άλλου, από τον οποίο είναι εξαρτημένος, τότε χάνει επίσης την προστασία από κάποιους κινδύνους – προπάντων εκτίθεται στον κίνδυνο να του αποδείξει ο εν λόγω υπέρτερος την ανωτερότητά του με τη μορφή της τιμωρίας. Γι’ αυτό και δεν έχει πολλή σημασία αν έχουμε ήδη κάνει το κακό ή θέλουμε μόνο να το κάνουμε· και στις δύο περιπτώσεις, ο κίνδυνος παρουσιάζεται μόλις το ανακαλύψει η αυθεντία, η οποία θα συμπεριφερόταν με παρόμοιο τρόπο και στις δύο περιπτώσεις. Ονομάζουμε αυτή την κατάσταση ‘ένοχη συνείδηση’.”

(σελ. 118, 9) “Μια μεγάλη αλλαγή επέρχεται όταν η αυθεντία εσωτερικευθεί μέσω της οικοδόμησης ενός Υπερεγώ. Με αυτό τον τρόπο, τα συνειδησιακά φαινόμενα αίρονται σε μια ανώτερη βαθμίδα, και κατά βάση, μόνο τότε θα έπρεπε να κάνουμε λόγο για συνείδηση και αίσθημα ενοχής. Τώρα εκλείπει και το άγχος της ανακάλυψης και – μάλιστα πλήρως – η διαφορά ανάμεσα στη διάπραξη και την πρόθεση διάπραξης του κακού, διότι τίποτε δεν μπορεί να κρυφτεί από το Υπερεγώ, ούτε και αυτές οι σκέψεις. Πάντως, η κατάσταση έχει πάψει πλέον να είναι πραγματικά σοβαρή, διότι η νέα αυθεντία, το Υπερεγώ, δεν έχει, καθώς πιστεύουμε, κίνητρο να κακομεταχειριστεί το Εγώ, με το οποίο είναι στενά συνδεδεμένη. (…) Το Υπερεγώ βασανίζει το αμαρτωλό Εγώ με τα ίδια συναισθήματα άγχους και καραδοκεί για ευκαιρίες προκειμένου να επιτρέψει την τιμωρία του από τον εξωτερικό κόσμο.”

(σελ. 131) “(…) Το αίσθημα ενοχής είναι η έκφραση της σύγκρουσης, που προκύπτει από την αμφιθυμία, του αιώνιου αγώνα μεταξύ του έρωτα (eros / life drive) και της ορμής του θανάτου (thanatos / death drive) ή της καταστροφής. Η σύγκρουση αυτή πυροδοτείται μόλις τίθεται στους ανθρώπους το καθήκον της συμβίωσης.”

Ο S. Freud καταλήγει με την ελπίδα, η αγάπη για τον συνάνθρωπο, τη συλλογικότητα και όσα μας ενώνουν να υπερισχύσουν των διαλυτικών τάσεων (σελ. 153, 4): “Tο πεπρωμένο του ανθρώπινου είδους εναπόκειται στο, αν και σε ποιο βαθμό, θα κατορθώσει η εξέλιξη του πολιτισμού του να ελέγξει τη διασάλευση της κοινής ζωής, που προκαλεί η ορμή καταστροφής και αυτοεξόντωσης. Όσον αφορά αυτό, ειδικά η σημερινή εποχή παρουσιάζει ίσως ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Οι άνθρωποι (…) το γνωρίζουν, εξού και ένα μεγάλο μέρος της σημερινής τους ανησυχίας, της δυστυχίας, του άγχους τους. Και τώρα μπορούμε να προσδοκούμε ότι η άλλη εκ των δύο ‘ουράνιων δυνάμεων’, ο αιώνιος Έρως, θα προσπαθήσει να επιβληθεί στον αγώνα με τον εξίσου αθάνατο αντίπαλό του. Ποιος μπορεί, όμως, να γνωρίζει το αποτέλεσμα και την έκβαση;”

Comments are closed.

0 %