politis

James Green: Θάνατος στο Haymarket – Η έκρηξη του εργατικού κινήματος στο Σικάγο

Ο James Green (1944-2016), καθηγητής Iστορίας και Εργασίας στο πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης στο βιβλίο του “Θάνατος στο Χέιμαρκετ – Η έκρηξη του εργατικού κινήματος στο Σικάγο, που κλόνισε τη ‘χρυσή εποχή’ της Αμερικής” (σε μετάφραση Δημήτρη Φωτόπουλου, εκδόσεις Καστανιώτη, 2008) μεταφέρει τα γεγονότα της Πρωτομαγιάς του 1886. Οι nytimes.com σημείωσαν με την αφορμή του θανάτου του πως αυτό που είχε μάθει ήταν ότι: οι ιστορικές αφηγήσεις μπορούν να κάνουν περισσότερα από το να δικαιώνουν την ανάμνηση παλιών αγώνων – βοηθούν τους πολίτες να σκεφτούν τον εαυτό τους ως ιστορικές μορφές, που όπως όσοι προηγήθηκαν, έχουν κρίσιμες επιλογές να κάνουν”.

o James Green / Harry Brett, University of Massachusetts, Boston, nytimes.com

o James Green / Harry Brett, University of Massachusetts, Boston, nytimes.com

Πρόλογος > (σελ. 9) “ΤΟ ΛΑΜΠΕΡΟ ΕΚΕΙΝΟ ΠΡΩΙΝΟ, της 5ης Μαΐου του 1886, με τον ήλιο να ξεπροβάλλει πάνω από τη λίμνη Μίσιγκαν, έμελλε να μείνει βαθιά χαραγμένο στη μνήμη των κατοίκων του Σικάγου. Στα ανατολικά, τα βάθη του γαλάζιου ορίζοντα κρύβονταν πίσω από μαύρα φορτηγά-τρένα, φορτωμένα με μπαμπάκι από το Δέλτα του Μισισιπί, ξυλεία από τα πευκοδάση του Τέξας και μαλακό κάρβουνο από το νότιο Ιλινόις – όλα απαραίτητες πρώτες ύλες για την εκρηκτική βιομηχανική ανάπτυξη στη δεκαετία του 1880. Οι επιχειρηματίες, που πήγαιναν στη δουλειά τους, μέσω της λεωφόρου Μίσιγκαν, από τη Νότια Πλευρά προς τα βόρεια, στο επιχειρηματικό κέντρο βρίσκονταν στο απόγειο μιας χρυσής δεκαετίας κερδών, με την καθαρή αξία των αγαθών, που παράγονταν στα μεγαλύτερα εργοστάσια της πόλης να έχει πολλαπλασιαστεί 27 φορές – 10 φορές ταχύτερα από τον μέσο ετήσιο μισθό.

Εκείνη την πρώτη Τετάρτη του Μαΐου, ατενίζοντας το πιο αχανές βιομηχανικό τοπίο του κόσμου προς τα δυτικά, παρατήρησαν κάτι το ασυνήθιστο: ένα καθαρό ουρανό πάνω από τον ορίζοντα των εύφορων πεδιάδων. Το πυκνό νέφος, που πάντα σκέπαζε την πόλη είχε εξαφανιστεί. Τα μόνα σημάδια βιομηχανικής δραστηριότητας έρχονταν από τις ψηλές τσιμινιέρες του τεράστιου εργοστάσιου ΜακΚόρμικ, δύο μίλια πιο πέρα, εκεί όπου απεργοσπάστες, με την προστασία της αστυνομίας του Σικάγου, κρατούσαν το εργοστάσιο σε λειτουργία. Πολλά άλλα ακόμα εργοστάσια και βιοτεχνίες παρέμεναν κλειστά αυτή την πέμπτη μέρα της γιγάντιας γενικής απεργίας, που είχε ξεκινήσει την Πρωτομαγιά, με αίτημα το οκτάωρο.

Mε την άφιξή τους στο κέντρο, οι βιομήχανοι με τα μαύρα κοστούμια (σελ. 10) είδαν τις καπνισμένες αποθήκες, κατά μήκος της οδού Στρέιτ μέχρι τον σταθμό Ντίερμπορν, να είναι ζωσμένες ολόγυρα με πλακάτ. Απεργοί φορτοεκφορτωτές είχαν πάρει στα χέρια τους τον έλεγχο του τεράστιου σιδηροδρομικού δικτύου, μπλοκάροντας τις εμπορικές συναλλαγές ανάμεσα στις πολιτείες. Σε συμπαράσταση, οι κλειδούχοι αρνούνταν να αφήσουν τα τρένα να μπουν στην κεντρική γραμμή έχοντας έτσι ακρωτηριάσει τον μεγαλύτερο μεταφορέα εμπορευμάτων του Σικάγου, τους σιδηροδρόμους Μπέρλινγκτον & Κουίνσι. Την ημέρα εκείνη τα τρένα συνέχιζαν να καταφθάνουν ξεφυσώντας, αλλά οι ατμομηχανές προσεγγίζοντας τα αμαξοστάσια, σταματούσαν με το εμπόρευμα να παραμένει ανεπίδοτο.

Πίσω, προς τη μεριά που ανέτειλε ο ήλιος, οι επιχειρηματίες έβλεπαν εκατοντάδες πλοία αγκυροβολημένα έξω από το λιμάνι. Οι καπετάνιοι των τροχήλατων ατμόπλοιων είχαν τις μηχανές ‘κράτει’ και οι ναύτες στις σκούνες της λίμνης είχαν μαζέψει τα πανιά, μετά από τις οδηγίες των πανικόβλητων πλοιοκτητών. Αμέτρητες ποσότητες σταριού και ξυλείας περίμεναν να φορτωθούν και τόνοι πολύτιμου σιδήρου και ανθρακίτη να ξεφορτωθούν, όμως η ανοιξιάτικη πρόοδος των θαλάσσιων μεταφορών είχε χαθεί μέσα στην καταιγίδα των απεργιών, που σάρωναν την πόλη. Οι πλοιοκτήτες, ανήσυχοι για την ασφάλεια των πλοίων τους, δεν αποτολμούσαν να πλεύσουν προς τη νότια προκυμαία του ποταμού Σικάγο για να ξεφορτώσουν στη βιομηχανική ζώνη, επειδή εξαγριωμένοι απεργοί – στην πλειοψηφία τους Βοημοί ξυλεργάτες – είχαν καταλάβει τις υπαίθριες αποθήκες απειλώντας να πυρπολήσουν με την πρώτη ευκαιρία τις ξύλινες βάρκες τους και τις στοίβες της στεγνής ξυλείας.

Το απεργιακό κύμα έφτασε ακόμα και στα τεράστια αμαξοστάσια στο πρότυπο προάστιο, που είχε χτίσει ο Τζωρτζ Πούλμαν εννιά μίλια έξω από το βιομηχανικό Σικάγο, όπου η πείνα και η απόγνωση είχαν δηλητηριάσει τις σχέσεις (σελ. 11) μεταξύ των βιομηχάνων και των εργατών τους – κάτι που οδηγούσε συχνά σε απεργίες, ανταπεργίες και ταραχές. (…)

Φτάνοντας στο κέντρο, οι άντρες αυτοί συνήθιζαν να σταματούν για να αγοράσουν το πρωινό φύλλο της Chicago Daily Tribune, την εφημερίδα των επιχειρηματιών, όπως η ίδια υποστήριζε. Όμως, αυτή την Τετάρτη 5 Μαΐου τις άρπαζαν ανυπόμονα, γιατί είχαν κυκλοφορήσει φήμες για ταραχές στη Δυτική Πλευρά κατά την προηγούμενη νύχτα. (…) Μια βόμβα, που εκτοξεύτηκε σε έξι διμοιρίες αστυνομικών είχε βαρύ τίμημα: τουλάχιστον 50 αστυνομικοί είχαν τραυματιστεί, μερικοί ψυχορραγούσαν και ένας από αυτούς: ο Ματίας Ντίγκαν είχε αφήσει την τελευταία του πνοή στα χέρια των συναδέλφων του.

Οι ειδήσεις έλεγαν πως η βόμβα έσκασε μετά το τέλος της συγκέντρωσης, που είχαν οργανώσει οι σοσιαλιστές της πόλης το βράδυ της Τρίτης 4 Μαΐου, με στόχο να καταγγείλουν την αστυνομία, η οποία το προηγούμενο απόγευμα είχε σκοτώσει σε αψιμαχίες 4 απεργούς του εργοστασίου αλωνιστικών μηχανών ΜακΚόρμικ. Περίπου 1.500 άτομα είχαν συγκεντρωθεί για τη διαδήλωση, που ξεκίνησε στις 19:30 το απόγευμα εκείνης της Τρίτης, στην οδό Ντισπλέινς (σελ. 12), αρκετά κοντά στην οδό Ράντολφ, στο σημείο όπου ο δρόμος άνοιγε για να καταλήξει στο Χέιμαρκετ, ένα πολύβουο μέρος, όπου αγρότες πούλαγαν την παραγωγή της μέρας. Ο Όγκαστ Σπάις, ένας από τους ηγέτες των Γερμανών σοσιαλιστών της πόλης, είχε ανοίξει τη συγκέντρωση και, στη συνέχεια, παρουσίασε έναν άγνωστο αγκιτάτορα των εργατικών διεκδικήσεων, τον Άλμπερτ Πάρσονς, που μίλησε για μία περίπου ώρα.

Όταν ο τελευταίος ομιλητής ανέβηκε σε ένα κάρο για να την κλείσει, δεν είχαν απομείνει παρά 600 άτομα. Ο Σάμιουελ Φίλντεν, ένας γιγαντόσωμος αχθοφόρος, είχε ξεκινήσει προειδοποιώντας για τον προφανή επικείμενο κίνδυνο. Είπε στο πλήθος, που αποτελούταν κυρίως από Γερμανούς, Πολωνούς, Βοημούς και λίγους Αμερικανούς να προετοιμάζεται για το χειρότερο.

Ο Φίλντεν βρισκόταν προς το τέλος της ομιλίας του, όταν άρχισε να σχηματίζεται μια σκοτεινή σειρά αντρών, νότια της Ράντολφ, μπροστά από το αστυνομικό τμήμα της οδού Ντισπλέινς. Λίγα λεπτά αργότερα, η γραμμή κινούταν και όσοι βρίσκονταν στις παρυφές της συγκέντρωσης σιγοψιθύρισαν: ‘αστυνομία’. Οι πυκνές διμοιρίες των 176 αστυνομικών κατέβαιναν τον δρόμο γρήγορα και με βήμα στρατιωτικό.

Όταν η πρώτη σταμάτησε μπροστά στο κάρο, ο επικεφαλής φώναξε δυνατά απευθυνόμενος στον Φίλντεν: ‘Εν ονόματι του νόμου σας διατάζω να διαλυθείτε.’ Και τότε, ήρθε ‘η απάντηση’. Χωρίς καμιά προειδοποίηση, ‘κάτι σαν μια μικρή ρουκέτα εκτοξεύτηκε ξαφνικά από το πλήθος, που βρισκόταν στο ανατολικό πεζοδρόμιο’. Βγάζοντας μια κόκκινη φλόγα, διένυσε έξι με επτά μέτρα στον αέρα πριν πέσει καταμεσής του δρόμου, μεταξύ των αστυνομικών. Η βόμβα έμεινε στο έδαφος για κάποια δευτερόλεπτα και κατόπιν ‘εξερράγη με τρομακτική δύναμη σείοντας κτήρια και σκορπίζοντας (σελ. 13) τον πανικό ανάμεσα στους αστυνομικούς’. Η έκρηξη τους συντάραξε και πριν καλά καλά προλάβουν να συνέλθουν, μια άλλη συγκλονιστική σκηνή άρχισε να ξεδιπλώνεται, καθώς ‘οι αναρχικοί και οι ταραξίες εξαπέλυσαν έναν καταιγισμό σφαιρών προς την αστυνομία’.

Οι τελευταίοι έβγαλαν αμέσως τα πιστόλια τους και πυροβολούσαν ασταμάτητα για δύο περίπου λεπτά, με τον σκοτεινό ουρανό πάνω από τον δρόμο να αστράφτει από τις λάμψεις των εκπυρσοκροτήσεων. Όταν σταμάτησαν οι πυροβολισμοί, οι πολίτες προσπάθησαν να κινηθούν προσεκτικά, αλλά αυτό που αντιμετώπισαν ήταν και νέα πυρά από την αστυνομία.

Μέσα σε μια νύχτα, τα γεγονότα του Χέιμαρκετ έγιναν το μεγαλύτερο γεγονός μετά τη δολοφονία του Λίνκολν, 20 χρόνια νωρίτερα.

(σελ. 14) Οι δημοσιογράφοι στρίμωξαν τελικά τον επιθεωρητή Τζων Μπόνφιλντ, που είχε δώσει την εντολή για επίθεση. ‘Οι κομμουνιστές σπέρνουν ζιζάνια εδώ και καιρό’, και επομένως, η αστυνομία προβλέποντας ‘τις σατανικές προθέσεις της συγκέντρωσης στο Χέιμαρκετ’ είχε συγκεντρώσει από την προηγούμενη νύχτα όλη τη δύναμη της πόλης στο τμήμα της οδού Ντισπλέινς. Όταν άρχισε η διαδήλωση, ο επιθεωρητής έστειλε αστυνομικούς με πολιτικά να διεισδύσουν στο πλήθος και να τον ενημερώσουν, σε περίπτωση που οι παρεμβάσεις θα εξελίσσονταν εμπρηστικά. ‘Μόλις οι ομιλητές παρότρυναν σε στάση και σφαγή’ προκειμένου να πάρουν εκδίκηση για τους απεργούς, που είχαν σκοτωθεί στο εργοστάσιο ΜακΚόρμικ, ο επιθεωρητής έδωσε τη μοιραία διαταγή για επίθεση.

(σελ. 16) H βομβιστική ενέργεια στο Χέιμαρκετ επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους για μια βίαιη ταξική σύγκρουση, που φώλιαζαν στην ψυχή των ευκατάστατων κατοίκων της πόλης από το 1877, όταν κατά τη διάρκεια της απεργίας των σιδηροδρομικών περισσότεροι από 100 εργάτες και πολίτες είχαν σκοτωθεί από αστυνομικούς και εθνοφρουρούς.

(σελ. 17) Ο εκτραχηλισμός των αστυνομικών είχε ως αποτέλεσμα 3 νεκρούς διαδηλωτές, ένα κύμα υστερίας εν μέσω του οποίου παραβιάστηκαν από αστυνομία και εισαγγελία πολιτικά δικαιώματα, μιαν εντυπωσιακή δίκη-σόου των 8 εργατών, που κατηγορήθηκαν ως ένοχοι για τη βομβιστική ενέργεια και την ευρεία δημοσιότητα, που πήρε ο απαγχονισμός 4 αναρχικών (George Engel, Adolph Fischer, Albert Parsons και August Spies), οι οποίοι καταδικάστηκαν για ‘το έγκλημα του αιώνα’. Το επιστέγασμα ήταν η όλη υπόθεση του Χέιμαρκετ – που διήρκεσε από τις 4 Μαΐου του 1886 μέχρι τις 11 Νοεμβρίου του 1887, όταν τα άψυχα κορμιά των αναρχικών αιωρήθηκαν από την αγχόνη στις φυλακές της Κομητείας Κουκ, να δημιουργήσει ‘ένα δράμα δίχως τέλος’, όπως επισήμανε ένας ιστορικός.

(σελ. 19) Στην ουσία, η έκρηξη και ο ‘κόκκινος τρόμος’, που επακολούθησε δημιούργησαν μιαν ατμόσφαιρα φόβου και μίσους, που θα κυριαρχούσε επί δεκαετίες και θα σφράγιζε τη μοίρα άλλων ριζοσπαστών μεταναστών – και ιδιαίτερα αυτή των Σάκο και Βαντσέτι. Η τραγωδία αυτών των δύο Ιταλών αναρχικών, που εκτελέστηκαν το 1927 θα αναβίωνε δραματικά, 40 χρόνια αργότερα, την υπόθεση της εκτέλεσης των αναρχικών του Χέιμαρκετ. Η δήλωση του Έντμουντ Ουίλσον για την υπόθεση Σάκο και Βαντσέτι και η σημασία της για την Αμερική του 20ού αιώνα ισχύει και για τους αναρχικούς του Χέιμαρκετ: ‘Αποκάλυψε όλη την ανατομία της αμερικανικής ζωής, με όλες τις τάξεις, τα επαγγέλματα και τις απόψεις, αλλά και το σύνολο των μεταξύ τους σχέσεων, θέτοντας όλα σχεδόν τα θεμελιώδη ερωτήματα για το πολιτικό και το κοινωνικό μας σύστημα.’

Η υπόθεση Χέιμαρκετ αρνείται να πεθάνει, γιατί συγκεντρώνει πολλά βασανιστικά ερωτήματα σχετικά με τις αιτίες μιας βίαιης σύγκρουσης, με τα όρια της ελευθερίας του λόγου, την απόδοση δικαιοσύνης σε δίκες με την κατηγορία της συνωμοσίας και την ορθότητα της θανατικής ποινής και σχετικά με τη μεταχείριση των μεταναστών – κυρίως όσων γεννήθηκαν εκτός Αμερικής, από την αστυνομία, τις εφημερίδες και τα δικαστήρια. Και αυτό που προβλημάτισε, ίσως περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο, ήταν πως η υπόθεση Χέιμαρκετ – ένα επεισόδιο χωρίς προηγούμενο στον 19ο αιώνα – αμφισβήτησε την εικόνα της Αμερικής ως μιας αταξικής κοινωνίας ελεύθερης και δίκαιης για όλους.

(σελ. 21) Η πόλη ήταν τόσο διχασμένη, που ο κυβερνήτης του Ιλινόις, Ρίτσαρντ Τζ. Όγκλεσμπι δεν μπορούσε να φανταστεί πώς θα μόνιαζαν και πάλι οι κάτοικοι, όπως τότε, όταν είχε φτάσει στο Σικάγο μιαν άλλη Πρωτομαγιά, του 1865 και είδε τον λαό του να στέκει κατά χιλιάδες κάτω από τη βροχή, ενωμένος στην κοινή αδικία. Το αργόσυρτο τρένο, που ήρθε εκείνο το μελαγχολικό πρωινό ήταν στολισμένο με σημαίες και μαύρα κρέπια, μεταφέροντας τη σορό του παλιού του φίλου, Αβραάμ Λίνκολν, του ξυλοκόπου.”

Κεφάλαιο 1: ‘Επιτέλους σε κοινό μέτωπο’ > (σελ. 24) “Μετά τη διαδρομή μέσα από τους αγρούς με τα καλαμπόκια και τις μικρές πόλεις μέσα στα λιβάδια, που ο Λίνκολν είχε επισκεφθεί – τόσο ως δικηγόρος όσο και ως υποψήφιος, το τρένο με το νεκρό βρέθηκε στο Σπρίνγκφιλντ. Η σορός (σελ. 25) του προέδρου θάφτηκε την επόμενη μέρα στο νεκροταφείο Όουκ Ριτζ. Στη νεκρολογία του μνημονευόταν ο πρόσφατος Εμφύλιος Πόλεμος ως ένας ‘μνημειώδους σημασίας αγώνας για την ανθρώπινη ελευθερία… όχι μόνο γι’ αυτήν τη Δημοκρατία, όχι μόνο για την Ένωση, αλλά για το αν οι άνθρωποι, ως λαοί είναι καταδικασμένοι από τη μοίρα… να σκύβουν το κεφάλι σε τυράννους ή αριστοκράτες ή σε οποιαδήποτε ταξική ηγεμονία’.

Τα ‘4 εκατομμύρια σκλάβων, που αυτός ο μάρτυρας απελευθερωτής είχε χειραφετήσει’ ήταν, σύμφωνα με την Τribune, μια ανοικτή επιστολή προς την αθανασία του Λίνκολν. Ήταν, όμως, πια όλοι οι άνθρωποι εντελώς ελεύθεροι;

(σελ. 26) ‘Τι όφελος θα είχαμε ως έθνος’, αναρωτιόταν ο ηγέτης των εργατών Γουίλιαμ Χ. Σίλβις ‘αν η Ένωση και το Σύνταγμά της παρέμεναν εν ισχύ, αλλά βασικές δημοκρατικές αρχές παραβιάζονταν; Εάν οι μουντζουρωμένοι εργάτες και τα παιδιά του μόχθου με τα ροζιασμένα χέρια, που ψήφισαν τον Λίνκολν, καταλήξουν σκλάβοι της δουλειάς αντί για αυτοδίδακτοι πολίτες και παραγωγοί, τι θα απογίνει η Δημοκρατία;’”

Κεφάλαιο 2: ‘Ένας παράδεισος για εργάτες και κερδοσκόπους’ > (σελ. 38) “Με εύκολη πρόσβαση στις ανατολικές αγορές μέσω των Μεγάλων Λιμνών και στις δυτικές πολιτείες μέσω της Διώρυγας Ιλινόις και Μίσιγκαν μέχρι το Μισισιπί, οι επιχειρηματίες του Σικάγου απολάμβαναν ιδιαίτερων πλεονεκτημάτων έναντι όλων των άλλων ανταγωνιστών τους στην ευρύτερη περιοχή. Με το τέλος του Εμφυλίου, η πόλη τους ήταν ο δυτικός τερματικός σταθμός κάθε κύριας σιδηροδρομικής γραμμής ανατολικά του Μισισιπί. Όλοι οι ανατολικοί σιδηρόδρομοι είχαν προορισμό το Σικάγο και όλοι οι δυτικοί ξεκινούσαν (σελ. 39) απ’ αυτό. Οι Σιδηρόδρομοι Μπέρλινγκτον & Κουίνσι έκαναν τη σημαντική διαδρομή μέχρι την Όμαχα και την αχανή περιφέρεια της Νεμπράσκα του καλαμποκιού και της εκτροφής χοίρων, μια σύνδεση που σύντομα θα επεκτεινόταν μέχρι τον Ειρηνικό. Το αποτέλεσμα ήταν η πόλη να αποτελέσει ‘την κύρια αγορά για το χονδρεμπόριο όλων των μεσοδυτικών πολιτειών’ παίζοντας τον ρόλο του entrepot – του διαμετακομιστικού κέντρου – που συνέδεε τις ανατολικές αγορές με τις απέραντες ‘πλουτοπαραγωγικές δυτικές περιοχές’, σύμφωνα με τον ιστορικό Γουίλιαμ Κρόνον.

Με τις σιδερένιες ράγες να ξεκινούν από το Σικάγο, οι σιδηρόδρομοι εισήγαγαν σύγχρονες καπιταλιστικές επιχειρηματικές μεθόδους σε ολόκληρη την περιοχή, που είχαν τελειοποιηθεί στην πόλη της λίμνης Μίσιγκαν.”

Κεφάλαιο 3: ‘Ίσως να μην είμαστε πάντα τόσο ασφαλείς’ > (σελ. 51) “ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ του 1870, τα νέα από τον γαλλοπρωσικό πόλεμο αφορούσαν τη συγκλονιστική είδηση για την ήττα του γαλλικού στρατού στο Σεντάν και, κατόπιν, την αιχμαλωσία του Ναπολέοντα Γ’ και την πτώση της αυτοκρατορίας του.

Τον Σεπτέμβριο όλα τα βλέμματα στράφηκαν στο Παρίσι, όπου οι πολίτες έσπευσαν να πυκνώσουν τις γραμμές μιας εκδημοκρατισμένης εθνοφρουράς και να υπερασπιστούν την πόλη τους, που βρισκόταν σε πολιορκία. Όταν υπογράφηκε ανακωχή, τον Ιανουάριο του 1871, οι Παρισινοί την απέρριψαν και πλήθη λαού βάδισαν προς τη Βαστίλλη ανεμίζοντας την τρίχρωμη σημαία και το κόκκινο λάβαρο της Διεθνούς. Μέσα σε ένα μήνα ‘μια μυστηριώδης εξουσία έκανε αισθητή την παρουσία της’, καθώς σε όλη τη χώρα ξετρύφωσαν επιτροπές περιφρούρησης. Τον Μάρτιο, και ενώ όλα έδειχναν πως ο γαλλικός στρατός ήταν έτοιμος να αποκαταστήσει την τάξη, ο παρισινός λαός αρνιόταν να παραδώσει τα όπλα. Όταν, μάλιστα, οι στρατηγοί διέταξαν τον αφοπλισμό της παρισινής εθνοφρουράς, οι τελευταίοι έστρεψαν τα όπλα στους στρατηγούς τους. Οι κυβερνητικές δυνάμεις αποσύρθηκαν στις Βερσαλλίες, που αναγορεύτηκαν έδρα της προσωρινής κυβέρνησης και στις 28 Μαρτίου οι πολίτες δημιούργησαν μια ανεξάρτητη Παρισινή Κομμούνα.

(σελ. 53) Τα νέα της Κομμούνας φαίνονταν εξωτικά στην πλειοψηφία των Αμερικανών, ωστόσο ορισμένοι σχολιαστές αναρωτιόνταν κατά πόσο ένα τέτοιο φαινόμενο θα μπορούσε άραγε να κάνει την εμφάνισή του σε κάποια από τις μεγάλες τους πόλεις, όπως τη Νέα Υόρκη ή το Σικάγο, όπου ατέλειωτες ορδές φτωχών μεταναστών υιοθετούσαν ‘περίεργες απόψεις’ για την Αμερική και παρείχαν στέγη σε ‘ανατρεπτικά στοιχεία’.”

Κεφάλαιο 5: ‘Η αναπόφευκτη εξέγερση’ > (σελ. 90) “Η εξέγερση του 1877 ξεκίνησε στους πολυσύχναστους δρόμους του Μάρτινσμπουργκ, στη Δυτική Βιρτζίνια, στις 17 Ιουλίου, όταν μηχανοδηγοί των Σιδηροδρόμων Μπάλτιμορ & Οχάιο αντέδρασαν σε περικοπές μισθών, ακινητοποιώντας τα τρένα. Εθνοφρουροί της πολιτείας προσπάθησαν να κινήσουν τις αμαξοστοιχίες και, κάπως έτσι, άρχισαν οι πυροβολισμοί. (…) Τα γεγονότα επεκτάθηκαν τάχιστα στη Βαλτιμόρη, όπου οι σιδηροδρομικοί κατέβηκαν σε απεργία κλείνοντας τις αποθήκες Κάμντεν. Η προέλαση της εθνοφρουράς για να τις ξανανοίξει κατέληξε σε μια λυσσώδη μάχη.

Αυτές οι αυθόρμητες αντιδράσεις ήταν αποτέλεσμα της περικοπής μισθών από τα διευθυντικά στελέχη των Σιδηροδρόμων Μπάλτιμορ & Οχάιο, που είχαν υιοθετήσει την ίδια τακτική με αυτή του σημαντικότερου βιομήχανου της Αμερικής, Τομ Σκοτ των Σιδηροδρόμων της Πενσιλβάνια. Οι διευθυντές του Σκοτ έριξαν κι άλλο λάδι στη φωτιά, όταν διέταξαν τους μηχανοδηγούς και άλλους εργαζόμενους να βάλουν διπλές μηχανές να ρυμουλκούν διπλάσιο αριθμό βαγονιών – κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο. Οι εργάτες του Πίτσμπουργκ αγνόησαν την εντολή και μαζεύτηκαν στις γραμμές παραλύοντας την κυκλοφορία των τρένων. Ο κυβερνήτης της Πενσιλβάνια διέταξε να κινηθεί η εθνοφρουρά. (…)

(σελ. 91) Η συμπλοκή, που επακολούθησε στις 22 Ιουλίου ανάμεσα στους στρατιώτες και τα μεγάλα πλήθη εξελίχθηκε σε λουτρό αίματος. (…)

Οι κάτοικοι διαισθάνονταν πως οι ταραχές στα Ανατολικά θα ακολουθούσαν τις σιδερένιες ράγες μέχρι την καρδιά των σιδηροδρόμων της χώρας.

Την επομένη, οι φορτοεκφορτωτές των Κεντρικών Σιδηροδρόμων του Ιλινόις κατέβηκαν σε απεργία και έκαναν πορεία περνώντας μέσα από άλλες αποθήκες και βιοτεχνίες του Σικάγου, καλώντας τους συναδέλφους τους να τους ακολουθήσουν.

(σελ. 92) Ο Άλμπερτ Πάρσονς είπε στους συγκεντρωμένους πως οι βαρόνοι των σιδηροδρόμων είχαν ανατρέψει με τα λεφτά τους τη δημοκρατία και είχαν οδηγήσει τους αφοσιωμένους υπαλλήλους τους στην έσχατη φτώχεια.

(σελ. 99) Κανείς δεν αφουγκράστηκε την καμπάνα του συναγερμού εκείνο τον Ιούλιο, τόσο καθαρά όπως εκείνος. Τη δεύτερη μάλιστα μέρα της απεργίας, (…) όταν μπήκε στο κτήριο των Times πληροφορήθηκε πως τον είχαν βγάλει από το μισθολόγιο των στοιχειοθετών. Είχε απολυθεί λόγω της εμπρηστικής του ομιλίας. Με ένα αίσθημα απόρριψης, ο Πάρσονς περπάτησε λίγα τετράγωνα μέχρι τα γραφεία της γερμανικής εφημερίδας του Κόμματος των Εργαζομένων, Αrbeiter-Zeitung αναζητώντας λίγη παρηγοριά από τους τυπογράφους του σωματείου του. Καθώς εξιστορούσε τα καθέκαστα, δύο άντρες μπήκαν και τον ενημέρωσαν πως ο δήμαρχος Χιθ ήθελε να τον συναντήσει στο δημαρχείο. Τους ακολούθησε αδιαμαρτύρητα (…).

Καθώς προχωρούσαν, ο Πάρσονς συνειδητοποίησε πως οι συνοδοί του ήταν αστυνομικοί με πολιτικά και σύντομα διαπίστωσε πως δεν τον πήγαιναν στο γραφείο του δημάρχου, αλλά στα έγκατα ενός παλιού ξύλινου κτηρίου, του Ρούκερι, που κατά τη μεγάλη πυρκαγιά είχε χρησιμοποιηθεί για προσωρινό επιτελικό κέντρο της αστυνομίας. Θεωρώντας πως είχε συλληφθεί, εξεπλάγη όταν τον οδήγησαν σε μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη καλοντυμένους επιχειρηματίες, όλοι γνωστά μέλη του Εμπορικού Επιμελητηρίου. Τον έβαλαν να καθίσει (σελ. 100) σε μια καρέκλα και ο γενικός διευθυντής της αστυνομίας, Μάικλ Χίκι άρχισε να εκτοξεύει ένα λογύδριο κατηγορώντας τον για τα προβλήματα, που δημιούργησε στην πόλη του Σικάγου. (…) Κάποιοι επιχειρηματίες φώναξαν: ‘Ας τον κρεμάσουμε, λιντσάρετέ τον!’

Η περιπέτεια του Πάρσονς κράτησε ένα δίωρο και, μόλις πια πήρε τέλος, ο Χίκι του είπε να τα μαζεύει από την πόλη, γιατί η γυναίκα του κινδύνευε και πως ο ίδιος θα μπορούσε να δολοφονηθεί καταμεσής του δρόμου ανά πάσα στιγμή. Κατόπιν, άνοιξε μια πορτούλα κι έσπρωξε τον Πάρσονς έξω σε ένα σκοτεινό διάδρομο ψιθυρίζοντας στο αυτί του: ‘Σε προειδοποιήσαμε’.

Αυτή, έγραφε αργότερα, ήταν η πρώτη εμπειρία με τους ‘ισχυρούς’ του Σικάγου, που θα τον έκανε να συνειδητοποιήσει πως ήταν τόσο ισχυροί ώστε μπορούσαν να αφαιρούν ή να χαρίζουν τη ζωή ενός ανθρώπου.

(…) Τρομοκρατημένος, αποφάσισε να αναζητήσει για μιαν ακόμα φορά τη συνδρομή των συντρόφων από το σωματείο. Ήρθε σε επαφή με τους τυπογράφους της Chicago Tribune για να διερευνήσει την πιθανότητα να πιάσει καμιά νυχτερινή δουλειά και για να είναι κοντά με ανθρώπους του επαγγέλματός του, που το ένστικτό του έλεγε ότι θα του συμπαραστέκονταν. Μπήκε στην αίθουσα στοιχειοθεσίας κι έπιασε τη συζήτηση με τους τυπογράφους του σωματείου, που έκαναν (σελ. 101) τη νυχτερινή βάρδια για τη μεγάλη απεργία, αλλά πολύ σύντομα δύο άντρες τον άρπαξαν από πίσω και τον πέταξαν έξω από την αίθουσα, ρίχνοντάς τον στις σκάλες, αγνοώντας τις οργισμένες κραυγές των συναδέλφων του στοιχειοθετών. Καθώς τον τραβολογούσαν στα σκαλιά, διαμαρτυρήθηκε πως του φέρονταν σα να ήταν κανένα σκυλί, όμως σιώπησε αμέσως μόλις ένας από αυτούς του έβαλε στον κρόταφο ένα πιστόλι, απειλώντας να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα.

(…) Ωστόσο, σ’ αυτή την πόλη δεν ήταν ολομόναχος. Είχε πολλούς φίλους στο Σικάγο.”

Κεφάλαιο 6: ‘Η φλόγα που κάνει το καζάνι να βράζει’ > (σελ. 117) “Την άνοιξη του 1882 εκατοντάδες μετανάστες εργάτες στο Σικάγο εντάχθηκαν στους Iππότες της Εργασίας.

Το καλοκαίρι του 1883, μια από τις οργανώσεις των Ιπποτών ένιωσε αρκετά έτοιμη να τα βάλει με ένα από τα πλέον σημαντικά μονοπώλια της χώρας, την τηλεγραφική εταιρεία Γουέστερν Γιούνιον, που έλεγχε ο μεγιστάνας των σιδηροδρόμων Τζέι Γκουλντ.”

Κεφάλαιο 9: ‘Ο Μεγάλος Ξεσηκωμός’ > (σελ. 169, 170) “Στις αρχές Μαρτίου του 1886, ένας πρωτόγνωρος ενθουσιασμός κατέλαβε τους μισθωτούς στα βιομηχανικά κέντρα όλης της χώρας, καθώς το όραμα για το οκτάωρο φάνηκε πως μπορούσε να πάρει σάρκα και οστά, προσελκύοντας χιλιάδες ανοργάνωτους εργάτες στις ολοένα διογκούμενες γραμμές των Ιπποτών της Εργασίας. Πολύ σύντομα ένας απεργιακός πυρετός κατέλαβε την εργατική δύναμη της χώρας, που κορυφώθηκε την Πρωτομαγιά, ή ‘Μέρα της Χειραφέτησης’.

(σελ. 173) ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ αποδείχτηκε πως ο αιφνίδιος οργανωτικός οργασμός – τόσο στο εργοστάσιο του ΜακΚόρμικ όσο και στην πόλη του Πούλμαν ήταν μια από τις πράξεις ενός έργου, με θέμα τη μαζική εκδήλωση της εργατικής αναστάτωσης σε πανεθνικό επίπεδο, που είχε πυροδοτηθεί από μία δεύτερη τιτάνια σύγκρουση ανάμεσα στους Ιππότες της Εργασίας και στο τεράστιο σιδηροδρομικό δίκτυο της νοτιοδυτικής Αμερικής.

(…) Όταν ένας Ιππότης του Τέξας απολύθηκε με συνοπτικές διαδικασίες, επειδή παρευρέθηκε σε μια συνέλευση του σωματείου, επικαλέστηκε την άδεια που είχε πάρει αλλά, παρά το δίκιο του, η εταιρεία αρνήθηκε να τον επαναπροσλάβει. Οι Ιππότες αντέδρασαν με βάση την αρχή τους: ‘Όταν ένας αδικείται, αυτό μας αφορά όλους’.

(σελ. 175) Καμιά, όμως, απεργία δεν είχε ‘τα χαρακτηριστικά του εμφυλίου πόλεμου’, όπως η αντιπαράθεση στου ΜακΚόρμικ στο Σικάγο. Μετά το λοκάουτ κατά των μεταλλεργατών, οι διευθυντές του εργοστασίου σάρωσαν όλα τα Μεσοδυτικά για να βρουν αντικαταστάτες των εργατών και έδωσαν περίστροφα σε 82 έμπιστους υπαλλήλους, που δήλωσαν πρόθυμοι να ξαναπιάσουν δουλειά. Έστησαν, επίσης, μαγειρεία για τη σίτιση μιας υπολογίσιμης δύναμης 400 αστυνομικών, εντεταλμένων για την προστασία των απεργοσπαστών. Όταν το ΜακΚόρμικ ξανάνοιξε με μη συνδικαλισμένους εργάτες, ο γενικός επιθεωρητής Μπόνφιλντ διέταξε την απομάκρυνση όλων των πικετοφόρων συνδικαλιστών και άνοιξε ένα διάδρομο ασφαλούς διέλευσης για τους απεργοσπάστες.”

Επίλογος > (σελ. 339) “Η Λούσι Πάρσονς δούλευε ακούραστα, και μερικές φορές μόνη της, για να κρατήσει ζωντανή τη μνήμη του συζύγου της και του αγώνα του. Ήταν (σελ. 340) αρχικά ένα πολύ δύσκολο και συχνά επικίνδυνο καθήκον – ιδιαίτερα το 1901, όταν ο Λέων Τσόλγκοτζ πυροβόλησε τον πρόεδρο Γουίλιαμ ΜακΚίνλι και αποκαλύφθηκε πως ο δολοφόνος είχε ζήσει στο Σικάγο και ισχυριζόταν ότι ήταν αναρχικός. Σύμφωνα με την Tribune, οι Μυστικές Υπηρεσίες υποψιάζονταν πως είχε εμπλακεί ‘η συμμορία του Χέιμαρκετ’. Όταν οι ρεπόρτερ απευθύνθηκαν στη Λούσι Πάρσονς, τους απάντησε ότι δεν είχε ακούσει ποτέ το όνομά του και πως η δολοφονία του προέδρου ήταν το χειρότερο, που θα μπορούσε να συμβεί στο κίνημα των αναρχικών.

(σελ. 341) Ο νέος πρόεδρος, Θίοντορ Ρούζβελτ (μακρινός ξάδερφος του μετέπειτα προέδρου Φράνκλιν Ντελάνο Ρούζβελτ) έδωσε τον τόνο, διακηρύττοντας πως ο αναρχισμός ‘δεν ήταν αποτέλεσμα των άδικων κοινωνικών συνθηκών, αλλά η κόρη μιας διεφθαρμένης παραφροσύνης, μια κακιά χολέρα’, που απειλούσε ‘να ξεριζώσει την ίδια την κοινωνία’, αν ‘δεν αντιμετωπιζόταν τάχιστα με τον θάνατο, τη φυλάκιση και απέλαση όλων των αναρχικών’.

Το 1903 υπέγραψε ένα νόμο, που απαγόρευε την είσοδο των αναρχικών στις ΗΠΑ. Το ίδιο ίσχυε και για τους άπορους, τις πόρνες και τους διανοητικά καθυστερημένους. Ο ίδιος νόμος επέτρεπε, επίσης, στην κυβέρνηση να απευλάνει όσους μετανάστες αποδέχονταν τον αναρχισμό, κατά τα πρώτα τρία τους χρόνια στη χώρα: αυτή ήταν η πρώτη φορά, που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κινήθηκε προς την κατεύθυνση του αποκλεισμού και της απέλασης ορισμένων μεταναστών εξαιτίας των πεποιθήσεων και των οργανώσεών τους.”

Comments are closed.

0 %