Jo Malone “είσαι τεμπέλα και χαζή – δεν θα πετύχεις ποτέ τίποτα στη ζωή σου”
Με το στίγμα της δυσλεξίας, παράτησε το σχολείο, αλλά ωρίμασε νωρίς πουλώντας τα έργα τέχνης του μπαμπά της και ξεχρεώνοντας την επιχείρηση με καλλυντικά της μαμάς της. Συνάντησε στο Παρίσι τον Jean-Louis Sieuzac και έστησε στο Λονδίνο την εταιρεία, που την καθιέρωσε στον χώρο των αρωμάτων και κεριών. Απώλεσε την πιο δυνατή της αίσθηση, την όσφρηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας επιθετικού καρκίνου του μαστού, όταν οι μυρωδιές που την κινητοποιούσαν, εκείνο το διάστημα την ανακάτευαν. Βρέθηκε εκτός της επιχείρησης, που φέρει το όνομά της και ξαναβρήκε την έμπνευσή της σε μια παραλία των νήσων Turks και Caicos παρατηρώντας ένα είδος πεπλατυσμένου αχινού (sand dollar / white sea urchin) και ένα σαλάχι. Η Jo Malone αφηγείται καθοριστικά σημεία στην πορεία της σε μια πρόσφατη συνέντευξη στην Grace Beverley.
“O καλύτερος φίλος μου είναι η δημιουργικότητα. Να είμαστε παρόντες / παρούσες στη στιγμή, αλλά και να δίνουμε χώρο στον εαυτό μας για να σκεφτόμαστε και να ονειρευόμαστε.
Πολλοί ασχολούνται με το εμπόριο επειδή πρέπει να επιβιώσουν. Μεγάλωσα σε μια εργατική κατοικία στο Bexleyheath του Λονδίνου. Οι γονείς μου ήταν πολύ επιδέξιοι, αλλά τα βγάζαμε πέρα με ελάχιστα χρήματα στο σπίτι μας. Η μητέρα μου δραστηριοποιούταν στη βιομηχανία ομορφιάς, ήταν μανικιουρίστα. Ο πατέρας μου ήταν αρχιτέκτονας, ζωγράφος, μάγος και τζογαδόρος. Πήγαινα στην αγορά μαζί του τα Σάββατα. Πριν βγω από την πόρτα η μητέρα μου, μου έλεγε: ‘Δεν υπάρχουν χρήματα, το ψυγείο δεν έχει τίποτα μέσα, η θέρμανση έχει τελειώσει – χρειάζεται να πουλήσετε έναν πίνακα σήμερα’. Αν κάποιος πιθανός αγοραστής δεν άρεσε στον μπαμπά μου, του ζητούσε ένα υπερβολικό αντίτιμο για να τον αποθαρρύνει, εγώ τότε τον έστελνα να μας φέρει πρωϊνό και, μέχρι να γυρίσει, προσπαθούσα να τον έχω πουλήσει – ήμουν 9 – 10 – 11 χρονών τότε. Επιπλέον, έκανα τη βοηθό του μάγου σε παραστάσεις που δίναμε, πρόσεχα τα λευκά κουνέλια και ένα κατοικίδιο περιστέρι, που καθόταν στο ώμο μου. Μου είχε μάθει πόκερ, στεκόμουν στη γωνία του δωματίου όπου έπαιζαν και έβλεπα τι είχαν όλοι οι άλλοι, του έκανα σήματα με τα μακριά μαλλιά μου ποιος κράταγε καλά χαρτιά και έπαιζα καλύτερα απ’ όλους τους άνδρες που ξέρω. Τώρα το έχω ξεχάσει.
Ήταν μια παιδική ηλικία με ποικίλα ερεθίσματα, όμως καταλάβαινα ότι ήμουν ο ενήλικας στα 11. Εξαρτιόταν από μένα η εξασφάλιση τριών γευμάτων στο ψυγείο, χρήματα για το ρεύμα και τη θέρμανση.
Παρατηρούσα και μάθαινα πώς η μαμά μου έφτιαχνε κρέμες προσώπου. Συνειδητοποίησα ότι η αίσθησή μου της όσφρησης ήταν ιδιαίτερα ανεπτυγμένη. Αντιλαμβανόμουν πότε ο μπαμπάς μου ζωγράφιζε με λαδομπογιές ή ακουαρέλα, εάν ράντιζε τους καμβάδες στη μπανιέρα στον πάνω όροφο με κρύο τσάι. Καταλάβαινα αν η μαμά μου είχε διαλέξει το λάθος έλαιο: αμυγδαλέλαιο, αβοκάντο, βοτάνων, ηλιέλαιο και όταν προσθέταμε το κερί ήμουν σε θέση να διακρίνω το σημείο καύσης και να το προλάβω. Οι αισθήσεις μου ήταν πάντα πολύ ζωντανές. Toυς είμαι ευγνώμων, που δεν ήταν οι τυπικοί γονείς.
Παράτησα το σχολείο στα 15 γιατί είχα σοβαρή δυσλεξία. Δεν διέθετα προσόντα, δεν θυμάμαι καν να έδωσα τις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο (Α&Ο-Levels), νομίζω συμμετείχα σε διαγωνίσματα προετοιμασίας με πολύ κακά αποτελέσματα. Σε ένα κοίταξα από μια συμμαθήτρια τις σωστές απαντήσεις στα θέματα πολλαπλής επιλογής – απλά δεν άντεχα να είμαι ξανά η τελευταία στην τάξη. Ένιωθα τόσο ταπεινωμένη από την έλλειψή μου στην εκπαίδευση. Ο δάσκαλος με σήκωσε όρθια και με επέπληξε: ‘Είσαι τεμπέλα και χαζή, Jo Malone και δεν θα πετύχεις ποτέ τίποτα στη ζωή σου’. Ανατρέχω στα συναισθήματα εκείνου του νεαρού κοριτσιού, ένα αγόρι που καθόταν πίσω μου γελούσε – σκέφτηκα: ‘Δεν είμαι φυγόπονη ούτε ανόητη, απλώς δεν μπορώ να μάθω με τον ίδιο τρόπο’.
Όταν έφτασα στα 14-15, ήξερα πώς να βγάζω χρήματα και θεωρούσα ότι κερδίζοντας τα δικά μου, θα αποκτούσα ελευθερία, θα γινόταν να επιλέξω πού, πότε και πώς. Βρήκα την πρώτη μου δουλειά στα 16 σε ανθοπωλείο στο Pimlico – δεν ήταν τόσο chic όσο στις μέρες μας – όχι πολύ μακριά από το σημείο, που βρίσκομαι σήμερα. Ήταν σκληρή εργασία, από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου, πληρωνόμουν 29,15 λίρες την εβδομάδα. Τo βράδυ έπλενα πιάτα, έστρωνα τα κρεβάτια σε ξενοδοχεία – ο,τιδήποτε μπορούσα. Συνέχισα να υποστηρίζω την οικογένειά μου, αλλά τότε ήταν που έφυγα και από το σπίτι.
Mου άρεσαν απόλυτα οι μυρωδιές: oι κρίνοι Καζαμπλάνκας που άνοιγαν, τα λευκά τριαντάφυλλα εξοχής, τα γεράνια – όλα διέθεταν μια ιστορία για μένα. Το αγαπούσα, έμπαινες μέσα και ερχόταν αυτή η μυρωδιά, πήγαινα με ένα bacon σάντουιτς και μια κούπα τσάι να ετοιμάσω όλες τις παραγγελίες. Πολύ χαρούμενη περίοδος.
Μια Δευτέρα πρωί νομίζω, αντέδρασα σαν 16χρονη όταν η διευθύντρια με αποπήρε με τη φράση: ‘Μη δουλεύεις τόσο πολύ’. Της πέταξα ένα κουβά με νερό, όπου ποτίζονταν λουλούδια, τα μαλλιά της γέμισαν με φύλλα. – ‘Απολύεσαι’, μου είπε και απάντησα: – ‘Πολύ αργά, παραιτούμαι’. Βγήκα στον δρόμο τρέχοντας, εκείνη με ακολουθούσε και πήγα στο γραφείο του ιδιοκτήτη, που είχε και ντελικατέσεν – μου έδωσε δουλειά εκεί.
Είχα συνδέσει τα αβοκάντο με τις κρέμες προσώπου και τότε έμαθα ότι τρώγονται, εξοικειώθηκα με τις αγκινάρες, τις μελιτζάνες, τα φρέσκα βότανα. H εμπειρία της εργασίας σε μαγαζιά μετατράπηκε σε ένα πανεπιστήμιο της ζωής.
Όταν δούλευα σε άλλο ανθοπωλείο, η μαμά μου αρρώστησε βαριά, υπέφερε συχνά από σοβαρούς κλονισμούς και τα παράτησα για να βοηθήσω. Ήμουν γύρω στα 17-18 και ανέλαβα να εξυπηρετήσω ένα επαχθές χρέος, που κουβαλούσε. Πήρα για μεγάλο διάστημα τα ηνία της επιχείρησης με προϊόντα ομορφιάς, περιποίησης προσώπου – καμμία σχέση με αρώματα. Έγινε καλύτερα, με ένιωσε σαν ‘σημαντική απειλή’, οπότε έφυγα. Είχα σχεδόν παντρευτεί και ξεκίνησα την πρώτη μου επιχείρηση με καλλυντικά για το πρόσωπο σε ένα μικρό νοικιασμένο διαμέρισμα στο Chelsea, χωρίς έπιπλα ούτε κουρτίνες. Δεν γινόταν να δουλέψουμε το βράδυ – όλα χρειαζόταν να είναι έτοιμα πριν σκοτεινιάσει.
Εκείνη τη χρονική στιγμή η ζωή μου μετασχηματίστηκε – ήταν ένα σταυροδρόμι. Ο Gary κι εγώ δεν είχαμε καθόλου χρήματα – με ό,τι μου έμενε, αποπλήρωνα τα χρέη της. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο. Mάζευα τα έξοδα για το νοίκι, χωρίς ποτέ να καθυστερήσω να εξοφλήσω λογαριασμό, δούλευα όλη μέρα. Τότε αρχίσαμε να βλέπουμε την επιχείρηση να απογειώνεται και άρχισα να φτιάχνω αρώματα.
Το Μάιο ταξίδεψα στο Παρίσι – ξαναπήγα στον οίκο, που είχα πρωτοεπισκεφτεί στα 21 μου. Ανέτρεξα σε εκείνη τη νέα γυναίκα, που είχε φτάσει στο Παρίσι με τα σάντουιτς και περίμενε για ώρες να την προσέξει ένας/μία αρωματοποιός. Τους είχα παρακαλέσει: ‘κάποιος να με βοηθήσει, έχω ευωδιές στο κεφάλι μου, αλλά δεν γνωρίζω πώς να τις παράξω’. Μου απάντησαν: ‘Όλοι είναι απασχολημένοι, έλα πάλι αύριο’. Δεν γινόταν, έπρεπε να το κάνω τότε. Όταν πέρασε ένας άνδρας με μαύρο κασμίρ πουλόβερ, του είπα: ‘Με συγχωρείτε ….’ και αμέσως οι γύρω με απέτρεψαν: ‘Μην του μιλάς, είναι ο κ. Jean-Louis Sieuzac’. Τελικά, κάποιος κατάλαβε ότι δεν σκόπευα να φύγω και με οδήγησαν σε ένα μικρό δωμάτιο, απ’ όπου ξεκίνησε το ταξίδι μου στον κόσμο των αρωμάτων.
Ψαχνόμουν, αναρωτιόμουν: θα καταστεί δυνατό, κι αν, σε περίπτωση που καταφέρω αυτό τι ακόμη; Και νομίζω ότι πολλοί επιχειρηματίες εκκινούν από μια τέτοια στάση. Για ο,τιδήποτε δημιουργούσα, υπήρχε ζήτηση. Δεν είχα συνειδητοποιήσει εκείνη την περίοδο ότι όλες οι σημαντικές μάρκες του χώρου (Guerlain, Chanel) παρακολουθούσαν το νεαρό, ανεκπαίδευτο κορίτσι από τη Βρετανία. Δημιουργούσα απλά αρώματα και τα ονομάτιζα περίπου ως εξής: ‘αυτό που βλέπετε, είναι εκείνο που παίρνετε’ – κάτι που ταιριάζει στον χαρακτήρα μου.
Μια μέρα, μια γυναίκα παρήγγειλε 100 μπουκαλάκια. Στην αρχή, δεν είχα άδεια για παρασκευή αλκοολούχων (spirit license) και έπρεπε να εφευρίσκω άλλες λύσεις. Μου φάνηκε συναρπαστικό, ωστόσο μου προξένησε και τρόμο σχετικά με το εάν διαθέταμε τους αντίστοιχους πόρους.
Ακόμη κάτι, που πρέπει να προσέξουν όσοι ασχολούνται με το επιχειρείν: να μη γίνουν πολύ μεγάλοι, πολύ γρήγορα. Ο σύζυγός μου κι εγώ γεμίσαμε τα φιαλίδια με πλαστικές κανάτες στην κουζίνα μας. Παραδόθηκαν σε ένα πάρτυ και μέσα σε ένα μήνα 86 από τους 100 ήθελαν το προϊόν. Δεν είχαν ιδέα πού φτιάχτηκε, νόμιζαν ότι παρασκευάστηκε σε ένα ωραίο, μικρό εργαστήριο κάπου στο Λονδίνο. Συνήθιζα να πληκτρολογώ το logo, να το τυπώνω και να το τοποθετώ σε πλαστικά μπουκαλάκια. Τότε συνειδητοποίησα ότι πρόκειται για εταιρεία. Δεχόμασταν παραγγελίες για 50, 75 κομμάτια, ενώ τα προϊόντα περιποίησης προσώπου μας έπαιρναν πολύ χρόνο.
Ο Gary παραιτήθηκε από τη δουλειά του και γίναμε συνέταιροι, εκτός από ζευγάρι. Από εκείνη τη στιγμή μεταμορφώθηκε και η επιχείρηση. Είπε: ‘χρειαζόμαστε ένα μαγαζί’. Στην αρχή, δεν ήθελα – η ζωή μου ήταν ξαφνικά πραγματικά υπέροχη, κατέβαλα το ενοίκιο μηνιαία αντί για εβδομαδιαία, τρώγαμε κινέζικο και το συνοδεύαμε με κρασί το Σαββατοκύριακο. Εκείνος έβαλε στρατηγική στο εγχείρημα, εγώ είμαι δημιουργικό πνεύμα, φέρνω χρήματα, ωστόσο δεν είμαι καλή στα υπόλοιπα. Ενώθηκαν η αριστερά και η δεξιά σε μια ομάδα, που λειτουργεί μέχρι σήμερα.
Ανοίξαμε το πρώτο μαγαζί στo 154 της Walton Street. Δημοσιεύτηκε ένα θαυμάσιο άρθρο της Kathy Phillips στη Vogue, θυμάμαι ακόμη τον τίτλο: ‘Κέντρο του κόσμου’ και η Lucia van der Post έγραψε στους Financial Times – και τα δύο έφτασαν σε διεθνές κοινό. Ετοιμάζαμε τα πάντα το προηγούμενο βράδυ και δεν είχα αντιληφθεί ότι τοποθετήσαμε τα μπουκάλια, ενώ η μπογιά δεν είχε στεγνώσει ακόμη και το πρωί προσπαθούσαμε με κατσαβίδια να τα ξεκολλήσουμε. Ένας Αμερικανός, που είχε μόλις φτάσει αεροπορικώς μου φάνηκε σαν ο πρώτος μας πελάτης. Μου μετέφερε ότι τον έστελνε συνεργάτης του για να μου προτείνει να αγοράσει την επιχείρηση έναντι ενός εκατομμυρίου αμέσως. Και το πρώτο πράγμα, που σκέφτηκα ήταν: ‘Ω, θα αγοράσω ένα κρεβάτι’, μετά συμβούλευσα τον εαυτό μου: ‘Μην το κάνεις, Jo’ και του απάντησα: ‘Ευχαριστώ πάρα πολύ – Όχι’. Mε ρώτησε πάλι: ‘Είστε σίγουρη;’. Είτε έλεγε αλήθεια, είτε ήταν δημοσιογράφος ή επρόκειτο για παγίδα – δεν ξέρω, δεν τον ξαναείδα και ποτέ δεν το μετάνιωσα.
Μέσα σε πέντε χρόνια χτίσαμε – Θεέ μου, πόσο σκληρά δουλέψαμε – μια ομάδα και χωρίς τον Gary δεν θα υπήρχε η εταιρεία Jo Malone London. Τότε την πουλήσαμε στον παγκόσμιο γίγαντα στα καλλυντικά, την Estée Lauder. Θεωρούσα ότι θα παραμείνω για πάντα σε αυτή, ωστόσο τα πράγματα πήραν αντίθετη τροπή. Το δύσκολο κομμάτι αφορούσε το να αποδεχτώ ότι η ζωή μου θα έπαιρνε πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά και ότι, αν τα παρατούσα, δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια. Με ζορίζει αυτό, ακόμη και σήμερα. Aν γυρνούσα πίσω τον χρόνο εκεί, που υπέγραψα τη συγκεκριμένη συμφωνία, πιθανόν θα το είχα κάνει εντελώς αλλιώς.
Δύο χρόνια αργότερα, στα 38 μου διαγνώστηκα με πολύ επιθετική μορφή καρκίνου στον μαστό, με εκτιμήσεις ότι είχα εννιά μήνες ζωής – χάρη στην εκπληκτική Evelyn Lauder βρίσκομαι εδώ σήμερα. Ο γιος μου, o Josh ήταν τεσσάρων ετών. Θυμάμαι έντονα εκείνη τη νύχτα, είδα το πρόσωπο του γιατρού, πήγα σπίτι και σκέφτηκα: ‘Δεν είμαι έτοιμη… Τι θα απογίνουν ο Josh και ο Gary;’ Άφησα την επιχείρηση στην άκρη, δεν με ένοιαζε και μετά είπα: ‘Jo, ποτέ δεν άκουσες κανέναν για το ποια νόμιζαν ότι πρέπει να είσαι, για ποιο λόγο θα αφήσεις κάποιον να σου υποδείξει πότε θα πεθάνεις;’. Αποφάσισα να παλέψω. Πήγα στη Νέα Υόρκη, ο γιατρός μου ήταν ο απίστευτος Larry Norton στο Sloan Kettering. ‘Θα είναι δύσκολος ο δρόμος. Δύο γυναίκες μπαίνουν στο δωμάτιο – μία που ζητά: ‘Μη με πληγώσεις’ και η άλλη: ‘Κράτα με ζωντανή ο,τιδήποτε κι αν χρειαστεί’. Ποια από τις δύο είσαι εσύ;’ Σίγουρα η δεύτερη. Ακολούθησα ένα καινούριο πρωτόκολλο, που είχε συντάξει. Συνειδητοποίησα μόλις πρόσφατα πόσο κοντά στον θάνατο είχα φτάσει. Υποβαλλόμουν σε βαριά, πολύ δυνατή χημειοθεραπεία κάθε 5 – 6 μέρες για 18 μήνες. Έκανα τη μία επέμβαση μετά την άλλη, έπεσαν τα μαλλιά μου, ωστόσο αυτό που δεν είχα πει σε κανέναν είναι πως έχασα την όσφρησή μου. Πριν λίγο καιρό, ύστερα από σχεδόν είκοσι χρόνια χωρίς μετάσταση, ο θεράπων γιατρός μου εκμυστηρεύτηκε ότι δεν είχε ιδέα αν το συγκεκριμένο σχήμα θα λειτουργούσε, αφού υπάρχουν μορφές καρκίνου, που επιστρέφουν ακόμη και μετά τη χημειοθεραπεία ή τη μαστεκτομή. Είχε επιλέξει 30 γυναίκες, οι οποίες πίστευε πως δεν θα επιβίωναν – ήμουν μία ανάμεσά τους. Σε αυτόν οφείλεται ότι και οι 30 εξακολουθούμε να ζούμε.
Όταν απώλεσα την αίσθηση όσφρησης, ένιωθα μισή. Πίστευα ότι ήταν αδύνατο να παραμείνω στο επιχειρείν γύρω από τα αρώματα και να το θυμάμαι κάθε μέρα – δεν μπορούσα να το κάνω αυτό και στους ανθρώπους, που αγόρασαν την εταιρεία. Παραιτήθηκα, έφυγα και υποχρεώθηκα να μείνω εκτός για πέντε έτη. Καθώς ήμουν η τελευταία που έστριψε το κλειδί, όταν βγήκα στον δρόμο αισθανόμουν ότι είχα κάνει ένα από τα σημαντικότερα λάθη μου. Φτάνοντας σε εκείνη τη στιγμή, κατάλαβα ότι το άρωμα ήταν ο καλύτερός μου φίλος – όχι απλά εταιρεία, δουλειά. Για μια πενταετία δεν ασχολήθηκα με τίποτα, δεν διέθετα πλέον δημιουργική φωνή εντός της επιχείρησης, που είχα δημιουργήσει. Δεν μου ήταν εύκολο ούτε να περάσω απ’ έξω ή να μπω σε ένα από τα μαγαζιά. Έβλεπα το όνομά μου και μου περνούσε από το μυαλό: ‘Θεέ μου, τι στην ευχή έκανα;’. Στη συνέχεια, κατέληξα πως αν δεν προσπαθούσα εκ νέου, θα μετάνιωνα.
Καθόμασταν στο τραπέζι της κουζίνας τρώγοντας σπαγγέτι και τους επικοινώνησα ότι θέλω να ξαναδοκιμάσω. Προσπάθησα και σε άλλους κλάδους, όμως δεν ξεχώρισα. Σκεφτόμασταν ονόματα, το ότι δεν θα μπορούσα πια να είμαι η Jo Malone επιχειρηματικά – εγώ, που μoυ έχει απονεμηθεί ο τίτλος του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (CBE). Τόσο πολλοί άνθρωποι δεν γνωρίζουν πως δεν δραστηριοποιούμαι πια εκεί. O Jοsh ήταν γύρω στα εφτά, φορούσε γυαλάκια, έμοιαζε με μικρό Harry Potter και πρότεινε: ‘Μαμά, γιατί δεν τη λες Jo Loves;’. Ήξερα ότι ήθελα να συνεχίσω στην παγκόσμια αρένα, όχι στα 100 μπουκαλάκια, όμως καθώς ξεκινήσαμε να τη χτίζουμε ήταν εξαιρετικά δύσκολο τα πρώτα δύο χρόνια. Πίστευα αφελώς ότι θα ήταν εφικτό να πιάσω το νήμα από εκεί, που το είχα αφήσει. Δεν μπορείς, δεν γίνεται αυτό στη ζωή. Χρειάζεται να βρεθείς πάλι στην αρχή και να επανενεργοποιήσεις όλες τις γνώσεις. Στα γενέθλιά μου, ο Gary μου έδωσε ένα μικρό κουτί, που είχε μέσα το κλειδί … ενός καινούριου μας μαγαζιού … ήταν εκείνο που στέγαζε παλιά το ντελικατέσεν. Είναι σα να γεννάς παιδί. Aγαπώ το να επιστρέφω στο ίδιο σημείο.
Μην παίρνετε αποφάσεις, που μπορούν να σας αλλάξουν τη ζωή σε περίπτωση που είστε σε κακή μέρα. Όταν πουλά κανείς την επιχείρησή του, ειδικά όταν φέρει το όνομά του, πρέπει να κοιτάξει όλο το τοπίο και να αναρωτηθεί: ‘Τι θέλω πραγματικά;’. Συχνά στήνουμε μια επιχείρηση επειδή επιθυμούμε να είμαστε αυτοαπασχολούμενοι, μετά φέρνουμε συνέταιρους, μετόχους και, ξαφνικά, ξυπνάς ένα πρωί και σκέφτεσαι: ‘Είμαι υπάλληλος ξανά’. Μοιάζει με παιδί, που το μεγαλώνουν δύο γονείς σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Η γενιά των γονιών μου μεταβίβαζε τις επιχειρήσεις στην επόμενη, τα παιδιά της – περνούσαν από την πρώτη, στη δεύτερη και την τρίτη γενιά, το ίδιο συμβαίνει και στην Estée Lauder. Οι επιχειρηματίες δεν το κάνουν αυτό πια – φτιάχνουν την πρώτη εταιρεία, την πωλούν και χρησιμοποιούν τα χρήματα για να φτιάξουν την επόμενη. Θα χαρακτήριζα τη σχετική νομοθεσία κάπως απαρχαιωμένη – απαιτείται να ανταποκριθεί και να συμβαδίσει με αυτή την εξέλιξη γιατί θα καταστεί ολοένα και περισσότερο διαδεδομένη.
Mε τον άντρα μου ζούμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια στο Ντουμπάι και δεν φαντάζομαι ότι θα ξαναγυρίσουμε να μείνουμε μόνιμα στην Αγγλία. Και αν το θέμα με το όνομα είναι το αγκάθι στα πλευρά μου, ζω μαζί του, πρέπει να βρω τρόπο να το ξεπεράσω. Θέλω να βοηθήσω κι άλλους λέγοντάς τους: Αυτά είναι τα χνάρια μου, ακολουθήστε τα και ας ελπίσουμε ότι θα σας οδηγήσουν στην πυξίδα μου: Έμπνευση – Καινοτομία – Εντιμότητα – Ένστικτο – Πυροδότηση. Το αγαπημένο μου μότο είναι ότι για να ανακαλύψει κανείς νέους ωκεανούς, πρέπει πρώτα να έχει το κουράγιο να χάσει από το οπτικό του πεδίο τη στεριά, να σηκώσει άγκυρα, να φύγει από την ασφάλεια του λιμανιού.”





