tech * ne

Rahul Mishra, whose world is it?

Πυγολαμπίδες, νυχτοπεταλούδες, λιβελούλες, ερπετά ήταν στο επίκεντρο της επίδειξης του Ινδού σχεδιαστή, Rahul Mishra για την Άνοιξη του 2024 στην Εβδομάδα Μόδας στο Παρίσι. “Το βασίλειο των εντόμων αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη απειλή – η επιβίωσή του εξαρτάται από τη βιοποικιλότητα, η οποία περιορίζεται. Το μυαλό των ανθρώπων έχει την προδιάθεση να τα αντιπαθεί, αλλά για μένα είναι όμορφοι ‘υπερήρωες’, απ’ όπου και το όνομα της συλλογής. Σε ποιον ανήκει αυτός ο κόσμος; Βρέθηκαν εδώ 300.000.000 χρόνια πριν από εμάς. Σε καθημερινή βάση, είτε κινδυνεύουν να εξαφανιστούν είτε εκλείπουν και κανείς δε μιλά γι’ αυτό.”, εξήγησε ο ίδιος.

Στις σημειώσεις της επίδειξης o Rahul Mishra αναφέρθηκε στο ποίημα ‘Φίδι’ του D. H. Lawrence:

“(…) Η φωνή της εκπαίδευσής μου είπε σ’ εμένα

Πρέπει να σκοτωθεί,

Γιατί στη Σικελία τα μαύρα, μαύρα φίδια είναι αθώα, τα χρυσά

                   είναι δηλητηριώδη.

 

Και φωνές μέσα μου είπαν, Εάν ήσουν άνδρας

Θα έπαιρνες μια βέργα και θα το ανέκοπτες τώρα, και θα το aποτελείωνες.

 

Αλλά πρέπει να παραδεχτώ πόσο μου άρεσε,

Πόσο χαρούμενος ήμουν που είχε έρθει σαν επισκέπτης σιωπηλά, να πιει

                     στη γούρνα μου νερό

Και να αποχωρήσει γαλήνιο, ήρεμο, χωρίς ευχαριστώ,

Στα καυτά έγκατα αυτής της γης;

 

Ήταν δειλία, που δεν τόλμησα να το σκοτώσω;

Ήταν διαστροφή, που λαχταρούσα να του μιλήσω;

Ήταν ταπεινότητα, να αισθάνομαι τέτοια τιμή;

Ένιωσα τέτοια τιμή.

 

Και ωστόσο αυτές οι φωνές:

Εάν δε φοβόσουν, θα το σκότωνες!

 

Και πραγματικά φοβήθηκα, τόσο πολύ φοβήθηκα,

Όμως έστω κι έτσι, ακόμη περισσότερο ευγνώμων

Που αναζήτησε τη φιλοξενία μου

Από τη μαύρη πόρτα έξω της μυστικής γης.

 

Ήπιε αρκετά

Και σήκωσε το κεφάλι του, ονειρικά, όπως κάποιος που έχει μεθύσει,

Kαι τρεμόπαιξε τη γλώσσα του σα μια διχαλωτή νύχτα στον αέρα, τόσο μαύρη,

Μοιάζοντας να γλείφει τα χείλη του,

Kaι κοίταξε γύρω σα θεός, χωρίς να βλέπει, στον αέρα,

Και αργά έστριψε το κεφάλι του,

Και σιγά, πολύ σιγά, ως εάν τρεις φορές σε όνειρο,

Προχώρησε να τραβήξει το αργό του μήκος γυρνώντας κυκλικά

Και να ανέβει ξανά το χαλασμένο ανάχωμα στο μέτωπο του τοίχου μου.    

 

Και καθώς έβαλε το κεφάλι του μέσα σε αυτή την τρομακτική τρύπα,

Και κaθώς αργά σύρθηκε, διευκολύνοντας τις κινήσεις του,

                    και μπήκε πιο βαθιά,

Ένα είδος τρόμου, μια μορφή αντίδρασης στο αποτράβηγμά του μέσα σε

                   αυτή τη φοβερή μαύρη τρύπα,

Με τη θέλησή του να πηγαίνει μες το σκοτάδι, και αργά να μαζεύει

                  τον εαυτό του πίσω,

Mε κατέκλυσε τώρα που η πλάτη του είχε γυρίσει.

 

Koίταξα γύρω, aκούμπησα κάτω τη στάμνα μου,

Πήρα ένα άχαρο κούτσουρο

Και το πέταξα στη γούρνα με κρότο.

 

Νομίζω ότι δεν το χτύπησε,

Όμως ξαφνικά εκείνο το μέρος του που είχε μείνει πίσω συσπάστηκε

                  με μια ακατέργαστη βιασύνη,

Σπαρτάρησε αστραπιαία, και έφυγε

Μέσα στη μαύρη τρύπα, τo άνοιγμα του χείλους της γης στο μπροστινό μέρος του τοίχου,

Προς το οποίο, στο αφόρητο ακόμη απόγευμα, κοίταζα επίμονα με σαγήνη.

 

Και αμέσως το μετάνιωσα.

Σκέφτηκα πόσο ευτελής, πόσο άγρια, τι κακόβουλη πράξη!

Σιχάθηκα τον εαυτό μου και τις φωνές της καταραμένης μου ανθρώπινης εκπαίδευσης.

 

Και σκέφτηκα τα άλμπατρος,

Και ευχήθηκα να γυρίσει πίσω, το φίδι μου.

 

Γιατί μου έμοιαζε ξανά σα βασιλιάς,

Σαν εξόριστος βασιλιάς, χωρίς στέμμα στον κάτω κόσμο,

Τώρα πρόκειται να στεφθεί ξανά.

 

Και έτσι, έχασα την ευκαιρία μου με έναν από τους λόρδους

Της ζωής.

Και έχω για κάτι να εξιλεωθώ:

Μια μικροψυχία.

                                                                                               Tαορμίνα

με πληροφορίες και φωτογραφίες από wwd.com

Comments are closed.

0 %