psych * analytica

Με το διάβασμα πάει καλύτερα η ψυχική υγεία

Μήνας ευαισθητοποίησης για την ψυχική υγεία έχει καθιερωθεί ο Mάιος – στο Ηνωμένο Βασίλειο η Εβδομάδα Ψυχικής Υγείας (12-18/05) είχε θέμα την Κοινότητα, στην Ευρώπη (19-25/05) είναι η τρέχουσα. To περιοδικό Courrier International επέλεξε για εξώφυλλο ένα ιπτάμενο βιβλίο με τίτλο: ‘Διάβασε για να πας καλύτερα’ και αναδημοσιεύει από το περιοδικό Dazed θεραπευτές, που ‘συνταγογραφούν’ βιβλία. Η Isabel Allende και η Yiyun Li μοιράζονται σε συνεντεύξεις στους nytimes.com πώς η συγγραφή τις βοήθησε να ξεπεράσουν ό,τι τις συνέτριψε.

Μπορεί το διάβασμα να απαλύνει την κατάθλιψη και το άγχος στο πλαίσιο της ψυχοθεραπείας; Ο Ιrvin Yalom πρόσφατα κυκλοφόρησε με τον γιο του Benjamin τo ‘Hour of the Heart – Connecting in the Here and Now’ (εκδ. Little, Brown Book Group), όπου επιχειρεί να συμφιλιώσει το γήρας με τη συνέχιση της προσφοράς της εμπειρίας του, έστω κι αν οι δυνάμεις του επιτρέπουν πια μία και μοναδική συνάντηση με κάθε αναλυόμενο/η. Δεν έφτιαχνε λίστες με προτεινόμενα βιβλία, αλλά συνήθιζε να καταφεύγει σε φιλοσοφικές ιδέες για να φωτίσει μοτίβα, που δυσχέραιναν την εξέλιξη των συνεδριών και γενικότερα το σχετίζεσθαι ώστε να διευκολύνει την υιοθέτηση μιας διαφορετικής στάσης – τις αποτύπωσε σε προηγούμενα έργα: ‘Όταν έκλαψε ο Νίτσε’, ‘Η θεραπεία του Σοπενάουερ’, ‘To πρόβλημα Σπινόζα’, ‘Στον κήπο του Επίκουρου’, ‘Πλάσματα μιας μέρας’ όπου συνομιλεί με τα ‘Εις Εαυτόν’ του Μάρκου Αυρήλιου.

H Caelan McMichael στο dazeddigital.com μεταφέρει πως η λογοτεχνία, οι βιογραφίες, η ποίηση ή συγγράμματα αυτοβοήθειας χρησιμοποιούνται προκειμένου να καλυτερεύσει η ψυχοσωματική μας υγεία. Ο όρος βιβλιοθεραπεία σημειώνεται πρώτη φορά σε άρθρο στο The Atlantic Monthly το 1916, εκεί ο συγγραφέας Samuel McChord Crothers συζητά γι’ αυτή με τον φίλο του ‘Dr Bagster’, ο οποίος θεωρούσε: “Ένα βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει παρακινώντας το ενδιαφέρον, καταπραϋντικά ή προκαλώντας ενόχληση – το θέμα είναι να ασκήσει κάποια επίδραση”.

Καθώς με τον αναλυτή θίγονται δύσκολες καταστάσεις και έντονα ερεθίσματα της καθημερινής ζωής, που προξενούν συναισθηματικές αντιδράσεις γίνεται επεξεργασία και της παρηγορητικής δύναμης των βιβλίων για δοκιμασίες, που βιώνονται ως δυσβάσταχτες και μας εμποδίζουν να δούμε καθαρά, συμβάλλοντας στην καλλιέργεια διαφορετικής προοπτικής.

Η Ella Berthoud, βιβλιοθεραπεύτρια από το 2007 τη συνοψίζει ως την πρόκληση του να προταθεί το ενδεδειγμένο βιβλίο, στην κατάλληλη στιγμή, στον σωστό άνθρωπο. Για συναισθήματα εξαιρετικά δύσκολο να περιγραφούν, οι λέξεις εξερευνώνται στα βιβλία καθιστώντας τα σημαντικό εργαλείο ενεργοποίησης του ασυνείδητου, ενδυνάμωσης και μεταμόρφωσης προσδίδοντας αυθεντικότητα σε μια τραυματική εμπειρία. Η κατάθλιψη και το άγχος (μετά από μια απώλεια, διαζύγιο ή τη γέννηση ενός παιδιού), η ανησυχία για την κλιματική αλλαγή μπορούν να μετριαστούν. “Ορισμένες φορές οι αναλυόμενοι θέλουν να τα επεξεργαστούν ανατρέχοντας σε ένα έργο, που βάζει το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων. Άλλοι προτιμούν ένα ανάγνωσμα για να αποσπάσουν από εκεί την προσοχή τους και να ξεφύγουν (escapism).”

Η Emely Rumble, που υποστηρίζει τη συμπερίληψη των δημιουργικών τεχνών ως εναλλακτικών τρόπων διοχέτευσης της ενέργειας, μείωσης του στρες και τροφοδότησης της έκφρασης πρόσφατα έγραψε το ‘Βιβλιοθεραπεία στο Βronx’ (Row House Publishing, Απρίλιος 2025). “Στην καρδιά της, αφορά το να βρίσκεις μέσα σε ιστορίες κατανόηση, σύνδεση, ίαση, ελπίδα, έμπνευση και ανάπτυξη επιφέροντας κοινωνική αλλαγή – ειδικά σε περιθωριοποιημένες κοινότητες, ενώ αποτελεί μέρος της ανθρώπινης κουλτούρας για αιώνες.”

Η Lucy Pearson βιβλιοθεραπεύτρια και διαχειρίστρια του Literary Edit στο substack προσθέτει: “Πρόκειται για τη μαγεία του να βοηθάς να βρεθεί εκείνη η αφήγηση, που χρειάζεται ο αναγνώστης και που έρχεται για να τον στρέψει σε πρόσφορη κατεύθυνση”.

> H οργάνωση calmzone εφιστά την προσοχή στο ότι η αυτοκτονία είναι η σημαντικότερη αιτία θανάτου για τους νέους κάτω των 24 ετών σε συνέχεια της εγκατάστασης ‘Χαμένα Γενέθλια’, με αφορμή την Hμέρα Πρόληψης της Αυτοκτονίας στις 10 Σεπτεμβρίου του 2024, για την οποία συγκεντρώθηκαν μπαλόνια – το καθένα ανέγραφε την ηλικία, που δεν γιόρτασε καθένας/καθεμιά από τους 6.929 αυτόχειρες νέους/-ες την τελευταία δεκαετία στο Ηνωμένο Βασίλειο.

οικογενειακή φωτογραφία (2007) / nytimes.com

οικογενειακή φωτογραφία (2007) / nytimes.com

> Η συγγραφέας και καθηγήτρια Yiyun Li, γεννημένη στο Πεκίνο το 1972 μίλησε στην Alexandra Alter και τους nytimes.com για την αυτοκτονία των δύο γιων της. Ο Vincent στα 16 του τον Σεπτέμβριο του 2017 έπεσε στις γραμμές του τρένου. Έτσι επέλεξε να τελειώσει τη ζωή του και ο James τον περασμένο Φεβρουάριο, πρωτοετής στο Princeton, όπου η ίδια διδάσκει δημιουργική γραφή – o άντρας της είναι μηχανικός λογισμικού Η/Υ. Έχουν κρατήσει ό,τι ήταν των παιδιών, όπως μια μεγάλη ζωγραφιά του Vincent. “Eίναι αρκετά οδυνηρό ακόμη και να μετακινηθεί ένα δικό τους αντικείμενο. Έχουμε σαν άνθρωποι τα όριά μας.”

Περνά αμέτρητες ώρες φροντίζοντας τον κήπο με τους νάρκισσους, τους υάκινθους, τις τουλίπες, oι ανεμώνες Ιαπωνίας θα ανθίσουν το φθινόπωρο – έχει φυτέψει 1.600 βολβούς και χάρηκε που γύρω στους μισούς βλάστησαν. Ανησυχεί για τους νεοσσούς στη φωλιά με τρωγλοδύτες (wrens) χαμηλά σε μια τριανταφυλλιά.

Όταν έφερε στον κόσμο τον James το 2005, είχε παρατήσει ένα διδακτορικό στην ανοσολογία και η σταδιοδρομία της στη λογοτεχνία ξεκινούσε. Κέρδιζε διακρίσεις, υποτροφίες, αλλά πάλευε και με την κατάθλιψη, κατέρρευσε ψυχικά το 2012, ένιωθε σα να γλιστρά εκτός πραγματικότητας και έκανε δύο φορές απόπειρες αυτοκτονίας – μια εμπειρία, που κατέγραψε στο ‘Dear Friend, from Μy Life I Write to You in Your Life’. Όταν ο μεγάλος της γιος αφαίρεσε τη ζωή του, εκείνη δούλευε μια νουβέλα για μια γυναίκα, που η κόρη της αυτοκτόνησε. Ήταν επιρρεπής στην κατάθλιψη και την απόγνωση, τελειομανής, η δασκάλα του είχε προβληματιστεί με ποιήματά του για τη ζωή και τον θάνατο, που έβγαζαν οδύνη, στις συνεδρίες ψυχοθεραπείας μοιραζόταν ακραία συναισθήματα, αυτοκτονικές σκέψεις και είχε δημιουργηθεί ο φόβος ότι ενδεχομένως να τις πραγματοποιήσει. H Yiyun Li ξεκίνησε αμέσως να σημειώνει φανταστικές, εκ βαθέων συζητήσεις μαζί του, σα να της απευθυνόταν από μια ασαφή μετά θάνατον ζωή, που αποτέλεσαν το βιβλίο ‘Where Reasons End’ (Εκεί που οι λόγοι τελειώνουν).

Και ο μικρός της γιος έκανε ψυχοθεραπεία, του άρεσε η φιλοσοφία, η γλωσσολογία και η επιστήμη, μελετούσε έξι γλώσσες, όμως, ήταν εσωστρεφής. Τον τελευταίο καιρό διάβαζε τον μύθο του Σίσυφου του Καμύ. Η μαμά τους χρειάστηκε αρκετούς μήνες μέχρι να βρει την κατάλληλη γλώσσα για το ‘Things in nature merely grow’ (Tα πράγματα στη φύση απλά μεγαλώνουν).

Hannah Yoon, nytimes.com

Hannah Yoon, nytimes.com

Απαρηγόρητη σε μια άβυσσο, σε ένα συγκεχυμένο μέρος, όπου κανένα φως δεν εισχωρεί, βρέθηκε αντιμέτωπη – όχι μόνο την απώλεια των παιδιών, αλλά και με τους περιορισμούς της γλώσσας, καθώς προσπαθούσε να μετουσιώσει το άγχος, που αντιστέκεται στις περιγραφές. “Από όλες τις λέξεις, που έχουν έρθει σ’ εμένα, πολλές υπολείπονται των περιστάσεων, κάποιες τις φυλάω γιατί χρειάζονται στο να δημιουργήσουν ένα χώρο για να κρατηθεί το παιδί. Ωστόσο, ρίχνουν και μακριές σκιές, που ορισμένες φορές μπορούν να φτάσουν το ανείπωτο. Οι άνθρωποι πάντα λένε: ‘Θα το ξεπεράσεις’, – Όχι, δεν πρόκειται. Όμως, το να ζεις με πόνο είναι δυνατό, όπως και το να υποφέρεις καλύτερα, όντας δυστυχισμένος και χαρούμενος. Όσο ζούμε, θα κουβαλάμε την αγάπη μας για τα παιδιά, παρ’ όλο που αυτά δεν είναι εδώ.”

> Η Isabel Allende μίλησε πρόσφατα στον Gilbert Cruz και τους nytimes.com με αφορμή την καινούρια της νουβέλα ‘Το όνομά μου είναι Emilia del Valle’ με θέμα τον εμφύλιο του 1891 στη Χιλή, απ’ όπου αυτοεξορίστηκε το 1973 στα 31 της για να γλιτώσει από τη δικτατορία του Augusto Pinochet, που ανέτρεψε τον σοσιαλιστή Salvador Allende – αυτοκτόνησε στο προεδρικό μέγαρο (11.09.1973), ήταν ξάδερφος του μπαμπά της. Από τα τέλη του 1980 διαμένει στις ΗΠΑ χωρίς να έχει σταματήσει να αναπολεί την πατρίδα, τους προγόνους και την κόρη της, που έφυγε από τη ζωή νέα.

“Η μητέρα μου ποτέ δεν μας μίλησε για τον πατέρα μας. Όλες οι φωτογραφίες στις οποίες απεικονιζόταν είχαν καταστραφεί και δεν αναφέρθηκε ποτέ το όνομά του. Δεν μας έλεγε γιατί έφυγε, γιατί δεν μπορούσαμε να τον δούμε, καμμία εξήγηση. Κάποια στιγμή στην εφηβεία, τα αδέρφια μου ήθελαν να τον συναντήσουν και ήταν μεγάλη απογοήτευση για εκείνους το ότι δεν διατηρούσε καμμία απολύτως σύνδεση, μην έχοντας το παραμικρό ενδιαφέρον. Πολλά έτη αργότερα, όταν εργαζόμουν ως δημοσιογράφος, με κάλεσαν να αναγνωρίσω το άψυχο σώμα ενός άνδρα, που είχε πεθάνει στον δρόμο και δεν μπορούσα γιατί δεν τον είχα δει ποτέ πριν. Ήταν ο μπαμπάς μου – τρομερό να τον αντικρίσω έτσι πρώτη φορά, αλλά δεν ένιωσα τίποτα, κάποια συμπόνοια ή λαχτάρα οποιουδήποτε είδους. Η Emilia, ηρωίδα του τελευταίου μου βιβλίου δεν είχε σχέση με τον πατέρα της το σημαντικότερο μέρος της ζωής της. Στις σκηνές, που τελικά τον συναντά, κατάφερα να βάλω τον εαυτό μου στη θέση της. Υποθέτω ότι εάν είχαμε ανταμώσει και ήταν ηλικιωμένος, άρρωστος, αγχωμένος, καταθλιπτικός, στεναχωρημένος, φοβούμενος τον θάνατο, θα ένιωθα μεγαλύτερη εγγύτητα. Δεν είχα ποτέ αυτή την ευκαιρία, οπότε δεν ξέρω.

Θα το έβρισκα πολύ δύσκολο να γράψω για μια υποτακτική γυναίκα στα προάστια, που περιμένει τον σύζυγό της να γυρίσει από τη δουλειά. Δεν υπάρχει ιστορία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Γράφω για γυναίκες, που πάντα αμφισβητούν τις συμβάσεις και εισπράττουν επιθετικότητα ως απάντηση, ωστόσο αντιστέκονται και τα βγάζουν πέρα μόνες τους. Τέτοιους χαρακτήρες αγαπώ και γράφω γι’ αυτές επειδή τις ξέρω τόσο καλά. Γεννήθηκα σε μια καθολική, συντηρητική, αυταρχική, πατριαρχική οικογένεια τη δεκαετία του 1940. Οι γυναίκες της γενιάς μου και της ίδιας κοινωνικής τάξης ήταν προορισμένες να παντρευτούν, να κάνουν παιδιά και αυτό ήταν όλο. Οπότε, το να ξεφύγει κάποια από αυτή τη ‘φυλακή του μυαλού’ ήταν πολύ απαιτητικό – ανήκω στην πρώτη γενιά, που ορισμένες το κατάφεραν. Είχα στοχοποιήσει την εξουσία, κατάλαβα ότι βρισκόταν πάντα στα χέρια ανδρών. Εξεγέρθηκα, όμως, δεν ήξερα να το ονομάσω φεμινισμό, δεν είχα ακούσει ποτέ την έννοια. Προς το τέλος της εφηβείας, ήρθα σε επαφή με το κίνημα και άρχισα να διαβάζω σχετικά ώστε απέκτησα ένα πιο σαφές λεξιλόγιο για να εκφράζω τον θυμό, που ένιωθα όλη μου τη ζωή. Βρήκα μια τέτοια κοινότητα όταν ξεκίνησα να εργάζομαι ως δημοσιογράφος στο γυναικείο περιοδικό Paula, ήταν η πρώτη φορά που μια έκδοση τολμούσε να δημοσιεύσει ζητήματα, που κανείς δεν είχε ακουμπήσει μέχρι τότε, έδωσε στις γυναίκες πληροφόρηση για το δικαίωμα στην άμβλωση, το διαζύγιο, την πολυγαμία συν την πολιτική, αναμειχθήκαμε με όσα συνέβαιναν στον δρόμο, παράλληλα με την ύλη διακόσμησης, μόδας, ομορφιάς. Προκάλεσε αίσθηση.

Ο Pablo Neruda με κάλεσε σπίτι του και όλοι ζήλευαν στο περιοδικό γιατί νομίζαμε ότι διάλεξε εμένα για να δώσει συνέντευξη. Είχε ήδη κερδίσει το Νόμπελ. Ζούσε στην παραλιακή στο Isla Negra, ήταν άρρωστος. Χειμώνας, οδηγούσα μέσα στη βροχή στη διαδρομή. Με υποδέχτηκε καλοσυνάτα, μου πρόσφερε μεσημεριανό, ένα μπουκάλι λευκό κρασί. Μου έδειξε τις συλλογές του, που σήμερα θεωρούνται τέχνη – τότε έμοιαζαν άχρηστες. Του είπα: ‘Εντάξει, Don Pablo, τώρα πρέπει να κάνουμε τη συνέντευξη γιατί θα βραδιάσει σύντομα και θα χρειαστεί να γυρίσω’. – ‘Ω, όχι αγαπητή μου, ποτέ δε θα σου έδινα, είσαι η χειρότερη δημοσιογράφος της χώρας, βάζεις τον εαυτό σου συνέχεια στο κέντρο των πάντων, δεν λες ποτέ την αλήθεια και είμαι σίγουρος ότι όταν δεν έχεις τι να γράψεις, εφευρίσκεις. Γιατί δεν μεταπηδάς στη λογοτεχνία, όπου όλα αυτά τα μειονεκτήματα είναι αρετές;’ Μου προκάλεσε αμηχανία φυσικά, όμως, το είπε πολύ ευγενικά. Θα έπρεπε να έχω δώσει σημασία, ωστόσο δεν το έκανα παρά αρκετά χρόνια αργότερα. Δύο μήνες μετά, κηρύχτηκε στρατιωτική δικτατορία. Ξεχάστηκαν τα πλάνα για το μέλλον, όλα διαταράχθηκαν για πάντα. Ήταν από τα σταυροδρόμια, που μόλις βρεθείς εκεί πρέπει να ακολουθήσεις καινούρια πορεία – καθόλου σχεδιασμένη από πριν ούτε αναμενόμενη. Η καριέρα μου ως δημοσιογράφου τελείωσε τότε.

Αν και οι βιαιότητες ξεκίνησαν μέσα στις πρώτες 24 ώρες και κάποιοι διώκονταν αμέσως, το ευρύτερο μέρος του πληθυσμού δεν επηρεάστηκε προσωπικά εξαρχής. Νομίζαμε ‘μπορώ να ζήσω με αυτό, δεν γίνεται να είναι τόσο άσχημα’, ήμασταν σε άρνηση για μεγάλο διάστημα και, ξαφνικά, μια μέρα πλήττει εσένα τον ίδιο – κατανοήσαμε τις συνέπειες αργά. Το Κογκρέσο διαλύθηκε επ’ αόριστον, επιβλήθηκε λογοκρισία στα πάντα, όλα τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα ανεστάλησαν, οι πολίτες δεν προστατεύονταν κατά της παράνομης κράτησης – γινόταν να συλληφθούν χωρίς λόγο και ακροαματική διαδικασία, δεν λειτουργούσε η δικαιοσύνη, σε έθεταν υπό κράτηση ή σε εξαφάνιζαν. Έκρυβα αντιφρονούντες στο σπίτι γιατί δεν ήταν γνωστές οι συνέπειες, δεν είχαμε ιδέα ότι εάν κάποιος εξαναγκαζόταν να πει πού βρισκόταν θα είχα την ίδια τύχη, ενδεχομένως τα παιδιά μου να βασανίζονταν μπροστά μου. Όταν με απείλησαν ευθέως, αποφάσισα να φύγω – πίστευα ότι θα έλειπα μόνο για μερικούς μήνες, έτσι ταξίδεψα μόνη μου στη Βενεζουέλα. Ύστερα από τέσσερις εβδομάδες, ο άντρας μου αντιλήφθηκε ότι δεν έπρεπε να επιστρέψω. Έκλεισε την πόρτα, κλείδωσε εκείνη της εισόδου αφήνοντας τα πάντα μέσα και ήρθε να με βρει. Δεν το είδαμε ποτέ ξανά εκείνο το σπίτι και όλα μας τα υπάρχοντα χάθηκαν – δεν πειράζει καθόλου, ούτε που θυμάμαι τι είχαμε μέσα. Ωστόσο, δεν έχω ξεχάσει τη στιγμή, που το αεροπλάνο πέρασε τις Άνδεις, έκλαιγα γιατί ήξερα κάπως ενστικτωδώς ότι επρόκειτο για ‘έξοδο’, όλα είχαν αλλάξει. Δεν εξήγησα τίποτα στα παιδιά και αυτό είναι το σημαντικό λάθος μου. Προσπαθήσαμε να τα προστατέψουμε από τον φόβο, που είναι ένα πολύ διαβρωτικό συναίσθημα, κάτι σπάει μέσα σου, μετασχηματίζει και την κοινωνία, τον τρόπο που φερόμαστε ο ένας στον άλλο. Δεν θέλαμε να μάθουν για τα βασανιστήρια, όμως, αιφνιδιαστικά δύο τύποι έμπαιναν στην αίθουσα και έπαιρναν τον δάσκαλο – το έβλεπαν, ωστόσο, δεν είχαν την εξήγηση. Πίστευαν ότι έρχονταν στη Βενεζουέλα για να δουν τη μαμά. Τους πήρε κάμποσο διάστημα μέχρι να δεχτούν ότι ήμασταν [πολιτικοί] πρόσφυγες, ότι θα παραμέναμε και ίσως να μην επιστρέφαμε πια, ότι έπρεπε να προσαρμοστούν και να ξεχάσουν όσα αφήσαμε πίσω.

Σε μια περίοδο, που ένιωθα ότι η ζωή μου δεν πήγαινε πουθενά, αισθανόμουν χαμένη, καταθλιπτική, βαριόμουν πραγματικά να δουλεύω ως διοικητική υπάλληλος σε σχολείο σε μια χώρα, που δεν ήταν η δική μου, σαν εξωγήινη με πολλούς τρόπους ή τουρίστρια, επισκέπτρια στη ζωή, το γράμμα στον ετοιμοθάνατο παππού μου, που τελικά έγινε ‘Το Σπίτι των Πνευμάτων’, ως εάν να άνοιξε μια φλέβα, που καθώς αιμορραγούσε έβγαιναν όσα είχα μαζέψει. Μετατράπηκε σε μια άσκηση νοσταλγίας, επανάκτησης όσων είχα χάσει, ένα ολόκληρο χωριό βρέθηκε στον πάγκο της κουζίνας, όπου έγραφα και κατέκλυσε τις σελίδες. Δεν σκεφτόμουν, δεν είχα κάποιο περίγραμμα στη διάθεσή μου, δεν ήξερα πώς να επιμεληθώ το κείμενο – όταν το ολοκλήρωσα, ο άντρας μου που ήταν πολιτικός μηχανικός, το διάβασε και πρόσεξε ότι οι ημερομηνίες δεν ταίριαζαν – ένα πρόσωπο στη σελίδα 20 ήταν 18 ετών και στη σελίδα 300 εξακολουθούσε να έχει την ίδια ηλικία. Έφτιαξε ένα πίνακα στον τοίχο με τις χρονολογίες, τους ήρωες, το τι συνέβαινε και έτσι μπόρεσα κάπως να το οργανώσω.

με την κόρη της / Isabel Allende Archives

με την κόρη της / Isabel Allende Archives

Ένα πράγμα υπάρχει σταθερά στη ζωή μου: το γράψιμο. Νομίζω ότι αυτό είναι το μέσο στη διάθεσή μου για να ξεπερνάω τα πράγματα, και το πιο σημαντικό, να θυμάμαι. Ο θάνατος της κόρης μου, πριν 30 χρόνια ήταν ό,τι χειρότερο έχω βιώσει. Κατάφερα να το αντέξω γράφοντας το βιβλίο ‘Paula’. Τη νιώθω να με συντροφεύει – την έχω σε φωτογραφία από τον γάμο της στο νιπτήρα, όπου πλένω τα δόντια μου κάθε πρωί και κάθε βράδυ, όπως και μία της μαμάς μου με νυφικό στα 80 της. Τους λέω καλημέρα και καληνύχτα – είναι πάντα μαζί μου. Είμαι διαρκώς συνδεδεμένη με την Paula, δεν πιστεύω στα φαντάσματα, δεν μου εμφανίζεται η μορφή της ούτε ευελπιστώ ότι μόλις πεθάνω, θα περάσω μέσα από ένα τούνελ φωτός και θα τη βρω στην άλλη άκρη, όμως ζει μέσα μου.

Η γλώσσα έχει συρρικνωθεί στο τίποτα εξαιτίας του email, γράφουμε σα να στέλνουμε τηλεγράφημα, επικοινωνούμε με ελάχιστες λέξεις και με πολύ φτωχή παραστατικότητα. Η μητέρα μου παντρεύτηκε διπλωμάτη και όταν έγινα 16 χωριστήκαμε και δεν ζήσαμε ποτέ ξανά μαζί. Οπότε, συνηθίζαμε να γράφουμε η μία στην άλλη κάθε μέρα, παρατηρούσα και κρατούσα σημειώσεις νοερά με όσα έβλεπα, σκεφτόμουν, ονειρευόμουν, τις συζητήσεις, τις συναντήσεις, όσα θα της έστελνα το απόγευμα – έτσι μεγάλωσα. Mοιραζόμασταν ενδόμυχες σκέψεις και μιλούσαμε ανοιχτά. Όταν πήγαινα να την επισκεφτώ, σε μια εβδομάδα αισθανόμασταν άβολα η μια με την άλλη, πράγματα έμπαιναν ανάμεσά μας όταν ήμασταν μαζί – κάτι που δεν συνέβαινε όταν γράφαμε. Τη γνώρισα όπως κανέναν άλλο, ούτε καν τα παιδιά μου: την υγεία, τα όνειρα, τις επιθυμίες, τις απογοητεύσεις της, τους καυγάδες με τον δεύτερο άντρα της, τις συμφιλιώσεις τους, τα πάντα, μας απασχολούσαν τα χρήματα, οι σχέσεις με το άλλο φύλο, η θρησκεία. Τη χαρακτήριζε ένα είδος χιλιανού σαρκασμού που αγαπούσα, όμως λειτουργούσε καλύτερα στον γραπτό λόγο – από κοντά, μπορούσε να ακουστεί επιθετικός. Πέθανε το 2018. Προσπάθησα για λίγο να συνεχίσω αυτή τη συνήθεια ως εάν να ήταν στη ζωή, όμως δεν δούλευε, έμοιαζε ψεύτικη. Έκτοτε ο καιρός περνά σαν ονειροπόληση. Δεν κοιτάζω διερευνητικά τίποτε πια, αφού δεν χρειάζεται να το καταγράψω. Είναι δυσάρεστο. Έχω κρατήσει την αλληλογραφία μας από το 1987, ταξινομημένη σε κουτιά ανά έτος – κάποια περιέχουν 600, 800 γράμματα, συνολικά τα υπολογίσαμε σε περίπου 24.000. Μπορείτε να φανταστείτε ένα τέτοιο όγκο;

Χώρισα με τον προηγούμενο άντρα μου στα 74, μετά από 28 έτη κοινής πορείας. Τον αγάπησα πολύ, όμως ποτέ δεν ξέρεις γιατί η αγάπη τελειώνει κάποια στιγμή και αυτό δεν συμβαίνει ξαφνικά, ήταν μια σταδιακή επιδείνωση, που χρειάστηκε χρόνια και πολλή θεραπεία σε μια προσπάθεια να σώσουμε τη σχέση, έως ότου συνειδητοποιήσαμε ότι δεν μπορούσαμε και χωρίσαμε. Οι απέξω ρωτάνε: ‘Επενδύσατε τόσα σε αυτή, τι ήταν τόσο άσχημο, που δεν γινόταν να συνεχίσετε μαζί;’ – τίποτα, όμως, σκέφτηκα ότι απαιτείται περισσότερο κουράγιο για να μείνεις σε μια κακή σχέση, που δεν προχωρά και να περάσεις έτσι τα υπόλοιπα χρόνια σου, από το να ξεκινήσεις εκ νέου. Πούλησα το σπίτι και χάρισα τα υπάρχοντά μου, μετακόμισα σε ένα μικρότερο με τον σκύλο μου και δεν χρειαζόμουν τίποτα. Ο τωρινός μου σύζυγος είναι ο τρίτος, αλλά όχι ο τελευταίος (γέλια). Ξεκινήσαμε από το μηδέν, χωρίς αποσκευές – τουλάχιστον όχι υλικές.

Αγωνίζομαι να είμαι αρκετά παρούσα στη διαδικασία της γήρανσης επειδή τη βρίσκω συναρπαστική, αν και πρόκειται για ταμπού στη σύγχρονη κοινωνία. Οι άνθρωποι δεν θέλουν ν’ ακούσουν γι’ αυτή, τους φαίνεται άσχημη, ωστόσο μπορεί να είναι και πολύ απελευθερωτική και να αποτελέσει ένα θαυμάσιο ταξίδι.

Ταυτόχρονα, με ενδιαφέρουν πολύ και όσα συμβαίνουν στον κόσμο. Θεωρώ ότι πολιτικά γεγονότα, όπως αυτά που ζούμε σήμερα στις ΗΠΑ δεν γίνεται να τα εξηγήσουμε την παρούσα στιγμή, χρειάζεται να ειδωθούν με απόσταση. Δεν ήμουν σε θέση να γράψω για τη Χούντα στη Χιλή όταν συνέβη. ‘Το Σπίτι των Πνευμάτων’ διαμορφώθηκε πολύ μετά. Ελπίζω να έχω αρκετό καιρό να συνθέσω όσα συμβαίνουν με κάποια προοπτική.”

Πηγές: courrierinternational.com, dazeddigital.com, nytimes.com 

Comments are closed.

0 %