The Meddlers & an anniversary
Με αφορμή την έκδοση του τελευταίου του βιβλίου με τίτλο: ‘Αυτοί που ανακατεύονται (The Meddlers): Κυριαρχία (sovereignty), Αυτοκρατορία και Παγκόσμια Οικονομική Διακυβέρνηση’ ο Jamie Martin, αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Georgetown συζήτησε με τον Daniel Steinmetz-Jenkins στο thenation.com (15/06) για τις ιμπεριαλιστικές καταβολές της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης και για το ποια θα μπορούσε να είναι η εναλλακτική στους οργανισμούς που συνδέθηκαν μαζί της. Στην ελληνική πολιτική σκηνή η ΝΔ έδωσε στη δημοσιότητα ‘γκρίζα’ διαφήμιση με τίτλο ‘Δεν ξεχνάμε’, για να θυμίσει τη συμπλήρωση εφτά χρόνων από τη δύσκολη διαπραγμάτευση του 2015, με την επιβολή των capital controls και τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος.
O πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης κατά τη συνάντησή του με τη Margrethe Vestager (27/06), πρώην επίτροπο Ανταγωνισμού και εκτελεστική αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με αντικείμενο ‘Ευρώπη έτοιμη για την Ψηφιακή Εποχή’, μεταξύ άλλων, ανέφερε: “Κάθε φορά, όταν έρχεται αυτή η περίοδος του χρόνου, τέλη Ιουνίου, αρχές Ιουλίου, θυμόμαστε τι συνέβη το 2015 και πόσο κοντά ήρθαμε στην απόλυτη καταστροφή. Πληρώσαμε βαρύ τίμημα για τις επιλογές που έγιναν εκείνη τη χρονιά. Αλλά πιστεύω πως κάνετε καλά που επισημαίνετε ότι η ελληνική κοινωνία αποδείχτηκε εξαιρετικά ανθεκτική.”
Ο ΣΥΡΙΖΑ σε ανακοίνωσή του σημείωσε ότι οι Έλληνες πολίτες δεν είναι λωτοφάγοι, προσθέτοντας ανάμεσα σε άλλα: “Ότι (o πρωθυπουργός) είναι ο πρόεδρος του κόμματος που χρεοκόπησε τη χώρα, την οδήγησε στα μνημόνια και τον ελληνικό λαό στην πιο βαθιά φτωχοποίηση. Ότι η κυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου της οποίας ήταν πρωτοκλασάτος υπουργός παρέδωσε το 2015 στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ 21 δισεκατομμύρια αποπληρωμές, χωρίς ταμειακά διαθέσιμα και πρόσβαση στις αγορές. Ότι ο ίδιος παρέλαβε το 2019 από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ τη χώρα εκτός μνημονίων, με ρυθμισμένο χρέος, πρόσβαση στις αγορές, δέκα συνεχόμενα τρίμηνα ανάπτυξης και 37 δισεκατομμύρια στα δημόσια ταμεία. Ότι η απόφαση για την έξοδο από την ενισχυμένη εποπτεία είχε ληφθεί τον Αύγουστο του 2018 επί ΣΥΡΙΖΑ και είχε οριστεί για τον Αύγουστο του 2022, ώστε να μπορεί σήμερα ο ίδιος με γελοίους πανηγυρισμούς να την εμφανίζει τάχα ως δικό του επίτευγμα.”
Ευτυχώς, φίλες και φίλοι της ΝΔ, ούτε κι εμείς ξεχνάμε! https://t.co/nwam3skTAUhttps://t.co/QLMogwjfAI
— Yanis Varoufakis (@yanisvaroufakis) June 29, 2022
Η αλήθεια για την μαύρη προπαγάνδα ΝΔ-ΠΑΣΟΚ: Ναι, θα ήταν ανάρμοστο να κάτσω στην ουρά των ΑΤΜ, όπως έκαναν οι βουλευτές που, όλο το προηγούμενο βράδυ, άδειαζαν τα ΑΤΜ της Βουλής. [Απόσπασμα από το ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ, 2017] pic.twitter.com/tfWtVtLIpb
— Yanis Varoufakis (@yanisvaroufakis) June 29, 2022
Το 1944 εκπρόσωποι από σαράντα τέσσερις χώρες συναντήθηκαν στο θέρετρο Mount Washington, στο Bretton Woods του New Hampshire για να ξαναγράψουν τους κανόνες της διεθνούς οικονομίας και να δημιουργήσουν το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα, που θα καθόριζαν τη μεταπολεμική παγκόσμια οικονομία. Σύμφωνα με τις περισσότερες διηγήσεις, περιλάμβανε τεταμένες διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε μια μεγάλη δύναμη σε παρακμή, τη Βρετανική Αυτοκρατορία την οποία εκπροσωπούσε ο John Maynard Keynes και μια ανερχόμενη, τις ΗΠΑ εκ μέρους των οποίων διαπραγματευόταν ο οικονομολόγος, ανώτερος υπάλληλος του υπουργείου Οικονομικών Harry Dexter White. Kατέληξαν σε μια από τις μεγαλύτερες διεθνείς συμφωνίες όλων των εποχών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που έμεινε γνωστή ως σύστημα Bretton Woods και διήρκεσε μέχρι το 1971.
Για τον Jamie Martin ήταν μια ανάμεικτη κατάκτηση. Η Αμερική δεσμεύθηκε να παρέχει παγκόσμια δημόσια αγαθά και να αντιμετωπίζει τις κρίσεις περισσότερο από ποτέ. Ωστόσο, ο πιο σημαντικός από τους δύο οργανισμούς που συνδέθηκαν με αυτό, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, σχεδιάστηκε ώστε να κυριαρχείται από τις ΗΠΑ – πιο πολύ απ’ ό,τι προηγουμένως στην Κοινωνία των Εθνών, είχαν την πρωτοκαθεδρία οι Βρετανοί. Καθώς η Αγγλία το συνειδητοποιούσε, άρχισε να ανησυχεί ότι αποδυναμωμένη από τον πόλεμο, αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να παρεμβαίνει στις εσωτερικές της υποθέσεις το ΔΝΤ – όπως είχε κάνει η ίδια στα Βαλκάνια, τη Μέση Ανατολή και αλλού – και ότι θα έπεφτε στα μάτια των ΗΠΑ, στο επίπεδο του κράτους – ανεύθυνου οφειλέτη, στις υποθέσεις του οποίου θα παρενέβαιναν Αμερικανοί αξιωματούχοι και τραπεζίτες. Επρόκειτο για επανάληψη μιας παλαιότερης δυναμικής: συνεχώς γίνονταν αναφορές ότι η Γερμανία και η Αυστρία τη δεκαετία του 1920 αντιμετωπίζονταν από τη Βρετανία και τη Γαλλία, με τον τρόπο που αυτές οι Αυτοκρατορίες συμπεριφέρονταν στην Οθωμανική και την Κίνα πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

O J. M. Keynes εργάστηκε ακούραστα για να εμποδίσει το ΔΝΤ από το να αναπτύξει παρεμβατικές δυνάμεις. Και αυτό – όχι λόγω κάποιας δέσμευσης στην καθολική ισότητα, αναφορικά με την κυριαρχία – αφού όπως υποστηρίζει ο Jamie Martin, ήταν κυρίως απαξιωτικός απέναντι στις αντιπροσωπείες της Λατινικής Αμερικής και σε άλλες από το μη δυτικό κόσμο στο συνέδριο του Bretton Woods, αλλά επειδή φοβόταν ότι μια αποδυναμωμένη Βρετανική Αυτοκρατορία θα ήταν τώρα ευάλωτη σε αμερικανική ανάμειξη. Λίγες μέρες πριν τη διεξαγωγή του, μετέφερε το συγκεκριμένο επιχείρημα στους ομολόγους του στη διοίκηση του Fr. D. Roosevelt, ρωτώντας τους πώς θα αισθάνονταν εάν ένας διεθνής οργανισμός είχε πει στις ΗΠΑ ότι δεν άντεχαν οικονομικά το πρόγραμμα New Deal (1933-1938), που αποτελούσε απάντηση στη Μεγάλη Ύφεση του 1929.
Το εάν το ΔΝΤ θα είχε τη δυνατότητα να κάνει κάτι τέτοιο έμεινε διφορούμενο στη συνάντηση του Bretton Woods. O J. M. Keynes ήταν σίγουρος ότι εξασφάλισε μια δέσμευση από την Ουάσινγκτον ότι σαν οργανισμός δεν θα έλεγε στη Βουλή ότι δεν είχε το οικονομικό περιθώριο να χρηματοδοτήσει, για παράδειγμα, το Πλάνο Beveridge του 1942, που αφορούσε προγράμματα κοινωνικής ασφάλισης και εφαρμόστηκε από την κυβέρνηση των Εργατικών στη Βρετανία μετά τις εκλογές του 1945, με την εγκαθίδρυση κοινωνικού κράτους και του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS). Ωστόσο, ένα μικρό χρονικό διάστημα μετά το συνέδριο, ο J. M. Keynes κατάλαβε ότι είχε χάσει τη συγκεκριμένη μάχη: το ΔΝΤ στο οποίο κυριαρχούσαν οι ΗΠΑ, προφανώς θα είχε τη δυνατότητα να συνδέει τη βοήθειά του με εκτεταμένες απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τις εσωτερικές πολιτικές εκείνων που δανείζονταν. Όπως είχε προβλεφθεί, μόλις το ΔΝΤ άνοιξε τις πόρτες του, λίγο μετά το θάνατο του J. M. Keynes το 1946, τα μέλη του από τη Βρετανία και τη Γαλλία αντιλήφθηκαν ότι αυτός δεν ήταν ο οργανισμός στη δημιουργία του οποίου είχαν συναινέσει. Σε μια απόλυτη αντιστροφή της τύχης, εκείνοι που παλιά ανακατεύονταν, τώρα υπήρχε κίνδυνος να μετατραπούν σε εκείνους στους οποίους ανακατεύονταν άλλοι. Όμως τελικά, δεν ήταν στη Δυτική Ευρώπη, όπου το ΔΝΤ θα ανέπτυσσε τις πιο παρεμβατικές του ικανότητες, όσο στον παγκόσμιο Νότο.

J. M. Keynes, Bretton Woods / AFP, Getty Images, nytimes.com
Η εξέλιξη των απαιτήσεων του ΔΝΤ για την παροχή βοήθειας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου αντιμετωπιζόταν από τους εκπροσώπους χωρών του παγκόσμιου Νότου ως παρόμοια με πολλές άλλες μορφές μακρόχρονης ξένης παρέμβασης. Γι’ αυτό το λόγο, ήταν εκείνοι που με περισσότερη συνέπεια – συχνά και με τη στήριξη της Ρωσίας – διεκδίκησαν το δικαίωμα όλα τα κράτη να απολαμβάνουν προστασία από την ανάμειξη άλλων. Η συγκεκριμένη μετατράπηκε σε μια κεντρική απαίτηση στα Ηνωμένα Έθνη, συμπεριλαμβανομένου και του αιτήματος για μια Νέα Διεθνή Οικονομική Τάξη στις αρχές του 1970. Οι μεγαλύτερες εξαιρέσεις σε αυτό ήταν ο φυλετικός διαχωρισμός (απαρτχάιντ) στη Νότια Αφρική και τις ΗΠΑ (Jim Crow), που θεωρούνταν εσωτερικές νομικές και θεσμικές διευθετήσεις, οι οποίες δεν θα έπρεπε να κρύβονται πίσω από τα τείχη της εθνικής κυριαρχίας. Σε ό,τι αφορούσε την οικονομία, η αντιεπεμβατική έμφαση χωρών του παγκόσμιου Νότου ήταν συνεχής.
Εντός του ΔΝΤ η αντιπαράθεση πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα ξεκίνησε πολύ πριν την ανάδυση της ‘Συναίνεσης της Ουάσινγκτον’ (Washington Consensus), που είχε να κάνει με την εφαρμογή πολιτικών υπέρ της ελεύθερης αγοράς. Ήδη από το 1960 διαπιστωνόταν μια αυξανόμενη αντίδραση μεταξύ εκπροσώπων χωρών του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου για τα δύο μέτρα και δύο σταθμά όσο και για ασυμμετρίες αναφορικά με την παρεμβατικότητα του ΔΝΤ. Έφτασε στο απόγειο όταν το ΔΝΤ έδωσε οικονομική βοήθεια στο Ηνωμένο Βασιλείο το 1967, χωρίς σχεδόν καμία από τις πολλές απαιτήσεις επί της βρετανικής πολιτικής, τις οποίες συνήθιζε σε μέλη της Νότιας Αμερικής για παράδειγμα. Ερευνητές όπως ο Adom Getachev και η Christy Thornton έχουν καταδείξει ότι πολύ πριν τον Ψυχρό Πόλεμο υπήρχε μακρά ιστορία αξιωματούχων από τον παγκόσμιο Νότο και ακτιβιστών που προσπαθούσαν να γίνει πραγματικότητα η ισότητα στην κυριαρχία σε ένα βαθιά ιεραρχικό διεθνές σύστημα, αλλά χωρίς να ζητούν μια πλήρη υποχώρηση στον εθνικισμό. Έτσι, και η αντίδραση στο δανεισμό υπό προϋποθέσεις εμφανίστηκε πολύ νωρίτερα από το κύμα παγκόσμιων διαμαρτυριών ενάντια στο ΔΝΤ τη δεκαετία του 1990.

Mount Washington Hotel, Bretton Woods / Carol M. Highsmith, Buyenlarge, Getty Images, forbes.com
Εάν εστιάσουμε πάρα πολύ στη σχετικά πρόσφατη ιστορία του νεοφιλελευθερισμού, ρισκάρουμε να παραβλέψουμε μια μεγαλύτερης διάρκειας εξέλιξη στη σχέση του παγκόσμιου καπιταλισμού και της αυτοκρατορίας. Ξεχνάμε ότι συνεχίζουμε να ζούμε σε ένα κόσμο, που διαμορφώνεται από παλαιότερες πρακτικές άτυπου οικονομικού ιμπεριαλισμού, οι οποίες χρονολογούνται τουλάχιστον στα μέσα του 19ου αιώνα και ότι υπήρχαν διάφορες μορφές φιλελευθερισμού, που οι ιστορικοί και οι κοινωνικοί επιστήμονες θεωρούν συχνά ως καθαρά διακριτές: ο κλασσικός φιλελευθερισμός, ο ‘ενσωματωμένος φιλελευθερισμός’, ο νεοφιλελευθερισμός κτλ. Η δομική αναπροσαρμογή δεν είναι απλά μια μορφή μακρινού συγγενή της αυτοκρατορίας, αλλά άμεση απότοκος.
Το είδος των εκτεταμένων παρεμβατικών δυνάμεων των διεθνών οικονομικών οργανισμών που συνδέουμε με τη Συναίνεση της Ουάσινγκτον, με δυνατότητα να επιβάλλουν λιτότητα σε κράτη που κατέφευγαν στο δανεισμό και να απαιτούν εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις ‘φιλελευθεροποίησης’ – δεν προέκυψε ξαφνικά στα τέλη του 20ου αιώνα. Αντίθετα, ξεκίνησε πολλές δεκαετίες πίσω, με τη λήξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, όταν ισχυρά κράτη και ιδιωτικοί φορείς προχώρησαν σε νέες συνεργασίες για να προστατέψουν τα συμφέροντά τους σε μια στιγμή τεράστιας παγκόσμιας οικονομικής και πολιτικής αναταραχής.
Είναι αλήθεια – αναλύει στη συνέντευξή του στο thenation.com o Jamie Martin – ότι τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, το ΔΝΤ δραματικά επέκτεινε το εύρος των δραστηριοτήτων του συνδέοντας την οικονομική βοήθεια με όρους για τους δανειζόμενους, που θα έπρεπε να δεσμευθούν σε εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις φιλικές προς την αγορά. Αυτό συνέβη σε τρεις διαδοχικές περιόδους παγκόσμιας αναταραχής μετά το τέλος του συστήματος Bretton Woods: με την κρίση χρέους του αποκαλούμενου Τρίτου Κόσμου, την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη χρηματοοικονομική κρίση στην Ασία το 1997-98. Κατά τη διάρκεια καθεμιάς από τις συγκεκριμένες περιόδους, το ΔΝΤ άσκησε τεράστια πίεση σε κράτη που έλαβαν δάνεια – από την Αργεντινή μέχρι το Καζακστάν και την Ταϋλάνδη – ζητώντας να δεσμευθούν στη λιτότητα και σε σημαντικές μεταρρυθμίσεις των εσωτερικών τους οικονομιών. Εάν δεν καθίστατο εφικτή η συμφωνία σε αυτούς τους όρους – όχι μόνο έμπαινε σε κίνδυνο η βοήθεια από το ΔΝΤ, αλλά και η πρόσβαση σε άλλες πηγές ξένου κεφαλαίου – αφού η παρουσία ενός προηγούμενου διακανονισμού με το ΔΝΤ χρησιμοποιούταν από άλλους δανειστές για να καθοριστεί η πιστοληπτική ικανότητα μιας χώρας. Το ΔΝΤ με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά έγινε διαβόητο για την αδιάκριτη ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις κυρίαρχων κρατών, χάρη στην παγκοσμιοποίηση μιας υπερβολικά φιλελεύθερης μορφής καπιταλισμού υπό αμερικανική επιρροή.
Υπάρχουν καλοί λόγοι να συσχετιστεί η ανάδυση αυτού του ισχυρού ΔΝΤ με την παράλληλη νεοφιλελεύθερη έκρηξη, άλλωστε ήταν εκείνο που επέμενε σε ίδιου είδους μεταρρυθμίσεις απελευθέρωσης της αγοράς στον παγκόσμιο Νότο και σε μετακομμουνιστικά κράτη, όπως εκείνες που εφαρμόζονταν στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Με δεδομένη και την κυριαρχία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών εντός του ΔΝΤ, ήταν πολύ συχνά οι ίδιοι άνθρωποι που επέβλεπαν τους μετασχηματισμούς της αμερικανικής οικονομίας και που ζητούσαν παρόμοιους σε μέρη όπως η Ρωσία ή η Ινδονησία. Ωστόσο, δεν ήταν η πρώτη φορά που κάτι τέτοιο συνέβαινε.
Τα Ηνωμένα Έθνη είχαν εξαρτήσει τη χορήγηση δανείων και τη λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας από τη δέσμευση στη λιτότητα της πρώην Αυτοκρατορίας των Αψβούργων και των οθωμανικών εδαφών τη δεκαετία του 1920. Αυτό περιλάμβανε προσαρμογή σε μεθόδους που είχαν χρησιμοποιηθεί από ημιαποικιοκρατικές επιτροπές χρέους, οι οποίες είχαν ιδρυθεί τον 19ο αιώνα από Ευρωπαίους και Αμερικανούς επενδυτές και κυβερνήσεις ώστε να πειθαρχήσουν οι δανειζόμενοι και να αποσπάσουν έσοδα από τη Βόρεια Αφρική, τα Βαλκάνια, τη Λατινική Αμερική, την Καραϊβική, την Κίνα και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σύμφωνα με τον Jamie Martin, παρατηρούνται βαθιές συνέχειες ανάμεσα σε αυτά τα άτυπα εργαλεία χρηματοοικονομικού ιμπεριαλισμού πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εμφάνιση της διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης μετά τη λήξη του.
Όταν δημιουργήθηκε το ΔΝΤ στις αρχές του 1940, κάποιοι από τους αρχιτέκτονές του επέμεναν ότι ο νέος οργανισμός θα έπρεπε να εγκαταλείψει τις πρόδηλες ιμπεριαλιστικές πρακτικές. Δεν ήθελαν ένα ΔΝΤ που θα μπορούσε να απειλεί τα κράτη να περικόψουν τους προϋπολογισμούς τους και να εγκαταλείψουν τα σχέδια για κοινωνικό κράτος μεταπολεμικά. Έτσι, συμφώνησαν ότι θα επιτρεπόταν στις κυβερνήσεις να προστατεύουν τους πολίτες από τις έντονες διακυμάνσεις του καπιταλισμού. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που υπάρχει τόση νοσταλγία για το σύστημα Bretton Woods σήμερα και το γιατί τόσο συχνά περιγράφεται σαν αντίδοτο στο νεοφιλελευθερισμό: επειδή με μια απόσταση φαίνεται ότι οι θεμελιωτές του πίστευαν στην ανάγκη για μια συμφιλίωση ανάμεσα σε μια ήπια μορφή παγκοσμιοποίησης με ένα εθνικό κοινωνικό κράτος, με κεϋνσιανή οικονομική διαχείριση και ανθρωπιστικά χαρακτηριστικά.
Όμως, στην πραγματικότητα υπήρχε περιορισμένη πραγματική δέσμευση στο συγκεκριμένο όραμα μεταξύ των πιο ισχυρών Αμερικανών παραγόντων εντός του ΔΝΤ όταν τελείωσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο οργανισμός άρχισε να δίνει τα πρώτα του δάνεια σε χώρες-μέλη του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου. Ήδη στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου, το ΔΝΤ λειτουργούσε, όπως νωρίτερα οι ιμπεριαλιστικοί πιστοληπτικοί διακανονισμοί, χορηγώντας δάνεια υπό τους όρους της λιτότητας και πολιτικών κατά του πληθωρισμού, αρχικά σε κράτη της Λατινικής Αμερικής όπως το Μεξικό, η Παραγουάη, η Χιλή και ύστερα ευρύτερα στην Καραϊβική και την Αφρική μετά την αποικιοκρατία. Οπότε, δε χρειάστηκε η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού για να ανακύψουν οι συγκεκριμένες πρακτικές, θεωρεί ο αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας.

Απαρτχάιντ / Ερασιτέχνης, απαντούν το ΔΝΤ, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Παγκόσμια Τράπεζα / Παγκόσμιο Απαρτχάιντ > Επιδοτούμενη Υπερκατανάλωση – Διάχυση του πλούτου προς τον αποκαλούμενο Τρίτο Κόσμο μέσω της λειτουργίας της αγοράς
Μια σημαντική έκβαση αυτής της ιστορίας αφορούσε το να ‘παγώσει’ η ιδέα ότι το ΔΝΤ σήμερα είναι περισσότερο πιθανό να εγκαταλείψει την επιμονή του για επιβολή δεσμεύσεων. Θα μπορούσε κανείς να λάβει τις πρόσφατες αλλαγές στις οικονομικές ιδέες εντός του οργανισμού σοβαρά – από τη νέα έμφαση στην αντιμετώπιση της ανισότητας, μέχρι μια προσεκτική υποστήριξη της επιβολής κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls). Ωστόσο, ακόμη και αν το ΔΝΤ έχει επίσημα χαλαρώσει τον εναγκαλισμό του με κάποιες νεοφιλελεύθερες ιδέες, ο οργανισμός συνεχίζει να συνδέει τη συνδρομή του σε ευάλωτα κράτη-μέλη με τις ίδιες παλιές απαιτήσεις λιτότητας, συμπεριλαμβανομένων πιο πρόσφατα μιας σειράς έκτακτων δανείων κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Cοvid-19. Το να αντιμετωπίζουμε αυτές τις πρακτικές σα νεωτερισμούς του τέλους του 20ου αιώνα θα σήμαινε ότι θα μπορούσαν εύκολα να εγκαταλειφθούν με μια απομάκρυνση από τις νεοφιλελεύθερες ιδέες. Όμως, εάν τις δούμε σαν προέκταση της χρηματοοικονομικής δυνατότητας του κράτους με ιστορία παραπάνω από μισού αιώνα, γίνεται φανερό γιατί το ΔΝΤ εξακολουθεί να αποδεικνύεται απρόσβλητο στην αλλαγή παραδειγμάτων στην ακαδημαϊκή οικονομία και στη χάραξη πολιτικής.
Η ιδέα της ανάμειξης που εξερευνά ο Jamie Martin αναφέρεται σε ενός είδους πίεση, που ασκούν εξωτερικοί παράγοντες στην εσωτερική πολιτική, τους θεσμούς και τους νόμους κυρίαρχων κρατών, για παράδειγμα, όταν ένας οργανισμός όπως το ΔΝΤ επιμένει ότι ένα κράτος-μέλος πρέπει να περικόψει τον προϋπολογισμό του ή να απομακρύνει μια Κεντρική Τράπεζα από τον έλεγχο του Κοινοβουλίου ως αντάλλαγμα για την παροχή δανεισμού. Το βιβλίο του καταγράφει την ιστορία της εξέλιξης αυτής της δυναμικής από τον 19ο αιώνα στον 20ο και παράλληλα του πώς μετέβαλε το νόημα της κρατικής υπόστασης.
Είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι η απώλεια κυριαρχίας με τέτοιου είδους παρέμβαση ήταν διαφορετική από αυτή στην οποία μια χώρα υπέγραφε μια συνθήκη, υιοθετώντας τους περιορισμούς του κανόνα του χρυσού (gold standard) ή την απεύθυνση σε ειδικούς από το εξωτερικό για να βοηθήσουν με μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό. Η ανάμειξη που ενδιαφέρει τον Jamie Martin, όπως εξηγεί στο thenation.com, αφορά κάθε χώρα, η οποία πραγματικά εξαναγκάζεται να επιτρέψει σε ισχυρούς παράγοντες του εξωτερικού να σχηματοποιήσουν εσωτερικούς οργανισμούς και πολιτικές – είτε πρόκειται για απειλές στρατιωτικής επέμβασης τον 19ο αιώνα ή για την αποκοπή της πρόσβασης στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου τον 20ο αιώνα.
Mε αυτή τη μακρόπνοη προοπτική είναι χρήσιμο να κατανοήσουμε την ακραία φύση της εξουσίας, που ασκείται από οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και το γιατί προκαλεί τόση αντίδραση. Η προστασία από την παρέμβαση εξωτερικών παραγόντων σε εσωτερικές πολιτικές και οργανισμούς εφάπτεται με τη σύγχρονη αντίληψη για την ίδια την κυριαρχία – ακόμη και αν στην πράξη ιστορικά μόνο τα πιο ισχυρά κράτη την απολάμβαναν. Μέχρι το 19ο αιώνα ήταν ζητήματα σχετικά με τη θρησκεία, τη δυναστική διαδοχή και το σύνταγμα που θεωρούταν πιο σημαντικό να μονωθούν. Όμως, μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα – μια περίοδο ραγδαίας οικονομικής παγκοσμιοποίησης και οι οικονομικές πολιτικές αντιμετωπίζονταν ως χρήζουσες αντίστοιχης προστασίας.

ΔΝΤ και Παγκόσμια Τράπεζα = εκατοντάδες πλούσιοι, δισεκατομμύρια φτωχοί
Για παράδειγμα το εμπόριο: ενώ πολλές σχετικές συμφωνίες είχαν υπογραφεί το 19ο αιώνα, οι δασμοί γίνονταν κατανοητοί ως αυστηρά εσωτερική πολιτική, ακόμη και αν επηρέαζαν την οικονομική ευημερία άλλων κρατών. Σπάνια θυμόμαστε ότι το αμερικανικό Κογκρέσο είχε αρνηθεί να επιτρέψει την είσοδο των ΗΠΑ στην Κοινωνία των Εθνών, όχι μόνο εξαιτίας ενός γενικού συναισθήματος απομόνωσης, αλλά λόγω ενός πολύ συγκεκριμένου φόβου, ότι δηλαδή η Κοινωνία των Εθνών θα επενέβαινε σε δύο από τις πιο επίμαχες περιοχές της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής: τους δασμούς και τη μετανάστευση. Το ίδιο ίσχυε και για τα δημόσια χρηματοοικονομικά: το πώς ένα κράτος επέλεγε να φορολογήσει τους πολίτες και να δαπανήσει τα έσοδά του ήταν μια από τις πιο ουσιαστικές εκφράσεις της κυριαρχίας του.
Στις αρχές του 20ου αιώνα, κάθε κράτος που επέτρεπε σε άλλους να καθορίζουν το χρηματοπιστωτικό του σύστημα δεν θεωρούταν πια ‘κανονικό’, αλλά ημι-κυρίαρχο ή ημι-αποικιοκρατούμενο, όπως η Κίνα ή η Αίγυπτος εκείνη την εποχή. Όταν οι οργανισμοί παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης άρχισαν να αναδύονται μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το πολιτικό πρόβλημα που είχαν να επιλύσουν ήταν το εάν θα παρενέβαιναν σε εσωτερικές πολιτικές και θεσμούς. Ήταν πρόδηλο ότι ο έλεγχος του παγκόσμιου καπιταλισμού δε θα περιλάμβανε μόνο τη διαχείριση των σχέσεων ανάμεσα στα κράτη, όπως την αποτροπή του πολέμου μεταξύ τους, αλλά και το ζύγισμα ευαίσθητων εσωτερικών οικονομικών ζητημάτων. Όμως, οι συγκεκριμένοι οργανισμοί θα χρειαζόταν να προσπαθήσουν να ασκήσουν τις επεμβατικές τους δυνάμεις με τρόπους που δε θα έμοιαζαν απλά με περισσότερη από την ίδια μορφή εκφοβισμού, την οποία οι Αυτοκρατορίες χρησιμοποιούσαν στις περιφέρειες της παγκόσμιας οικονομίας.
Υπήρχε μικρή συζήτηση για το ότι οι τότε καινούριοι διεθνείς οργανισμοί, όπως η Κοινωνία των Εθνών κληρονομούσαν τις παλιές ιμπεριαλιστικές πρακτικές. Τα πιο δυνατά μέλη εντός της ήταν, σε τελική ανάλυση, η Βρετανία και η Γαλλία, δύο εκτενείς αποικιοκρατικές αυτοκρατορίες. Ωστόσο, σε μια εποχή αυξανόμενων αιτημάτων για αυτοδιάθεση, αυτοδιοικούμενα κράτη – ειδικά εκείνα, που είχαν πρόσφατα κερδίσει την ανεξαρτησία τους, για παράδειγμα η Πολωνία ή η Αλβανία δεν ήθελαν να τους δίνουν εντολές, όπως συνέβαινε με εκείνα που αποτελούσαν φτωχούς, ημι-κυρίαρχους οφειλέτες του 19ου αιώνα, συνεχώς υπό την επιτήρηση των πιστωτών τους και χωρίς πλήρη έλεγχο της εσωτερικής τους πολιτικής.

Συνεδρίαση Κοινωνίας των Εθνών, στο Μέγαρο των Εθνών στη Γενεύη της Ελβετίας / ιδρύθηκε το 1919 με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών και τη διαδέχθηκε το 1946 ο ΟΗΕ
O σκοπός των διεθνών οργανισμών ήταν να καταστήσουν τη συγκεκριμένη διαδικασία λιγότερο ταπεινωτική, προσφέροντας επίσημη εκπροσώπηση στο κράτος, όπου εφαρμοζόταν. Με αυτό τον τρόπο, θα λειτουργούσαν σα μηχανές νομιμοποίησης, καθιστώντας ευκολότερο για τα κυρίαρχα κράτη να ανεχθούν τις παλαιότερες ιμπεριαλιστικές πρακτικές σε μια εποχή απαιτήσεων για αυτοδιάθεση. Παρόλα αυτά, ακόμη και σε αυτή τη νέα εξευγενισμένη μορφή, οι παραπάνω παρεμβάσεις παρήγαγαν τεράστια αντίσταση, όποτε χρειάστηκε να γίνουν ανεκτές. Από τα τέλη του 1990, όλο και περισσότερες χώρες στράφηκαν σε αντίθετη κατεύθυνση, αφότου έγινε φανερό τι θα συνεπαγόταν η παροχή βοήθειας από το ΔΝΤ. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τις αναδυόμενες οικονομίες – τη Ρωσία, την Κίνα, τη Νότια Κορέα και την Τουρκία – οι οποίες είχαν αναπτύξει τρόπους για να διαχειριστούν τη χρηματοπιστωτική αστάθεια, με τους οποίους αποφεύγεται η συγκεκριμένη επιλογή.
Δεν είχε να κάνει με το ότι όλα τα παραπάνω κράτη κήρυξαν πόλεμο στο νεοφιλελευθερισμό – καθόλου. Για παράδειγμα, η Ρωσία του Βλ. Πούτιν έχει για καιρό δεσμευθεί σε μια βαθιά συντηρητική μορφή χρηματοοικονομικής συγκράτησης και περηφανεύεται για μια Κεντρική Τράπεζα με στελέχη τους πιο σύγχρονους τεχνοκράτες-οικονομολόγους. Αυτή η Ρωσία δε θα επέτρεπε ποτέ στο ΔΝΤ να της πει να ακολουθήσει τις συγκεκριμένες πολιτικές, ειδικά με δεδομένες τις εμπειρίες της από τον οργανισμό μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το να κατέφευγε σε αυτού του είδους τη βοήθεια, που συνεπαγόταν παρέμβαση στις εσωτερικές της υποθέσεις από ένα οργανισμό, υπό την επιρροή του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, θα ισοδυναμούσε με το να αποδεχθεί μια μορφή απώλειας κυριαρχίας, όπως μετά την ήττα σε πόλεμο. Κατά κάποιο τρόπο, ενδεχομένως θα μπορούσαμε να δούμε την άνοδο του Βλ. Πούτιν σαν αυτοπαρουσιαζόμενου προστάτη της ρωσικής αυτονομίας και της πολιτιστικής της αίγλης, ως άμεση απάντηση στις εκλαμβανόμενες ταπεινώσεις, που απορρέουν από τη βαθιά ανάμειξη στη ρωσική οικονομία και πολιτική τη δεκαετία του 1990.
Το βιβλίο ‘Τhe Meddlers’, ανάμεσα σε άλλα, επιχειρεί να δείξει πόσο παλιά είναι η συγκεκριμένη δυναμική. Ακόμη και κράτη που έχουν αποδεχθεί την ανάγκη για φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις ή δημοσιονομική συγκράτηση είχαν πάντα δισταγμό να τις εφαρμόσουν όταν τους το ζητούσαν ισχυροί εξωτερικοί παράγοντες – εκτός από περιπτώσεις σοβαρής δυσχέρειας. Η αποδοχή της πειθαρχίας, προερχόμενης από ένα φορέα όπως η Κοινωνία των Εθνών ή αργότερα το ΔΝΤ θα μπορούσε φυσικά να ήταν στρατηγικά χρήσιμη σε συγκεκριμένους πολιτικούς παράγοντες, για παράδειγμα η εναπόθεση της απόφασης για επιβολή λιτότητας σε τέτοιους οργανισμούς εξυπηρετούσε τις κυβερνήσεις στο να μπλοκάρουν την αντιπολίτευση στο εσωτερικό. Ωστόσο, κάτι τέτοιο ήταν πάντα πολιτικά ριψοκίνδυνο, αφού είχε περισσότερες πιθανότητες να θεωρηθεί ως μετατόπιση ενός κράτους σε κατώτερη κατηγορία στις παγκόσμιες ιεραρχήσεις και σαν εκχώρηση αυτονομίας, που απειλούσε την ίδια την κρατική υπόσταση. Επρόκειτο για εξαιρετικά τρεμάμενο έδαφος για να χτιστεί πάνω του ένα βιώσιμο όραμα διεθνούς συνεργασίας.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, πολλές χώρες – επίσημα κυρίαρχες – βίωσαν εκτεταμένη αθέλητη ανάμειξη στις εσωτερικές τους υποθέσεις, με διάφορες μορφές. Επιτροπές υπό ξένη διοίκηση έλεγχαν τα περιουσιακά τους στοιχεία και υπαγόρευαν πολιτικές σε κράτη που είχαν προσφύγει σε δανεισμό, όπως η Αίγυπτος και η Νικαράγουα. Άλλες χώρες, για παράδειγμα, η Κίνα και η Ταϋλάνδη (ή Siam) απώλεσαν τη δυνατότητα να επιβάλουν τους δικούς τους δασμούς. Σε πολλές, οι φυσικοί πόροι και η γη βρέθηκαν στην κατοχή ξένων παραγόντων, ενώ οι κεντρικές τράπεζες δεν τελούσαν υπό τον έλεγχο εσωτερικών διοικητών. Η Αϊτή, η Λιβερία, το Ιράν, το Μεξικό, η Ελλάδα και άλλες δεν είδαν τη νομική κυριαρχία να μεταφράζεται σε πραγματική, απαλλαγμένη από τον εξωτερικό καταναγκασμό.
Έχοντας υπόψη αυτή την αντίφαση, πολλοί προσπάθησαν να τη δικαιολογήσουν με ποικίλους τρόπους. Υπήρξαν προφανείς ‘ρατσιστικές’ προσπάθειες να δικαιολογηθεί η ανισότητα στην κυριαρχία, με κάποιους να υποστηρίζουν ότι η πραγματική αυτονομία και η οικονομική αυτοδιάθεση προορίζονταν για χώρες της Δύσης, όπου πλειοψηφούσαν οι λευκοί και οι χριστιανοί. Άλλοι προσπάθησαν να τη δικαιολογήσουν με όρους ανάπτυξης, με την ιδέα ότι κράτη που απέκτησαν πρόσφατα την ανεξαρτησία τους χρειάζονταν εξωχώρια καθοδήγηση για να μπουν στο δρόμο της ‘υπεύθυνης’ διακυβέρνησης και της οικονομικής προόδου.
Ήταν, επίσης, μια περίοδος που τα κράτη κρίνονταν ανάλογα με την πλευρά που είχαν διαλέξει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν αποτελούσε σύμπτωση το ότι ήταν στις χώρες που ηττήθηκαν σε αυτόν – την Αυστρία, τη Γερμανία και την Ουγγαρία – όπου αναπτύχθηκαν μερικά από τα πρώτα και πιο επεμβατικά εργαλεία διεθνούς οικονομικής διακυβέρνησης. Ακόμη και όσοι στέκονταν αντίθετοι στα συγκεκριμένα εργαλεία επικαλούνταν τις ίδιες φανταστικές πολιτισμικές ιεραρχήσεις. Από την πλεονεκτική θέση ενός κράτους όπως η Γερμανία ή η Αυστρία τη δεκαετία του 1920, η αντίδραση στην εξωτερική παρέμβαση περιγραφόταν από πολιτικούς παράγοντες όλων των ιδεολογικών καταβολών σαν κεντρική στην αποτροπή να βρεθεί μια χώρα στη θέση της Κίνας ή της Ελλάδας – που τυπικά ήταν κυρίαρχες, αλλά συχνά υποβάλλονταν σε εξευτελιστικές παρεμβάσεις στις εσωτερικές τους υποθέσεις.
Ερ.: Πρόσφατα πήρα συνέντευξη από τον Gary Gerstle, ο οποίος στο τελευταίο του βιβλίο σχετικά με την άνοδο και την πτώση του νεοφιλελευθερισμού συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι κάτι σαν ένας ‘ενσωματωμένος φιλελευθερισμός’ κατέληξε σε νεοφιλελευθερισμό, με την εποχή του New Deal να εκλείπει. Ο ίδιος έχει μια παγκόσμια προοπτική, όμως βλέπει την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού ως συνδεδεμένη με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Πώς εξηγείτε τη σταδιακή υπονόμευση του New Deal από τη δεκαετία του 1970 με μια παγκόσμια σκοπιά;

‘Η άνοδος και η πτώση της νεοφιλελεύθερης τάξης – Η Αμερική και ο κόσμος στην εποχή της ελεύθερης αγοράς’
“Γενικά, οι περιγραφές για την παρεμβατικότητα του ΔΝΤ εστιάζουν στη μετάβαση από τη θεωρούμενη κεϋνσιανή συναίνεση των αρχών του Ψυχρού Πολέμου στο νεοφιλελευρισμό του τέλους του 20ου αιώνα. Το σύστημα του Bretton Woods αντικατέστησε το μεσοπολεμικό κανόνα του χρυσού (gold standard) με ένα νέο διεθνές σύστημα, που έδινε στα κράτη μεγαλύτερη αυτονομία να ακολουθήσουν επεκτατικές πολιτικές, να εδραιώσουν το κοινωνικό κράτος και να προστατεύσουν τους πολίτες τους από την οικονομική κρίση – και όλα αυτά χωρίς να καταφεύγουν στο είδος του ανταγωνιστικού εθνικισμού, που διέλυσε την παγκόσμια οικονομία τη δεκαετία του 1930. H ανάλυση του Ragnar Nurkse, οικονομολόγου από την Εσθονία χρησιμοποιείται σα συντομογραφία αυτής της ανανέωσης: η παγκόσμια οικονομία θα ελεγχόταν για χάρη εσωτερικών κοινωνικών και οικονομικών προτεραιοτήτων. Ο πολιτικός επιστήμονας John Ruggie περιέγραψε αυτή τη διευθέτηση σαν ένα ‘ενσωματωμένο φιλελεύθερο’ συμβιβασμό το 1982.
Ωστόσο, αυτή η διήγηση βασίζεται σε μια μυθική απόδοση της κατάστασης στα μέσα του 20ου αιώνα. Μια τέτοια αυτονομία ήταν πολυτέλεια, που λίγα κράτη μπορούσαν να αντέξουν. Aυτό δε σημαίνει ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν ήταν πραγματικός ή ότι η υποβάθμιση των μεταπολεμικών σοσιαλδημοκρατικών ρυθμίσεων, όπου αυτές υπήρχαν, δεν αποτελούσε μια σημαντική πολιτική εξέλιξη με παγκόσμιες συνέπειες – καθόλου. Όμως, νομίζω ότι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε να αποφευχθεί η νοσταλγία για μια μεταπολεμική εποχή, όταν η σοσιαλδημοκρατία ήταν ασφαλής, τα κράτη μπορούσαν να ελέγξουν το οικονομικό τους μέλλον και το κοινωνικό κράτος ήταν δυνατό και καθολικό. Ξέρουμε πολύ καλά πόσο αυτό ήταν ένας μύθος σε εθνικό επίπεδο. Οι ρατσιστικοί συμβιβασμοί και οι δομικές αντιφάσεις στην καρδιά του κράτους επί New Deal είναι προφανείς στους Αμερικανούς ιστορικούς, όπως και ο κεϋνσιανισμός ήταν κάτι πολύ λιγότερο από συναίνεση στη μεταπολεμική Αμερική απ’ ό,τι θα ήθελαν πολλοί να κατανοήσουν.
Αυτό που θα ήθελα, επίσης, να καταλάβουμε είναι ότι θα έπρεπε να είμαστε διστακτικοί στο να χρησιμοποιούμε την ιδέα του ενσωματωμένου φιλελευθερισμού για να περιγράψουμε την παγκόσμια τάξη μετά το 1945, εκτός κι αν αναφερόμαστε σε λίγα σχετικά πλούσια κράτη στο Βόρειο Ατλαντικό για μια μικρή χρονική περίοδο. Προφανώς, το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου ζούσε ακόμη εντός των ορίων αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών και μερικά κράτη που κατέκτησαν την ‘ανεξαρτησία της σημαίας’, το είδαν αυτό να μεταφράζεται σε μια στιβαρή αυτονομία στην πράξη. Ο ενσωματωμένος φιλελευθερισμός μπορεί να ήταν κάτι για το οποίο συζητούσαν πολύ Βρετανοί και Αμερικανοί αξιωματούχοι κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ωστόσο ποτέ δεν μετατράπηκε σε οργανωτική λογική της παγκόσμιας τάξης μετά το 1945, τουλάχιστον όχι όσο θα το θέλαμε και θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να αναβιώσει σήμερα.
Υπάρχουν εκκλήσεις για μεταρρύθμιση του ΔΝΤ, τις οποίες θα έπρεπε να ενθαρρύνουμε, καινούριες ιδέες αρχίζουν πράγματι να εδραιώνονται εντός του, μαζί με μια ευπρόσδεκτη αναγνώριση ότι ο οργανισμός ‘το παράκανε’ τη δεκαετία του 1990 και ότι μορφές δανεισμού χωρίς απαιτήσεις, όπως τα ειδικά δικαιώματα ανάληψης (special drawing rights), έχουν θέση στην εργαλειοθήκη του οργανισμού. Γίνονται προσπάθειες να αλλάξει ο τρόπος που το ΔΝΤ αντιμετωπίζει εκείνους που δανείζονται, ειδικά με μείωση των τιμωρητικών προσαυξήσεων. Και το φόρουμ G20 – όταν δεν παραλύει εντελώς από τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων – έχει κάποια δυνατότητα να ηγηθεί των συλλογικών προσπαθειών για διαγραφή χρέους. Παρά το ότι ζούμε σήμερα μια στιγμή κρίσης σε παγκόσμιο επίπεδο – ή ίσως, εξαιτίας αυτής – είναι κατάλληλη μέσα από ζωηρές και εποικοδομητικές συζητήσεις, για να προκύψει το πώς θα έπρεπε να μεταρρυθμιστούν οι διεθνείς οικονομικοί οργανισμοί.
Επιπλέον, θεωρώ ότι χρειάζεται να αποφύγουμε να σκεφτούμε με όρους ενός ‘νέου Bretton Woods’, όπως είναι συχνά το σλόγκαν εκείνων που καλούν σε αναδιαμόρφωση και να μην περιορίσουμε τις φιλοδοξίες μας σε μικροδιορθώσεις των οργανισμών που έχουμε. Σχεδιάστηκαν σε μια εποχή που η αυτοκρατορία θεωρούταν ακόμη δεδομένη σαν οργανωτική αρχή της παγκόσμιας τάξης και ιδρύθηκαν για να διασφαλίσουν την κυριαρχία μιας μεγάλης δύναμης. Χρειάζεται να σκεφτούμε δημιουργικά, από κάτω προς τα πάνω, σχετικά με το τι είδους οργανισμοί θα λειτουργούσαν πραγματικά σε ένα πολυπολικό (multipolar) και ασταθή κόσμο, που θα ήταν σε θέση να πετύχουν συλλογικούς στόχους, είτε αυτοί αφορούν τη μείωση των παγκόσμιων ανισοτήτων είτε την άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής και ότι τα κράτη θα τους φέρνουν εις πέρας με ενθουσιασμό και όχι λόγω εξαναγκασμού.
Δεν έχω την απάντηση στο πώς ακριβώς θα έμοιαζε κάτι τέτοιο, αλλά μου φαίνεται μια μακροπρόθεσμη προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί σε διάφορα επίπεδα: την ακαδημαϊκή έρευνα, την πολιτική και τα κοινωνικά κινήματα. To βρίσκω δύσκολο να φανταστώ ότι η ζωή στη γη θα συνεχιστεί όπως την ξέρουμε, εάν δε μπορούμε να επινοήσουμε συλλογικές απαντήσεις στις υπαρξιακές προκλήσεις, με τις οποίες είμαστε αντιμέτωποι. Ωστόσο, δε γίνεται να ξεκινήσουμε να οραματιζόμαστε τι θα ήταν πολιτικά εφικτό χωρίς να αναλογιστούμε πώς φτάσαμε εδώ που είμαστε και με ποιο τρόπο χρειάζεται να υπερβούμε την κληρονομιά της αυτοκρατορίας καθώς αναζητούμε νέες και πιο δίκαιες μορφές διεθνούς συνεργασίας.”
Πηγή: Daniel Steinmetz-Jenkins, thenation.com / κεντρική φωτογραφία: ακτιβίστρια εμπνευσμένη από την Evita Perón, σύζυγο του προέδρου της Αργεντινής Juan Domingo Perón (1946-1955 & 1973-1974) κρατά πλακάτ έξω από τα κεντρικά γραφεία του ΔΝΤ στην Ουάσινγκτον, που γράφει: ‘Χρέος προς το ΔΝΤ: Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση’ (04/21) / Mandel Ngan, AFP, Getty Images, foreignpolicy.com





