Για την καχυποψία της Ρωσίας απέναντι στο Nato
Με φόντο τις διπλωματικές διαπραγματεύσεις, που διεξάγονται αυτή την εβδομάδα σε Γενεύη, Βρυξέλλες και Βιέννη ανάμεσα στους εκπροσώπους της Ρωσίας, της Αμερικής και του Nato, μεταξύ άλλων, με ερωτηματικό την αποκλιμάκωση της έντασης στην Ουκρανία, ο Patrick Wintour, διπλωματικός συντάκτης στον Guardian (01/22), ανατρέχει ιστορικά στην καχυποψία της Ρωσίας απέναντι στο Nato στηριζόμενος στο βιβλίο ‘Ούτε μία ίντσα: η Αμερική, η Ρωσία και πώς δημιουργήθηκε το αδιέξοδο του Ψυχρού Πολέμου’, της ιστορικού διεθνών σχέσεων Mary Elise Sarotte (Not one Inch, 2021).
Όπως εξηγεί, η σημερινή αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση τροφοδοτείται από πολλά παράπονα, αλλά το ουσιαστικότερο είναι η πεποίθηση της Μόσχας ότι δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις, που δόθηκαν στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου (1989-90) ότι το Nato δεν θα επεκτεινόταν προς τα ανατολικά.
Στην ομιλία του στο Συνέδριο Ασφάλειας του Μονάχου το 2007, ο πρόεδρος της Ρωσίας Vladimir Putin αναφέρθηκε σε διαβεβαιώσεις εκείνης της περιόδου, που ξεχάστηκαν. Υπό αυτό το πρίσμα χρειάζεται να κατανοηθούν τα προσχέδια συμφωνιών ασφαλείας από την πλευρά της Ρωσίας, που καλούν σε ανάσχεση της επέκτασης του Nato.
Στο βιβλίο της ιστορικού διεθνών σχέσεων περιγράφονται, ανάμεσα σε άλλα, οι προφορικές εγγυήσεις του τότε υπουργού Εξωτερικών του George Bush του πρεσβύτερου, James Baker και οι όροι της συνθήκης, που υπογράφηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1990 για την επανένωση της Γερμανίας.
Ο James Baker εμφανίζεται σε συζήτηση, που είχε με τον Mikhail Gorbachev (09/02/1990) να υπόσχεται ότι, σε περίπτωση που η Ρωσία αποδεχόταν την ένωση Δυτικής και Ανατολικής Γερμανίας, το Nato δε θα επεκτεινόταν ούτε μία ίντσα προς τα ανατολικά. Στις συνομιλίες του Gorbachev με τον τότε καγκελάριο της Δυτικής Γερμανίας, Helmut Kohl που ακολούθησαν, ο τελευταίος υποστήριξε ότι λογικά το Nato, δε θα μπορούσε να διευρύνει τα όρια των επιχειρήσεών του στο έδαφος της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το ίδιο ανέφερε και σε ομιλία του στις 17 Μαΐου ο γενικός γραμματέας του Nato.
Στα απομνημονεύματά του ο Μ. Gorbachev χαρακτήρισε τις παραπάνω διαβεβαιώσεις κομβικές ώστε να ανοίξει ο δρόμος του συμβιβασμού σχετικά με την ενοποίηση της Γερμανίας.
Η τελική συμφωνία, που υπεγράφη τον Σεπτέμβριο του 1990 αφορούσε μόνο τη Γερμανία. Προέβλεπε ότι θα ήταν στην ευχέρεια της γερμανικής κυβέρνησης, με βάση την προσθήκη που συμπεριλήφθηκε, να επιτρέψει σε δυνάμεις του Nato να περάσουν το παλιό ψυχροπολεμικό όριο της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Ήταν η πρώτη φορά, επισημαίνει ο P. Wintour στον theguardian.com, που η δέσμευση του Nato να προστατεύει θα μετακινούταν ανατολικά, σε έδαφος επιρροής της Ρωσίας. Οι υπόλοιπες προφορικές διασφαλίσεις δεν έγιναν και γραπτά, ίσως γιατί ο George Bush ο πρεσβύτερος θεώρησε ότι ο J. Baker και ο H. Kohl “το πήγαν πολύ μακριά”.
Αρκετοί από τους ανθρώπους, που χάραζαν πολιτική στη Ρωσία διείδαν τι θα συνεπαγόταν η συμφωνία του 1990 για τις εφτά χώρες της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, με τις οποίες η Ρωσία είχε υπογράψει το Σύμφωνο της Βαρσοβίας τον Μάιο του 1955, ως απάντηση στην ένταξη της Δυτικής Γερμανίας στο Nato.
To 1993, o Boris Yeltsin διερευνώντας την πιθανότητα εισόδου της Ρωσίας στην αμυντική συμμαχία, έγραψε στον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ Βill Clinton, υπογραμμίζοντας το επιχείρημα ότι μια επέκταση του Nato προς τα ανατολικά, θα παραβίαζε το πνεύμα της συμφωνίας του 1990. Το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ, φέρεται να μην είχε καταλήξει αναφορικά με το αίτημα της Πολωνίας να ενταχθεί στην αμυντική συμμαχία, ενώ αξιωματούχοι της διοίκησης Clinton κάλεσαν το υπουργείο Εξωτερικών της Γερμανίας να εκτιμήσει αν είχε δίκιο η ρωσική πλευρά. Και το 1997 ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αμερικής, Warren Christopher ζήτησε μια εσωτερική αναφορά σχετικά με τις ρωσικές αιτιάσεις.
O B. Yeltsin σε συνομιλίες με τον Lech Wałęsa τον Αύγουστο του 1993 αναγνώρισε το δικαίωμα της Πολωνίας να ενταχθεί στο Nato. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1997 η Ρωσία υπέγραψε διακήρυξη αμοιβαίων σχέσεων, συνεργασίας και ασφάλειας με τη Βορειοατλαντική Συμμαχία.
Ένα από τα συμπεράσματα της Mary Elise Sarotte, είναι ότι η Ουάσινγκτον κέρδισε σε ό,τι αφορά το ζήτημα της διεύρυνσης του οργανισμού, αλλά με τρόπο που οδήγησε σε αντιπαράθεση – όχι σε συνεργασία – με τη Μόσχα.
Η Ρωσία εξέταζε την προοπτική ένταξής της στο Nato το 1954 και το 1993, ωστόσο η Αμερική την αντιμετώπιζε ως μη ρεαλιστική, που θα παρέλυε τον οργανισμό.
Ο P. Wintour παρατηρεί, κλείνοντας, ότι η αμερικανική διοίκηση το 1993 θα μπορούσε να καθυστερήσει τη διεύρυνση της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, όμως δεν επικράτησαν στο εσωτερικό της όσοι θεωρούσαν ότι με αυτό τον τρόπο θα αποδυναμώνονταν οι δυνάμεις εντός της Ρωσίας, που ήταν υπέρ των μεταρρυθμίσεων και του αμοιβαίου περιορισμού αμυντικών εξοπλισμών.
Πηγή: Patrick Wintour, theguardian.com / στην κεντρική φωτογραφία: το έργο ‘Αναμνήσεις πολέμου’ του Javier Valle Pérez, 2019





