“Η Πορτογαλική Επανάσταση κατέστρεψε ένα αυταρχικό καθεστώς, αλλά όχι τον καπιταλισμό”
Η Joana Ramiro σχολιάζει στον theguardian.com ότι το αποτέλεσμα των εκλογών της Κυριακής (10/03) στην Πορτογαλία αποτελεί μια από τις τρομερές ειρωνείες στην ιστορία. Καθώς πλησιάζει η συμπλήρωση της 50ής επετείου από την Επανάσταση των Γαρυφάλλων (Revolução dos Cravos) στις 25 Απριλίου, που ανέτρεψε μια δικτατορία 48 ετών, το ακροδεξιό κόμμα Chega (‘Αρκετά’), κατάφερε να τετραπλασιάσει τους βουλευτές του από 12 σε 50 στο Κοινοβούλιο των 230 και να αναδειχθεί τρίτη πολιτική δύναμη. Παράλληλα, η κεντροδεξιά Δημοκρατική Συμμαχία, που ήρθε πρώτη με επικεφαλής τον Luís Montenegro (πρόεδρο του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, PSD) δεν κατάφερε να εξασφαλίσει την αυτοδυναμία, έχοντας διαφορά μιας μονάδας με τους απερχόμενους σοσιαλιστές (PS) και δύο εδρών. Έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο συνεργασίας με το Chega λόγω των “συχνά ξενοφοβικών, ρατσιστικών, λαϊκιστικών και υπέρμετρα δημαγωγικών απόψεων”, που εκφράζει ο αρχηγός του, André Ventura. Oικειοποιείται, ακόμη, το σλόγκαν του δικτατορικού καθεστώτος ‘Θεός, Πατρίδα, Οικογένεια, Δουλειά’ και έκανε προεκλογική καμπάνια με πλατφόρμα ενάντια στη διαφθορά.


Οι πρόωρες εκλογές προκηρύχθηκαν τον περασμένο Νοέμβριο μετά την παραίτηση του António Costa λόγω έρευνας για αθέμιτη επιρροή συνεργατών του σε μεγάλα πρότζεκτ πράσινων επενδύσεων. Eνδέχεται, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του politico.eu, να είναι υποψήφιος για πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου μετά τις ευρωεκλογές του Ιουνίου. Νέος γενικός γραμματέας των σοσιαλιστών εξελέγη ο Pedro Nuno Santos, πρώην υπουργός Υποδομών και Στέγασης (2019-2023), που θεωρείται ότι εκφράζει τις πιο αριστερές δυνάμεις μέσα στο κόμμα. Xάνοντας την Πορτογαλία, οι σοσιαλιστές κυβερνούν τώρα σε τέσσερις από τις 27 χώρες – μέλη της ΕΕ.

ο Α. Costa με την πρόεδρο της Κομισιόν, Ursula von der Leyen, τον πρωθυπουργό της Ισπανίας, Pedro Sánchez και τον πρόεδρο της Γαλλίας, Emmanuel Macron / Ludovic Marin, AFP, Getty Images
Πολλοί ήλπιζαν ότι θα μπορούσε να επαναληφθεί το προηγούμενο του 2015, όταν οι σοσιαλιστές παρόλο που ήρθαν δεύτεροι σχημάτισαν κυβέρνηση με την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης της αριστεράς. Κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο να ξαναγίνει σήμερα: το Κομμουνιστικό Κόμμα Πορτογαλίας έχει αποδυναμωθεί, με μόλις τέσσερις βουλευτές από 17 τότε και το αντικαπιταλιστικό Μπλόκο της Αριστεράς, που είχε 19 έδρες το 2015, εκλέγει πέντε αντιπροσώπους. Το προ-ευρωπαϊκό Livre αύξησε την κοινοβουλευτική του δύναμη από έναν σε τέσσερις βουλευτές.
Κάθε χρόνο, πριν την πορεία μνήμης για την Επανάσταση στη Λισαβόνα, στη Βουλή οι εκλεγμένοι επαναλαμβάνουν το σύνθημά της: ‘Φασισμός ποτέ ξανά’. Ίσως ακουστεί παράξενο φέτος με τόσους πολλούς νοσταλγούς του στο ημικύκλιο, γράφει στο politico.eu o Aitor Hernández-Morales.

ο Donald Sassoon το 2019 / Leonardo Cendamo, Getty Images
O Donald Sassoon, ομότιμος καθηγητής Συγκριτικής Ευρωπαϊκής Ιστορίας στο Queen Mary του πανεπιστημίου του Λονδίνου στο κεφάλαιο 21 του δεύτερου τόμου του βιβλίου του για τα ‘Εκατό χρόνια σοσιαλισμού: Η δυτικοευρωπαϊκή αριστερά στον 20ό αιώνα – Κρίση και προοπτικές’ (εκδ. Καστανιώτη, 2001 σε μετάφραση Ελένης Αστερίου και πρόλογο του Νίκου Κοτζιά) αποτυπώνει την περίοδο της μετάβασης στη δημοκρατία. Το τέλος του αυταρχικού καθεστώτος, του οποίου ηγούταν ο Μαρσέλο Καετάνου (1968-1974), διάδοχος του δικτάτορα Αντόνιο Ο. Σαλαζάρ (1926-1968) επήλθε χάρη στο πραξικόπημα αριστερών αξιωματικών.
(σελ. 213) “Ριζοσπαστικοποιήθηκαν, τουλάχιστον αρχικά, λόγω επαγγελματικών παραπόνων και ενός μακρόχρονου πολέμου στις αφρικανικές αποικίες της χώρας, που ήταν αδύνατο να κερδηθεί. Μια διαμεσολαβούσα πολιτική φυσιογνωμία, τύπου Κερένσκι, που ανήκε στην παλιά τάξη εμφανίστηκε να εγγυάται μια σχετικά ανώδυνη αλλαγή: ο στρατηγός Αντόνιο Σπίνολα. Έφυγε λίγους μήνες μετά, τον Σεπτέμβριο του 1974, όταν οι νεαρότεροι αξιωματικοί αποφάσισαν να απομακρύνουν τους αναξιόπιστους αρχηγούς.
Οι σοσιαλιστές – σε αντίθεση με τους κομμουνιστές – είχαν παίξει ελάχιστο μόνο ρόλο στον παράνομο αγώνα εναντίον της δικτατορίας στην Πορτογαλία. Εντούτοις, το PS (Partido Socialista) με τον Μάριο Σοάρες αναδείχθηκε σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη. Οι σοσιαλιστές ήταν οι μεγάλοι (σελ. 214) νικητές της μετάβασης, οι εκπρόσωποι ενός νέου είδους μεσογειακού σοσιαλισμού, ο οποίος αναδύθηκε ακριβώς τη στιγμή, που τα καθιερωμένα κόμματα σε Βρετανία και Γερμανία άρχισαν να μπαίνουν σε μια μακρόχρονη περίοδο εκλογικής παρακμής. Όταν ήταν στην αντιπολίτευση, το PSOE, το PS και το ΠΑΣΟΚ υιοθέτησαν μια μαρξίζουσα αντικαπιταλιστική ρητορική, παίρνοντας αποστάσεις από τα συμβατικά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Το PSOE και το PS είχαν, όπως και τα σοσιαλιστικά κόμματα της Γαλλίας και της Ιταλίας, μικρό αριθμό μελών. Ούτε οι Πορτογάλοι ούτε οι Ισπανοί σοσιαλιστές χρησιμοποίησαν τον εθνικισμό ως σύνθημα συσπείρωσης. Αντίθετα, η νεωτεριστική φυσιογνωμία τους βασιζόταν στην προσήλωσή τους στην ‘Ευρώπη’ και, ιδιαίτερα, στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Στην Πορτογαλία, η αριστερά δεν μπορούσε να ιδιοποιηθεί τον εθνικισμό επειδή αυτός συνδεόταν αξεδιάλυτα με το αποικιακό παρελθόν της χώρας. Mόνο στην Ελλάδα μπορούσε να ταυτιστεί ο εθνικισμός με την αριστερά. Το ΠΑΣΟΚ θεωρούσε ότι για να γίνει η Ελλάδα πραγματικά σύγχρονη χώρα έπρεπε να απαλλαγεί από την υποταγή της στη Δύση και πάνω από όλα στις ΗΠΑ.
(σελ. 216) Τόσο οι Ισπανοί όσο και οι Πορτογάλοι σοσιαλιστές υποστηρίχθηκαν ουσιαστικά από τους σεβάσμιους και ισχυρούς δυτικούς ομολόγους τους. Η κινητήρια δύναμη ήταν ο Βίλι Μπραντ, πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, τον οποίο υποστήριζαν οι Σουηδοί, οι Αυστριακοί και οι Γερμανοί σοσιαλιστές και σοσιαλδημοκράτες. Οι πόροι της Διεθνούς αφιερώθηκαν αρχικά για τη στήριξη και την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών κομμάτων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, ενώ ήταν παράνομα και, στη συνέχεια, για να ενισχύσουν τη θέση και το κύρος τους όταν αγωνίζονταν για ψήφους με τα άλλα εθνικά κόμματα. Η πρόθεση ήταν να εξασφαλίσουν ότι οι κομμουνιστές, οι οποίοι ήταν η κύρια δύναμη στην παρανομία, δε θα αναδεικνύονταν ως το κύριο κόμμα της αριστεράς μετά το τέλος των αυταρχικών καθεστώτων. Το πορτογαλικό PS, που στερούταν οργάνωση και ρίζες μέσα στον λαό, δημιουργήθηκε ουσιαστικά στη Γερμανία υπό την προστασία – και όπως παραδέχθηκε ο ίδιος ο Σοάρες – με τα λεφτά του SPD. Χάρη σε αυτή τη διεθνή βοήθεια, το καλοκαίρι του 1975, το PS έγινε γρήγορα συνεκτική και αποτελεσματική οργάνωση. Την άνοιξη του 1976, ο Σοάρες έκανε προεκλογική συγκέντρωση στο Πόρτο, την οποία παρακολούθησαν τα περισσότερα ‘μεγάλα ονόματα’ του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού: ο Μπραντ, ο Πάλμε και ο Κράισκι. Το 1974, λίγο μετά το επιτυχημένο πραξικόπημα, ο στρατηγός Σπίνολα επέλεξε τον Σοάρες για υπουργό Εξωτερικών, ακριβώς λόγω των διεθνών επαφών του. Τελικά, κέρδισε και την εξαιρετικά σημαντική θετική στάση των ΗΠΑ, όταν ο πρεσβευτής τους στη Λισαβόνα, Φρανκ Καρλούτσι έπεισε τον αρχικά απρόθυμο Κίσινγκερ ότι δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση από το να υποστηρίξουν τους σοσιαλιστές.
(σελ. 217) Ο Αλβάρο Κουνιάλ, ηγέτης του Πορτογαλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (PCP) έχασε σύντομα τη σχέση με το ιταλικό PCI, το οποίο ενοχλούταν από την περιφρόνηση, που έδειχνε στην πλουραλιστική δημοκρατία. Αν και ο Κουνιάλ – σαφώς αμετάπειστος σταλινικός – ακολούθησε τον Μπερλινγκουέρ ως προς την αποδοχή ένταξης της Πορτογαλίας στο Nato και έπαψε να χρησιμοποιεί την έκφραση ‘δικτατορία του προλεταριάτου’ στο πρώτο νόμιμο συνέδριο του PCP (20/10/1974) έμεινε σύντομα χωρίς ισχυρούς φίλους στη Δύση.
(σελ. 218) Η ανοιχτή υποστήριξη της Σοσιαλιστικής Διεθνούς βοήθησε τους Πορτογάλους και τους Ισπανούς σοσιαλιστές να κερδίσουν την έγκριση των επιχειρηματιών, που δε δέχονταν πια να είναι αποκλεισμένοι από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τις αγορές της. Η καταστολή και η δικτατορία είχαν βοηθήσει τον καπιταλισμό στην Ιβηρική Χερσόνησο, προστατεύοντάς τον από απείθαρχα συνδικάτα και τον ξένο ανταγωνισμό.
(σελ. 221) Στην Πορτογαλία, η διαδικασία της μετάβασης ήταν πιο μακρόχρονη (σε σύγκριση με την Ελλάδα και την Ισπανία) και η έκβασή της λιγότερο προκαθορισμένη. Ανάμεσα στο 1974 και το 1976, δεν ήταν σαφές αν η χώρα θα γινόταν δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία, ή όπως ήλπιζαν οι κομμουνιστές, ‘προοδευτική’ λαϊκή δημοκρατία. Σε καμμιά από τις τρεις χώρες δεν υπήρχε κάποιο σημαντικό, αντισυστημικό, ακροδεξιό κόμμα, που να επεδίωκε την επάνοδο στον αυταρχισμό.
Στην Ισπανία και την Πορτογαλία, η ίδια η καπιταλιστική ανάπτυξη ήταν ο προάγγελος της αλλαγής. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, στηριζόταν σε πολιτικές αυτάρκειας. Η ιδέα ότι θα έπρεπε να επιτραπεί στον καπιταλισμό να αναπτυχθεί σύμφωνα με τις φιλελεύθερες αρχές χωρίς κρατική παρέμβαση, στη βάση του ελεύθερου εμπορίου και της απορρύθμισης δεν κυριάρχησε ποτέ στην Ισπανία του Φράνκο ή την Πορτογαλία του Σαλαζάρ.
(σελ. 222) Ο μεγάλος κρατικός τομέας της Πορτογαλίας ήταν εν μέρει το αποτέλεσμα της κυρίαρχης πολιτικής φιλοσοφίας του καθεστώτος: ένα αυταρχικό κορπορατιστικό Νέο Κράτος (Εstado Novo), που βασιζόταν στη ρωμαιοκαθολική αντίληψη για την κοινωνική αρμονία ανάμεσα σε όλες τις ομάδες της κοινωνίας, καθώς και στις παραδοσιακές θρησκευτικές και οικογενειακές αξίες (Deus, Patria e Familia). Oι εργοδότες αποδέχονταν τον σημαντικό κρατικό έλεγχο με αντάλλαγμα ποικίλα προνόμια, που περιλάμβαναν τον προστατευτισμό και άλλους περιορισμούς εναντίον του ανταγωνισμού. Ωστόσο, το κατ’ εξοχήν γνώρισμα του Estado Novo ήταν αυτό, που ο Οπέλο αποκάλεσε ‘υπερθεσμοποιημένο’ διοικητικό μηχανισμό, στον οποίο κυριαρχούσαν τεχνοκράτες, οι οποίοι είχαν την ουσιαστική ευθύνη για την πολιτική.
H πολιτική αυτάρκειας, την οποία ακολουθούσε το καθεστώς του Σαλαζάρ εμπόδισε τη χώρα να επωφεληθεί από την ευρωπαϊκή οικονομική επέκταση της δεκαετίας του 1950. Το 1960, η Πορτογαλία ήταν ακόμη η φτωχότερη χώρα της Ευρώπης. Αποφάσισε να αλλάξει ριζικά πορεία. Προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών, στην GATT, την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Έγινε πιο εξαρτημένη από την Ευρώπη, καθώς οι εξαγωγές και οι εισαγωγές αναπτύσσονταν ταχύτερα απ’ ό,τι το ΑΕΠ. Μετά το 1960, η σημασία της Ευρώπης ως αγοράς για την Πορτογαλία αυξανόταν σταθερά, ενώ αντίστοιχα μειωνόταν εκείνη των αφρικανικών αποικιών. Ο αναπροσανατολισμός του πορτογαλικού εμπορίου προς την Ευρώπη συνέπεσε με την ανάπτυξη του αντιαποικιακού ένοπλου αγώνα στις αφρικανικές αποικίες της, αρχικά το 1961 στην Αγκόλα, το 1963 στη Γουινέα Μπισάου και το 1964 στη Μοζαμβίκη. Έτσι, υπήρχε σημαντική σύγκρουση συμφερόντων ανάμεσα στη διατήρηση με τη βία της αυτοκρατορίας και την ενσωμάτωση της Πορτογαλίας στη διεθνή οικονομία. Η εγκατάλειψη της αυτοκρατορίας γινόταν οικονομική αναγκαιότητα.
Καθώς συντελούνταν αυτές οι διαδικασίες, η βιομηχανία αντικατέστησε τη γεωργία ως ο κύριος παράγοντας, που συνέβαλε στην οικονομική μεγέθυνση. Η Πορτογαλία μετατράπηκε σε εισαγωγέα τροφίμων. Υπήρξε μαζική έξοδος από την ύπαιθρο και εμφανίστηκε έλλειψη εργατικών χεριών, την οποία επιδείνωνε η συνεχής μετανάστευση. Η Πορτογαλία και η Ισπανία γίνονταν όλο και πιο εξαρτημένες από το εξωτερικό εμπόριο και από τα εμβάσματα των εργατών, που είχαν μεταναστεύσει. (σελ. 223) Το 1973 το 14% του εργατικού δυναμικού βρισκόταν στο εξωτερικό.
Μια εκσυγχρονιστική τάση εμφανίστηκε στην καρδιά του πορτογαλικού κατεστημένου. Το οργανωτικό δίκτυό της ήταν το Opus Dei, λαϊκό τάγμα καθολικών διανοούμενων, που ίδρυσε ο Χοσέ Μαρία δε Μπαλαγκέρ το 1928. Το 1950, αυτή η ‘ιερή μαφία’ ήταν εξαιρετικά ισχυρή μεταξύ των ακαδημαϊκών ελίτ τόσο στην Πορτογαλία όσο και στην Ισπανία. Πολιτικά, ο κύριος στόχος της ήταν η ενσωμάτωση των ιβηρικών οικονομιών στο πλαίσιο του δυτικοευρωπαϊκού καπιταλιστικού συστήματος. Στην Πορτογαλία, οι τεχνοκράτες του Opus Dei, που είχαν γίνει υφυπουργοί στην κυβέρνηση Καετάνου στα τέλη της δεκαετίας του 1960 κατέληξαν να θεωρούν τους αποικιακούς πολέμους μείζον εμπόδιο για τον εκσυγχρονισμό.
(σελ. 224) Η Πορτογαλία ήταν ιδιαίτερα εξαρτημένη από το εμπόριο με τη Βρετανία, που ήταν επίσης μέλος της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών. Όταν η Βρετανία μπήκε στην ΕΟΚ το 1973, η Πορτογαλία δεν είχε άλλη επιλογή από το να επιδιώξει το ίδιο. Το 1973 συνήφθη συμφωνία ανάμεσα στην ΕΟΚ και την Πορτογαλία. Ωστόσο, δεν μπορούσαν να γίνουν περαιτέρω βήματα επειδή η Κοινότητα, ακολουθώντας την Έκθεση Μπίρκελμπαχ του 1962 είχε υιοθετήσει πολιτικές προϋποθέσεις για την εισδοχή, που εμπόδιζαν μη δημοκρατικά καθεστώτα. (σελ. 225) Έτσι, υπήρχε αυξανόμενη αντίθεση ανάμεσα στα οικονομικά συμφέροντα της επιχειρηματικής κοινότητας και το κυβερνητικό πολιτικό κατεστημένο. Η οικονομική μεγέθυνση του καπιταλισμού δημιούργησε τις συνθήκες, που έκαναν τα αυταρχικά καθεστώτα ξεπερασμένα και τη σοσιαλδημοκρατία δυνατή.
(σελ. 226) Στην Πορτογαλία, η κοινωνική αναταραχή εμφανίστηκε μόνο μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους στρατιωτικούς και βοήθησε να ωθηθεί προς τα μπροστά η επανάσταση. Τα καθεστώτα του Φράνκο και του Σαλαζάρ μπορούσαν να αποδεχθούν τον εκσυγχρονισμό της οικονομίας, όχι όμως του πολιτικού συστήματος. (σελ. 227) Οι οικονομικές επιτυχίες των δύο δικτατοριών της Ιβηρικής εκτόξευσαν τις κοινωνίες τους στον σύγχρονο κόσμο. Όμως, αντί να σταθεροποιήσει τα καθεστώτα τους, αυτό το γεγονός τα έκανε να φαίνονται περιττά, τεχνικά ξεπερασμένα και αναχρονιστικά.
Η μετάβαση στη δημοκρατία ήταν πολύ πιο δραματική στην Πορτογαλία. Μετά την αναίμακτη κατάληψη της εξουσίας (σελ. 228) από τους στρατιωτικούς τον Απρίλιο του 1974 ακολούθησαν 27 μήνες πολιτικής κρίσης και έξι προσωρινές κυβερνήσεις προτού εγκαθιδρυθεί η πρώτη συνταγματική κυβέρνηση στις 22 Ιουλίου 1976.
Ο τρόπος με τον οποίο ξεκίνησε η Πορτογαλική Επανάσταση ήταν συμβολικός. Τη νύχτα της 24ης προς την 25η Απριλίου 1974, ένας DJ που δούλευε στο Radio Clube Portuguesa επέλεξε ένα τραγούδι, το οποίο ήταν απαγορευμένο από το καθεστώς, το Grândola Vila Morena, μια μπαλάντα για ένα χωριό στο Αλεντέζου. Αυτό ήταν το συμφωνημένο σύνθημα για να συγκεντρωθούν οι στρατιωτικές μονάδες στη Λισαβόνα και να καταλάβουν την εξουσία.
Οι αξιωματικοί διόρισαν ως προσωρινό πρόεδρο τον στρατηγό Σπίνολα, τον γνωστότερο υποστηρικτή της μεταρρύθμισης υπό το παλιό καθεστώς και συγκροτήθηκαν σε Κίνημα των Ενόπλων Δυνάμεων (ΚΕΔ). Διακήρυξαν ότι στόχος τους ήταν η δημοκρατία και νομιμοποίησαν όλα τα πολιτικά κόμματα. Τον Μάιο του 1974, λιγότερο από ένα μήνα μετά την κατάληψη της εξουσίας, το ΚΕΔ προχώρησε στη συγκρότηση μιας σε μεγάλο βαθμό πολιτικής κυβέρνησης, που περιλάμβανε τέσσερις σοσιαλιστές και δύο κομμουνιστές. Όλοι συγκάλυπταν την αντίθεση ανάμεσα σε ένα δημοκρατικό κομματικό σύστημα και τον ειδικό ρόλο των στρατιωτικών (που δεν επικυρωνόταν από εκλογές) επειδή θεωρούσαν ότι ο στρατός ήταν η μόνη δύναμη, που μπορούσε να εμποδίσει την επιστροφή (σελ. 229) του παλιού καθεστώτος. Αυτό έγινε φανερό στις 11 Μαρτίου 1975 όταν το ΚΕΔ ματαίωσε τα σχέδια πραξικοπήματος υπό την ηγεσία του στρατηγού Σπίνολα, ο οποίος ανήσυχος λόγω της δύναμης της αριστεράς είχε παραιτηθεί στις 30 Σεπτεμβρίου 1974. Αυτό σημάδεψε την περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση της επανάστασης και επιβεβαίωσε τη γενική πεποίθηση ότι δεν ήταν δυνατό να κυβερνηθεί η χώρα χωρίς να παραχωρηθούν σημαντικές εξουσίες βέτο της ΚΕΔ.
Αν και οι δρόμοι του PS και του PCP χώρισαν σύντομα, τις πρώτες μέρες μετά το πραξικόπημα, το κύριο μέλημα ολόκληρης της αριστεράς ήταν η ταχεία εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Ο ηγέτης του PCP, Αλβάρο Κουνιάλ με την άφιξή του στο αεροδρόμιο της Λισαβόνας στις 30 Απριλίου δεν έκανε τίποτα παρόμοιο με τον ήρωά του, Λένιν που όταν έφτασε υπό παρόμοιες περιστάσεις (δηλαδή, μετά από το ξέσπασμα μιας επανάστασης, της οποίας δεν είχε την πρωτοβουλία) στον σταθμό Φινλανδία της Αγίας Πετρούπολης, άλλαξε τη γραμμή του κόμματος και απαίτησε από τους μπολσεβίκους να αποσύρουν την υποστήριξή τους από την προσωρινή κυβέρνηση. Ο Αλβάρο Κουνιάλ διακήρυξε ότι τα άμεσα αιτήματα του κόμματος ήταν η σταθεροποίηση της επανάστασης με την επαναφορά όλων των δημοκρατικών ελευθεριών, τη νομιμοποίηση όλων των πολιτικών κομμάτων, το τέλος του αποικιακού πολέμου, την αύξηση των μισθών και την εκλογή συντακτικής συνέλευσης. Δεν ανέφερε τον σοσιαλισμό ως άμεσο στόχο. Παρ’ όλη τη φιλοσοβιετική ρητορική του και το γεγονός ότι ασπαζόταν την ιδέα μιας δημοκρατίας, την οποία θα ‘επόπτευαν’ οι προοδευτικοί στρατιωτικοί, το PCP ήταν εξίσου μετριοπαθές στα αιτήματά του με οποιοδήποτε ευρωκομμουνιστικό κόμμα.
Οι στρατιωτικοί είχαν ανάγκη τους πολιτικούς για να αποδείξουν ότι η επανάσταση ήταν δημοκρατική. Τα αριστερά κόμματα χρειάζονταν τους στρατιωτικούς για να υπερασπιστούν την επανάσταση. Προβλήματα προέκυψαν όταν έγινε φανερό ότι μια σημαντική μερίδα του ΚΕΔ είχε την πρόθεση να προχωρήσει πέρα από την απλή εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, προς τον σοσιαλισμό. Αφού νομιμοποίησε τις απεργίες τον Αύγουστο του 1974, το ΚΕΔ έδειξε ότι σχεδόν αποδεχόταν το PCP ως τον πραγματικό εκπρόσωπο της εργατικής τάξης, αναγνωρίζοντας το συνδικάτο Intersindical, στο οποίο κυριαρχούσαν οι κομμουνιστές, ως τη μοναδική εργατική οργάνωση στην Πορτογαλία.
Μετά την αποτυχία του δεξιού πραξικοπήματος της 11ης Μαρτίου 1975, (σελ. 230) η Revolução στράφηκε ακόμη περισσότερο προς τα αριστερά. Η κυβέρνηση εθνικοποίησε τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσει το κράτος μερικώς ή πλήρως χίλιες και περισσότερες επιχειρήσεις, στις οποίες οι τράπεζες είχαν μερίδιο, που τους επέτρεπε τον έλεγχό τους. Αν και η κυβέρνηση απέφυγε σοφά να εθνικοποιήσει ξένες εταιρείες, οι εθνικοποιήσεις έμοιαζαν να δείχνουν πως ο στόχος ήταν η ταχεία οικοδόμηση μιας σχεδιοποιημένης οικονομίας.
Η εντύπωση στο εσωτερικό και το εξωτερικό ήταν ότι η Δύση θα μπορούσε να ‘χάσει’ την Πορτογαλία. Αυτή την εντύπωση ενίσχυαν συνεχώς κομμουνιστές αγωνιστές – τους οποίους η ηγεσία δεν μπορούσε πάντοτε να ελέγχει πλήρως – που ανέπτυσσαν ένα συνολικό οπλοστάσιο επαναστατικής ρητορικής, το οποίο σταχυολογούσαν από την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος και των απελευθερωτικών αγώνων. Κολλεκτιβιστικά αγροκτήματα υιοθέτησαν ονόματα, όπως Κολλεκτίβα Κόκκινο Αστέρι, ενώ άνθρωποι που δεν γνώριζαν ο ένας τον άλλο αποκαλούνταν μεταξύ τους camaradas = σύντροφοι.
Ανάμεσα στο 1974 και το 1975, εμφανίστηκε μια θεμελιακή διαφορά ανάμεσα στους κομμουνιστές και τους σοσιαλιστές. Οι κομμουνιστές αναγνώριζαν ότι οι στρατιωτικοί ήταν οι καλύτεροι εγγυητές της επιτυχίας της επανάστασης και φοβούνταν ότι η επάνοδος στην κοινοβουλευτική δημοκρατία θα επέφερε την περιθωριοποίησή τους. Επομένως, αρνούνταν να αμφισβητήσουν δημόσια τους στρατιωτικούς. Εξίσου συνεπές, το PS που είχε αναδυθεί σε ηγετικό πορτογαλικό κόμμα στις εκλογές για τη συντακτική συνέλευση της 25ης Απριλίου 1975 έγινε ο κατ’ εξοχήν υποστηρικτής της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και, άρα, η δύναμη που συσπείρωνε σε εθνικό και διεθνές επίπεδο όλους εκείνους, που ήταν αντίθετοι στη ριζοσπαστικοποίηση της Πορτογαλικής Επανάστασης.
(σελ. 231) Ακόμη και πριν τις εκλογές του 1975, ο Κουνιάλ ήταν πεπεισμένος ότι το κάλεσμα να επιστρέψουν οι στρατιωτικοί στους στρατώνες τους μετά τις εκλογές ισοδυναμούσε με κάλεσμα για τη διάλυση της επανάστασης. Έγινε ο κύριος πολιτικός υποστηρικτής της ‘θεσμοποίησης’ του ΚΕΔ.
Μετά τις εκλογές του 1975, ο Σοάρες επέλεξε συνετά τη διατήρηση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας ελπίζοντας να συγκρατήσει την αυξανόμενη επιρροή του PCP και των ενόπλων δυνάμεων και να αποφύγει τη διάσπαση της χώρας σε δύο εχθρικούς συνασπισμούς.
Ωστόσο, αυξανόμενο τμήμα των στρατιωτικών ήταν απρόθυμο να ακολουθήσει την υπόθεση της αγωνιστικότητας. Ο καιρός ήταν κατάλληλος για την αποδέσμευση των σοσιαλιστών από την κυβέρνηση. Χρησιμοποίησαν ως δικαιολογία την κατάληψη από αριστεριστές της μέχρι τότε φιλοσοσιαλιστικής καθημερινής εφημερίδας República για να αποσυρθούν από τον συνασπισμό (10 Ιουλίου 1975). Αυτό ήταν το σινιάλο για να χωρίσουν τελικά οι δρόμοι των σοσιαλιστών και των κομμουνιστών. Ο Κουνιάλ κατήγγειλε τον ‘υστερικό αντικομμουνισμό’ των σοσιαλιστών και κατηγόρησε τον Σοάρες ότι ήταν ‘αντιδραστικός’.
(σελ. 232) Ο μακροπρόθεσμος στόχος του Σοάρες ήταν η απομάκρυνση των στρατιωτικών από την πολιτική, όμως, για να τον πετύχει χρειαζόταν συμμάχους μεταξύ των στρατιωτικών. Μόνο οι ένοπλες δυνάμεις μπορούσαν να στείλουν τις ένοπλες δυνάμεις πίσω στους στρατώνες τους. Αφού επανήλθαν στην κυβέρνηση τον Σεπτέμβριο του 1975, οι σοσιαλιστές καλλιέργησαν στενές σχέσεις με την αποκαλούμενη Ομάδα των Εννέα, που περιλάμβανε σημαντικούς αξιωματικούς υπό την ηγεσία του αντισυνταγματάρχη Μέλο Αντούνες. Στις 25 Νοεμβρίου, η ομάδα κινήθηκε ταχέως για να εμποδίσει μια υποτιθέμενη απόπειρα αριστερού πραξικοπήματος υπό την ηγεσία του Οτέλο ντε Καρβάλιο και της δύναμης εσωτερικής ασφάλειας COPCON. O Καρβάλιο αρνήθηκε σταθερά αυτό τον ισχυρισμό. Είναι ασήμαντο το αν η επέμβαση της Ομάδας των Εννέα ήταν κίνηση μετριοπαθών αξιωματικών για να εμποδίσουν ένα επαναστατικό πραξικόπημα ή – όπως ισχυρίστηκε ο Οτέλο ντε Καρβάλιο – συνωμοσία της ‘δεξιάς’ για να σταματήσει την επανάσταση.
Η στρατηγική του PCP απέτυχε. Μετά από αυτό, στην πράξη ‘το κόμμα είχε τελειώσει’. Η έκτη προσωρινή (σελ. 233) κυβέρνηση υπό το ναύαρχο Πινέιρο ντε Αζεβέδο εξήγησε ότι η οικονομία της χώρας εξαρτιόταν τώρα από την πειθαρχία των εργατών και των συνδικάτων. Αυτό οδήγησε στον πρώτο προϋπολογισμό λιτότητας τον Ιανουάριο του 1976.
Η πιο σημαντική οικονομική συνέπεια της επανάστασης ήταν η μαζική αύξηση των εισοδημάτων των βιομηχανικών και των εργατών γης. Ανάμεσα στο 1973 και το 1975, το μερίδιο των μισθών στο εθνικό εισόδημα αυξήθηκε από 52% σε 69%.
(σελ. 234) Σοφά, τον Ιούλιο του 1976 η πλειοψηφία των Πορτογάλων ψηφοφόρων επέλεξαν το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που θα συνέχιζε την πολιτική της ‘καπιταλιστικής’ λιτότητας μάλλον σαν επώδυνη αναγκαιότητα παρά σαν χαρούμενη επιστροφή στη λογική και τον ρεαλισμό, όπως θα την είχαν αντιμετωπίσει οι συντηρητικοί.
Ο Σοάρες έγινε πρωθυπουργός μιας σοσιαλιστικής κυβέρνησης μειοψηφίας, που ανίκανη και απρόθυμη να πετύχει συμφωνία με τους κομμουνιστές, οι οποίοι είχαν αποφασίσει να παραμείνουν ‘το κόμμα της επανάστασης’ ήταν υποχρεωμένη να στηρίζεται στα δύο συντηρητικά κόμματα για να συνεχίσει τις πολιτικές λιτότητας. Η δυσκολία, την οποία αντιμετώπιζε η πορτογαλική αριστερά ήταν πως ήταν διαιρεμένη σε δύο κόμματα, κανένα από τα οποία δεν είχε μια διακριτή στρατηγική για τη διακυβέρνηση επί καπιταλισμού. Οι κομμουνιστές δεν πίστευαν ότι η ‘διαχείριση του καπιταλισμού’ ήταν ευθύνη τους· ήταν κάτι καλύτερο να το αφήσουν στην αστική τάξη. Το δικό τους καθήκον ήταν να κάνουν την επανάσταση. Αν οι συνθήκες για αυτό είχαν εξανεμιστεί, τότε ήταν προτιμότερο να περιμένουν καλύτερες ημέρες (…) (σελ. 235) προσπαθώντας ταυτοχρόνως να προστατεύσουν τους ψηφοφόρους τους από τις χειρότερες συνέπειες των πολιτικών λιτότητας.
Οι φόροι αυξήθηκαν. Καθιερώθηκε αυστηρή νομισματική πολιτική. Επιβλήθηκαν μισθολογικοί περιορισμοί. Επιτράπηκε και πάλι στις εταιρείες να απολύουν εργάτες.
Η κυβέρνηση Σοάρες αποζημίωσε, επίσης, εκείνους που έχασαν γη ή άλλα περιουσιακά στοιχεία στη διάρκεια της επανάστασης. Το φθινόπωρο του 1976, η κυβέρνηση έστειλε στρατεύματα για να διώξουν αγρότες, που είχαν καταλάβει παράνομα κτήματα στο Αλεντέζου, παρότι ήταν μικρά και τα εδάφη φτωχά. Η εκδίωξη των αγροτών, που στρεφόταν εναντίον των φτωχών του Αλεντέζου, το οποίο ήταν ένα από τα κέντρα της κομμουνιστικής υποστήριξης είχε στόχο να δείξει ότι η επαναστατική περίοδος τελείωσε.
Η αγροτική μεταρρύθμιση ήταν ένα από τα πιο σημαντικά μέτρα, που εφάρμοσαν οι προηγούμενες επαναστατικές κυβερνήσεις. Ξεπερνούσε σε κοινωνικό και οικονομικό εύρος, και όσον αφορά τις επιπτώσεις της στην αναδιανομή, οποιοδήποτε άλλο προοδευτικό μέτρο είχε πάρει οποιαδήποτε από τις μεταβατικές κυβερνήσεις σε Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα.
(σελ. 236) Τίποτα δεν απεικονίζει καλύτερα την πολυπλοκότητα της πορτογαλικής μετάβασης από το γεγονός ότι η χώρα έμπαινε στη μετεπαναστατική φάση με ένα ‘επαναστατικό Σύνταγμα’. Τέθηκε σε ισχύ στη δεύτερη επέτειο της επανάστασης στις 25 Απριλίου 1976. Τα δύο πρώτα άρθρα του δέσμευαν την Πορτογαλία σε μια αταξική κοινωνία και στη ‘μετάβαση στον σοσιαλισμό, δημιουργώντας τις συνθήκες για τη δημοκρατική άσκηση της εξουσίας από τις εργαζόμενες τάξεις’. Προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ένα ‘Συμβούλιο της Επανάστασης’, στο οποίο οι στρατιωτικοί, που θεωρούνταν ακόμη οι εγγυητές της επανάστασης θα είχαν σημαντική παρουσία. Το 1982, το Σύνταγμα τροποποιήθηκε και το Συμβούλιο της Επανάστασης καταργήθηκε.
(σελ. 237) Η Πορτογαλική Επανάσταση κατέστρεψε ένα αυταρχικό καθεστώς, αλλά όχι τον καπιταλισμό. Οι όροι, τους οποίους καθόρισε το ΔΝΤ το 1977 ήταν το σταθερό πακέτο: υποτίμηση, αυξήσεις των φόρων, περικοπές των δημόσιων δαπανών. Στα πλαίσια των πολιτικών λιτότητας, που υπήρχαν ήταν πολιτικά σχεδόν μη αποδεκτοί και θα αποσταθεροποιούσαν ακόμη και τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σοάρες. Το ΔΝΤ το παράκανε.”





