Η αναζήτηση της ειρήνης στην Ευρώπη κρατά 200 χρόνια
Ο Mark Mazower, καθηγητής Ιστορίας στο πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης με ρωσοεβραϊκές ρίζες σε άρθρο του (25/03) στην ηλεκτρονική έκδοση των Financial Times ανατρέχει σε γενιές ηγετών, που έχουν παλέψει για να διασφαλίσουν συμφωνίες ειρήνης με διάρκεια.
Οι πολλές δεκαετίες, που έζησε η Ευρώπη χωρίς πόλεμο από το 1945 και μετά, ήταν μια χωρίς προηγούμενο ιστορική κατάκτηση, κατά τη διάρκεια των οποίων οι δαπάνες για την άμυνα περιορίστηκαν και οι στρατοί μειώθηκαν δραματικά. Μέχρι πριν ένα μήνα ή δύο, οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της ηπείρου θεωρούσαν τον πόλεμο αναχρονισμό, μια στάση που δεν άλλαξε παρά τις εχθροπραξίες που ακολούθησαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του 1990.
Όχι πια. Καθώς η εισβολή στην Ουκρανία ξεπερνά τον ένα μήνα, βρισκόμαστε πίσω σε ένα κόσμο, που πολλοί Ευρωπαίοι πίστευαν ότι είχαν αφήσει πίσω για πάντα – όπου όροι όπως προσάρτηση (annexation), διχοτόμηση (partition), εγγυήσεις ασφάλειας (security guarantees) και ουδετερότητα (neutrality) συζητώνται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων καθώς πέφτουν οι βόμβες, σκάβονται χαρακώματα και πόλεις γίνονται συντρίμμια. Με λίγα λόγια, εν μέσω του πολέμου του Vl. Putin, η Ευρώπη έρχεται για μια ακόμα φορά αντιμέτωπη με την αναγκαιότητα της ειρήνευσης (peacemaking).
Ίσως η ιδέα ότι ο πόλεμος είχε εξαφανιστεί ήταν πάντα μια ιδιαίτερη ευρωπαϊκή ψευδαίσθηση, αφού σε μεγάλο μέρος της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής, η μνήμη της αποικιοκρατίας είναι πρόσφατη, ενώ δεκάδες ένοπλες συρράξεις κατέληξαν σε πόλεμο από το 1945. Από αυτή την οπτική γωνία, η οργή της Δύσης για την επιθετικότητα της Ρωσίας απέναντι στην Ουκρανία, μπορεί να μοιάζει με υποκρισία και η καταφυγή στα Ηνωμένα Έθνη με ζήτημα καταλληλότητας (expedience), όχι αρχής (principle).
‘Είμαστε σκλάβοι σας;’ εξερράγη ο πρωθυπουργός του Πακιστάν Imran Khan, όταν δέχθηκε πίεση να υποστηρίξει το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης, που καταδίκαζε την εισβολή. Απηχώντας το ίδιο συναίσθημα, σχεδόν οι μισές χώρες της Αφρικής είτε απείχαν στις 2 Μαρτίου ή απλά δεν ψήφισαν. Παρόλα αυτά, για να κατανοηθεί τι διακυβεύεται σε αυτή τη σύρραξη, είναι σημαντικό – προτρέπει ο M. Mazower – να ανατρέξουμε στη στενή σχέση της Ευρώπης με το τρόπαιο της ειρήνης και τη μακρά της προσπάθεια να τη διασφαλίσει.
Είναι μια αναζήτηση που, όπως υπενθυμίζει η ιστορικός Stella Ghervas, πηγαίνει πίσω περισσότερους από δύο αιώνες. Σε αυτή την εποχή, η διεθνής αρχιτεκτονική της ηπείρου, οι κανόνες και οι οργανισμοί της έχουν διαμορφωθεί όχι μόνο από τις συρράξεις, αλλά και από τους διπλωματικούς διακανονισμούς που τις διαδέχθηκαν, οι οποίοι προσπαθούσαν να διαχειριστούν τη συχνά απότομη παρακμή των αυτοκρατοριών και τις φιλοδοξίες των νέων εθνών – κρατών, που αναδύθηκαν στη θέση τους. Μια γενιά ειρηνευτικών προσπαθειών μετά την άλλη, αντιμετώπιζε το πρόβλημα του πώς να συμβιβαστούν οι ηττημένοι με τις απώλειές τους και πώς να μετριαστούν οι προσδοκίες των νικητών.
Η διεθνής συνεργασία για τη λήξη πολεμικής σύρραξης ξεκίνησε το 1814-15, όταν ο συνασπισμός των δυνάμεων απέναντι στη Γαλλία διακήρυξε τον σκοπό του ‘να τερματίσει τα δεινά της Ευρώπης’. Ήταν σε αυτή την ιδρυτική στιγμή, που η ίδια η Ευρώπη άρχισε να αναδύεται σαν πολιτικό ιδανικό και είναι σημαντικό να καταγραφεί σήμερα ότι η Ρωσία είχε κεντρικό ρόλο στην ειρηνευτική διαδικασία, που ακολούθησε. Ο τσάρος Αλέξανδρος ένιωσε μια προσωπική δέσμευση να προκύψει μια συμφωνία, η οποία θα άντεχε στον χρόνο σε όλη την ήπειρο και από κοινού με τους άλλους ηγέτες έφτασαν πολύ κοντά στο να το καταφέρουν. Μέσα από τις συζητήσεις τους, καθιέρωσαν ένα πρωτοποριακό σύστημα συνόδων, που όχι μόνο έθεσε τέλος στις εχθροπραξίες με τους Γάλλους, αλλά και εγκαινίασε τη σύγχρονη ιστορία της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις είχαν πολεμήσει περίπου πενήντα φορές μεταξύ τους το διάστημα 1648 – 1789 και τις δεκαετίες μετά το Συνέδριο της Βιέννης (Σεπτέμβριος 1814 – Ιούνιος 1815), σε πέντε συγκρούσεις είχαν εμπλακεί περισσότερες από μία.

το Συνέδριο της Βιέννης, Getty Images, ft.com
Ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες της επιτυχίας του συστήματος της Βιέννης ήταν ότι οι νικητές επέλεξαν ως εχθρό τους τον ίδιο το Ναπολέοντα, όχι τη χώρα του. Διακηρυγμένοι υπέρμαχοι του στέμματος, θεωρούσαν ότι η επαναφορά στον γαλλικό θρόνο ενός βασιλιά από τον οίκο των Βουρβόνων ήταν απαραίτητη για τη διεθνή φιλία. Σαν κάποιος που ‘έβαζε σε μπελά την ηρεμία του κόσμου’, ο Ναπολέων εστάλη στην εξορία στo νησί Elba, το μεγαλύτερο του τοσκανικού αρχιπελάγους και μετά στην St Helena, του Ηνωμένου Βασιλείου στο Νότιο Ατλαντικό Ωκεανό, ενώ ο πρώην υπουργός του Εξωτερικών, Charles Maurice de Talleyrand, σαν χαμαιλέοντας εκπροσωπούσε πια το νέο βασιλιά Λουδοβίκο XVIII και συμμετείχε σε διαπραγματεύσεις ανώτατου επιπέδου. Σύμφωνα με την ανάλυση του Μ. Mazower, με αυτό τον τρόπο, η γαλλική αυτοπεποίθηση παρέμεινε αλώβητη, καθώς η Γαλλία εγκατέλειψε τις ηπειρωτικές της φιλοδοξίες. ‘Επιστρέφοντας στα παλιά της σύνορα’, ο Ταλλεϋράνδος διαβεβαίωσε τον πρίγκηπα Klemens von Metternich, Αυστριακό υπουργό Εξωτερικών ότι ‘η Γαλλία δεν ονειρεύεται πια επέκταση’.
Το να αντιμετωπιστεί μια καταπονημένη από τα είκοσι χρόνια συνεχόμενων μαχών Γαλλία ήταν το ένα θέμα, το άλλο αφορούσε το να χαλιναγωγηθεί η Γερμανία, ‘το δυναμό’ της Ευρώπης του 19ου αιώνα. Σε αντίθεση με τη Βιέννη, η Συμφωνία των Βερσαλλιών μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν μια πραγματεία στην αποτυχία. Αποκλεισμένη από την ειρήνευση, η πιο ισχυρή οικονομία της ηπείρου, μόνο διστακτικά αποδέχθηκε τους όρους των νικητών.

στρατιωτικοί των Συμμάχων προσπαθούν να παρακολουθήσουν την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών στην Αίθουσα με τους Καθρέφτες το 1919 / Henry Guttmann Collection, Hulton Archive, Getty Images, ft.com
Με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, ήρθε η συνειδητοποίηση ότι κατέρρεε – όχι μόνο η συνθήκη του 1919, αλλά το πιο ουσιαστικό, δεχόταν ευθεία απειλή το όραμα της παγκόσμιας τάξης, που αυτή εκπροσωπούσε. Στην ισότητα κυρίαρχων κρατών, που υπερασπίζονται τα Ηνωμένα Έθνη, το Τρίτο Ράιχ πρότεινε ως εναλλακτική έναν δικτάτορα, σε έναν κόσμο στον οποίο λίγες μεγάλες δυνάμεις θα κυριαρχούσαν σε μεγάλες περιοχές με τη βία, εάν ήταν απαραίτητο. Το σοκ, που αυτό το ναζιστικό όραμα αντιπροσώπευε για τις φιλελεύθερες παραδοχές ήταν τόσο μεγάλο και η νίκη απέναντί του κερδήθηκε τόσο δύσκολα, που ούτε ο θάνατος του Χίτλερ ούτε ο,τιδήποτε άλλο ήταν αρκετό για να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της Γερμανίας στα μάτια των χωρών, οι οποίες επικράτησαν στον πόλεμο. Καταλήφθηκε το 1945 και σταμάτησε να υπάρχει σαν ενιαίο κράτος. Ίσως μια αποφασιστική χειρονομία αναφορικά με τη συμπεριφορά των Συμμάχων απέναντι στη Γερμανία, ήταν το διάταγμα το οποίο υπέγραψαν από κοινού το 1947 για την επίσημη διάλυση της Πρωσίας, που υπήρχε για μερικές εκατοντάδες χρόνια, από το 1701. Καμμία διπλωματική επίλυση δεν έγινε ορόσημο της ειρήνης. Αντίθετα, ο Ψυχρός Πόλεμος υπονόμευσε τη συνεργασία, που υπήρχε μεταξύ των Συμμάχων κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τόσο η Γερμανία όσο και η ήπειρος ήταν διαιρεμένες.
Παρόλα αυτά, ήταν από τις συγκεκριμένες, μη υποσχόμενες απαρχές, που μια ριζοσπαστική αυθεντική προσέγγιση στην παγκόσμια ειρήνη καρποφόρησε τις επόμενες δεκαετίες στη δυτική Ευρώπη. Σχεδιάστηκε όχι για την εποχή των αυτοκρατοριών, που παρερχόταν αλλά για τον κόσμο των εθνών – κρατών. Κάτω από μια αμερικανική ομπρέλα ασφάλειας, νέοι περιφερειακοί οργανισμοί ενίσχυσαν την οικονομική συνεργασία και προώθησαν μια κανονιστική συμμόρφωση γύρω από τη δημοκρατία, που έδωσε ένα τέλος στον γαλλο-γερμανικό ανταγωνισμό, ο οποίος επέφερε τρεις πολέμους σε λιγότερο από εκατό χρόνια.
Όπως εξηγεί ο Mark Mazower, ο Ψυχρός Πόλεμος έδωσε σε μια γενιά Γερμανών τον χρόνο για να αποτιμήσει την κληρονομιά του ναζισμού, να συμφιλιωθεί με τους γείτονές της στα ανατολικά και να αισθανθεί μια υπαρξιακή δέσμευση στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Έτσι, αυτό που οι ιστορικοί της διπλωματίας γνώριζαν ως ‘το γερμανικό ζήτημα’, στην καρδιά της σύγκρουσης στην ήπειρο από τα μέσα του 19ου αιώνα, εξέλειψε το ίδιο αποφασιστικά, όπως προηγουμένως η απειλή από τη Γαλλία. Κάποιοι αναλυτές μετά το 1989 περίμεναν να δουν μια επιστροφή ένος ‘νεο-μπισμαρκιανού’ Ράιχ. Το Βερολίνο προτίμησε να ασκήσει την ηγεμονία του μέσω της ενδυνάμωσης των ευρωπαϊκών οργάνων, από το να χαράξει δική του πορεία.

Mark Mazower / news.columbia.edu
Η απόφαση του καγκελάριου Olaf Scholz, που ανακοινώθηκε στις 27 Φεβρουαρίου και αφορούσε τη σημαντική αύξηση των δαπανών άμυνας, σηματοδοτεί κατά την άποψη του Mark Mazower, όχι μια επιστροφή σε ένα παλιότερο ρόλο για τη χώρα του όπως τον 19ο αιώνα, αλλά ένα σημαντικό βήμα μπροστά για την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το 1990 έμοιαζε σαν η μακρά αναζήτηση της ηπείρου για ειρήνη να είχε επιτέλους τελειώσει. Mε το πέρας του Ψυχρού Πολέμου, οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στη Δύση και τη Σοβιετική Ένωση άνοιξαν σε ένα πνεύμα οπτιμισμού και είχαν ως αποτέλεσμα την επιτυχημένη συνθήκη, γνωστή ως ‘Δύο συν Τέσσερις’, μεταξύ της Ομοσπονδιακής και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας συν τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Σοβιετική Ένωση, που αναγνώριζε την ειρηνική επανένωση της Γερμανίας και, με αυτό τον τρόπο, το αργοπορημένο επίσημο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. H Μόσχα ήταν η σκηνή του διπλωματικού θριάμβου. Το όραμα του Mikhail Gorbachev για ένα ‘κοινό ευρωπαϊκό σπίτι’ προέβλεπε ελευθερία για τα κράτη της ανατολικής Ευρώπης, με μια νέα σχέση ανάμεσα στη Δύση και σε ένα αναδομημένο σοβιετικό μπλοκ.
Ωστόσο, η επιτυχία έφερε εφησυχασμό. Οι σχέσεις ανάμεσα στους παλιούς εχθρούς ήταν αρχικά εγκάρδιες, ακόμα και αισιόδοξες καθώς η Δύση προσπαθούσε να δουλέψει με το Κρεμλίνο σαν συνεγγυητή της παγκόσμιας τάξης. Παρόλα αυτά, η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 δημιούργησε εντελώς απρόβλεπτες προκλήσεις, ενώ αποσύρθηκαν από την πολιτική ζωή οι Margaret Thatcher, Μ. Gorbachev, G. HW Bush, Fr. Mitterrand και H. Kohl, η τελευταία γενιά πολιτικών με προσωπικές αναμνήσεις από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ούτε η μοναρχία, οι μνήμες ή ο αμοιβαίος φόβος ένωναν πια τη Ρωσία με την υπόλοιπη Ευρώπη. Το 1992 η ιδρυτική συνθήκη της ΕΕ υπεγράφη από δώδεκα χώρες, προστέθηκαν άλλες τρεις ουδέτερες στον Ψυχρό Πόλεμο λίγο αργότερα και ακόμη δώδεκα μέχρι το 2010, οι περισσότερες από τις οποίες βρίσκονταν κάποτε πίσω από το ‘Σιδηρούν Παραπέτασμα’. Την ίδια περίοδο το Nato επεκτάθηκε προς τα ανατολικά, περισσότερο απ’ όσο είχε ποτέ σχεδιαστεί.
Η μετα-σοβιετική Ρωσία, με την οικονομία της σε ελεύθερη πτώση, απλά δεν μπορούσε να συναγωνιστεί σαν πόλος έλξης. Οι χώρες της Βαλτικής ποτέ δε συμμετείχαν στην Κοινοπραξία Ανεξάρτητων Κρατών (Commonwealth of Independent States, CIS) του Boris Yeltsin. Η Γεωργία και αργότερα η Ουκρανία αποχώρησαν για να αναζητήσουν στενότερους δεσμούς με τη Δύση. Μέχρι το 2020, το ευρωπαϊκό ΑΕΠ ήταν περισσότερο από οχτώ φορές εκείνο της CIS, ενώ το κατά κεφαλήν εισόδημα πέντε φορές μεγαλύτερο. Όμως, ο ρωσικός στρατός των εκατομμυρίων υπερείχε με διαφορά εκείνων της ηπείρου.
Η ιδέα ότι μια μεγάλη δύναμη πρέπει να απολαμβάνει τη δική της σφαίρα επιρροής είναι παλιά και για καιρό αποτελούσε μέρος των παραδοχών της εποχής των αυτοκρατοριών, όμως πήγαινε εγγενώς κόντρα στις αυξανόμενες προσδοκίες για ελεύθερες εκλογές, εθνική αυτοδιάθεση και ανεξαρτησία.

W. Churchill, Fr. Roosevelt, J. Stalin / Getty Images, bbc.com
Οι τρεις μεγάλες δυνάμεις είχαν διακηρύξει στη Γιάλτα το 1945 ότι στους λαούς της Ευρώπης θα επιτρεπόταν ‘να δημιουργήσουν δημοκρατικούς θεσμούς της επιλογής τους’. Ωστόσο, στην πραγματικότητα ο Κόκκινος Στρατός καταλάμβανε τη μισή ήπειρο και ο W. Churchill μυστικά συμφώνησε με τον J. Stalin να μοιραστεί η ανατολική Ευρώπη σε σφαίρες επιρροής. Τριάντα χρόνια αργότερα, καθώς η περιοχή βρισκόταν ακόμη πίσω από το ‘Σιδηρούν Παραπέτασμα’, η Τελική Πράξη του Ελσίνκι όριζε σε πολλές γλώσσες ότι ήταν απαραίτητη τόσο η αυτοδιάθεση όσο και τα συμφέροντα ασφάλειας όλων. Το ίδιο έκανε και η Συνθήκη ‘Δύο συν Τέσσερις’ του 1990. Αλλά μέχρι τότε, ο J. Stalin ήταν πολύ καιρό νεκρός, η Ρωσία κατέρρεε και οι ΗΠΑ προωθούσαν τη διάδοση της δημοκρατίας σε όλο τον κόσμο. Μέσα σε λίγα χρόνια, η επιρροή της Μόσχας στην Ευρώπη είχε συρρικνωθεί στο Μινσκ και στην ιδιόμορφη βαλκανική περιφέρεια.
Για τη Ρωσία αυτή αποτέλεσε μια συγκλονιστικά γρήγορη αλλαγή, σε μια κλίμακα, που γενικά η Δύση δεν αναγνώρισε. Παρόλο που δεν ήταν μια ηττημένη δύναμη, όπως η Γαλλία το 1815 ή η Γερμανία μετά τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, σε λίγα χρόνια και ουσιαστικά χωρίς να πέσει ένας πυροβολισμός, βρήκε τον εαυτό της εδαφικά πάνω-κάτω εκεί που ήταν τον 18ο αιώνα. Είναι σαν, πολύ χοντρικά, οι ΗΠΑ να επέστρεφαν στο έδαφος, που καταλάμβαναν πριν την αγορά της Louisiana από τη Γαλλία του Ναπολέοντα το 1803.
O περιορισμός της δεν είναι χωρίς προηγούμενο – πρώην αυτοκρατορίες όπως η Αυστρία και η Τουρκία μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στερήθηκαν εδάφη στα οποία κυβερνούσαν για πολλές δεκαετίες και οι απώλειές τους ήταν αναλογικά μεγαλύτερες. Αυτή η ιστορία αδικίας, στη συνέχεια – σύμφωνα με την ανάλυση του M. Mazower – έγινε η ιδεολογία, που νομιμοποίησε μια άρχουσα τάξη, η οποία είχε όλο και λιγότερα να προσφέρει στον πληθυσμό της, πέρα από οικονομική σταθεροποίηση και επανόρθωση των αποκαλούμενων αδικιών.

συνάντηση του προέδρου Ουκρανίας Volodymyr Zelensky με τον Γενικό Γραμματέα του NATO Jens Stoltenberg τον Οκτώβριο του 2019 / Sergei Chuzavkov, Shutterstock, theguardian.com
Ενώ η επέκταση του Nato στα ανατολικά είναι το ένα σημείο στο οποίο ασκεί κριτική ο Vl. Putin, ο ολοένα αυξανόμενος θαυμασμός του για το μακρινό παρελθόν ίσως εξηγεί καλύτερα την αίσθηση που έχει της εθνικής αποστολής. Το πρόσφατο άρθρο του σχετικά με ‘την ιστορική ενότητα των Ρώσων και των Ουκρανών’ οδηγεί τον αναγνώστη περισσότερο από μια χιλιετία πίσω, στις φυλές των αρχαίων Ρως (‘το μεγαλύτερο κράτος της Ευρώπης’), πριν προχωρήσει μέσω του Αγίου Βλαδίμηρου του Κιέβου, στους χετμάνους (στρατιωτικούς διοικητές στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη), τους βογιάρους (ανώτερη φεουδαρχική τάξη της Ρωσίας από τον 10ο έως τις αρχές του 18ου αιώνα) και τους αιώνες της πολωνικής – λιθουανικής Κοινοπολιτείας για να επιχειρηματολογήσει ότι η σύγχρονη σύλληψη του ουκρανικού έθνους δεν είναι τίποτα άλλο από προϊόν μιας ανίερης πολιτικής μηχανικής των μπολσεβίκων και του δυτικού μίσους για τη Ρωσία.
Για τον Μ. Mazower, αυτού του είδους η εθνικιστική κατασκευή μύθων είναι η βασική διαπραγματευτική γραμμή, που ακολουθεί στις τρέχουσες συνομιλίες με την Ουκρανία ο Vladimir Medinsky, πρώην υπουργός Πολιτισμού της Ρωσίας (2012-2020), καθηγητής στο Κρατικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας, που υπάγεται στο υπουργείο Εξωτερικών και σύμβουλος του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Aναφέρεται, επιπλέον, στο δημοσίευμα στους ft.com, ότι έχει απόψεις που προκαλούν αντιπαραθέσεις και μια διδακτορική διατριβή στην ιστορία μεταξύ άλλων, που το ανώτερο πανεπιστημιακό σώμα της χώρας μοιάζει να μη θεωρεί πολύ ακαδημαϊκού επιπέδου, επιφανειακή και μονομερή.
Οι γραμμές της εξωτερικής πολιτικής που απορρέουν από αυτό τον τρόπο αντίληψης του παρελθόντος, παραπέμπουν περισσότερο στον αναθεωρητισμό της δεκαετίας του 1930. Ο ρατσισμός των Ναζί λείπει, όμως, η αίσθηση μιας υπαρξιακής απειλής, που δικαιολογεί τη χρήση δύναμης, με την ιστορία σαν ατού για να απορριφθούν οι απαιτήσεις των νέων, μικρότερων κρατών και η περιφρόνηση μιας παγκόσμιας τάξης κυρίαρχων κρατών είναι οικεία.
Οι ευρύτερες φιλοδοξίες για τον παγκόσμιο ρόλο της Ρωσίας εκφράστηκαν σε ένα άρθρο γνώμης, που φαίνεται να είχε την έγκριση του Κρεμλίνου και δημοσιεύθηκε για λίγο στην ιστοσελίδα του πρακτορείου ειδήσεων Novosti. Γραμμένο σε ένα πνεύμα πρώιμης ευφορίας την πρώτη μέρα της εισβολής, το άρθρο εκθείαζε τον Vl. Putin, υποστηρίζοντας ότι επανέφερε την ενότητα του ρωσικού λαού, την ‘ιστορική πληρότητα’ της Ρωσίας και, κάτι περισσότερο, ότι ανέσχεσε τη μεταπολεμική αγγλοαμερικανική ηγεμονία στις διεθνείς σχέσεις, ορθώνοντας το ανάστημά της εκ μέρους των υπολοίπων, εναντίον της Δύσης.
Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η εντυπωσιακά συνεκτική απάντηση της Ευρώπης καθιστά σαφές ότι οι λαοί της δεν είναι έτοιμοι να δουν τις σφαίρες επιρροής και τη διακυβέρνηση μέσω κατάκτησης να επιστρέφουν στην ήπειρο. Του φαίνεται εντυπωσιακό ότι η ΕΕ, που τα τελευταία χρόνια δεχόταν επικρίσεις σαν ενός είδους ομοσπονδιακός γιγαντιαίος οργανισμός ο οποίος στερεί από τα κράτη την αυτονομία τους, θα αναδυόταν τόσο δυναμικά σαν υπερασπιστής των δικαιωμάτων των μικρών κρατών. Όμως, προσθέτει, δε θα έπρεπε να προκαλεί τόση έκπληξη, αφού ήταν θεωρητικοί του εθνικισμού των μικρών κρατών, όπως ο Ιταλός Giuseppe Mazzini, που υπήρξαν οι πρώτοι υποστηρικτές της ευρωπαϊκής συνεργασίας εναντίον των αυτοκρατοριών στα μισά του 19ου αιώνα. Η ήπειρος, λοιπόν, όπως περιγράφεται, κόντρα στις επιθυμίες της, βρίσκεται σε μια μορφή πολέμου για να προστατέψει το δικό της αξιοσημείωτο πείραμα στην ειρήνη.
Για τον M. Mazower, τα όρια του ιστορικού αναθεωρητισμού του Vl. Putin είναι ασαφή. Και ποιος μπορεί να τον πιστέψει – αναρωτιέται – μετά τις ανακρίβειες, που είπε πριν την εισβολή. Οι απειλές του να χρησιμοποιήσει πυρηνικά όπλα παραβιάζουν ένα όριο. Ο,τιδήποτε κι αν συμβεί στην Ουκρανία τις επόμενες εβδομάδες, θεωρεί ο συγγραφέας, δε φαίνεται πιθανό να υπάρξει επιστροφή της πραγματικής ειρήνης στην ήπειρο όσο είναι εκείνος στην εξουσία.
Είναι δύσκολο, ακόμη, σύμφωνα με την ανάλυση του Βρετανού ιστορικού, να μη σκεφτεί κανείς ότι θα πάρει γενιές πριν η Ρωσία να είναι σε θέση να αποδεχτεί την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας και να φτιάξει μια καινούρια σχέση με τους γείτονές της. Παρόλα αυτά, εφόσον η χώρα χρειάζεται να φτάσει σε μια νέα κατανόηση της γεωπολιτικής της κατάστασης, η Ευρώπη και οι ΗΠΑ τελικά θα πρέπει να την αντιμετωπίσουν διαφορετικά επίσης. Το 1990, η Ρωσία για μια στιγμή θεωρούταν ισότιμος εταίρος στο μέλλον της Ευρώπης και μετά παραμερίστηκε. Ακόμη και αν ο πόλεμος της Ρωσίας με την Ουκρανία επιταχύνει την παρακμή του Vl. Putin, τα παράπονα που τροφοδότησαν την άνοδό του θα παραμένουν. Η ιστορία μας δείχνει ότι το να τους δώσουμε προσοχή είναι καλύτερο από το να τα αγνοούμε εντελώς. Καταλήγοντας, ο M. Mazower μεταφέρει ότι οι Οθωμανοί σουλτάνοι συνήθιζαν να λένε ότι πέρα από τη μάχη, βρίσκεται ο μεγαλύτερος αγώνας για να χτιστεί μια ειρήνη, που θα διαρκέσει.
Πηγή: Mark Mazower, ft.com / στην κεντρική φωτογραφία: το Σπίτι με τις Χίμαιρες ή Horodecki, από το όνομα του αρχιτέκτονα, στη γειτονιά Lypky του Κιέβου, που λειτουργεί σαν προεδρική κατοικία / Ζoonar GmbH, Alamy, theguardian.com
Περισσότερα για τον συγγραφέα στο site του και για τα βιβλία του στα ελληνικά εδώ





