“Και σήμερα να μην ξέρουμε πια κατά πόσο εμείς οι ίδιοι είμαστε ‘δικοί μας’”
Με τους φίλους και τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ να ψηφίζουν για νέο/α πρόεδρο την Κυριακή (17/09) με αντίτιμο δύο ευρώ και την υποχρέωση εγγραφής στο κόμμα (αναλυτικά τα εκλογικά κέντρα εδώ) ολοκληρώνεται ο (πρώτος) γύρος μιας προεκλογικής εκστρατείας, που ξεκίνησε με χαμηλούς τόνους και σε πολιτισμένο επίπεδο και κατέληξε με χαρακτηριστικά πολύ έντονης αντιπαράθεσης. Με αυτή την αφορμή παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Άλκης Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο (εκδόσεις Μεταίχμιο, 2014), όπου περιγράφει τους ανθρώπους, με τους οποίους περπάτησε μαζί τα χρόνια της κατοχής, της απελευθέρωσης, των Δεκεμβριανών, της Τασκένδης.
(σελ. 264) “Με κείνη όμως που ο Γιώργος (Σεβαστίκογλου) τα βρήκε από την πρώτη μέρα της γνωριμίας τους ήτανε η Διδώ (Σωτηρίου). (…) (σελ. 265) Έφυγε πριν από μένα για να πάει στον… Κάρολο (Κουν) κι η θείτσα μού είπε ανακουφισμένη: ‘Χάρηκα, μικρό, γιατί είναι δικός μας.’
Πρώτη φορά αυτή την έκφραση την άκουσα από τη Διδώ. Κι ύστερα πόσες φορές για ολόκληρα χρόνια λέγαμε ή ρωτούσαμε: ‘Αυτός είναι δικός μας;’ Κι αν δεν ήτανε, ούτε θέλαμε καν να τον πλησιάσουμε. Πού να ξέραμε πως θα έρθει καιρός και θα ανακαλύπταμε ότι πολλοί ‘δικοί μας’ δεν θα μας ταίριαζαν καθόλου, και σήμερα να μην ξέρουμε πια κατά πόσο εμείς οι ίδιοι είμαστε ‘δικοί μας’.
(σελ. 281) – Τώρα, ξεκαθαρίζει η Ζωρζ (Σαρρή), θα μαζευτούμε σ’ ένα σπίτι αλλά πια δεν θα είναι μόνο για διασκέδαση. Και θα χορέψουμε βέβαια και θ’ ακούσουμε ποιήματα, αλλά θα οργανωθούμε στην ΕΠΟΝ. Της είπαν να ειδοποιήσει και μένα και τη Λενούλα κι άλλες συμμαθήτριες, που τις είχε εμπιστοσύνη – αυτό το τόνισε -, που τις είχε εμπιστοσύνη.
(σελ. 283) Μεθαύριο! Είχαμε ραντεβού με τη Ζωρζ στη στάση του Μουσείου για να μας πάει στο σπίτι, που μας περίμεναν. (…) Ένα μεγάλο πιάνο ήτανε σε μια άκρη κι ένας αδύνατος νεαρούλης μ’ ένα μακρύ καρό κασκόλ έπαιζε πιάνο όλο το βράδυ. Απέξω, χωρίς παρτιτούρες.
(σελ. 284) Την άλλη μέρα τον συναντήσαμε στον Ίκαρο και μας είπαν πως λέγεται Μάνος Χατζηδάκις.
Τότε από μια πλαϊνή πόρτα μπήκε ένας νεαρός και τα ζευγάρια σταμάτησαν να χορεύουν, όχι όμως και το πιάνο, καθώς ο νεαρός έγνεψε στο παιδί, που έπαιζε να συνεχίσει. Κάτι άλλαξε στην ατμόσφαιρα. Ο νεαρός που μπήκε είχε ένα χαμόγελο τόσο φωτεινό, που μας εγκλώβισε. Άρχισε να μιλάει λες και δεν συνέβαινε τίποτα. Να μιλάει για τον Ήλιο τον Πρώτο. Κι ύστερα κάθισε χάμω σταυροπόδι, στη μέση, κι όλοι εμείς γύρω του.
– Με λένε Πέτρο.
Σίγουρα δεν ήταν το πραγματικό του όνομα. Θαρρείς, όμως, πως του ταίριαζε τόσο, που θα παραξενευόσουνα ν’ ακούσεις να τον φωνάζουν διαφορετικά.
Δεν πιστεύω κανείς απ’ όσους τον άκουσαν να έχει ξεχάσει ποτέ στη ζωή του την κουβέντα του. Όλα γι’ αυτόν ήτανε σπουδαία, μαγικά. Κι η οργάνωση που έγινε, η ΕΠΟΝ, θα γινότανε δικιά μας κι από μας εξαρτιώντανε όλα. Εμείς θα διώχναμε τους κατακτητές, εμείς θα φτιάχναμε τη χώρα μας όμορφη και μόλις λευτερωνόμασταν η ζωή μας θα ήτανε ζηλευτή. Ας έκανε ο καθένας ό,τι μπορούσε, έστω και πολύ μικρό, θα είχε αξία. Κι έλεγε κι έλεγε, και τα μάτια του έβγαζαν σπίθες και το χαμόγελο φώτιζε.
– Πέτρο… μαζί σου. Όπου μας πας.
(σελ. 285) Και δεν έμεινε ούτε ένας εκείνη τη βραδιά, που να μη τον πίστεψε.
Συνάντησα πολλές φορές τον Πέτρο, πότε σε απομακρυσμένο δρόμο, πότε σε κάποιο μαγαζί, πότε σε σπίτι. Κι ούτε μια φορά δεν τον είδα χωρίς χαμόγελο. Και πολύ μου κακοφάνηκε όταν μου είπανε πως ο Πέτρος θα λείψει για κάποιον καιρό, και στη θέση του ήρθε κάποιος άλλος, που δεν χαμογελούσε, δεν σου έδινε κουράγιο, παρά μόνο ψυχρά μια εντολή, και σε ένα ραντεβού δεν ήρθε, ούτε στο δεύτερο, μπορεί και να τον είχανε συλλάβει, εγώ όμως ένιωσα ανακούφιση κι όλο είχα την ελπίδα να ξαναεμφανιστεί ο Πέτρος. Δεν τον είδα ξανά.

Αρκετά μετά την Απελευθέρωση, είδα τη φωτογραφία του στην εφημερίδα που τον είχανε συλλάβει κι έμαθα πως λεγότανε Δημήτρης Δεσποτίδης. Τον βασάνισαν, παραλίγο γλίτωσε την εκτέλεση, πήγε στη Μακρόνησο κι όταν βγήκε, εγώ είχα φύγει από την Ελλάδα. Τον ξανασυνάντησα στη Μόσχα. Το ίδιο φωτεινό χαμόγελο, οι ίδιες ελπίδες για το καινούργιο, που γεννιότανε στην Ελλάδα. Κι εκείνος με άλλους μαζί έκαναν έναν εκδοτικό οίκο, το Θεμέλιο, που εξέδωσε για πρώτη φορά Το καπλάνι της βιτρίνας.
Κι αργότερα γίναμε φίλοι, όταν γύρισα στην Ελλάδα, και πάλι ξανά πολιτικοί εξόριστοι στο Παρίσι και πάλι πίσω στην Ελλάδα, ως τον τραγικό πρόωρο θάνατό του.
Δεν ξέρω γιατί κανείς πια δεν μιλάει για κείνον. Καλά αυτοί που έμειναν κολλημένοι σ’ ένα σύμβολο, οι άλλοι όμως που μαζί αγωνίστηκαν για κάτι καινούργιο; Απομείναμε ο (σελ. 286) Βασίλης Βασιλικός κι εγώ τις σπάνιες φορές, που βρισκόμαστε να τον μνημονεύουμε:
– Θυμάσαι τούτο ή εκείνο που είχε πει ο Πέτρος;
Και πώς να μη νοσταλγούμε τον Πέτρο, όταν στην πρώτη επονίτικη εκδρομή που πήγαμε μας έστειλαν τον καθοδηγητή με ‘τα… βουβά μάτια’. Η Νίτσα, μια Επονίτισσα όμορφη, μελαχρινή και με πολύ αέρα, έδινε παρατσούκλια σ’ όποιον καθοδηγητή μας τύχαινε. Αν μας άρεσε, τον βάφτιζε με το πιο όμορφο όνομα, αν όχι, τον έθαβε κυριολεκτικά με μια της λέξη.
(…) Η Νίτσα είχε αναλάβει να πάρει εμένα και δώσαμε ραντεβού με τους άλλους κάπου στην Κλωναρίδου κι αποκεί θυμάμαι πως πήραμε έναν χωματόδρομο και βρεθήκαμε σε λιβάδια γεμάτα παπαρούνες. Τον καθοδηγητή τον λέγανε Βλάση – σίγουρα ψευδώνυμο -, μόλις τον είδα κατάλαβα το παρατσούκλι της Νίτσας.
(σελ. 287) (…) κι όταν σου μιλούσε δεν καταλάβαινες αν απευθυνότανε σε σένα· δεν σε κοίταζε μα ούτε έπεφτε και πουθενά αλλού το βλέμμα του. ‘Βουβά μάτια’, το πιο πετυχημένο παρατσούκλι της Νίτσας.
Καθίσαμε όλοι γύρω γύρω κι αυτός όρθιος, κι άρχισε να μιλάει αργά και κοφτά, να μας λέει τα καθήκοντά μας σα να μας μάλωνε, σα να είχαμε πει πως δεν θα τα εκτελέσουμε. Κι εμείς νοσταλγούσαμε τον Πέτρο και δεν είχαμε όρεξη τίποτα να κάνουμε απ’ όσα μας ανέθετε. Μια στιγμή η Νίτσα έκοψε μια παπαρούνα και την κάρφωσε στα μαλλιά της. Πού την είδε το ‘βουβό μάτι’;
– Δεν ήρθαμε εδώ για ανθοστολισμούς, της λέει χωρίς να την κοιτάζει.
Η Νίτσα ακούνητη με την παπαρούνα στα μαλλιά. Εκείνος στάθηκε μια στιγμή αναποφάσιστος, ύστερα την πλησίασε, της πήρε την παπαρούνα, την πέταξε κάτω και μας έβγαλε ένα λογύδριο για τα καθήκοντα και το ήθος του Επονίτη.
Τασκένδη, 1954. Μόλις έχω φτάσει εκεί να βρω τον Γιώργο, που βρίσκεται από το 1949. Την άλλη μέρα κιόλας με καλούν ‘απάνω’. Έτσι λέγανε την πολιτεία, που έμενε η (σελ. 288) η Κεντρική Επιτροπή της κομματικής οργάνωσης Τασκένδης. Μπαίνω σ’ ένα δωμάτιο. Πίσω από ένα γραφείο κάθονται ‘τα βουβά μάτια’, τον γνώρισα αμέσως, εκείνος όχι. Αφού μου είπε πως πρέπει να θεωρώ ευτυχισμένο τον εαυτό μου που βρέθηκα στη Σοβιετική Ένωση και πως, αν θέλω, μπορώ να δουλέψω στα γραφεία του κόμματος, ύστερα πώς έπεσε το μάτι του στη βέρα, αφού δεν κοίταζε το χέρι μου, μου λέει:
– Και τη βέρα να τη βγάλεις, είναι μικροαστικό κατάλοιπο.
– Και την παπαρούνα, λέω, και φυσικά δεν κατάλαβε. Μα κι εγώ μικροαστή είμαι, κάνω θυμωμένα και πάω στην πόρτα.
Άκου μικροαστικό κατάλοιπο. Έχω σχεδόν βγει στον διάδρομο.
– Καλά, δεν είπα και τίποτα, κάνει με γλυκερή φωνή. Μια συμβουλή σου έδωσα.
(σελ. 328) Αν με ρωτούσαν τι θα ‘θελα να έχει εξαφανιστεί από τη ζωή μου, από τα τόσα που πέρασα, και δεν ήτανε και λίγα, θ’ απαντούσα αμέσως, χωρίς καν να σκεφτώ: ο Δεκέμβρης του ‘44. Θα ήθελα να μην είχε υπάρξει στη ζωή μου. Να μην είχε υπάρξει στην Ιστορία. Και τώρα που γράφω γι’ αυτόν, δεν ψάχνω να βρω τις αιτίες, δεν με νοιάζουν πια.
Ξέρω πως κάθε μου σελίδα θα την πληρώσω μ’ ένα εφιαλτικό όνειρο. Ύστερα από τόσα χρόνια… εδώ στις Βρυξέλλες… περιτριγυρισμένη από παιδιά και εγγόνια (…)
(σελ. 341) (…) πριν την πάρει εκείνη (την αδερφή μου) ο ύπνος πρέπει να πει απέξω στίχους από την Αμοργό (του Νίκου Γκάτσου). Σιγά σιγά, όμως, το συνήθισα και με νανουρίζουν.
Καμιά φορά της λέω: (σελ. 342) – Πες εκεί που λέει για την ‘τέντα της κληματαριάς’.
(…) ‘Στην τέντα της κληματαριάς το καλοκαίρι ανασαίνει. Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφερή μου αγάπη. Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι.”

ο Δ. Δεσποτίδης
* Ο Βασίλης Ραφαηλίδης έλεγε το 1992: “Χρωστώ το ότι έγινα κινηματογραφικός κριτικός στον Δεσποτίδη. Όταν γίναμε φίλοι άρχισα να του διηγούμαι ιστορίες με αγρίους (Έλληνες). Του άρεσαν και ήθελε να τις εκδώσει το Θεμέλιο. Το 1965 του υποσχέθηκα πως θα στρωθώ να τις γράψω. Και εκπληρώνω την υπόσχεσή μου 25 χρόνια μετά, κάπου δέκα χρόνια μετά την αυτοκτονία του Μίμη (06/01/81 στα 55 του). Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, που δεν μπόρεσε ν’ αντέξει το σχίσμα της Αριστεράς, αλλά και πολλούς από τους ηγέτες της, που είχαν επιβληθεί και στα δύο κομμάτια της από τη μεταπολίτευση και μετά. Μα αν δεν αυτοκτονούσε τότε, θ’ αυτοκτονούσε σήμερα. Πώς να ζήσεις με δολοφονημένα τα ιδανικά σου;” (Λάκης Ιγνατιάδης)
* Ο Βασίλης Βασιλικός: “Ό,τι μου ζητούσε να γράψω ο Δ. Δεσποτίδης το έγραφα με πάθος: για τους ρακοσυλλέκτες, για τις μάνες των πολιτικών κρατουμένων, για τα ‘σπίτια με τις τρύπες’ (στα Δεκεμβριανά). Ώσπου μια μέρα μου ζήτησε να γράψω ένα βιβλίο για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Δύο χρόνια παιδεύτηκα με την έρευνα, ενώ ο ίδιος μού έφερε όλο το υλικό της ανάκρισης του Σαρτζετάκη, σε φωτοτυπίες, κάπου σαράντα κούτες (πώς το βρήκε, ποτέ δεν τον ρώτησα), μα το βιβλίο δεν μπορούσα να το γράψω. Τελικά, έπειτα από τρία χρόνια βρήκα την πρώτη φράση και το ‘Ζ’ τελείωσε σε 28 μέρες. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα από τη Γαλλία το 1974, τόση ήταν η άγνοια των ‘Ρηγάδων’ της εποχής, μαζί και τα συντροφικά μαχαιρώματα, ώστε δεν εξελέγη μέλος του Πολιτικού Γραφείου. Πικράθηκε και άρχισε να πίνει, ποιος; Αυτός που δεν είχαν αγγίξει αλκοόλ τα χείλη του. Πολλές φορές προβληματίστηκα έκτοτε ποια θα ήταν η θέση του στη σημερινή Αριστερά.” (Δημήτρης Γκιώνης)
κεντρική φωτογραφία: στη Μακρόνησο τον Σεπτέμβρη του 2013 για την παράσταση ‘Μίκης Θεοδωράκης. Ποιος τη ζωή μου…’





