psych * analytica

“Εάν η οργή δεν δηλώνει την παρουσία της ανοιχτά, σημαίνει ότι ελλοχεύει περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να ανθήσει”

Είναι ο θυμός, όπως η ενέργεια που αλλάζει συνεχώς μορφή χωρίς ποτέ να εξανεμίζεται, ή μέρος της γκάμας των συναισθημάτων μας, η κραυγή μιας ανάγκης που δεν ικανοποιείται; – αναρωτιέται σε άρθρο του στον ιστότοπο aeon.co, ο Josh Cohen παραθέτοντας εμπειρίες από την ψυχαναλυτική του πρακτική, που διαπλέκονται με αναγνώσματα και έργα τέχνης.

Tο ντιβάνι είναι χωνευτήρι ενός μεγάλου εύρους συναισθημάτων, αλλά πιθανόν κανένα δεν παρουσιάζεται με μεγαλύτερη επιμονή ή με περισσότερες μεταμφιέσεις από τον θυμό.

Για παράδειγμα, μια αναλυόμενη ανακαλύπτει ότι η φαινομενικά ανεξήγητη οργή για τον σύντροφό της εκδηλωνόταν με κρίσεις άσθματος τόσο σοβαρές, που φοβόταν να βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο μαζί του.

Στις πρώτες εβδομάδες της ψυχοθεραπείας, ένας άνδρας εκφράζει το μένος του για την κατάχρηση εμπιστοσύνης που βίωσε στη δουλειά, με το να μη μοιράζεται στην ανάλυσή του πληροφορίες σημαντικές για εκείνον.

Ένας άλλος αναλυόμενος με αναπνευστικά προβλήματα είναι τόσο θυμωμένος με τους γιατρούς που επιτηρούν τις κινήσεις του και για την εκλαμβανόμενη ως συμμετοχή του θεραπευτή του σε αυτό το ‘κούνημα του δακτύλου’, που καπνίζει μανιωδώς ως αντίδραση.

Την επομένη της εκλογής του D. Trump στην προεδρία των ΗΠΑ (2016) μια γυναίκα ξεσπά σε λυγμούς με το που κάθεται και όταν της γίνεται η ερώτηση εάν αυτό το γεγονός ανακίνησε αναμνήσεις από τον πατέρα της, που λειτουργούσε εκφοβιστικά φώναξε ότι έκλαιγε για έναν μόνο λόγο και ότι δεν ήθελε να ακούει ‘βαρετές ψυχολογικές ανοησίες’.

Ένα βασικό παράδοξο με τον έκδηλο θυμό, παρατηρεί ο J. Cohen, είναι ότι ενώ είναι στη φύση του να γίνεται αντιληπτός με έντονη αμεσότητα, δίνοντας στα συναισθήματα σωματική και συγκινησιακή διάσταση, έχει παραδόξως και μια διαφεύγουσα ποιότητα, που του επιτρέπει να κρύβεται με μύριους τρόπους ώστε να μην αναγνωρίζεται: στη συστολή, τη νευρικότητα, την ευγένεια ή την υπερβολική εκδήλωση φιλίας. Εάν η οργή δεν δηλώνει την παρουσία της ανοιχτά, σημαίνει ότι ελλοχεύει κάπου εκεί κοντά, βρίσκοντας κρυψώνα σε μια λιγότερο ευδιάκριτη συναισθηματική κατάσταση, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή να ανθήσει.

Συχνά στις συνεδρίες, όπως μεταφέρει ο J. Cohen, επιβάλλεται ως απόλυτη δύναμη όταν οι αναλυόμενοι διαμαρτύρονται, ασκούν κριτική ή βρίζουν τους κοντινούς τους ανθρώπους, τους συναδέλφους, έναν τύπο στο λεωφορείο, κακόγουστα τραγούδια, τις τσιμπημένες τιμές, ενώ κάποιες φορές ρητά και σχεδόν πάντα υπόρρητα συμπεριλαμβάνουν τον αναλυτή στις πηγές, που τον προκαλούν. Άλλες φορές ο θυμός υπαινίσσεται την ύπαρξή του, ίσως χωρίς να το συνειδητοποιεί ο αναλυόμενος, ο οποίος ενδεχομένως να αντιδράσει όταν του επισημανθεί ότι αισθάνεται έτσι.

Τείνουμε να σκεφτόμαστε τον θυμό σαν μια συναισθηματική κατάσταση, ανάμεσα σε άλλες, τότε όμως γιατί μοιάζει να εκδηλώνεται σαν μια δύναμη που κινεί τον κόσμο, καθοδηγώντας τις απρόβλεπτες ροές της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής;

Στο έργο του S. Freud, ο θυμός εμφανίζεται ως μια από τις μεγαλύτερες κινητήριες δυνάμεις του εαυτού και του κόσμου. Το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, για παράδειγμα, που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της ψυχικής διαμόρφωσης βασίζεται στη φονική οργή απέναντι στον πατέρα. Παρόλο που ο Freud δεν προσφέρει μια διακριτή, ενιαία εννοιολογική μελέτη για τον θυμό, υποδηλώνει τον δομικό ρόλο του στην ψυχική ζωή, μέσα από μια κλινική περίπτωση υστερίας που αντιμετωπίζεται με καινοτόμο τρόπο, από κοινού με τον μεγαλύτερης ηλικίας, γενικό παθολόγο Josef Breuer, όπως περιγράφεται σύντομα στην ‘Προσωρινή ανακοίνωση’, ένα από τα θεμέλια κείμενα της ψυχανάλυσης (1893).

Ένας άνδρας που υποφέρει από νευρικές διαταραχές και παρορμητικά υστερικά επεισόδια, κατά τη διάρκεια των οποίων παραδίνεται σε μια ξέφρενη οργή χωρίς λόγια, όταν υποβάλλεται σε ύπνωση αναφέρει ότι ‘ξαναζεί τη σκηνή στην οποία ο εργοδότης του τον είχε κακομεταχειριστεί μέσα στον δρόμο, χτυπώντας τον με μια βέργα’. Λίγες μέρες αργότερα, συμπληρώνει την ασυνείδητη ανάμνηση με τη διήγηση ‘της παρουσίας του στο δικαστήριο, από την οποία δεν άντλησε ικανοποίηση για τη συμπεριφορά που υπέστη’.

Εμπίπτοντας στο κλασσικό νευρασθενικό προφίλ, που ο Freud ξεκινούσε να συναντά θεωρείται απόρροια της κοινωνίας του τέλους του 19ου αιώνα, που ταχύτατα περνά στην αστικοποίηση και την εκβιομηχάνιση, με την απότομη, υπέρμετρη αύξηση των αισθητηριακών και συναισθηματικών ερεθισμάτων στο νου και το σώμα, τα οποία προκαλούν συμπτώματα ευερεθιστότητας, κούρασης, κατάθλιψης, πονοκεφάλων και αύξησης της πίεσης. Η βουβή οργή του προαναφερόμενου υπαλλήλου, που εκφράστηκε σαν παντομίμα δείχνει ένα τραυματισμένο νευρικό σύστημα που έχει κλονιστεί, χωρίς να μπορεί να σηκώσει το βάρος της ταπείνωσης, που επέφεραν τα δημόσια χτυπήματα και η ακόλουθη δικαστική απόρριψη καταβολής αποζημίωσης.

Το κλινικό ενδιαφέρον του Freud για τις νευρικές διαταραχές της εποχής συνοδευόταν από πιο ουσιαστικές διερευνήσεις σχετικά με την ψυχική ζωή. Στο κείμενό του ‘Προσχέδιο για μια Επιστημονική Ψυχολογία’ (1895), επεξεργάζεται την πρώιμη εμπειρία ευχαρίστησης του μωρού, περιγράφοντας ένα πλάσμα που ταλαιπωρείται από την εσωτερική ένταση, την οποία προκαλεί η πείνα ή κάποια άλλη βασική ανάγκη. Μη δυνάμενο να απαντήσει σε αυτή μόνο του, κλαίει, επικοινωνώντας τη δυσφορία του, τραβώντας την προσοχή εκείνης που το φροντίζει. Ο πλήρης κύκλος της φόρτισης και της ανακούφισης με εξωτερική παρέμβαση συνιστά ‘μια εμπειρία ικανοποίησης’. Η αποτελεσματικότητα του κλάματος του μωρού, οδηγεί τον Freud να συμπεράνει ότι ‘η αδυναμία των ανθρώπων στην αρχή της ζωής τους είναι η πρωταρχική πηγή για όλα τα κινητήρια έθη (moral motives)’.

Ένα τραυματικό σοκ ή ένα αίσθημα ντροπής μπορεί να ενεργοποιήσει μέσα μας την απεγνωσμένη ευαλωτότητα του παιδιού. Ακόμη και πιο συνηθισμένες εμπειρίες, εξηγεί ο J. Cohen, όπως πραγματικές ή θεωρούμενες προσβολές, απορρίψεις, απογοητεύσεις, ματαιώσεις – ενδέχεται να μας φέρουν σε επαφή με αυτό το πρώιμο επίπεδο αδυναμίας. Συχνά αντιμετωπίζουμε τα συγκεκριμένα συναισθήματα με μια κατάσταση ‘ταραγμένης εξασθένισης’ (agitated enervation), που αποκαλούμε θυμό.

Με το που γεννιόμαστε, αναλαμβάνουν την περιποίησή μας ενήλικοι από τους οποίους εξαρτάται η επιβίωση και η φυσική, γνωστική, συναισθηματική μας ανάπτυξη, με αποτέλεσμα αναπόφευκτα να εισπράττουν τα ανάμεικτα και με διακυμάνσεις συναισθήματα της αγάπης και του μίσους. Από μια ψυχαναλυτική οπτική, ο θυμός δεν μπορεί να απεμπλακεί από αυτές τις πρώιμες διαθέσεις (affects).

έργο του Georges Faure, Freud et le banc divan, Λυόν

έργο του Georges Faure, Freud et le banc divan, Λυόν

Ο Freud στη μελέτη για τις ενορμήσεις και το πεπρωμένο τους (‘Drives and Their Vicissitudes’, 1915) σημειώνει ότι η ενόρμηση είναι πηγή συνεχών ερεθισμάτων μέσα από τον ίδιο τον οργανισμό και δεν υπάρχει τρόπος να την αποφύγει κανείς – υποκείμεθα για πάντα στην εσωτερική της δύναμη. Αφού ο οργανισμός δεν μπορεί να εξουδετερώσει τις διεγέρσεις, που προέρχονται από τις ενορμήσεις, η βασική του μέριμνα, που συνεπάγεται αξιοσημείωτη και διαρκή επιβάρυνση για το νευρικό σύστημα, είναι ο περιορισμός τους.

Όπως μεταφέρει ο J. Cohen, ένας από τους αινιγματικούς ισχυρισμούς του Freud σχετικά με την ενόρμηση (drive) είναι ότι βρίσκεται ‘στο μεταίχμιο μεταξύ του πνευματικού και του σωματικού’, ψυχικός αντιπρόσωπος ενός σωματικού εναύσματος, ενώ της αποδίδει τέσσερις πτυχές: την πίεση που ασκεί εκφράζοντας αυτό που ζητά από μας, τον σκοπό της που έχει να κάνει σε κάθε περίπτωση με την ικανοποίηση, το αντικείμενο που απαιτείται για να επιτευχθεί αυτό (ο μαστός, το άγγιγμα, μια φωνή) και η πηγή, η περιοχή του σώματος απ’ όπου εκκινεί η ενόρμηση. Η διαφορά της τελευταίας από το ένστικτο (instinct) είναι ότι εκείνο αφορά μια προγραμματισμένη βιολογική γνώση, που διασφαλίζει την εκπλήρωση βασικών αναγκών και όπου το μονοπάτι μεταξύ του σκοπού και του αντικειμένου σχηματίζει μια μικρή, ευθεία γραμμή. Αντίθετα, στην ενόρμηση η πορεία είναι συνήθως πιο βασανιστική και αβέβαιη. Επιδιώκεται κι εδώ η πλήρωση (satisfaction), όμως το τι ακριβώς περιλαμβάνει είναι πιο αμφίσημο. Αυτό εντοπίζει και ο Jacques Lacan όταν επισημαίνει ότι ‘η χρησιμότητα της λειτουργίας της ενόρμησης δεν είναι άλλη από το να αμφισβητήσει ό,τι εννοούμε ως ικανοποίηση’.

Σαν παράδειγμα ο J. Cohen φέρνει το κλάμα του μωρού όταν πεινάει. Θέλει μόνο γάλα ή αποζητά την περισσότερο διαφεύγουσα ευχαρίστηση, που μπορεί να ανακύψει από τη μυρωδιά, τη ζεστασιά και την αίσθηση του μητρικού δέρματος; Ο σκοπός και το αντικείμενο μιας ενόρμησης υφίστανται ατέρμονη διαφοροποίηση. Σύμφωνα με τον Freud, οι ενορμήσεις μπορούν να εμποδίζονται ή να εκτρέπονται στον σκοπό τους, από την τροχιά που ξεκίνησαν. Για τους ανθρώπους, αυτή η πλαστικότητα καθορίζει την ενόρμηση.

Στις Tρεις πραγματείες για τη θεωρία της σεξουαλικότητας (‘Three Essays on the Theory of Sexuality’, 1905) ο Freud είχε περιγράψει, επίσης, ότι οι ρομαντικές ιστορίες που θέλουν δύο ανθρώπους να είναι γεννημένοι ο ένας για τον άλλο, προσπαθούν να μας πείσουν ότι η σχέση της σεξουαλικής ενόρμησης με το αντικείμενο είναι πιο στενή, απ’ ό,τι ισχύει στην πραγματικότητα, όπου διαπιστώνεται ότι ‘ίσα που συνενώνονται’. Οι ενορμήσεις είναι θεμελιωδώς κινούμενες, υπόκεινται σε διακυμάνσεις, μετατοπίσεις, ανατροπές και παρακάμψεις. Όταν απειλούν την ισορροπία του οργανισμού, μπορεί να ανασχεθούν ή να επιστρέψουν σ’ εμάς: τα συναισθήματα μίσους για κάποιον που θα έπρεπε να αγαπάμε, ενδέχεται να μας προκαλέσουν τόσο φόβο και ενοχή ώστε να καταλήγουμε να μισούμε τον εαυτό μας.

Για τον Lacan, ο θυμός είναι συνέπεια της αποτυχίας μιας επιθυμίας να πραγματοποιηθεί. Θυμίζοντας τον συγγραφέα Charles Péguy, πιστεύει ότι επέρχεται όταν “μικρά καρφιά αρνούνται να μπουν σε μικρές τρύπες”. Οι ενορμήσεις, λοιπόν, διευκρινίζει ο J. Cohen, μας προδιαγράφουν για τουλάχιστον κάποιο βαθμό δυσαρέσκειας, συνδέοντας την επιθυμία μας με αντικείμενα, που μόνο αργά συνειδητοποιούμε, ότι δεν δύνανται να την πραγματοποιήσουν. Η πρωταρχική γλώσσα αυτής της δυσφορίας είναι ο θυμός – ενδεχομένως να οφείλεται στην απουσία δυνατότητας να προβλεφθεί και στην ενοχλητική του ικανότητα να προξενείται από ετερόκλητες, συχνά έντονα αντικρουόμενες αιτίες – αυτό είναι που κυρίως μας ενοχλεί και μας μπερδεύει.

Το παγόβουνο του θυμού, NHS Norfolk

Το παγόβουνο του θυμού, NHS Norfolk

Αυτή η σύγχυση έχει οδηγήσει μελετητές να διακρίνουν μορφές θυμού, που εμπεριέχουν ενδιαφέρον, όπως φεμινιστικές, αντιρατσιστικές και άλλες ακτιβιστικές διεκδικήσεις, όπου αποτελεί κινητήριο μοχλό κοινωνικής αλλαγής και αμφισβήτησης των δομικών μορφών αδικίας και διακρίσεων) από άλλες καταστροφικές ποιότητες της οργής.

Η ιδέα του θυμού ως κυρίως καταφατική, στην κατεύθυνση της διατήρησης της ζωής βρίσκει κάποια βάση στη λιγοστή ψυχαναλυτική βιβλιογραφία για το θέμα. Ο Donald Winnicott, παιδίατρος-ψυχαναλυτής σε μια δημοσίευση του 1949 με θέμα τις φυσιολογικές και τις τραυματικές εμπειρίες της γέννησης προτείνει ότι το κλάμα του μωρού μετά από ένα φυσιολογικό τοκετό είναι ένας στοιχειώδης τρόπος δήλωσης παρουσίας. “Με τη μορφή του κλάματος, ο θυμός μπορεί να είναι συντονισμένος με το εγώ (δηλαδή, υποστηρικτικός της εσωτερικής σταθερότητας) από πολύ νωρίς, σε μια λειτουργία διοχέτευσης προς τα έξω με σαφή σκοπό να ζήσει κανείς με τον δικό του τρόπο και όχι αντιδραστικά.”

Σύμφωνα με την ίδια ανάλυση, όταν το κλάμα του νεογέννητου πετυχαίνει τη φροντίδα των ζωτικών του αναγκών για ζεστασιά, θρέψη, αγάπη το βοηθά να μάθει σε τι χρησιμεύει ο θυμός. Ωστόσο, όταν γνωρίζει τη ματαίωση, με μικρή ή καθόλου ανταπόκριση εξαιτίας της καθυστέρησης ή άλλων δυσκολιών στο περιβάλλον, σταδιακά γίνεται λιγότερο ‘καθοριστικός’ για το μωρό, αφήνοντάς το σε μια κατάσταση αβεβαιότητας, που οδηγεί στην απόγνωση, με σημαντικές επιπτώσεις για το πρόσωπο, που θα γίνει στο μέλλον: “ο άνθρωπος αφήνεται σε μια σύγχυση σχετικά με τον θυμό και την έκφρασή του”. Ένα βασικό συμπέρασμα από τον διαχωρισμό, που κάνει ο D. Winnicott είναι ότι ο θυμός προάγει την ανάπτυξη και βοηθά στη διαμόρφωση του εαυτού όταν πετυχαίνει την ευχαρίστηση που αναζητά, μέσα από την ικανοποίηση των αναγκών τις οποίες εκφράζει. Στην περίπτωση, όμως, που αυτές μείνουν αναπάντητες, επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα, εμφυσώντας σάστισμα και απόγνωση στην καρδιά του εαυτού.

Η Piera Aulagnier στο βιβλίο της ‘Η βία της ερμηνείας’ (1975) συνδέει το μένος με το αίσθημα του αβοήθητου και διακρίνει δύο βασικούς τρόπους, με τους οποίους το μωρό αναπαριστά τη σχέση του με μια άλλη ύπαρξη: ο ένας, της αγάπης όπου υπάρχει τέλεια ένωση με το αντικείμενο και ο άλλος, του μίσους, όπου γίνεται αντιληπτό από το παιδί ως εκείνο, που του λείπει και από το οποίο εξαρτάται η επιβίωσή του – έτσι σχηματίζει την εντύπωση ότι υστερεί, με το σώμα και το πνεύμα νιώθοντας ανήμπορα, να επιθυμούν αυτό που δεν έχουν και δεν μπορούν να αποκτήσουν μόνα τους.

Παρουσιάζεται μια περίπτωση αναλυόμενου, που ήταν επιρρεπής σε παραλυτικούς πονοκεφάλους, παρατεταμένες περιόδους αϋπνίας και σαρωτικού πανικού, που έμοιαζαν να εντείνονται κάθε φορά που η πιθανότητα να φτιάξει οικογένεια ερχόταν πιο κοντά, επιτείνοντας την ευθραυστότητά του και διαιωνίζοντας ένα κύκλο οργής και συγγνώμης. Ο J. Cohen παρατηρεί ότι επειδή δεν μπορούσε να βρει τις λέξεις ή πρόθυμους συνομιλητές για να μοιραστεί τα άγχη του, εκφράστηκαν ως σωματικά συμπτώματα και ο πόνος έβρισκε διέξοδο στην ανεξέλεγκτη οργή. Ο θυμός που δεν εισακούγεται έχει την τάση να γίνεται διάχυτος, αφέντης – όχι υπηρέτης του ανθρώπου.

Golden Cosmos, newyorker.com

Golden Cosmos, newyorker.com

Η οργή που έχει καταστεί χειροπιαστή στη δημόσια σφαίρα τα τελευταία χρόνια μέσα από τις διαμαρτυρίες του κινήματος ‘Οι ζωές των μαύρων έχουν αξία’ (Black Lives Matter), εναντίον της γυναικείας κακοποίησης με το MeToo, της ευαισθητοποίησης για την κλιματική αλλαγή ως αντίδραση στον αφανισμό του πλανήτη, όπως τον γνωρίζουμε (Extinction Rebellion) αλλά και τις διαδηλώσεις υποστηρικτών του D. Trump ή υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ (Brexit), αν και διαφέρουν ουσιωδώς ως προς το περιεχόμενο, έχουν σαν κοινό στοιχείο το παράπονο ότι οι εκκλήσεις για αναγνώριση και μέριμνα για τα αιτήματά τους αγνούνταν για πολύ μεγάλο διάστημα. Σύμφωνα με τον J. Cohen, η οργή για πολιτικά ζητήματα έχει σημασία – σε αντίθεση με την ‘δημαγωγικά κατασκευασμένη’ – όταν συμπεριλαμβάνει μια διαρκή διερώτηση. Όπως υπογραμμίζει η Audre Lorde, φεμινίστρια θεωρητικός για τα δικαιώματα των μαύρων στη ‘Χρησιμότητα του θυμού’ (1981): “Προσπάθησα να μάθω τι μου προσφέρει ο θυμός, όπως και τους περιορισμούς του.”

Θέλουμε να πιστέψουμε ότι μπορούμε με σαφήνεια να δώσουμε κατεύθυνση στον θυμό μας και να τον περιορίσουμε, “να τον διαμορφώσουμε και να τον καλλιεργήσουμε”, όπως λέει η Judith Butler. Αλλά, όπως σημειώνεται στο άρθρο στο aeon.co, ζούμε σε ένα κόσμο πολλαπλασιαζόμενων, συχνά αντιτιθέμενων εξαγριωμένων διεκδικήσεων για ορατότητα και διαπιστώνουμε κάποιες από τις συνέπειες της άρνησής τους.

Οι ανικανοποίητες ανάγκες και οι ανεκπλήρωτες απαιτήσεις είναι ενδημικές στη ζωή – το ίδιο συμβαίνει και με τον θυμό – γράφει ο J. Cohen. Αυτή η κεντρική παραδοχή στην προσέγγιση που υιοθετούν στην ‘Προσωρινή ανακοίνωση’ οι S. Freud και J. Breuer, αποτελεί τη βάση για τη θεραπευτική επανόρθωση που προτείνουν, την ‘κάθαρση’, δηλαδή την έκφραση και απελευθέρωση προηγουμένως καταπιεσμένων συναισθημάτων, επαναβιώνοντας την εμπειρία που τα προκάλεσε, συνήθως μέσω υποβολής σε ύπνωση (abreaction).

Θεωρείται στην ψυχοθεραπεία της ενεργητικής αντιμετώπισης (energetic reaction) ότι καθώς το μνημονικό ίχνος ανεβαίνει στην επιφάνεια της συνείδησης, το ίδιο συμβαίνει και με το συναίσθημα που το συνοδεύει’. Αυτή η αντίληψη υπάρχει πίσω από φράσεις όπως: σπαράζω στο κλάμα (cry oneself out), εκτονώνομαι (blow off steam) ή τον μαξιλαροπόλεμο (pillow bashing), που είναι ένας τρόπος διαχείρισης θυμού, αλλιώς θα παρέμενε ένα διαρκές βάρος για το νευρικό σύστημα. Η ιδέα του να κατευθύνεται η θεραπεία σε έναν πόνο, που δεν ήταν εφικτό να μεταβολίσουμε και έχει ‘κολλήσει’ στα βαθύτερα στρώματα του μυαλού και του σώματός μας, βρήκε εφαρμογή σε πολλές θεραπείες, με πιο προβεβλημένη εκείνη του Arthur Janov, της πρωταρχικής κραυγής (primal scream therapy) στις αρχές του 1970. Μετά από κάποιους μήνες συνεδριών με τον A. Janov, που συνιστούσε την αποδέσμευση του εγκλωβισμένου θυμού με αυθόρμητο ξέσπασμα και ουρλιαχτά χωρίς αναστολές, o John Lennon είπε: “Είμαι ο εαυτός μου και ξέρω γιατί.”

Ulay - Marina Abramovic

Ulay – Marina Abramovic

Παρά, λοιπόν, την παραδοχή των S. Freud και J. Breuer ότι κάποιες αναμνήσεις λειτουργούν σαν ξένα σώματα, και αντί να υφίστανται επεξεργασία από το ‘πνευματικό πεπτικό σύστημα’, φωλιάζουν μέσα μας, διατηρούνται ανέπαφες και μας βασανίζουν με όλη την ένταση και την ενέργεια της παρούσας στιγμής επειδή “αφορούν τραύματα που δεν έχουν επαρκώς επουλωθεί” – η αντιμετώπιση με τον προαναφερόμενο τρόπο, παρότι κρίθηκε παραγωγική, εγκαταλείφθηκε από τον S. Freud. Και αυτό γιατί κατάλαβε ότι τα συνοδά συναισθήματα δεν διατηρούνται σε συγκεκριμένες ποσότητες, έτσι που να εκλείπουν μετά την πλήρη εκτόνωση ή την είσοδο στη συνείδηση – αντίθετα, επιμένουν πεισματικά.

Στο έργο του ‘Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας’ (1930) ο ‘πατέρας της ψυχανάλυσης’ υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι ζούμε όλοι μαζί σε κοινωνία, μας υποχρεώνει να εγκαταλείψουμε ερωτικές και επιθετικές παρορμήσεις, που δημιουργούν εσωτερικές πιέσεις για να κάνουμε χώρο ο ένας για τον άλλο, ενώ μετακινείται από τον εντοπισμό της δυσφορίας στον εξωτερικό κόσμο, μέσα μας.

αναδρομική έκθεση της Marina Abramovic, Βελιγράδι

αναδρομική έκθεση της Marina Abramovic, Βελιγράδι

Στην ελληνική, τη σκανδιναβική, την ινδουιστική μυθολογία και τις θεογονίες βρίσκουμε πληθώρα προσωποποιήσεων γνήσιας οργής, που διατρέχουν το έργο συγγραφέων και καλλιτεχνών φτάνοντας μέχρι το ντελίριο ζήλιας του Οθέλλο, τον τυφλό θυμό του καπετάνιου Ahab στη νουβέλα ‘Moby Dick’ του Herman Melville και τους ράπερς Ice Cube και Eminem.

Η αδυναμία των ηρώων του Ομήρου να συγκρατήσουν τα συναισθήματά τους βρίσκεται στην καρδιά του επιχειρήματος του Πλάτωνα να εξοριστούν οι ποιητές από την Πολιτεία. Εκεί το θυμικό αποτελεί το ενδιάμεσο στάδιο στην τριμερή διάκριση της ψυχής, ανάμεσα στο λογιστικό και το επιθυμητικό και ίσως θα μπορούσε να θεωρηθεί προπομπός της λειτουργίας, που η ψυχανάλυση αποδίδει στο υπερεγώ, θέτοντας τον θυμό στην υπηρεσία της αυτοσυγκράτησης και της αναλογικότητας, αναγνωρίζοντας τη χρησιμότητά του όταν συγκρατείται σε όρια.

Η Barbara Rosenwein σε πρόσφατη μελέτη της για την ιστορία του μένους, παραπέμπει σε θεολογικές και φιλοσοφικές παραδόσεις, τόσο της Ανατολής όσο και της Δύσης, που θεωρώντας τον εγγενώς σφοδρό, στοχεύουν στον αφανισμό του. O βουδισμός, για παράδειγμα, που έχει επηρεάσει τις σύγχρονες τεχνικές διαχείρισης του θυμού, μας καλεί να εγκαταλείψουμε την οργή, καθώς συνιστά πρωταρχική πηγή αχρείαστων βασάνων, φουσκώνοντας παραπλανητικά τη σημασία του εγώ και καταδιώκοντας τους αποδέκτες του. Και στο ‘Περί Θυμού’ (De Ira) του Seneca περιγράφονται τα χαρακτηριστικά του, που απορρυθμίζουν την ψυχή διαστρεβλώνοντας τις ικανότητες ορθής αντίληψης και κρίσης, σπρώχνοντάς μας στην αυτοκαταστροφή με την αδύνατο να δαμαστεί ορμή του. H αποκήρυξη της οργής από το ρεύμα του στωικισμού διαπερνά τη σύγχρονη ψυχολογία και φιλοσοφία, με την Martha Nussbaum να μην αρνείται ότι ο κόσμος μας προκαλεί καθημερινό εκνευρισμό, αλλά να συμβουλεύει προς την κατεύθυνση της πρακτικής επίλυσης, με την επιμονή να περιορίζονται τα συγκινησιακά υπολείμματα της πικρίας και του μίσους.

Στην έρευνά του για την πολιτική και την οικονομία του θυμού, ο φιλόσοφος Peter Sloterdijk εκφράζει την άποψη ότι έχει τόσο καθορίσει όσο και εκτρέψει τη ροή της ιστορίας στη Δύση, κυρίως μέσα από την άρνηση του μέτρου, ενώ οι μέθοδοι που επιλέχθηκαν για να ανακοπεί το ‘ασταμάτητο εκκρεμές του χτυπήματος και της αντεπίθεσης’ στην ιδιωτική ζωή, την αστική δικαιοσύνη, την εξωτερική πολιτική φτάνουν στα όρια τους. “Όπως μια πληγή που κακοφορμίζει, μπορεί να μετατραπεί σε χρόνια και γενική ασθένεια, τα ψυχικά τραύματα ενδέχεται επίσης να μη γιατρευτούν, δίνοντας χαρακτηριστικά διάρκειας σε ένα παράπονο, που έχει παραμεληθεί.”

Επιστρέφοντας στον αναλυόμενό του, ο J. Cohen θυμάται ότι άρχισε να θεωρεί ανακουφιστικό το ότι ο θυμός του γινόταν δεκτός στις συνεδρίες χωρίς καταφυγή στους δίδυμους πειρασμούς της απόρριψης και της αντεπίθεσης, με επανορθωτικές προσπάθειες που μπόρεσαν να μετατρέψουν τη σημασία και τη σπουδαιότητα όσων τον προκάλεσαν. Η ψυχανάλυση άνοιξε αργά και διστακτικά την πιθανότητα ενός διαφορετικού τρόπου συσχέτισης, που διευκολύνθηκε από το ότι μπορούσε να νιώσει την οργή και την ίδια στιγμή να ‘καθίσει δίπλα της’ καθώς κανείς τη διηγούταν, διερωτώμενος/η με περιέργεια για τη φύση της.

Το να διαβάζει κανείς το ομηρικό έπος της Ιλιάδας, όπου η μούσα καλείται στην αρχή να μιλήσει για τη μήνιν του Αχιλλέα, ή τη Μήδεια του Ευρυπίδη είναι πολύ διαφορετική εμπειρία, παραδέχεται o J. Cohen, ωστόσο επιφέρει ένα παρόμοιο αποτέλεσμα, μας τοποθετεί τόσο μέσα όσο και έξω από το πάθος των πρωταγωνιστών. Και ίσως σε αυτή τη διπλή θέση – προτείνει κλείνοντας ο συγγραφέας – πέρα από την παράδοση στον θυμό, που έχει τον χαρακτήρα της ενόρμησης, ανακινώντας συναισθήματα που δεν γίνεται να ελέγξουμε και επιθυμίες που είναι ανέφικτο να υλοποιηθούν, αποξενώνοντάς μας – και μακριά από την ψευδαίσθηση ότι είμαστε σε θέση απλά να τον εγκαταλείψουμε, το καλύτερο που θα μπορούσαμε να ελπίζουμε είναι να μάθουμε να ζούμε μαζί με τον δικό μας και τον θυμό των άλλων, εξερευνώντας τον με διάθεση παιχνιδιού ώστε να μειώσουμε τη δυναμική του.

Πηγή: Josh Cohen, aeon.co

Leave a reply

0 %