“Λεοπαρδάλεις στο Ναό”
Στη μικρή ιστορία ‘Leopards in the Temple’ της συλλογής του Franz Kafka ‘Παραβολές και Παράδοξα’ (Νέα Υόρκη: Schocken, 1961, σελ. 93) “λεοπαρδάλεις εισβάλλουν στο ναό και πίνουν λαίμαργα αδειάζοντας τις στάμνες με τα πρόσφορα για θυσία· αυτό συμβαίνει συνέχεια· στο τέλος, κανείς μπορεί να προβλέψει ότι θα επαναληφθεί, και τότε γίνεται μέρος της τελετής”. “To πρωτόγονο συνηθίζεται, μια βίαιη καταστρατήγηση μετατρέπεται σε νόρμα και ό,τι διατάραξε την ιεροτελεστία πλέον ενσωματώνεται.”, σχολιάζει ο Adam Phillips στο βιβλίο ‘Δεύτερες Ευκαιρίες – Σαίξπηρ και Φρόυντ’ (κεφάλαια 5, 6, 7, επίλογος), με διαλέξεις στη μνήμη του Anthony Hecht, που έδωσαν από κοινού με τον Stephen Greenblatt στο κολλέγιο Bard το 2022 (Υale University Press, New Haven and London, 2024).

“Oι δεύτερες ευκαιρίες είναι πάντα περίπλοκες, αινιγματικές, αμφιλεγόμενες, διφορούμενες, με αβέβαιη έκβαση. Mας συνδέουν με ό,τι υπάρχει στη διάθεσή μας, κάνοντάς μας να ελπίσουμε ότι θα μπορούσαμε να ελευθερωθούμε από τα αδιέξοδά μας. Δεν ξέρουμε, όμως, πώς θα εξελιχθεί αυτή τη φορά η ιεροτελεστία, τι θα κατάφερνε να την αλλάξει ή τι επίδραση θα ασκήσουν οι λεοπαρδάλεις στον κάθε προσκυνητή. Το να μη δίνονταν καθόλου, θα έκανε για παράδειγμα το μικρό παιδί να αισθάνεται εγκαταλελειμμένο σε κάθε απουσία της μαμάς του, γι’ αυτό εφευρίσκει το παιχνίδι fort-da.
Πώς θα γινόταν να ξεπεράσουμε τραυματικές εμπειρίες και να προχωρήσουμε μετά από μια συντριπτική απώλεια; Tι εννοεί ο πρίγκιπας Hal (μετέπειτα βασιλιάς Ερρίκος ο πέμπτος) με το αναπληρώνοντας τον χαμένο χρόνο;
Εάν δεχτούμε ότι οι τραγωδίες είναι πάντα μελέτες για την τυραννία, περιγράφουν ακόμη τη σχέση των τυράννων με τον εαυτό τους, όπως προκύπτει από μονολόγους, και το πώς αυτή υπερισχύει εκείνης με τους άλλους. Aφορούν την κοινωνικότητα, το τι κάνουν, με και στους άλλους και τους ίδιους, όταν συμφωνούν ή διαφωνούν. Οι πάντα τυραννικοί τραγικοί ήρωες εκδραματίζουν (acting out) την αμφιβολία τους για το κατά πόσο οι γύρω τους υπάρχουν πραγματικά για εκείνους, αν έχουν κάτι να προσθέσουν σε ό,τι χρειαστούν – εκτός από την προθυμία τους να υπακούσουν.
Είναι σα να υπερτονίζουν τη σχέση τους με τη βοήθεια. Η δεύτερη ευκαιρία διαρκώς εξαρτάται από τη συνδρομή των άλλων, την υποστηρικτική και αναζωογονητική αλληλεπίδραση μαζί τους. Aνθίζει όπου η σύγκρουση μετασχηματίζεται σε συνεργασία και η αυτάρκεια σε κάποιας μορφής αλληλεξάρτηση. Συχνά απαιτεί να απαλλαγούμε από αρκετές πρότερες βεβαιότητες, να αναδιαμορφώσουμε ό,τι θεωρούσαμε στοιχειώδη εαυτό, υπερβαίνοντας την πανοπλία των αναστολών αυτοπροστασίας, που έχουμε χτίσει.
H ιδέα και μόνο της τέχνης ως καινούριας παρουσίασης (re-presentation), περιλαμβάνει και την υπόσχεση ενός δεύτερου γύρου, ενός φρέσκου βλέμματος ίσως σε ένα διαφορετικό μέσο. Στις τραγωδίες του Σαίξπηρ αναπαριστάνεται η αδυναμία των ηρώων να δεχτούν ότι οι προσδοκίες τους διαψεύδονται, και άρα, μακροπρόθεσμα την ευκαιρία για αλλαγή, που θα τους ωφελούσε. Αφορούν τη βία της δικαιολόγησης του εαυτού και της υπεράσπισης μιας αδιάλλακτης θέσης. Παρακολουθούμε το χειρότερο σενάριο της ανάγκης να έχει κανείς δίκιο. Θα πρέπει να υπάρχουν πειστικοί λόγοι, γιατί ακούν μόνο τα υποχείριά τους και όχι εκείνους, που τους επικρίνουν. Υποφέρουν από έλλειψη σκεπτικισμού για τον εαυτό τους, ως εάν το να τον επερωτούσαν, θα ήταν προσβλητικό ή θα σήμαινε την αποσυναρμολόγησή του. Η ικανότητά τους να μισούν τους φέρνει σε απόγνωση. Απαιτούν τη σύγκρουση – όχι την άρθρωση εναλλακτικών. Οποτεδήποτε o βασιλιάς Lear ή o Othello παροτρύνονται να το ξανασκεφτούν, νιώθουν προδομένοι. Ο τραγικός ήρωας επιτίθεται στην προσωπική του εξέλιξη, διαρκώς σαμποτάρει το μέλλον του και εκείνων κοντά του, ενώ δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τη δεύτερη ευκαιρία και την αξία της.
Ο Σαίξπηρ κατασκευάζει ένα ‘άγριο πείραμα’ γύρω από τη διαδικασία ανάδυσης της πιθανότητας και της πρόκλησης μιας δεύτερης ευκαιρίας, προκειμένου να αρχίσουμε αναδρομικά να καταλαβαίνουμε τι ακριβώς αφορούσαν οι αρχικές μας προσδοκίες, που ματαιώθηκαν ή εμποδίστηκαν. H αποτυχία μας παρακινεί να επιστρέψουμε πίσω για να τις ξαναδουλέψουμε, να αντλήσουμε από εκεί έμπνευση – έστω κι αν κάτι τέτοιο τρομάζει, προκαλεί άγχος, εμπεριέχοντας το ρίσκο παραπάνω βασάνων και επανατραυματισμού. Η ζωή παραλληλίζεται με έργο, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να κάνουμε πρόβες – όχι μηχανικά ή αυτόματα, γιατί τότε, θα ήταν αποσπασματική και μάταιη – όσο για να βελτιώσουμε, να επανορθώσουμε (reparation), να αποκαταστήσουμε ένα αίσθημα δικαιοσύνης, αυτοσχεδιασμού και αυτεξούσιου, γυρίζοντας αλχημικά από παθητική συνθήκη σε ενεργητική, ανακαλύπτοντας πώς να σταθούμε μπροστά στο άγνωστο, έχοντας μάθει από την εμπειρία μας.
Κάποιοι ίσως αντιμετωπίσουν τη δεύτερη ευκαιρία επιφανειακά, για εκδίκηση. Το να μην πιστεύει κανείς σε αυτή έχει να κάνει με την ηττοπάθεια εκείνων, που μένουν πικραμένοι και μνησίκακοι, αρνούμενοι την ονειροπόληση. Ό,τι έχουμε μάθει να χαρακτηρίζουμε υπερηφάνεια, ναρκισσισμό ή αλαζονεία εξομοιώνονται με την αποφασιστική εχθρότητα απέναντι στην προοπτική της δεύτερης ευκαιρίας. Αυτό ισχύει και για τα συμπτώματα και τις συνήθειες.
Μια ερώτηση, που καθιστά πιθανή τη δεύτερη ευκαιρία είναι ‘Τι είδους συζητήσεις ενδέχεται το επιμένον αίσθημα ενοχής να προκαλέσει;’ Στο Χειμωνιάτικο Παραμύθι (Winter’s Tale) ο Σαίξπηρ χρησιμοποιεί την ιδέα της δεύτερης ευκαιρίας για να εξερευνήσει το επακόλουθο μιας καταστροφής. Μοιάζει να υπαινίσσεται ότι μια τραγωδία – εν μέρει επειδή καταλήγει σε θάνατο, γίνεται να είναι και ημιτελής – και εδώ έγκειται το χαρακτηριστικό της τραγικότητας. Σε μια εντελώς διαφορετική τροπή, που συναντάμε στις κωμωδίες και τις ρομαντικές ιστορίες του, ο Λεόντιος δύναται να ξαναγαπήσει την Ερμιόνη και την Περντίτα, αναγνωρίζοντας τα λάθη, που τους χώρισαν μέσα στον χρόνο. Xάνει τον γιο του ως αποτέλεσμα των πράξεών του, όμως ξαναβρίσκει τη γυναίκα και την κόρη του.
Ο S. Freud στo κυριότερο μέρος των παρεμβάσεών του σχηματοποιεί και πλαισιώνει την αδιάκοπη αναζήτησή μας για δεύτερες ευκαιρίες, παροτρύνοντας να ζούμε καλύτερα εναρμονισμένοι με τα ένστικτά μας εντός του πολιτισμού. H πολυμήχανη φαντασία των παιδιών του Φρόυντ υποδηλώνει τη θέληση για μια δεύτερη ευκαιρία, ως εάν η ψυχική τους επιβίωση να εξαρτάται από την απόλυτη δέσμευση σε αυτή την προοπτική. Ωστόσο, ‘οι αμυντικοί μηχανισμοί (defense mechanisms), που είχαν ενεργοποιηθεί κατά ενός παλαιότερου κινδύνου (πιθανόν στην παιδική ηλικία, σχετιζόμενου με μια κατάσταση, συναίσθημα ή ευχή, που απαντήθηκε σχεδόν αντανακλαστικά και, στη συνέχεια, απέκτησε στοιχεία κακής – όμως, καθησυχαστικής – συνήθειας, που αποκαλούμε σύμπτωμα) εμφανίζονται στις θεραπευτικές συνεδρίες με τη μορφή των αντιστάσεων (resistances) στην καλυτέρευσή μας. Το εγώ αντιμετωπίζει την ανανέωση σαν καινούριο κίνδυνο’, διαπίστωνε στην Περατή και μη περατή ανάλυση. Τραυματικά γεγονότα ή εμπειρίες αποκτούν νόημα όταν τα θυμόμαστε με ελεύθερο συνειρμό (free association) για να τα διηγηθούμε στον ψυχαναλυτή. Αναδομούμε το παρελθόν – το οποίο ενημερώνει τα πάντα, αλλά δεν χρειάζεται να καθορίζει τίποτα, σαν ιστορικοί, ή ερμηνευτές. Οδηγός γίνεται η επιστροφή του απωθημένου (return of the repressed), όπως και συνειδητοποίηση ενός μοτίβου, όταν κάτι επαναλαμβάνεται καταναγκαστικά (repetition compulsion). Για τον S. Freud, ό,τι δεν έχουμε επεξεργαστεί, αναπόφευκτα μας πολιορκεί σαν φάντασμα, το οποίο δεν θα αναπαυτεί έως ότου ασχοληθούμε με το μυστήριο, που το περιβάλλει για να τερματίσουμε την υπονομευτική, παραλυτική του επίδραση. Σκοπός του ήταν έστω να μεταπλάσει την υστερική μιζέρια σε συνηθισμένη ανθρώπινη στεναχώρια.
Ο Donald Winnicott συνεισέφερε μια θεωρία ανάπτυξης, σύμφωνα με την οποία, προσφέρονται αλλεπάλληλες δυνατότητες στο παιδί για να χαλιναγωγήσει τους φόβους, τις απολαύσεις, τις απογοητεύσεις του. Για εκείνον, το να αγαπάς και να σχετίζεσαι ουσιαστικά, εξ ορισμού σημαίνει να πιστεύεις στη δεύτερη ευκαιρία, που μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα σταδιακής απογοήτευσης με τον εαυτό μας και τον άλλο. Θεωρούσε αναπόφευκτο να πάνε λάθος τα πράγματα ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά και, αργότερα, στις διαπροσωπικές σχέσεις των ενηλίκων και την αγάπη ένα εξακολουθητικό κύκλο μάγευσης – απογοήτευσης – και νέας συναρπαγής. Κατανόησε την τρέλα ως την οργή για τη διάλυση μιας περιόδου συνέχειας για το υποκείμενο (Παιχνίδι και Πραγματικότητα, Playing and Reality).
Ο Δαρβίνος αναφερόταν στην έννοια της προσαρμογής (adaptation). O υπαρξιστής φιλόσοφος Jean-Paul Sartre θεωρούσε ότι είμαστε οι επιλογές μας. Όταν χάνουμε κάθε ελπίδα, είμαστε πάντα ικανοί να την ξαναβρούμε, μεταφέρει ο ήρωας του Richard Ford στον Αθλητικογράφο (The Sportswriter). Για τον Oscar Wilde (De Profundis), εφόσον οι καρδιές έχουν φτιαχτεί για να ραγίζουν, οι αρχικές ευκαιρίες υπάρχουν για να μεταμορφωθούν σε νέες.”






