politis

Xανς, ο Σκαντζόχοιρός Μου

O κήπος του Λευκού Οίκου γέμισε μικρά παιδιά για το καθιερωμένο έθιμο του egg rolling τη Δευτέρα του καθολικού Πάσχα (06.04). O Donald Trump τους έδωσε αυτόγραφα, με την επισήμανση ότι θα μπορούσαν να πουλήσουν την υπογραφή του στο eBay για 25.000 δολάρια. Συνέκρινε τον εαυτό του με τον Joe Biden, αναφέροντας ότι οι συνεργάτες του χρησιμοποιούσαν μια συσκευή για να μπαίνει αυτόματα η υπογραφή του (autopen).

O Barack Obama και ο δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Zohran Mamdani διάβασαν σε παιδιά προσχολικής ηλικίας στο Bronx (19.04) το βιβλίο ‘Μόνοι και Μαζί’ (Alone & Together της Emilie Chazerand σε εικονογράφηση της Amandine Piu), περνώντας το μήνυμα: “μόνοι μας είμαστε δυνατοί, όμως όλοι μαζί γινόμαστε ανίκητοι / μόνοι μας μετράμε, όμως μαζί μοιραζόμαστε / μόνοι μας έχουμε χώρο, όμως μαζί είμαστε ζεστά / μόνοι μας είμαστε όμορφοι, όμως μαζί σπουδαίοι / μόνοι μας μεγαλώνουμε, όμως μαζί προκόβουμε / μόνοι μας είμαστε φιλοπερίεργοι, όμως μαζί ανακαλύπτουμε / μόνοι μας κάνουμε σχέδια, όμως μαζί χτίζουμε / μόνοι μας ονειρευόμαστε (dream), όμως μαζί οραματιζόμαστε (imagine) / μόνοι μας παίζουμε, όμως μαζί βρίσκουμε καινούρια παιχνίδια / μόνοι μας είμαστε εντάξει, όμως μαζί στα καλύτερά μας”.

Σε άρθρο του στο theatlantic.com o David A. Graham υπογραμμίζει τον λάθος τρόπο, με τον οποίο ο πρόεδρος των ΗΠΑ ερμηνεύει κλασσικά παραμύθια, αντλώντας τελείως διαφορετικά διδάγματα απ’ όσα έχουμε συνηθίσει, όπως και η βάση MAGA.

“Σα να μην τον οδηγεί μια αποτρεπτική εσωτερική φωνή (το υπερεγώ, σύμφωνα με την ψυχανάλυση), καταφεύγει σε προσβολές, βγάζει σκληρότητα, αρνείται να μοιραστεί, προσπαθεί να παραπλανήσει.”

* Στην ιστορία ‘Tα τρία αρσενικά κατσικάκια και το τέρας’ (Τhe Three Billy Goats Gruff), τα αδερφάκια πρέπει να περάσουν από μια γέφυρα, που τη φυλάει ένα κακόβουλο τρολ, με όρεξη να τα καταβροχθίσει. Προχωρώντας διαδοχικά, το ξεγελούν να περιμένει το τρίτο και μεγαλύτερο, που καταφέρνει τελικά να το εξουδετερώσει και το ρίχνει στο νερό. Η γέφυρα είναι πια προσβάσιμη σε όλους.

Στην τραμπική εκδοχή, θα μπορούσαν να έχουν κερδίσει χρόνο και χρήμα αν απειλούσαν αρχικά να καταστρέψουν τη γέφυρα και να σκοτώσουν το τρολ, και στη συνέχεια, να προωθήσουν εναλλακτικά μια κοινοπραξία ώστε να μοιράζονται με το τελευταίο τα κέρδη από τα διόδια.

“Open the Fuckin’ Strait, you crazy bastards, or you’ll be living in Hell” — Jake Tapper reads Trump’s Truth Social post on air

[image or embed]

— Aaron Rupar (@atrupar.com) 5 Απριλίου 2026 στις 4:06 μ.μ.

* To Ψάρι Ουράνιο Τόξο (The Rainbow Fish), καλυμμένο με σειρές ιριδίζοντα λέπια αισθάνεται περήφανο και, παράλληλα, απομονωμένο στην κοινωνία. Όταν χαρίζει μια σειρά από αυτά, αποκτά τον πρώτο του φίλο – σύντομα τις αποχωρίζεται όλες, εκτός από μία, δημιουργώντας ένα στενό δέσιμο με τα άλλα ψάρια.

Το συμπέρασμα στο τραμπικό σύμπαν είναι ότι οι φιλίες είναι κατά βάση συναλλακτικές (transactional), διέπονται από την αρχή του δούναι και λαβείν.

* Στο ποίημα ‘Υπέρ Ασωτείας’ η Κική Δημουλά σχολιάζει τον μύθο του Τζίτζικα και του Μέρμηγκα κλείνοντας με τον στίχο ‘κάτι τομάρια εαυτούλικα μερμήγκια’ (ποιητική συλλογή: Χαίρε ποτέ, 1988) συναντώντας ίσως την οπτική του Donald Trump επιβολής δασμών ή αρπαγής όσων κρίνει ότι η χώρα του χρειάζεται (The Ant and the Grasshopper).

* Στο παραμύθι Rumpelstiltskin (Ο Κουτσοκαλιγέρης) των αδερφών Grimm ένας μυλωνάς καυχιόταν ότι η κόρη του μπορούσε να γνέθει χρυσό. Ο βασιλιάς τη φυλάκισε λέγοντας ότι θα την παντρευόταν, σε περίπτωση που αυτό όντως ίσχυε, διαφορετικά θα της έπαιρνε τη ζωή. Καθώς εκείνη έκλαιγε, την επισκέφθηκε ένα μαγικό ξωτικό (imp), που προσφέρθηκε να της μετατρέπει τα στάχυα σε χρυσό, με τον όρο να του δώσει το πρωτότοκο παιδί τους. Όταν ξαναεμφανίστηκε για να διεκδικήσει το μωρό, η βασίλισσα βρισκόταν σε απόγνωση. To ξωτικό συμφώνησε να παραιτηθεί από την αξίωσή του, αν εκείνη μάντευε το όνομα του. Δεν μπόρεσε να το κάνει, ωστόσο κρυφάκουσε που το έλεγε στον εαυτό του και έτσι κράτησε το παιδί.

Το κομμάτι που μοιάζει να συγκίνησε τον D. Trump ήταν αυτό που αφορούσε τη μετατροπή των πραγμάτων σε χρυσό, χωρίς να κρατά χαμηλό προφίλ (σε Νέα Εποχή Χρυσού – ‘Donald’s New Gilded Age’ αναφέρονται τα ΜΜΕ), ενώ από τη Σταχτοπούτα (Cinderella) στάθηκε στην αίθουσα χορού προχωρώντας την κατασκευή μιας στον Λευκό Οίκο για τη διοργάνωση εκδηλώσεων, μετά από εργασίες κατεδάφισης στην Ανατολική Πτέρυγα.

* Οι γονείς τους εγκαταλείπουν δύο μικρά παιδιά στην άγρια φύση γιατί δεν έχουν τα μέσα να τα μεγαλώσουν. Ο Hansel και η Gretel, αφηγούνται οι αδερφοί Grimm, φτάνουν στο σπίτι μιας μάγισσας, που τα κλειδώνει σχεδιάζοντας να τα μαγειρέψει και να τα φάει. Μόλις, όμως, επιχειρεί να βάλει τον Χάνσελ στον φούρνο, η Γκρέτελ σπρώχνει εκείνη μέσα, μέχρι που καίγεται. Τα παιδιά παίρνουν τότε τον θησαυρό της και γυρίζουν σπίτι τους έχοντας τους πόρους να μεγαλώσουν.

Τι μοιάζει να συμπέρανε από το παραπάνω διήγημα η διοίκηση D. Trump; Ότι φοβεροί κίνδυνοι ελλοχεύουν αν δεν απελαύνονται τα ανήλικα ασυνόδευτα.

 

Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.

 

Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Brut (@brutamerica)

* Χανς, o Σκαντζόχοιρός Μου

Σε ένα ακόμη παραμύθι των αδερφών Grimm ‘Hans, o Σκαντζόχοιρός Μου’ (Ηans, Μy Ηedgehog) ήταν κάποτε ένας αγρότης, που διέθετε πολλά χρήματα και γη, ωστόσο, δεν θεωρούσε την ευτυχία του ολοκληρωμένη γιατί δεν είχε παιδιά – όποτε πήγαινε στην πόλη τον κορόιδευαν. Μια μέρα θυμωμένος, γυρνώντας στο σπίτι αναφώνησε: “Να είχα ένα παιδί, κι ας ήταν σκαντζόχοιρος”.

Έτσι και έγινε, η γυναίκα του γέννησε ένα γιο, που στο πάνω μέρος ήταν σκαντζόχοιρος και στο κάτω μισό άνθρωπος. “Κοίτα τι προκάλεσες με τις ευχές σου”, διαμαρτυρήθηκε στον άντρα της. “Το μόνο όνομα, που μπορούμε να του δώσουμε είναι Χανς ο Σκαντζόχοιρός Μου.”

Ο παπάς μετά τη βάφτιση παρατήρησε ότι δεν γινόταν να τον κοιμίζουν σε κρεβάτι και η μητέρα του κατάλαβε ότι δεν ήταν δυνατό να τον θηλάσει – τον εναπόθεσαν, λοιπόν, σε άχυρα πίσω από τη σόμπα και εκεί πέρασε οχτώ χρόνια. O πατέρας του σκεφτόταν: “Καλύτερα να πέθαινε”.

Μια μέρα ο Xανς τον παρακάλεσε να του αγοράσει γκάιντα (bagpipes) και να ζητήσει από τον σιδερά να φτιάξει ένα ζευγάρι πέταλα για τον κόκορά του. “Θα τον πάρω να φύγουμε μαζί με μερικά γουρουνάκια και γαϊδουράκια και δεν θα ξαναγυρίσω.” Ο πατέρας του ευχαριστήθηκε στη σκέψη ότι θα τον ξεφορτωνόταν.

Ο Χανς ανέβηκε στον κόκκορα, μόλις έφτασαν στο δάσος, σκαρφάλωσαν σε ένα ψηλό δέντρο κι εκεί έμεινε για πολλά χρόνια φροντίζοντας τα ζώα του, μέχρι που έφτιαξε ένα μεγάλο κοπάδι, ενώ έπαιζε ωραία μουσική.

Όταν ένας βασιλιάς χάθηκε στο δάσος, έκπληκτος από τη μουσική, έστειλε έναν υπηρέτη του να εντοπίσει από πού ερχόταν και να ρωτήσει εάν ήξεραν να του δείξουν τον δρόμο πίσω.

Ο Χανς, ο Σκαντζόχοιρός Μου κατέβηκε και συμφώνησε να τον καθοδηγήσει υπό τον όρο ότι θα υπέγραφε πως θα του έδινε το πρώτο έμψυχο πλάσμα, που θα συναντούσε στην αυλή του παλατιού επιστρέφοντας. Ο βασιλιάς πήρε πένα και μελάνι, σημείωσε κάτι, σίγουρος ότι ο Χανς δεν θα καταλάβαινε τι.

Η κόρη του τον διέκρινε από μακριά, ήταν τόσο χαρούμενη που βιάστηκε να τον προϋπαντήσει, τον αγκάλιασε και τον φίλησε. Τότε ξαφνικά θυμήθηκε το πλάσμα, που είχε συναντήσει στο δάσος: “Αναγκάστηκα να υποσχεθώ εσένα, που πρώτη έτρεξες να με υποδεχτείς σε ένα παράξενο ζώο – αν και έγραψα στο χαρτί ότι δεν θα του παραχωρούσα ό,τι ζήτησε.”

– “Καλά έκανες, δεν θα πήγαινα ποτέ μαζί του, έτσι κι αλλιώς”, απάντησε η βασιλοπούλα.

Μετά από λίγο καιρό, ένας ακόμη βασιλιάς χάθηκε στο δάσος.

– “Τι μπορώ να κάνω για σας;”, ρώτησε ο Χανς έναν απεσταλμένο αγγελιοφόρο του.

– “Δεν θα τα καταφέρουμε να ακολουθήσουμε τη σωστή διαδρομή, αν δεν μας βοηθήσεις”.

Ο Χανς ζήτησε σε αντάλλαγμα από τον ηλικιωμένο βασιλιά να υποσχεθεί ότι θα του έδινε το πρώτο έμβιο oν, που θα συναντούσε φτάνοντας.

Tον υποδέχτηκαν γιορτάζοντας – η μοναχοκόρη του έτρεξε να τον αγκαλιάσει, τον ρώτησε πού ήταν τόσο καιρό και της μετέφερε τι δεσμεύτηκε να πραγματοποιήσει, λέγοντάς της συγγνώμη. Εκείνη τον καθησύχασε ότι, για το καλό του, ευχαρίστως θα έφευγε μαζί του, εάν τη διεκδικούσε.

Εντωμεταξύ, ο Χανς αύξησε τόσο το κοπάδι, που γέμισε το δάσος. Αποφάσισε ότι δεν του άρεσε πια να ζει εκεί και έστειλε μήνυμα στον πατέρα του να καθαρίσουν όλους τους στάβλους στο χωριό και να ετοιμαστεί όποιος ήθελε χοιρινό κρέας. Ο μπαμπάς του δυσαρεστήθηκε από την είδηση – τον θεωρούσε πια νεκρό.

Αφού ολοκληρώθηκε η σφαγή τους, που ακουγόταν σε ακτίνα πέντε χιλιομέτρων, παρακάλεσε τον πατέρα του να ζητήσει από τον σιδερά να φτιάξει πέταλα για τον κόκορά του και τον ενημέρωσε πως θα ξανάφευγε μακριά και δεν θα επέστρεφε όσο ζούσε. Εκείνος χάρηκε στο άκουσμα της είδησης.

Ο Χανς κατευθύνθηκε στο πρώτο βασίλειο, όπου ο μονάρχης είχε δώσει εντολή, αν πλησίαζε κάποιος με μορφή σκαντζόχοιρου πάνω σε κόκορα με μια γκάιντα, να του επιτεθούν με όπλα, ξιφολόγχες, τσεκούρια. Ωστόσο, κατάφερε να πετάξει πάνω από την πύλη και να φτάσει στο περβάζι, στο παράθυρο του βασιλιά απαιτώντας ό,τι του έταξε, διαφορετικά θα έπαιρνε τη ζωή του και της κόρης του. Τότε, ο μονάρχης άρχισε να την εκλιπαρεί να πάει μαζί του προκειμένου σωθούν. Ντύθηκε στα λευκά και μπήκε στην άμαξα με τα έξι άλογα, που της έδωσε ο πατέρας της, έχοντας δίπλα της τον Χανς, μαζί με απαστράπτοντες υπηρέτες, χρήματα και θησαυρό νομίζοντας ότι δε θα την ξαναέβλεπε ποτέ – έκανε λάθος.

Αφού είχαν απομακρυνθεί λίγο, ο Χανς της έβγαλε τα κομψά ρούχα και την τσίμπησε πολύ δυνατά με τα αγκάθια του μέχρι που μάτωσε: “Αυτό παίρνεις όταν δεν είσαι αληθινή. Γύρνα πίσω, δεν σε θέλω.”, της είπε ντροπιάζοντάς τη για πάντα.

Μετά ο Χανς κατευθύνθηκε στο δεύτερο βασίλειο. Ο συγκεκριμένος βασιλιάς είχε δώσει εντολή, σε περίπτωση που εμφανιζόταν κάποιος με το παρουσιαστικό του, οι στρατιώτες να τον χαιρετίσουν κρατώντας τα όπλα τους κατακόρυφα μπροστά από το σώμα τους, να γίνει δεκτός με επευφημίες και να τον οδηγήσουν στο παλάτι.

Η κόρη του τρομοκρατήθηκε μόλις τον αντίκρισε, φαινόταν ιδιαίτερα παράξενος, όμως έπεισε τον εαυτό της ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτα, αφού είχε ορκιστεί. Οπότε, καλωσόρισε τον Χανς τον Σκαντζόχοιρό Μου, παντρεύτηκαν, κάθισαν μαζί στο βασιλικό τραπέζι, έφαγαν και ήπιαν.

Το βράδυ πριν πέσουν για ύπνο, έτρεμε θανάσιμα τα αγκάθια του – την παρότρυνε, ωστόσο, να μη φοβάται, δεν θα την έβλαπτε. Ζήτησε από τον ηλικιωμένο βασιλιά να διατάξει τέσσερις φύλακες να ανάψουν μεγάλη φωτιά έξω από την πόρτα του δωματίου τους.

– “Όταν το ρολόι χτυπήσει 11:00, θα απελευθερωθώ από το δέρμα σκαντζόχοιρου και θα το πετάξω στο πάτωμα – τότε οι άνδρες σου πρέπει να τρέξουν μέσα, να το μαζέψουν, να το πετάξουν στη φωτιά και να μείνουν εκεί μέχρι να καεί τελείως.”

Ξάπλωσε μετά στο κρεβάτι, ανθρώπινος από πάνω μέχρι κάτω, όμως μαύρος σαν κάρβουνο ως εάν να είχε καεί. Ο βασιλιάς έστειλε τον γιατρό του, τον έτριψε με πολύτιμα βάλσαμα και αλοιφές – άσπρισε και ήταν πια ένας γοητευτικός νεαρός. Μόλις τον είδε η βασιλοπούλα, πλημμύρισε από χαρά.

Έκαναν ένα ξεχωριστό γάμο και ο ηλικιωμένος βασιλιάς πέρασε το βασίλειό του στον Χανς τον Σκαντζόχοιρό μου. Χρόνια αργότερα, ξεκίνησε με τη γυναίκα του να της γνωρίσει τον πατέρα του.

– “Ο γιος σου είμαι”, του είπε.

– “Δεν έχω γιο, γεννήθηκε με αγκάθια σα σκαντζόχοιρος και έφυγε μακριά.” Κατάφερε να τον κάνει να τον αναγνωρίσει και πήρε μαζί του τον γέρο πατέρα του στο βασίλειο.

Η ιστορία μου εδώ τελειώνει,  

Στο σπίτι της Bessie αφήστε τη να τρέχει

* Στο βιβλίο ‘Πώς να αγκαλιάσουμε ένα σκαντζόχοιρο – 101 τρόποι για να αγαπήσετε τους πιο δύσκολους ανθρώπους στη ζωή σας’ (Hatherleigh Press, 2009) η ψυχολόγος και σύμβουλος ψυχικής υγείας Debbie Joffe Ellis σημειώνει ότι αποκαλούμε έτσι κάποιον/α με τον οποίο/α η συνεννόηση και η συνεργασία είναι απαιτητική.  

Τα αγκάθια τους είναι συνήθως η σκληρή γλώσσα που χρησιμοποιούν, ο επιθετικός τόνος, η ένταση στη φωνή. Ενδεχομένως αντιδρούν έτσι γιατί κάτι φοβούνται ή ένιωσαν να παραβιάζονται τα όριά τους.

Όπως τα σκαντζοχοιράκια, που έχουν μόλις γεννηθεί, ας θυμόμαστε – προτρέπει η συγγραφέας – ότι κάποτε τα αγκάθια τους ήταν μαλακά και εύκαμπτα. Δυσάρεστες, τραυματικές εμπειρίες, αποτυχημένες σχέσεις μπορεί να τους σκλήρυναν, να τέντωσαν τα νεύρα τους, να τους έκαναν ευέξαπτους, με ροπή στις προσβολές – χωρίς να θέλουν απαραίτητα να πληγώσουν τους άλλους.

Όπως οι σκαντζόχοιροι έχουν μαλακά σημεία, στην κοιλιά τους, έτσι και όταν πρόκειται για ανθρώπους, σίγουρα υπάρχει κάτι, με το οποίο είναι παθιασμένοι (ένα χόμπυ), κάποιος/α που αγαπούν για τον/ην οποία/α να κάνουν αστεία, κάτι που να τους γεννά το αίσθημα ότι είναι ξεχωριστοί.

Μπορεί να τους επηρεάσει θετικά το να δείχνει κανείς πραγματικό ενδιαφέρον για τη ζωή τους, το πώς πηγαίνει και πώς έχουν ανάγκη να την περνούν. Ακόμη, με προθυμία να βοηθήσουμε αν χρειάζεται, συντροφεύοντάς τους για να μετριαστεί η μοναξιά απέναντι στις δυσκολίες, σε κάτι αναπάντεχο, που ενδεχομένως αντιμετωπίζουν ή σε ματαιώσεις που ίσως έχουν να διαχειριστούν.

Τo αμοιβαίο μοίρασμα της ευαλωτότητας είναι δυνατό να ανοίξει μια πόρτα επικοινωνίας, κατανόησης και εμπιστοσύνης ώστε να μην πυροδοτούνται τα ξεσπάσματα.

Σε περίπτωση διαφωνίας, για να μην καταλήξουμε σε καυγά ή ένα ψυχοφθόρο πινγκ-πονγκ, καλό θα ήταν να μην εκδραματίζουμε (act out) τη δική μας φόρτιση ούτε να καταφεύγουμε αμυντικά κι εμείς στα αγκάθια μας. Αντίθετα, να κάνουμε ένα βήμα πίσω, να πάρουμε βαθιά αναπνοή, να μην αφήσουμε να μας κατακλύσει η άμεση αντίδραση εν θερμώ ούτε να παρεκτραπούμε – να αφήσουμε τον/ην άλλο/η να ξεθυμάνει, ακόμη και να ξεσπάσει πάνω μας – μπορεί αυτό τελικά να συμβάλει στην εκκίνηση μιας αλλαγής.

Το να αγαπά κανείς ένα δύσκολο άνθρωπο, που ορισμένες φορές τον απογοητεύει, απαιτεί έναν ιδιαίτερο βαθμό ωριμότητας και ενσυναίσθησης, να μπει στη θέση του/της, χωρίς να βγάζει γρήγορα συμπεράσματα, για να αναρωτηθεί πώς να νιώθει ζώντας μέσα σε αυτά τα αγκάθια, πώς θα φαινόταν σ’ εμένα να μένω εκεί και να συναναστρέφομαι κάποιον/α με τα δικά μου γνωρίσματα και ιδιαιτερότητες;

Aν λειτουργήσουμε καταπραϋντικά, εκπέμποντας στοργή, νοιάξιμο, γενναιοδωρία, μεγαλοκαρδία, ζητώντας συγγνώμη αν κάπως ευθυνόμαστε για το ότι απασφάλισε, γίνεται να εκτονωθεί η κατάσταση και να επέλθει αφοπλισμός.

Δεν υπάρχουν νικητές και χαμένοι σε μια σχέση, καλύτερα να διέπεται από ομαδικό πνεύμα. Μπορεί να διαφωνούμε ή να νιώθουμε θιγμένοι από μια προβληματική συμπεριφορά, ωστόσο πρέπει να διαχωρίσουμε την τελευταία από τον εκείνον/η, που την εκδηλώνει και να μην ξεχνάμε γιατί νοιαζόμαστε για εκείνον/η.

Με το να καλλιεργούμε συναισθηματική νοημοσύνη και να είμαστε ανοιχτοί, ακολουθώντας τη σωκρατική μέθοδο των ερωτήσεων και όχι του ‘κηρύγματος’, διατεθειμένοι/ες να ακούσουμε με ενδιαφέρον προκειμένου να μας εξηγήσει τι προξενεί την έκρηξη ή την προκλητική στάση, χωρίς διακοπές, επικριτική διάθεση, αποδοκιμασία, ή σαν κάποιος/α που θέλει να έχει ‘το πάνω χέρι’ για να υπερισχύσει το εγώ του, γίνεται να ακολουθήσει προσπάθεια για εκατέρωθεν υποχωρήσεις, συμβιβασμούς – κάτι που μπορεί να ενδυναμώσει τη σύνδεση.

Κανείς δεν έχει δίκιο συνέχεια, είμαστε όλοι ατελείς, που χρειάζεται να δουλέψουμε πλευρές του χαρακτήρα μας για να μη δώσουμε τροφή στον δικό μας εσωτερικό σκαντζόχοιρο, ώστε να μην ξυπνήσει όταν μας ασκούν σκληρή κριτική ή αντιμετωπίζουμε μια δοκιμασία.

Στον εργασιακό χώρο είναι σπάνιο να μη συναντήσουμε ένα σκαντζόχοιρο – από δύστροπους προϊστάμενους, που φωνάζουν και γκρινιάζουν, συναδέλφους με παράπονα, πεσιμιστές χωρίς ταλέντο στην επικοινωνία. Μην τα παρατάτε, συμβουλεύει η Debbie Joffe Ellis. Επιστρατεύοντας τη διπλωματία και διεκδικώντας βελτιώσεις, θα διευκολυνθεί ένα υποστηρικτικό, γόνιμο περιβάλλον εμπιστοσύνης για όλους χωρίς προστριβές και αδιέξοδα, όσο κι αν υπάρχει η τάση οι διαφωνίες να κλιμακώνονται, να ευδοκιμεί ο ανταγωνισμός και να παίζεται ένα παιχνίδι επίρριψης ευθυνών.

Σε περίπτωση που συναντήσετε ένα σκαντζόχοιρο στην καθημερινή ζωή, βάλτε τα δυνατά σας να δείξετε υπομονή, να αγνοήσετε τον θυμό, την κακή τους διάθεση, την αγένεια, την ευερεθιστότητα και μην απαντήσετε ανάλογα. Ιδανικά δώστε του/της το έναυσμα για να αποχωριστεί το αγκάθινο περίβλημά του.

* Διαβάστε ακόμη:

“Ο φασισμός σε συναισθηματικό επίπεδο είναι μια απεγνωσμένη αποφυγή της ευαλωτότητας – Όλοι έχουμε ένα ναζί μέσα μας”

Comments are closed.

0 %