“Mια ιστορία βγαλμένη από τις σάγκες”
“Για τη Silvia Federici [2004 / περισσότερα εδώ] η μάγισσα ενσαρκώνει τον κόσμο των θηλυκών υποκειμένων, που ο καπιταλισμός έπρεπε να καταστρέψει ώστε να αναδυθεί: την αιρετική, τη γιάτρισσα, την ανυπάκουη σύζυγο, τη γυναίκα που τόλμησε να ζήσει μόνη, τη λεγόμενη obeah στις παραδόσεις της Αφρικής και της Καραϊβικής, που δηλητηρίαζε το φαγητό του αφέντη και ενέπνεε τους σκλάβους να επαναστατήσουν. Αν και οι κοινωνικές σχέσεις, που περιγράφονται ως πατριαρχία, προηγήθηκαν του καπιταλισμού, αυτό το ‘αρχέτυπo’ γυναίκας ήταν σημαντικό να εξοντωθεί για να εγκαθιδρυθεί το καθεστώς της υποταγής γύρω από τον καταμερισμό της εργασίας.
Yπάρχει, όμως, και το ευρύτερο ζήτημα των έμφυλων σχέσεων στο σπίτι. Κάποιοι άνδρες μένουν σε αυτό για να αναλάβουν τη φροντίδα, με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν αποξένωση, ακόμη και κατάθλιψη επειδή δεν ανταποκρίνονται στον ρόλο να φέρνουν εκείνοι τα περισσότερα χρήματα”, υπογραμμίζει η Angela Dimitrakaki στο βιβλίο της ‘Φεμινισμός. Τέχνη. Καπιταλισμός.’ (Pluto Press, Noέμβριος 2025).

Σε κρίσιμη κατάσταση νοσηλεύεται στο νοσοκομείο Ιωαννίνων 24χρονη κοπέλα, μετά από βίαιη επίθεση του συντρόφου της, από τα ξημερώματα της Τρίτης (01.09). Η πρόσφατη γυναικοκτονία της Esma Meço στη Ροδόπη (26.08) παρ’ όλο που πριν τέσσερα χρόνια είχε καταγγείλει την κακοποίηση, ακολουθεί εκείνη της Julieta Obzova στη Νέα Σμύρνη (23.08).
Η Hannah Kent [το site της εδώ] βρέθηκε με ένα πρόγραμμα ανταλλαγής μαθητών από την Αυστραλία τo 2002-3 στα 17 της στην Ισλανδία των 250.000 κατοίκων, όπου ένας στους δέκα εκδίδει κάποιο έργο. “Χωρίς την Ισλανδία δεν θα είχα γίνει συγγραφέας”, σημείωσε στον Guardian.
“Tι είναι τόσο σημαντικό, που σε κρατά πίσω στις ασκήσεις σου;”, τη ρώτησε ενώ εκείνη γέμιζε το περιθώριο με τις εντυπώσεις της από το τοπίο, ο δάσκαλος γλώσσας. Την επομένη της χάρισε μια ανθολογία ποιημάτων για τη φύση της Ισλανδίας – τη βαναυσότητα και την ομορφιά της, με την αφιέρωση ‘Από έναν ποιητή σε έναν άλλο’.”
Σα να βρισκόταν “στην άκρη του κόσμου, εκεί που ο βόρειος Ατλαντικός ωκεανός συναντά τον ουρανό του βορρά, 20 από τις 24 ώρες στο σκοτάδι και μέσα στο χιόνι”, η χώρα υπό την κυριαρχία του στέμματος της Δανίας, που κατάργησε το Κοινοβούλιό της το 1799 (έως το 1844).
Κατοικούσε στην πόλη Sauðárkrókur δίπλα στο φιορδ Skagafjörður, όπου ασχολούνται με την αλιεία – όχι μακριά από την περιοχή στην οποία ζούσε η Agnes Magnúsdóttir – η τελευταία γυναίκα που εκτελέστηκε, στις 12 Iανουαρίου 1830. “Άλλαζαν τα λόγια μου και μου τα πετούσαν ξανά πίσω, στα μούτρα, σαν προσβολές ή κατηγόριες.”, εξηγούσε η Άγκνες στον Τότι, το νεαρό εφημέριο, που διάλεξε για πνευματικό της μέχρι το τέλος επειδή τη βοήθησε κάποτε να περάσει το ποτάμι.
Το Βόρειο Σέλας φωτίζει απόκοσμα ό,τι απομένει από το σιδεράδικο του Νάταν στο Illugastaðir και τον χώρο της εκτέλεσης στο Þrístapar με την πέτρινη αναμνηστική πλάκα, όπου έχουν προστεθεί σημεία από το βιβλίο της Hannah Kent, Burial Rites (2013 / Έθιμα Ταφής, μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Ίκαρος, 2014).

Εσύ, Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, κρίθηκες ένοχη. Εσύ, Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, καταδικάστηκες σε θάνατο. Εσύ, Άγκνες.
Δεν με ξέρουν.
Το τσεκούρι, με το οποίο την αποκεφάλισαν μπορεί κανείς σήμερα να δει στο Εθνικό Μουσείο του Reykjavik – είχε εισαχθεί από την Κοπεγχάγη και στοίχισε είκοσι εννέα βασιλικές κορόνες. Ο δήμιος προσφέρθηκε να πάρει κεφάλια για μια οκά ταμπάκο.
“Τα λόγια του κόσμου βράζουν και ξεχειλίζουν.”
(σελ. 95-6) “Ο κόσμος λέει ότι η Άγκνες είναι η χειρότερη. Το αγόρι, τον Φρίντρικ, που οδηγήθηκε επίσης στην εκτέλεση, αυτή το ’χε ξεμυαλίσει. Άκουσα πως αυτή ήταν που έδωσε στο Natan Ketilsson δεκαοχτώ μαχαιριές, ξανά και ξανά, στην κοιλιά, στον λαιμό και το πρόσωπο. Άκουσα ότι του ’χωσε το μαχαίρι στο μάτι. Το κάρφωσε και το τρύπησε σα να ’τανε κροκάδι αυγού!”
(σελ. 124-5) “Το είχε πάντα μέσα της.
Eίχε βάλει στο μυαλό της να γίνει καλύτερη. Να ανέβει πιο ψηλά απ’ όσο ήταν η θέση της.
Νόθο παιδί μιας άπορης γυναίκας, που την παράτησε όταν ήταν μικρή. Αλλά της έκοβε, το μυαλό της έπαιρνε στροφές – κάτι, που σπάνια συναντάς σε παραδουλεύτρες.
Υπάρχουν άνθρωποι, που είναι ευχαριστημένοι με τη μοίρα τους και με τους άλλους γύρω τους. Ευγνωμονούν τον Θεό για ό,τι τους έχει δώσει. Η Άγκνες δεν ήταν έτσι. Όταν ήταν πιο νέα, άρεσε σε όλους. Μα, περνώντας ο καιρός έγινε πικρή και κακιά. Δεν μπορούσε να κρατήσει άντρα δίπλα της, να ριζώσει – κάτι είχε. Η κοιλάδα είναι μικρή και της είχε βγει το όνομα ότι ήταν γλωσσού κι άνοιγε εύκολα τα πόδια της.”
(σελ. 123-4) “Ο Νάταν φαινόταν χρήσιμος, όταν αρρώσταιναν τα παιδιά ή για να τους τραβήξουμε λίγο αίμα. Έβραζε βοτάνια, ξεφύλλιζε βιβλία σε ξένη γλώσσα, έφτιαχνε φάρμακα θαυματουργά, που τα μοσχοπουλούσε. Παράξενος. Μάγος. Νάταν Σάταν, τον έλεγαν.
Κάποιοι στην κοιλάδα πιστεύουν ότι η μάνα του έβλεπε το μέλλον, ότι ονειρευόταν διάφορα πράγματα κι ύστερα, αυτά γίνονταν στ’ αλήθεια. Όταν ήταν έγκυος στο Νάταν, στο όνειρό της ένας άντρας την πληροφόρησε ότι θα γεννήσει αγόρι και τη ρώτησε αν θα δεχόταν να του δώσει το όνομά του. Όταν εκείνη συμφώνησε, της είπε ότι τον έλεγαν Σάταν, δηλαδή Σατανά. Όλοι το ξέραμε από την αρχή ότι το αγόρι αυτό δεν θα ’κανε ποτέ του τίποτα καλό.”
Στα κατάστιχα του εκκλησιαστικού μητρώου είχε σημειωθεί μετά την πρώτη μετάληψη της Άγκνες ότι διέθετε “θαυμαστή εξυπνάδα, εξαιρετική γνώση και κατανόηση της χριστιανικής κατήχησης”.
Γνωρίστηκαν με το Νάταν την εποχή του θερισμού – στην Άγκνες θύμισε αλεπού όταν τον πρωτοείδε, ενώ κάποιοι στον βορρά πίστευαν ότι ήξερε να μεταμορφώνεται. Για ένα διάστημα, έμοιαζε με ποίηση ο τρόπος, που επικοινωνούσαν και ίσως πίστεψαν ότι θα κατάφερναν να μην τους καταβάλει ο μόχθος και οι προκαταλήψεις της κλειστής κοινωνίας, στην οποία και οι δύο δεν ανήκαν – μέχρι που η κοινή τους γλώσσα ξεχαρβαλώθηκε. Μια νύχτα με παγωνιά, η Άγκνες κλαίγοντας με αναφιλητά ξύπνησε τη Mαργκρέτ, που έκανε αιμοπτύσεις. Δύο ετοιμοθάνατες μοιράστηκαν μια ιστορία “βγαλμένη από τις σάγκες”.
(σελ. 134-5) η Άγκνες: “Ο Νάταν δεν πίστευε στις αμαρτίες. Έλεγε πως είναι ακριβώς οι ατέλειες του χαρακτήρα, που φτιάχνουν τον άνθρωπο. Ακόμα κι η φύση αψηφά τους ίδιους τους κανόνες της για χάρη της ομορφιάς και της δημιουργίας.
Μου τα είχε πει αυτά όταν γεννήθηκε το δικέφαλο αρνάκι στο Στάπαρ.
Όταν φτάσαμε ο Νάταν κι εγώ, το αρνάκι δεν ζούσε πια. Ο Νάταν ζήτησε το σώμα για να το ανοίξει και να μάθει πώς ήταν σχηματισμένο. Μα, ενώ ξέθαβε το αρνί, μια από τις γυναίκες τον πλησίασε και είπε: ‘Αυτά τα πράγματα είναι του Διαβόλου’. Της γέλασε κατάμουτρα.
Κουβαλήσαμε το αλλόκοτο κουφάρι στο σιδεράδικο και τον άφησα μόνο του να το κομματιάσει. Η Σίγκα κι εγώ δεν βάλαμε στο στόμα μας το κρέας του. Και παρόλο που μας είπε αχάριστες, μας τόνισε πόσα λεφτά το είχε πληρώσει το δικέφαλο αρνάκι, ούτε εκείνος το ’φαγε με όρεξη. Τ’ αφήσαμε δόλωμα για τις αλεπούδες. Το διπλό κρανίο το κράτησε στο σιδεράδικο. Το κόκκαλο είχε ένα χρώμα… σαν το φρέσκο καϊμάκι.
Αναρωτιέμαι μήπως ο εφημέριος Τότι με βλέπει κάπως σαν εκείνο το αρνάκι. Ένα πλάσμα αξιοπερίεργο. Καταραμένο. Πώς βλέπουν, άραγε, οι άντρες τις γυναίκες σαν εμένα;”
(σελ. 116) “Ο μόνος, που θα μπορούσε να καταλάβει πώς νιώθω είναι ο Νάταν. Με ήξερε, όπως ξέρει κανείς την αλλαγή των εποχών ή την παλίρροια, σαν τη μυρωδιά του καπνού. Ήξερε τι ήμουν και τι ήθελα. Και τώρα έχει πεθάνει.”
(σελ. 277) “Κάποιες φορές, όταν έχω μιλήσει στον εφημέριο, ύστερα το στόμα μου πονάει. Νιώθω τη γλώσσα μου μουδιασμένη και βαριά, να γεμίζει το στόμα μου σα νεκρό πουλί: όλο υγρά πούπουλα, ανάμεσα στις πέτρες των δοντιών μου.
Τι είπα στον εφημέριο; Τι κατάλαβαν οι άλλοι απ’ όσα του είπα; Δεν έχει σημασία. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί πώς ήταν η παρέα με το Νάταν. Σ’ εκείνες τις πρώτες συναντήσεις ήταν λες και χτίζαμε οι δυο μας κάτι ιερό. Βάζαμε τις λέξεις τη μια δίπλα στην άλλη με προσοχή, τις στηρίζαμε τη μια πάνω στην άλλη, χωρίς ν’ αφήνουμε κενά. Χτίζαμε κι οι δυο πύργους, φάρους, σαν αυτούς που υπάρχουν στους δρόμους, να οδηγούν τους διαβάτες όταν ο καιρός κλείνει και τα χιόνια σκεπάζουν τα πάντα. Βλέπαμε ο ένας τον άλλον μέσα απ’ την ομίχλη, από την αποπνικτική επανάληψη της ζωής.
Μου έμαθε τα ονόματα των αστερισμών.
‘Πιστεύεις ότι εκεί πάμε, όταν πεθαίνουμε;’, ρώτησα.
‘Δεν πιστεύω στη Βασιλεία των Ουρανών’, απάντησε.
Τα ’χασα. ‘Πώς γίνεται;’”
(σελ. 328) “Zoύσα πια αρκετό καιρό με το Νάταν και ήξερα ότι με τίποτα δεν ήταν σε θέση τελευταία να διώξει μακριά τις μαύρες σκέψεις, ειδικά αφότου χτύπησαν τη βάρκα του τρία μεγάλα κύματα, που τα θεώρησε προμήνυμα θανάτου – η θάλασσα φουσκωμένη, μαύρη.”
(σελ. 60-1) “Ανάμεσα από τους παράξενους λόφους στην είσοδο της κοιλάδας, ακούω τα κοράκια να κράζουν. Μαύροι λεκέδες στο λαμπερό γαλάζιο του ουρανού σαν κακοί οιωνοί.
Σκληρά πουλιά τα κοράκια, αλλά σοφά. Και τα πλάσματα πρέπει κανείς να τ’ αγαπάει για τη σοφία τους, όταν δεν μπορεί να τ’ αγαπήσει για την καλοσύνη τους. Παιδί τα παρακολουθούσα, που μαζεύονταν στη σκέπη της εκκλησίας, στο Ούντιρφελ, ελπίζοντας να μάθω ποιος θα πέθαινε. Καθόμουν στο τοιχάκι και περίμενα να δω ποιο θα τινάξει πρώτο τα φτερά του, προς τα πού θα γυρίσει το ράμφος του. Μια φορά έγινε. Ένα κούρνιασε στο ξύλινο αέτωμα και έστριψε το ράμφος του προς τη μεριά του υποστατικού στο Μπάκι. Πριν βγει η βδομάδα, ένα αγοράκι από ’κει πνίγηκε. Το κοράκι ήξερε.
Συμβούλεψα τη Σίγκα να μην απαντάει ποτέ, να μην ταΐζει ποτέ τα κοράκια τη νύχτα. Τα πουλιά, που τ’ ακούς να κρώζουν στο σκοτάδι, δεν είναι πουλιά, είναι στοιχειά. Και μόλις σε δουν, σε σκοτώνουν. Την τρόμαξα, είμαι σίγουρη. Αλλιώς δεν θα ’λεγε όσα είπε αργότερα.”
(σελ. 352) “Μια φορά είδα δυο παγόβουνα να τρίβονται το ένα πάνω στο άλλο. Τα έσπρωχνε ο αέρας και πλησίαζαν. Όταν έφτασαν κοντά, είδα πως είχαν πιασμένα ξύλα στον πάγο τους. Κι όπως ακουμπούσαν τώρα και τρίβονταν, άκουσα μετά από λίγο ένα τρομερό κρότο και είδα πως τα ξύλα είχαν πιάσει φωτιά.”





