psych * analytica

“Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος και είναι παντού σιδεροδέσμιος”

Η Colette Soler στο βιβλίο ‘Η λογοτεχνική περιπέτεια, ή, Η εμπνευσμένη ψύχωση’ (μετάφραση: Μαβίνα Πανταζάρα, πρόλογος – επιμέλεια: Χρύσα Λάγιου, εκδόσεις Ερατώ, 2003) ορίζοντας το σύμπτωμα που παρουσιάζουμε στον ψυχαναλυτή “ως εκείνο που επιβάλλεται ανελλειπώς με τη μορφή του να μην μπορείς να σταματήσεις να σκέφτεσαι ή να αισθάνεσαι μέσα στο σώμα σου, του να κατακλύζεσαι από συναισθήματα” (σελ. 18) εξερευνά πώς γίνεται να συμβαδίζει με τη δημιουργία μέσα από το έργο και τις ψυχικές δυσκολίες να φτάσουν σε αυτό οι Ζαν-Ζακ Ρουσσώ, Τζέιμς Τζόυς και Φερνάντο Πεσσόα.

(σελ. 90) “Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ οδηγήθηκε στη συγγραφή, προσδιορίζοντάς τη ως ‘αποκάλυψη της Βενσέν’.

Έγινε συγγραφέας ενώ προσπαθούσε, σε έναν εσωτερικό διάλογο, να απαντήσει σε έναν Άλλον. Η συγκυρία έχει πολύ ενδιαφέρον. Ο Ντιντερό είναι φυλακισμένος στη Βαστίλη. Ο Ρουσσώ, στοργικός φίλος, πάει να τον επισκεφθεί, με τα πόδια φυσικά. Κρατάει υπό μάλης τον Αγγελιοφόρο της Γαλλίας ώστε να διαβάσει λίγο, σε περίπτωση που θελήσει να ξεκουραστεί. Και έτσι βρίσκει την περίφημη προκήρυξη της Ακαδημίας Επιστημών και Γραμμάτων της Ντιζόν, η οποία αναγγέλλει ότι το βραβείο ηθικής για το έτος 1750, ‘θα απονεμηθεί σε όποιον αναλύσει καλύτερα το εξής θέμα: Αν η εξέλιξη των Επιστημών και των Τεχνών έχει συμβάλλει στον εξαγνισμό των ηθών’.

Στον άξονα του φαντασιακού βρίσκονται οι δύο φίλοι, ο Ζαν-Ζακ και ο Ντιντερό, το θύμα. Ανάμεσά τους, ο μέγας Άλλος του νόμου, που φυλάκισε το Ντιντερό. (σελ. 91) Ο Ρουσσώ ήταν πολύ συγκινημένος, έως ταραγμένος, από το πλήγμα που υπέστη το alter ego του, o Nτιντερό. Αυτός ο Άλλος του νόμου, άδηλα παρών, συνοδεύεται αίφνης από έναν Άλλον της γνώσης, ο οποίος απευθύνεται στους επαΐοντες προκειμένου να διερευνήσουν την αξία των γνώσεων της εποχής. Εκεί ο Ρουσσώ θα νιώσει την ανείπωτη ταραχή, που περιέγραψε πολλές φορές, κυρίως στις Επιστολές προς τον Μαλζέρμπ, και την οποία ορισμένοι συγγραφείς, όπως ο Janet για παράδειγμα, παρομοίωσαν με την έκσταση των μυστών. Στην ερώτηση του Άλλου της γνώσης, το υποκείμενο Ρουσσώ απαντά με την εντός του αποκάλυψη, δηλαδή την παρουσία μίας αλήθειας, που μόνο εν μέρει έχει εκφραστεί με λέξεις, όπως επιμένει ο Ρουσσώ, αλλά που είναι συγκινησιακά φορτισμένη ως βεβαιότητα του υποκειμένου. Η αλήθεια αυτή αποτελεί, βέβαια, άρνηση του άδηλου μηνύματος του Άλλου, και είναι στο σύνολό της, αμφισβήτηση.”

(σελ. 51) Το παιδαγωγικό ερώτημα, για εκείνον, είναι πώς να σαγηνεύσουμε τη θέληση.

(σελ. 53) “Η έκδοση του Αιμίλιου στάθηκε αφορμή για το πρώτο επιβεβαιωμένο παραληρηματικό επεισόδιο του Ρουσσώ.”

(σελ. 56, 7) “Γράφει τους Μοναχικούς, ακριβώς μετά τον Αιμίλιο, το 1762, μόλις πριν – όπως φαίνεται – από την κρίση καταδίωξης, που υπέστη.”

(σελ. 57) “Ο υιός των έργων του καταλήγει, όπως και ο ίδιος, μονήρης, κατατρεγμένος από τη μοίρα, αλλά ευτυχής και ελεύθερος, προλογίζοντας κατά σχεδόν δέκα χρόνια, τόσο τον προβληματισμό όσο και τις φράσεις των Ονειροπολήσεων.”

(σελ. 58) Το ζήτημα του είναι

(…) “Τα δύο του μεγάλα ‘ξεσπάσματα’ δεν είναι παρά τα ακραία κρούσματα μιας σταθεράς εξέλιξης.”

(σελ. 59) “Το πρώτο του ξέσπασμα εκδηλώθηκε με την έμπνευση της Βενσέν. Γεννάται έτσι ο Πρώτος Λόγος περί Eπιστημών και Tεχνών, καθώς και ο χαρακτήρας του πολίτη.

‘Αίφνης αντίκρυσα έναν άλλον κόσμο και έγινα ένας άλλος άνθρωπος.’, μοιράζεται ο Ρουσσώ.

Με τον Δεύτερο Λόγο, στη συνέχεια, έγινε η μεγάλη ‘προσωπική μεταλλαγή’, που άλλαξε ανεπιστρεπτί τη ροή της ζωής του. (…) Αψηφώντας συνηθισμένες χρήσεις και κοινή λογική – αυτό που στη γλώσσα του λέγεται: ‘σπάζω τα δεσμά της κοινής γνώμης’ – ο Ρουσσώ πουλά το ρολόι του, βγάζει το ρούχο του, παραιτείται από τις ανέσεις, που του παρέχονται και εγκαταλείπει την πόλη. Γίνεται ο οδοιπόρος, όχι ακόμη ο εντελώς μοναχικός, που οραματίζεται την ιδανική αγάπη και αγωγή, και χάρη στον οποίο ο αιώνας του αποκτά τη Νέα Ελοΐζα και τον Αιμίλιο.”

(σελ. 62) “Άρχισε τον Δεύτερο Λόγο του γράφοντας αποφθεγματικά: ‘Ο άνθρωπος γεννήθηκε ελεύθερος και είναι παντού σιδεροδέσμιος’.”

(σελ. 63, 4) Ένας επιβλαβής Άλλος

“Ακόμη και αν δεν πιστεύει στη γνώση αυτού του Άλλου, πιστεύει ωστόσο στην … κακή του βούληση.

Ο Ρουσσώ υποφέρει από τον πλησίον του. Περιέγραφε εκτενώς τη δυσφορία, την πίεση, τον καταναγκασμό, που νιώθει όταν βρίσκεται με κάποιον· την αδεξιότητα, τις αργοπορίες του, τις αναστολές του, το αίσθημα ότι είναι ‘παίγνιο’ όποιου τον περιστοιχίζει και ότι βρίσκεται μονίμως στο έλεος του παραμικρού κοιτάγματος. Υποφέρει από την διυποκειμενικότητα. Πιο συγκεκριμένα, υποφέρει να τον κοιτάζουν από ένα μέρος, που του διαφεύγει. Αυτός ο άνθρωπος φοβάται, λένε οι Διάλογοι. Φοβάται να κριθεί.”

(σελ. 65) “Από την αηδία έως το αίσθημα καταδίωξης (…) και τα δύο καταμαρτυρούν μια πρόδηλη διαταραχή του κοινωνικού δεσμού”.

(σελ. 72) “Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι ο Ρουσσώ υπέστη πραγματικές διώξεις. Όχι μόνο καταδικάστηκαν τα έργα του, αλλά εξευτελίστηκε και το πρόσωπό του, κάηκε σαν κέρινο ομοίωμα, καταδιώχτηκε, έως και λιθοβολήθηκε.”

(σελ. 78) “Όσες φιλίες, τόσες αγάπες, τόσες αποτυχίες. Και έτσι, ο Ρουσσώ ονειρεύεται να θεραπεύσει το είναι, που αιμορραγεί, έξω από τον οργανισμό των κοινωνικών δεσμών.”

(σελ. 93) “Τα Επιφάνεια του Τζέιμς Τζόυς αποσυνθέτουν τον Άλλον του κοινού νοήματος, τον Άλλον του περιρρέοντος λόγου. Στον Ρουσσώ, ο Άλλος δεν είναι προς διάλυση, είναι προς αμφισβήτηση, και ο Ρουσσώ παραμένει στο επίπεδο του Άλλου, δηλαδή της σημασίας. Το εγχείρημα Επιφάνεια του Τζόυς διαφέρει ριζικά αφού, χωρίς πολεμική, κομματιάζει την ίδια τη γλώσσα αυτού του Άλλου.”

(σελ. 95, 106) “Η γραφή του Τζόυς, του μανιώδη αναγνώστη λεξικών διαλύει τη γλώσσα. Ξεκινά με τα Επιφάνεια, και τελειώνει με το Finnegans Wake, που πρωτοκυκλοφόρησε με τον τίτλο Έργο εν προόδω (Work in progress). Τα Επιφάνεια διαλύουν το ενιαίο της σημασίας (…). Στο Finnegans Wake αυτή η διάλυση της γλώσσας επεκτείνεται. Ο Τζόυς δεν βάλλει μόνο τη σύνταξη της γλώσσας του, βάλλει επίσης το ενιαίο του σημαίνοντος. Επιτίθεται στα δόκιμα στοιχεία της γλώσσας, εκείνα που καταγράφονται στο λεξικό. Τα αποσυνθέτει, τα συνδυάζει, τα μπολιάζει με ξένες γλώσσες. Εξ ου και μία αδυναμία αποκρυπτογράφησης, που μετατρέπει το αμφίσημο σε ακατάληπτο.”

(σελ. 96) “Ο Τζόυς, σύμφωνα με τον Λακάν, έθεσε τέλος στη λογοτεχνία.”

(σελ. 98) “Ο Ρουσσώ προσπάθησε να κατασκευάσει αναπληρώσεις του συμβολικού. (…) Τείνει μάλλον να μας θυμίζει τη διαδικασία του παραληρήματος.”

(σελ. 101) “Η θέση του Λακάν είναι ότι ο Τζόυς εξωθεί το σύμπτωμα τόσο ώστε να κάνει το ασυνείδητο να υπάρξει εκτός νοήματος.”

(σελ. 102) Η δύναμη της αμφισημίας

Ο Λακάν διαγιγνώσκει στον Τζόυς του Finnegans Wake, μια λογοτεχνία που βραχυκυκλώνει το νόημα. Υποθέτει ότι το βραχυκύκλωμα προκαλείται από μία ειδική χρήση (σελ. 103) της αμφισημίας. (…) Η αμφισημία είναι το όπλο των ψυχαναλυτών απέναντι στο σύμπτωμα, αν τουλάχιστον ακολουθούν τη μέθοδο της φροϋδικής αποκωδικοποίησης – που το αποσυναρμολογεί σε συμπύκνωση (condensation) και μετάθεση (displacement).”

(σελ. 105) “Το σύμπτωμα αντιλέγει στον κοινό νου, (…) είναι πάντοτε μοναδικό και δεν έχει καμία σχέση με το κοινώς αποδεκτό νόημα.”

(σελ. 106) “Μάχη ενάντια στο αυτονόητο ήταν η αποστολή, στην οποία τάχθηκε ως καλλιτέχνης ο Τζόυς.”

(σελ. 129) “Στις αρχές του αιώνα, παρ’ ολίγον να διασταυρωθούν στη Ρώμη, ο Σίγκμουντ Φρόυντ με τον Τζέιμς Τζόυς. Ο Τζόυς έφυγε στις 7 Μαρτίου 1907, ο Φρόυντ έφτασε τον Σεπτέμβριο. Για τον ‘Τζιμ’, μετά από οκτώ μήνες ταλαιπωρίας σε μία πόλη που απεχθανόταν, ήταν μία φυγή. Καθώς για τον Σίγκμουντ, η Ρώμη υπήρξε πάντα μαγική, ήταν μία εβδομάδα μαγείας.”

(σελ. 130) “Και όπως ο Φρόυντ παραδέχτηκε ότι η αγάπη του για τη Ρώμη έχρειε ερμηνείας, κάτι ανάλογο θα μπορούσε να ισχύει και για το μίσος του Τζόυς.” (σελ. 132) “Τα συναισθήματα έχουν τη δική τους λογική.

(σελ. 137, 8) “Η Ρώμη κουβαλά ως κληρονομιά τη σχέση του υιού με τον Πατέρα: για τον Φρόυντ, τη γεμάτη σεβασμό φιλοτιμία του υιού χάρη στην οποία ξεπερνάει τον εαυτό του – για τον Τζόυς, την προσβλητική αποστροφή (…) με αισθητή τη νότα μιας προκλητικής ιεροσυλίας. Ο Μπλουμ του Οδυσσέα ενσαρκώνει τον χλευασμό του πατέρα.

(σελ. 175) “‘Είμαι άνθρωπος σημαίνει δεν αρκούμαι’, έτσι μιλούσε ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές του 20ου αιώνα.”

(σελ. 178, 210) “Ο Ρουσσώ-βεβαιότητα, ο στοχαστής των Διαλόγων και του Κοινωνικού Συμβολαίου, ο περιπατητής των Ονειροπολήσεων αποτελεί για τον αιώνα του το σύμβολο των νέων αξιών και τον πρόδρομο του μελλοντικού κόσμου.”

(σελ. 179, 180, 181) “Ένα από τα σημαντικότερα έργα του Πεσσόα, το μεγάλο, μοναδικό αφηγηματικό κείμενο του ‘ημι-ετερώνυμου’ Μπερνάντο Σουάρες, που δούλεψε σε όλη του σχεδόν τη ζωή είναι Το Βιβλίο της Ανησυχίας (Libro do Desassossego) – πρωτοεκδόθηκε το 1982. Ο Πεσσόα κατάφερε να αφήσει – όχι ένα ημιτελές βιβλίο, αλλά κάτι περισσότερο, το ατελείωτο βιβλίο, με την έννοια ότι επιδέχεται ατέλειωτους, άπειρους χειρισμούς, όντας το ίδιο μέρος ενός μη τετελεσμένου έργου, που παραδίδει στους μεταγενέστερους τη σκυτάλη να συνεχίσουν ένα έργο εν προόδω, στο οποίο δεν θα μπει ποτέ τελεία και παύλα.”

(σελ. 194) “Yπάρχουν στον Πεσσόα τόσες φωνές, που δεν ξέρουμε ποια είναι η δική του.”

(σελ. 196) “Ενώ για καιρό υπέγραφε Pessôa, με περισπωμένη αποφάσισε τον Σεπτέμβριο του 1916 να καταργήσει τον τόνο πάνω στο – ο – του ονόματός του, γεγονός που το εξομοιώνει με το προσηγορικό ουσιαστικό, που στα πορτογαλικά σημαίνει κανένας (…), αλλά και πρόσωπο, που κατά την ετυμολογία παραπέμπει σε μάσκα, προσωπείο.”

(σελ. 197) “Πάσχει από μια αχαλίνωτη πολυδιάσπαση”, που όμως συμβαδίζει με “μια πολλαπλασιαζόμενη δημιουργία”. (σελ. 219)

(σελ. 202) “Σε ένα απόσπασμα αχρονολόγητο, που βρέθηκε μέσα στο μπαούλο του μεταφέρει: ‘Δεν ξέρω ποιος είμαι, ούτε τι ψυχή έχω. […] Είμαι πολυειδώς άλλος απ’ ό,τι ένα μόνον εγώ: για το οποίο, άλλωστε, δεν είμαι καν σίγουρος ότι υπάρχει (και ότι δεν είναι τελικά εκείνοι οι άλλοι). […] Νιώθω πολλαπλός. Είμαι σαν ένα δωμάτιο με αμέτρητους φανταστικούς καθρέπτες, οι οποίοι διαστρεβλώνουν την ενιαία πρότερη πραγματικότητα, που δεν βρίσκεται σε ένα από αυτά τα είδωλα, αλλά σε όλα μαζί. (…) Με αισθάνομαι με πολλαπλές υπάρξεις, ότι μέσα μου ζω ξένες ζωές, ανολοκλήρωτα, σαν το είναι μου να αποτελεί μέρος όλων των ανθρώπων, ανολοκλήρωτα του καθενός, δια μέσου ενός συνόλου από μη εγώ, που συνθέτουν ένα πρόσθετο εγώ’.”

(σελ. 205, 6) Για την Colette Soler, “Υπάρχει έντονη αντίθεση ανάμεσα σε ό,τι λέει ο ίδιος ο Πεσσόα για τον εαυτό του ή για τον άλλο, και σε εκείνο που καταλαβαίνει κανείς μέσα από τις λογοτεχνικές, πολιτικές και φιλοσοφικές κριτικές του”. Σε ό,τι η Colette Soler αποκαλεί κείμενα εκμυστηρεύσεων, διακρίνει να μιλά “ένας άρρωστος άνθρωπος. Ένας μοναχικός, στοιχειωμένος από την τρέλα, κυριευμένος από την κατάθλιψη, που περιμένει τη ‘νευρική κατάρρευση’, που είναι φτιαγμένος – όπως λέει – ολόκληρος από ‘δισταγμό και αμφιβολία’, ‘χωρίς δύναμη θέλησης’, πηγμένος από ανασφάλεια, παθητικότητα και όνειρο, που επιμένει να ζει μέσα στο βάσανο και την ‘ψυχική δυσφορία’, όντας ‘ο ακούσιος άτλαντας ενός κόσμου όλο στεναχώρια’, δέσμιος της απελπισίας και του τρόμου. Σύγχυση, αβάσταχτη λύπη, νευρασθένεια επαναλαμβάνονται ολοένα, ξανά και ξανά. (…) Είχε γράψει την εξής πρόταση, όπου συμπίπτει με τον Ρουσσώ: ‘Είθισται να λέμε ότι δε νοούνται επιχειρήματα ενάντια στα γεγονότα. Αλλά στην πραγματικότητα, ενάντια στα γεγονότα είναι που χρειάζονται τα επιχειρήματα’.”

(σελ. 211) “Ο πολλαπλός ποιητής Πεσσόα πάσχει από μια θεμέλια εμπειρία, του πόνου και του μυστηρίου της ύπαρξης.

(σελ. 214) Γράφει στις 4 Οκτωβρίου 1914: ‘Η παρούσα πνευματική μου κατάσταση είναι μία βαθιά και ήσυχη κατάθλιψη. Είμαι εδώ και μερικές μέρες, στην ίδια μοίρα με το Βιβλίο της Ανησυχίας’. (σελ. 222, 231) Στο τελευταίο προτρέπει: ‘Να έχουμε μεταξύ μας την ευγενή καλοσύνη, που παρουσιάζουν οι συνεπιβάτες ενός κοινού ταξιδιού’. / ‘Μα το εντελώς άλλο μας παραμονεύει στη σκιά’.

(σελ. 232, 233) Στις 19 Νοεμβρίου ξαναγράφει στον Armando Cortes-Rodrigues: ‘Δεν είμαι πια ο εαυτός μου. Είμαι ένα τμήμα του εαυτού μου φυλαγμένο σε ένα εγκαταλελειμμένο μουσείο. […] Είμαι βυθισμένος μέσα σε μία ατελείωτη θλίψη […] μία κατάσταση ‘μη όντος’.

(σελ. 226) Η Colette Soler τον περιγράφει ως ‘στοχαστή-αντί’. Σύμφωνα με την ίδια, “Αυτό που αποβάλλει ο Πεσσόα, όπως και ο Τζόυς, είναι η καθεαυτή τάξη του κοινώς παραδεκτού και όλες οι ομογενοποιητικές ρυθμίσεις του καταραμένου παρόντος. Μεταχειρίζεται την ειρωνεία σαν οξύ για να καταστρέψει λίγο-λίγο αυτό που σιχαίνεται: τους κομφορμισμούς, τις αποδεκτές επιδράσεις, τις συγκαταβατικές υποδείξεις, όλα όσα παρασκευάζουν ταύτιση και ομοιότητα. Είναι επικριτικός μέχρι αρνητισμού”.

(σελ. 227, 8) “Αποδέχεται μόνο μια ελίτ, της ‘πνευματικότητας’, που γι’ αυτόν σημαίνει του ελεύθερου πνεύματος. (…) Πρόκειται, κατά βάθος, για μία τάση ανευλάβειας ώστε να ‘δοθεί το παράδειγμα της ασέβειας’ προκειμένου να υπονομευθεί η ‘δουλοπρέπεια’;

‘Χωρίς την τρέλα, ο άνθρωπος, τι

Παραπάνω έχει από το εύρωστο θηρίο,

Πτώμα με προσωρινή αναβολή, που τεκνοποιεί;’

(Πεσσόα, Ο Δομ Σεβαστιανός, βασιλεύς της Πορτογαλίας στην ανθολογία Je ne suis personne, Παρίσι 1994)

(σελ. 228) Όπως σχολιάζει η Colette Soler, “το κριτικό του νυστέρι δεν είναι άσχετο με την ‘ανικανότητά’ του να βιώσει τον κοινωνικό δεσμό. (…) Διακατέχεται από ένα αίσθημα αθεράπευτης ‘ασυμβατότητας’”.

(σελ. 243, 4) “Η ποίηση του Φερνάντο Πεσσόα, ποίηση – ‘ουδός’ ξυπνά τις στερημένες νοσταλγίες για το αλλού και το Άλλο, ενώ το κάλεσμά της για ένα μετουσιωμένο μέλλον αγγίζει το ιδιαίτερα ευαίσθητο σημείο του σύγχρονου υποκειμένου, που διατελεί εξόριστο από κάθε υπέρβαση. Διαπνεόμενη από μια ανυποχώρητη απαίτηση, ένα διεγερτικό πόνο, κατορθώνει να φέρει εις πέρας… την αποστολή της (…) εκείνη του καλλιτέχνη, όπως την είχε αποδώσει μεταφορικά ο Πεσσόα στο γραμμένο στα αγγλικά ποίημα ‘The mad fiddler’ (O τρελός βιολιστής), ο τρελός μουσικός – η μαγεία του οποίου, με το να αναβιώνει τις ‘ξεχασμένες αναζητήσεις’, αφήνει τους περαστικούς ‘ξαφνικά αναγκασμένους να ζήσουν’.”

*** στην κεντρική φωτογραφία: το έργο του Paul Klee > Mural from the Temple of Longing Thither↗ (1922) και το ποίημα, που εμπνεύστηκε η Jacqueline Osherow

Comments are closed.

0 %