Teachers, don’t leave the kids alone
Δάσκαλοι, μην αφήνετε τα παιδιά μόνα μοιάζει να προτρέπει – παραφράζοντας το τραγούδι των Pink Floyd – ο ψυχαναλυτής Peter Fonagy, επικεφαλής του Κέντρου Αnna Freud στο Λονδίνο και του Τμήματος Επιστημών Ψυχολογίας και Γλώσσας στο UCL, σε συνέντευξή του στο tes.com και την Helen Amass (07/12).
“O δεσμός (attachment) είναι κάτι πολύ σημαντικό στα πρωτεύοντα θηλαστικά – ιδιαίτερα τους ανθρώπους, και αυτό γιατί έχουμε δύο πόδια σε συνδυασμό με ένα μεγάλο κεφάλι. Γεννιόμαστε όταν είμαστε ακόμη πολύ ανώριμοι. Αυτό σημαίνει ότι χρειαζόμαστε προστασία για σχετικά μεγάλο διάστημα ώστε να αναπτυχθούμε. Πρόκειται για την τυπική ιστορία εξέλιξης: ευάλωτοι, δημιουργούμε μηχανισμούς για να σιγουρευτούμε ότι θα μας φροντίσουν. Για παράδειγμα, κλαίμε με ένα τρόπο που εκείνοι που έχουμε γύρω μας βρίσκουν ενοχλητικό και θέλουν να το σταματήσουν.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι το σύστημα μέσω του οποίου επιδιώκουμε εγγύτητα, κατελήφθη από την ανάγκη του μυαλού μας να εξελιχθεί, με την υποστήριξη ενός άλλου. Αυτό δεν έχει απλώς να κάνει με το να καθησυχάζουμε το μωρό, αλλά περισσότερο με τη σκέψη ότι ‘αν συνδεθώ με αυτό το πρόσωπο, που μου μαθαίνει όλα όσα χρειάζεται να ξέρω, θα με βοηθήσει να επιβιώσω σε αυτό τον κόσμο’. Οπότε, η σχέση μεταξύ εκείνης/ου που παρέχει φροντίδα – όποια/ος κι αν είναι – και του βρέφους γίνεται σημαντική, όχι μόνο αυτή καθεαυτή, όσο και γιατί εκείνο στην πραγματικότητα αποζητά μέσω της/ου πρώτης/ου να μάθει για το περιβάλλον, αφού έρχεται στη ζωή ελάχιστα προετοιμασμένο.

Ο νους του είναι αλήθεια έτοιμος και χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη διαδικασία σαν τον κύριο μηχανισμό για να αποκτήσει νέες πληροφορίες. Ένα καίριο κομμάτι της αφορά το να ανακαλύψει κατά πόσο πρέπει να τα βγάλει πέρα μόνο του ή αν θα το νοιάζονται πάντα. Πρόκειται για ένα από τα πράγματα που κατανοεί παρατηρώντας πόσο απασχολημένη/ος με άλλα είναι εκείνη/ος που το φροντίζει. Εάν, ωστόσο, καταφέρνει να ανταποκρίνεται με κάποια ευαισθησία και ακολουθεί το μοτίβο της εξυπηρέτησης και επιστροφής (‘serve and return’) σημαίνει ότι κάνει κάτι που αποκαλούμε προσδοκώμενη απάντηση (‘contingent responding’) και ότι το μωρό καταλαβαίνει: “ναι, αυτό είναι το είδος του περιβάλλοντος όπου μπορώ να βασιστώ σε άλλους ανθρώπους επειδή έχουν τα μέσα για να διαχειριστούν τις ανάγκες μου.” Στην περίπτωση που αυτό δε συμβαίνει, υπάρχουν δύο στρατηγικές: να τα βγάλουν πέρα μόνα τους ή να αυξήσουν απλά την ένταση, να κλάψουν δυνατότερα και να προσποιούνται ότι δεν ανταποκρίνονται όταν έρχεσαι, αφού δεν είναι σίγουρα για το εάν θα φύγεις ξανά πολύ γρήγορα. Οπότε, αυτά τα παιδιά είναι κάπως πιο απαιτητικά. Πρόκειται για τον πυρήνα της θεωρίας του δεσμού, όπως τον διατύπωσε ο ψυχίατρος – ψυχαναλυτής John Bowlby.
Το ενδιαφέρον είναι ότι επειδή τα μωρά μαθαίνουν τόσα πολλά στις πρωταρχικές σχέσεις, η στρατηγική της προσέλκυσης της προσοχής κάπως ενσωματώνεται στο μυαλό και αποκτά μια σχετική διάρκεια. Ξέρουμε πλέον ότι τα παιδιά πιθανόν αναπτύσσουν μια σειρά από τακτικές με βάση αυτή την ιδιαίτερη σχέση και τις ανακυκλώνουν στις υπόλοιπες, καθώς μεγαλώνουν. Για παράδειγμα, είσαι πολύ συγκαταβατική/ός και αυτό με κάνει να χαλαρώνω περισσότερο. Όμως, εάν εγώ μιλούσα και εσύ έμενες απλά πετρωμένη/ος, θα προσπαθούσα να βρω έναν άλλο τρόπο, ίσως όπως το μωρό, που για να αυξήσει τις κινήσεις μας, κάνει θόρυβο προκειμένου να ανταποκριθούμε. Όσες αποκτούν στην αρχή, δεν είναι οι μόνες που διαθέτουν. Ωστόσο, εάν – όπως για τους περισσότερους από εμάς – το περιβάλλον στο οποίο βρισκόμαστε πάνω – κάτω επαναλαμβάνεται, τότε αυτές ενσωματώνονται περισσότερο και το εύρος που έχει κανείς στη διάθεσή του μειώνεται.

Καταλάβαμε πια, κάτι που δε γνωρίζαμε: η απλή ανταπόκριση με ευαισθησία σε ένα άλλο πρόσωπο είναι σημαντική γιατί είμαστε διαφορετικοί από τα υπόλοιπα θηλαστικά με ένα πραγματικά συναρπαστικό τρόπο: μεταβιβάζουμε όσα έχουμε μάθει από γενιά σε γενιά. Την αποκαλούμε κουλτούρα και οι άνθρωποι που είναι υπεύθυνοι γι’ αυτή είναι οι δάσκαλοι.
Οι τελευταίοι ενίοτε δε συνειδητοποιούν ότι, καθώς αποτελούν μέρος του μηχανισμού εξέλιξης, παίζει ρόλο εάν θα τους συμπαθούν ή όχι τα παιδιά και θα συγκατανεύουν με κάποιο τρόπο στις προσωπικές τους ανάγκες. Χρειάζεται να πιστεύουν ότι ένας ενήλικας αξίζει την εμπιστοσύνη τους για να μάθουν από αυτόν. Ο απλός τρόπος για να καταλήξουν εκεί, είναι να διερωτηθούν: ‘ενδιαφέρεται για μένα;’ Εάν όχι, δεν είναι αξιόπιστος (trustworthy). Τότε κάπως το μυαλό τους κλείνει, δε μας ακούνε τόσο καλά, δεν είναι αμέσως ανοιχτά. Ένα πιο ανασφαλές παιδί χρειάζεται περισσότερη βοήθεια και υποστήριξη – δε σημαίνει, όμως, ότι δε μπορεί να το κάνει. Από την άλλη, εάν έχει βιώσει κάτι πολύ τραυματικό, πρόκειται για εντελώς διαφορετική περίπτωση. Αναπτύσσει τότε ένα είδος επαγρύπνησης και μερικές φορές υπερβολικής εγρήγορσης, απλά κλείνει το μυαλό του. Δεν είναι ότι δεν καταλαβαίνει, περισσότερο μοιάζει να μην του μένει ό,τι μαθαίνει – αν και το επαναλαμβάνουμε.
Αυτό μπορεί δικαίως να απογοητεύει τους δασκάλους που έχουν εξασφαλίσει ένα περιβάλλον για να τους εμπιστευτούν. Προτείνεται να συνειδητοποιήσουν, ωστόσο, ότι έξω από αυτό, ενδεχομένως υπάρχουν εμπειρίες που κάνουν τα παιδιά να αισθάνονται πολύ ανασφαλή. Ο λόγος που η συμπεριφορά αφομοιώνεται είναι γιατί το περιβάλλον τείνει να μην αλλάζει, οπότε εκείνη ενισχύεται περαιτέρω και, δυστυχώς, φτάνει μέχρι να ξεχειλίζει, που σημαίνει ότι τα παιδιά κατά κάποιο τρόπο και δημιουργούν το συγκεκριμένο περιβάλλον, που στη συνέχεια την επιδεινώνει. Για παράδειγμα, επιζητώντας την προσοχή, βρίσκουν ότι τους απαντούν με αρνητικό τρόπο, με αποτέλεσμα να σκέφτονται: “Στο ‘πα, πρέπει να προσέχεις, διαφορετικά θα σου φωνάξουν.” Διαπιστώνουμε κάτι αναπόφευκτο – το αποδέχομαι, αλλά δε νομίζω ότι ενυπάρχει στο σύστημα, έχει να κάνει με το μυαλό. Και, ξέρετε, ακούμε εκατομμύρια ιστορίες για το πώς ένα παιδί μπορεί να ανακαλύψει μια καλή σχέση με ένα δάσκαλο ή σύμβουλο/θεραπευτή και στην πραγματικότητα αυτό κάνει μεγάλη διαφορά. Δεν υπάρχει λόγος ο δάσκαλος να γίνει ερασιτέχνης αναλυτής, όμως μπορεί να πετύχει πολλά λειτουργώντας ως ήρεμο πρότυπο, που θέλει να ακούσει και να δώσει συνετές συμβουλές για τα προβλήματα με τα οποία έρχεται αντιμέτωπο ένα παιδί στο σπίτι ή για το πώς τα πάει με τους συνομηλίκους του.

Η κρίσιμη λέξη είναι ‘να ακούμε’. Αυτό πρώτα και μετά δίνουμε συμβουλές. Μερικές φορές μπορεί να ξέρουμε ποια είναι η σωστή, πριν το παιδί έχει την ευκαιρία να μας πει ο,τιδήποτε. Ωστόσο, αυτό που εγκαθιδρύει την εμπιστοσύνη είναι η έκφραση του προβλήματος από το παιδί και η απάντηση με πολύτιμη επικοινωνία. Το δεύτερο που χρειάζεται είναι οι δάσκαλοι να δουλεύουν με τους γονείς. Στην τάξη ίσως μπορούμε να κάνουμε λιγότερα απ’ όσα αν συναντιόμασταν με τους τελευταίους τα απογεύματα. O πιο ανεκτίμητος ρόλος αφορά τη διαπίστωσή του, όχι απαραίτητα την επίλυσή του. Έτσι, αν αποδεχτούμε το μοντέλο ότι μέρος του ζητήματος αποτελεί το ότι το παιδί αναπαράγει τις μη βοηθητικές σχέσεις, μένοντας ψύχραιμοι το σταματάμε από το να συμβαίνει. Μπορούμε να πούμε στους γονείς να είναι ήρεμοι επίσης. Αυτό δεν έχει να κάνει με την ιδιότητα του θεραπευτή, αλλά με το να τους παρακινήσουμε να γίνουν με τη σειρά τους αποτελεσματικοί δάσκαλοι. Μετατρεπόμαστε σε πρότυπο για εκείνους.
Ακόμη κι όταν ένα παιδί δεν είναι ψυχικά καλά, οι δάσκαλοι δεν είναι εκεί για να το γιατρέψουν. Κάνοντας τη δουλειά σωστά, έχοντας μια καλά οργανωμένη, δεμένη τάξη, όπου δημιουργείται αισιοδοξία, συναισθήματα χαράς, συμμετοχή, τα παιδιά το βλέπουν. Και μόνο με το να λειτουργεί η τάξη, βοηθάμε κι εκείνα με δυσκολίες να οργανώσουν το μυαλό τους. Συχνά αυτό που δεν έχουν είναι επιμονή (perseverance) ή σθένος (grit) – για να το πούμε απλά, τα παρατούν πολύ εύκολα. Εκεί που γίνεται να είμαστε διαφορετικοί μαζί τους είναι στο να τους δώσουμε λίγο περισσότερο χώρο για να μάθουν να συνεχίζουν. Τα παιδιά με αίσθημα ασφάλειας επιμένουν μέχρι να τους πεις ‘μπράβο’, ενώ όσα δεν το έχουν – αν δεν βρουν την επιβεβαίωση τα πρώτα 30 δευτερόλεπτα, εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Ο λόγος για τον οποίο δεν ακμάζουν είναι συχνά επειδή έχουν μεγάλη ευαλωτότητα, αισθάνονται πολύ απαισιόδοξα για τον κόσμο, είναι κάπως δυστυχισμένα. Δεν πρόκειται για ψυχική αρρώστια, είναι αυτό που τους έχει αφήσει η ζωή τους. Το να το κρατάμε στο μυαλό μας, κάνει σημαντική διαφορά στο πώς σχετιζόμαστε μαζί τους. Ένας καλός δάσκαλος θα το αναγνώριζε σε κάθε περίπτωση.
Η μεγαλύτερη ανακάλυψη που έκανα όταν δούλευα με βίαιους έφηβους ήταν ότι δεν αποτελούσε καλή ιδέα το να καθίσω απλά σε ένα δωμάτιο μαζί τους. Χάσιμο χρόνου. Πολύ καταλληλότερο ήταν το να πάμε για τρέξιμο. Η άσκηση συνιστά υπέροχη εναλλακτική – στη συνέχεια, δίνουν προσοχή σε όσα λέμε. Ένας άλλος περισπασμός που μπορεί να λειτουργήσει: το να ακούσουμε μουσική.
Οι σχέσεις είναι πολύ σημαντικές, τις έχουμε στα κύτταρά μας. Και δεν θα έπρεπε να ανησυχούμε μήπως τα παιδιά συνδέονται στενά μαζί μας – είναι κάτι θετικό και μαθαίνουν καλύτερα. Στην πραγματικότητα το δέσιμο δεν είναι τόσο διαφορετικό από τη σωστή διδασκαλία, αφού έτσι συγκροτείται ένα ασφαλές περιβάλλον μάθησης. Γνωρίζω πόσο η πανδημία επηρέασε τη δουλειά των δασκάλων και ότι έκαναν φοβερή προσπάθεια για να διασφαλίσουν ότι τα πράγματα δεν θα ήταν εκατό φορές χειρότερα. Εάν χρειαζόταν κανείς πειραματικές αποδείξεις για το πόσο σημαντικοί είναι εκείνοι και τα σχολεία, το διαπιστώσαμε τότε. Ανέτρεψε τα πάντα για τα παιδιά – κι αυτό επειδή αποφασίστηκε να τα κλείσουν.”
Πηγή: tes.com, κεντρική φωτογραφία: ssatuk / εσωτερικές: Russell Sach για το tes.com και istock





