psych * analytica

Τι είναι το άγχος θανάτου;

Ο ψυχοθεραπευτής Irvin Yalom στο βιβλίο του ‘Στον κήπο του Επίκουρου, Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου’ (‘Staring at the sun, Overcoming the terror of death’) από τις εκδόσεις Άγρα (2008) πηγαίνει πίσω τέσσερις χιλιάδες χρόνια, όταν ο Βαβυλώνιος ήρωας Γκιλγκαμές στοχαζόταν πάνω στον θάνατο του φίλου του Ενκίντου: “Σκοτείνιασες και δεν μπορείς να μ’ ακούσεις. Όταν πεθάνω, δεν θα είμαι άραγε κι εγώ σαν τον Ενκίντου; Θλίψη ανατέλλει στην καρδιά μου, με φοβίζει ο θάνατος.”, και στον Ch. Dickens, που έγραφε στην ‘Ιστορία δύο πόλεων’: “Επειδή καθώς φτάνω όλο και πιο κοντά, όλο και πιο κοντά στο τέλος, ταξιδεύω σ’ έναν κύκλο που πλησιάζει, όλο και πλησιάζει την αρχή. Μοιάζει να είναι ένας τρόπος εξομάλυνσης και προετοιμασίας του δρόμου. Την καρδιά μου αγγίζουν τώρα πολλές θύμησες, που είχαν από πολύ καιρό αποκοιμηθεί.”

Όπως εξηγεί, ο φόβος του θανάτου εκδηλώνεται μόνο έμμεσα, είτε σα γενικευμένη ανησυχία είτε μεταμφιεσμένος σε ποικίλα ψυχολογικά συμπτώματα. “Λειτουργεί υπόγεια, από τα έξι περίπου χρόνια έως την εφηβεία, την ίδια περίοδο που ο S. Freud προσδιόρισε ως εκείνη της λανθάνουσας σεξουαλικότητας, ενώ στην εφηβεία ξεσπάει με ένταση. Παραμερίζεται από την αναζήτηση της καριέρας και τη δημιουργία οικογένειας, όμως με τα σημάδια του τέλους της επαγγελματικής σταδιοδρομίας, την κρίση της μέσης ηλικίας, όταν αγγίζουμε την κορυφή της ζωής, νιώθουμε φόβο επειδή το μονοπάτι, που βρίσκεται μπροστά μας δεν είναι ανηφορικό, αλλά κατηφορίζει προς την παρακμή και τη συρρίκνωση. Ο θάνατος μας κατατρώει, είναι η πηγή πολλών από τις ανησυχίες, τα στρες, τις συγκρούσεις μας.”

O Αμερικανός ψυχοθεραπευτής μιλά για την αναγνώριση του συγκαλυμμένου άγχους θανάτου και την αντιμετώπισή του με την υπαρξιακή προσέγγιση. Ανατρέχει στον Επίκουρο, προκειμένου να επιδέσει την πληγή της θνητότητας. Γεννημένος το 342 πΧ, λίγο μετά τον θάνατο του Πλάτωνα, ασκούσε την ‘ιατρική φιλοσοφία’ και επέμενε ότι, όπως ο γιατρός θεραπεύει το σώμα, ο φιλόσοφος πρέπει να θεραπεύει την ψυχή, να ανακουφίζει την ανθρώπινη δυστυχία, στη ρίζα της οποίας βρίσκεται ο αδιάλειπτος φόβος για τον θάνατο. Θεωρούσε ότι η ψυχή είναι θνητή και πεθαίνει μαζί με το σώμα – ένα συμπέρασμα διαμετρικά αντίθετο από εκείνο του Σωκράτη, ο οποίος 100 χρόνια νωρίτερα, λίγο πριν τη θανάτωσή του είχε βρει παρηγοριά στην πίστη του στην αθανασία της ψυχής και στην προσδοκία ότι, μετά τον θάνατο, εκείνη θα απολάμβανε αιώνια μια κοινότητα ανθρώπων με παρόμοιο τρόπο σκέψης, με τους οποίους θα μοιραζόταν την αναζήτηση της σοφίας. Ο Σωκράτης, παρόλο που υποστήριζε τη συνεχή και ολοκληρωτική διερεύνηση της ζωής μας, βάδισε στον θάνατό του ευγνώμων που απελευθερωνόταν από την ‘ανοησία του σώματος’.

Στο βιβλίο παρατίθενται ιδέες από τον κινηματογράφο, φιλοσοφικά και λογοτεχνικά αναγνώσματα, όπως του Fr. Nietzsche ότι όταν είμαστε κουρασμένοι μας επιτίθενται σκέψεις, τις οποίες είχαμε πριν πολύ καιρό κατατροπώσει ή του E. Hemingway, από το βιβλίο ‘Αποχαιρετισμός στα όπλα’: “Γινόμαστε πιο δυνατοί στα σημεία που έχουμε σπάσει”. Ωστόσο, επισημαίνεται ότι – ακόμη και οι πολύ δυνατές ιδέες – σπάνια αρκούν σε μία και μόνη ένεση: είναι απαραίτητο να δώσει κανείς επαναληπτικές δόσεις. Ο I. Yalom προτρέπει, ακόμη, με αφορμή το ‘amor fati’ του Fr. Nietzsche, να δημιουργήσουμε ένα πεπρωμένο, το οποίο θα μπορούσαμε να αγαπήσουμε και να εξετάζουμε την πικρία (regret) – όχι προς τα πίσω, για όσα έχουν γίνει – αλλά κοιτάζοντας μπροστά, ενώ διαβεβαιώνει ότι η απόγνωση είναι εφικτό να μεταμορφωθεί σε τέχνη. Όλα αυτά, παράλληλα με τη μεγάλη σημασία που αποδίδει στην ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης.

Εκτός από την αναδρομή στους μέντορές του Jerome Frank, John Whitehorn και Rollo May, όσο και στις προσωπικές του συναντήσεις με τον θάνατο, παρουσιάζει τη λειτουργία μιας χρήσιμης δυναμικής, της συνεχιζόμενης έντασης ανάμεσα στο άγχος ζωής και εκείνο του θανάτου. Eπικαλούμενος τον ψυχαναλυτή Otto Rank, διευκρινίζει πως “ένας άνθρωπος αναπτύσσεται, αγωνίζεται για την αυτονόμηση, την ωρίμανση και την πραγμάτωση των δυνατοτήτων του, ωστόσο, με ένα κόστος: αναδυόμενος, επεκτεινόμενος, ξεχωρίζοντας από τη φύση, έρχεται αντιμέτωπος με το άγχος της ζωής, με μια τρομακτική μοναξιά, ένα αίσθημα ευαλωτότητας, μια απώλεια της θεμελιώδους σύνδεσης με ένα ευρύτερο όλο. Όταν αυτό το άγχος της ζωής γίνεται αφόρητο, παίρνουμε μια άλλη κατεύθυνση, βαδίζουμε προς τα πίσω, υποχωρούμε από τη διαχωρισμένη ύπαρξη και βρίσκουμε ανακούφιση στη συγχώνευση, δηλαδή στο να γινόμαστε ένα και να παραδίδουμε τον εαυτό μας στον άλλο. Όμως, παρά τη ζεστασιά που προσφέρει, η λύση αυτή είναι ασταθής.”

Ο I. Yalom αντιλαμβανόμενος τον θάνατο ως το πιο μοναχικό γεγονός της ζωής, αναφέρεται και στο μεσαιωνικό δράμα ‘Ο Καθένας’, που αφηγείται τον αλληγορικό μύθο του Καθενός, τον οποίο επισκέπτεται ο άγγελος του θανάτου. ‘- Μπορώ να προσκαλέσω κάποιον να με συνοδέψει;’, αναρωτιέται. / ‘- Α, βέβαια – αν βρεις κανένα.’, είναι η απάντηση που παίρνει. Όλοι του οι φίλοι και οι γνωστοί αρνούνται – ακόμη και κάποιες μεταφορικές φιγούρες: τα Κοσμικά Αγαθά, η Ομορφιά, η Δύναμη, η Γνώση απορρίπτουν την πρόσκλησή του. Καθώς το παίρνει απόφαση πως θα κάνει μόνος του το ταξίδι, ανακαλύπτει ένα σύντροφο, τις Καλές Πράξεις, που είναι πρόθυμες να τον συνοδεύσουν ακόμη και στον θάνατο. Το χριστιανικό δίδαγμα αυτού του ηθικοπλαστικού έργου, σύμφωνα με τον Ι. Yalom, είναι πως δεν μπορούμε να πάρουμε απ’ αυτό τον κόσμο τίποτε απ’ όσα μας δόθηκαν, μόνο όσα δώσαμε.

Περιγράφεται, επίσης, η αίσθηση του πόσο μικροί και ασήμαντοι αισθανόμαστε όταν αναμετρηθούμε με την άπειρη έκταση του σύμπαντος, που συχνά αναφέρεται ως ‘βίωμα του tremendum’. Ακόμη, αναλύεται η λειτουργία και η χρησιμότητα της πίστης στους κυματισμούς. Όπως εξηγεί, παράγουμε – συχνά όχι συνειδητά – ομόκεντρους κύκλους επιρροής, οι οποίοι μπορεί να επηρεάζουν άλλους ανθρώπους για πολλά χρόνια και γενιές. H επίδραση, δηλαδή, που έχουμε πάνω τους μεταβιβάζεται με τη σειρά της σε άλλους, σαν τους κυματισμούς σε μια λιμνούλα, που προεκτείνονται ολοένα, ώσπου παύουν να είναι ορατοί και συνεχίζονται πια στο νανο-επίπεδο. Aυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι αφήνουμε πίσω μας όταν φεύγουμε την εικόνα ή το όνομά μας. Οι κυματισμοί αφορούν, αντίθετα, το να μεταδίδουμε κάτι από την εμπειρία της ζωής μας, κάποιο χαρακτηριστικό, ένα κομμάτι σοφίας, καθοδήγησης, κάποια αρετή, μια ανακούφιση.

Στην ψυχανάλυση η απώθηση είναι μια επιλεκτική λειτουργία, η οποία καθορίζοντας τι θυμόμαστε και τι ξεχνάμε, συμβάλλει ουσιαστικά στην κατασκευή του μοναδικού προσωπικού κόσμου του καθενός μας. Σε παραδείγματα από τις συνεδρίες μοιράζεται, ανάμεσα σε άλλα, τον φόβο να ανακινηθεί ένα τραύμα των παιδικών χρόνων και της διερεύνησης βαθύτερων υπαρξιακών ζητημάτων, πίσω από την πεποίθηση ενός αναλυόμενου ότι προοριζόταν αενάως ν’ ανεβαίνει, να λάμπει όλο και περισσότερο, και συγχρόνως, να εξαιρείται από τους περιορισμούς που επιβάλλονται στους θνητούς, ακόμα και απ’ τον θάνατο, θεωρώντας ότι η ζωή είναι μια για πάντα ανοδική σπείρα. Ένας άλλος άρχισε να παλινδρομεί και η δουλειά, που γινόταν στις συνεδρίες πήρε έναν ασύνδετο χαρακτήρα. Ο I. Yalom περιγράφει πώς προσπάθησε να λειτουργήσει σαν καταλύτης, ώστε να τον επαναφέρει στην ψυχική κατάσταση, στην οποία είχε βρεθεί μετά την κατά πρόσωπο συνάντησή του με τον θάνατο. Μια ακόμη αναλυόμενη μετρίασε την οργή που εκδήλωνε στις συνεδρίες, που συνδεόταν με την κατάσταση, στην οποία βρισκόταν η ζωή της και τους σωματικούς της πόνους. Πολύ γρήγορα, όμως, αυτό γύριζε μπούμερανγκ γιατί διατάρασσε την αίσθηση του συνδέσμου της με τον ζωτικό εσωτερικό κύκλο υποστήριξης, που διέθετε. Μια διαφορετική περίπτωση βοηθήθηκε να συνειδητοποιήσει στο ‘εδώ και τώρα’ της θεραπευτικής σχέσης ότι υπήρχαν όρια, στα όσα μπορούσε να πάρει από τους άλλους και ότι, παρόλο που ο ανθρώπινος σύνδεσμος μπορεί να μαλακώσει τον πόνο, δε γίνεται να ανατρέψει τις πιο οδυνηρές πλευρές της ανθρώπινης μοίρας.

John Cuneo, thealtantic.com

John Cuneo, thealtantic.com

Ο Αμερικανός ψυχοθεραπευτής επιμένει ότι το πραγματικό του ενδιαφέρον βρίσκεται σ’ αυτή τη ζωή και στη βελτίωσή της για τον ίδιο και τους άλλους, όντας ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στο να τους συνδράμει να τη βιώνουν ικανοποιητικά, αντλώντας το νόημα απ’ αυτόν εδώ τον ανθρώπινο κόσμο, που έχουμε μπροστά μας τώρα, συμπαραστεκόμενος στους αναλυόμενους προκειμένου να ανακαλύψουν το δικό τους. Για εκείνον, η ενασχόληση με μια επόμενη ζωή μπορεί να υπονομεύσει την ολοκληρωτική συμμετοχή σε αυτή εδώ. Φέρνει ως παράδειγμα το Fr. Nietzsche “που ένιωθε μεγάλη εχθρότητα απέναντι στον Σωκράτη και τον Πλάτωνα επειδή περιφρονούσαν το σώμα, υπερτόνιζαν την αθανασία της ψυχής και επικέντρωναν το ενδιαφέρον τους στην προετοιμασία για την επόμενη ζωή. Τις συγκεκριμένες πεποιθήσεις ασπάστηκαν οι νεοπλατωνικοί, οι οποίες τελικά διαπότισαν την πρώιμη χριστιανική εσχατολογία.”

Καλεί να σκεφτούμε τα όνειρα σα μια πληθωρική πηγή πληροφοριών για ανθρώπους, τόπους και εμπειρίες από τη ζωή του αναλυόμενου που έχουν χαθεί, ενώ σε πολλά εισχωρεί το άγχος θανάτου. “Τα περισσότερα προσπαθούν να κρατήσουν τον άνθρωπο που ονειρεύεται κοιμισμένο. Οι εφιάλτες είναι όνειρα, όπου γυμνό το άγχος θανάτου, έχοντας σπάσει το κιγκλίδωμα της αρένας του, τρομοκρατεί όποιον ονειρεύεται και τον ξυπνάει. Άλλα είναι προάγγελοι μιας αφυπνιστικής εμπειρίας και μοιάζουν να μεταφέρουν μηνύματα από τα βαθύτερα κομμάτια του εαυτού, που βρίσκονται σε επαφή με τα υπαρξιακά δεδομένα της ζωής. Μια μεγάλη ασυνείδητη δύναμη μέσα μας πασχίζει να τα κρύψει με πολυμήχανους τρόπους. Όχι απλώς περιέχουν σκοτεινά σύμβολα και άλλους μηχανισμούς απόκρυψης, είναι και άυλα: τείνουμε να τα ξεχνάμε. Βρίθουν τόσο πολύ από αναπαραστάσεις ασυνείδητων εικόνων, που ο S. Freud τα ονόμασε βασιλική οδό προς το ασυνείδητο και για την κατανόηση της σχέσης μέσα στην ανάλυση. Η τελευταία απεικονίζεται συχνά σαν ένα ταξίδι ή σαν επισκευή στο σπίτι μας ή σαν διαδρομή ανακαλύψεων. Στην ελληνική μυθολογία ο ύπνος και ο θάνατος είναι δίδυμα αδέρφια.”

Συνήθως, παρατηρεί ο συγγραφέας, δε δίνεται στους αναλυόμενους παρά μια σχηματική περιγραφή του πώς δουλεύει η ψυχοθεραπεία επειδή κυριαρχεί η πεποίθηση του S. Freud ότι η ασάφεια και η αδιαφάνεια του θεραπευτή ενθαρρύνει τον σχηματισμό της μεταβίβασης (transference), η οποία παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τον ψυχικό κόσμο και τα πρώιμα βιώματα. Πρόκειται για ένα δυναμικό, σκληροτράχηλο μηχανισμό, που αναπτύσσεται ακόμα και στο πλήρες φως το μέρας. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, έχουν καλύτερη έκβαση οι συνεδρίες, στις οποίες οι αναλυτές συστηματικά και διεξοδικά εξηγούν το πώς δουλεύουν, ποιος είναι ο ρόλος του αναλυτή στη διαδικασία και το τι μπορούν οι αναλυόμενοι να κάνουν για να διευκολύνουν τη θεραπεία.

Το ρητό του François de la Rochefoucauld ότι τον ήλιο και τον θάνατο δεν μπορούμε να τους αντικρύσουμε κατά πρόσωπο (Le soleil ni la mort ne se peuvent regarder en face), για τον I. Yalom, αντανακλά τη λαϊκή πεποίθηση πως κάτι τέτοιο θα ήταν βλαβερό. Εκείνος, ωστόσο, αντιπροτείνει μια πλήρη και σταθερή ματιά στον Κύριο Θάνατο, όπως τον αποκαλεί ο E. E. Cummings στο ποίημα Buffalo Bill’s. Το άγχος θα συνοδεύει πάντα τις επαφές μας με το θέμα του θανάτου, είναι το τίμημα που πληρώνουμε για την αυτεπίγνωση, αλλά ο ωμός τρόμος καταπραΰνεται με την καθοδήγηση ενός ψυχοθεραπευτή, καθιστώντας δυνατό να μετατραπεί σε ένα καθημερινό αντιμετωπίσιμο άγχος και η ζωή σε πιο συγκλονιστική, πιο πολύτιμη.

στην κεντρική φωτογραφία: ο πίνακας ‘Αρχαιολόγος’ του Giorgio de Chirico (1926) / βιβλία του Irvin Yalom στα ελληνικά, εδώ 

Leave a reply

0 %