Είπαμε αντίο και στην Κυριακή
Κηδεύτηκε την Πέμπτη (04/03) η Κυριακή, το πιο πρόσφατο θύμα γυναικοκτονίας. Ο 39χρονος, που της αφαίρεσε τη ζωή θα οδηγηθεί στο ψυχιατρείο των φυλακών. Ο περιφερειάρχης Αττικής, Ν. Χαρδαλιάς διέγραψε από τον συνδυασμό του τον πρώην επικεφαλής της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος και περιφερειακό σύμβουλο Μ. Σφακιανάκη, που υποστήριξε πως για ό,τι έγινε ευθύνονται οι δημοσιεύσεις της κοπέλας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: “Ήταν χαρούμενη, ευτυχισμένη, δύο μήνες περνούσε καλά, το έβγαζε προς τα έξω. Ο άλλος ήταν τρελός, σχιζοφρενής, stalker. Βλέποντας, λοιπόν, ότι περνάει καλά (…) εάν αυτά που λένε τα έχει γράψει, δυστυχώς, έβγαζε προς τα έξω αυτό που ένιωθε. Τη γαλήνη. Η γαλήνη, όμως, κάποιους ενοχλούσε. Όλα ήταν μηνύματα προς αυτόν.”
Στο Αγρίνιο, απ’ όπου καταγόταν η Κυριακή και τα γύρω μέρη, έχουμε ακούσει τρυφερές ιστορίες και άλλες τόσο πικρές, που δεν καταπίνονται με τίποτα. Αφορούν αιμομιξίες, πανωπροίκια, γάμους τη νύχτα λόγω εγκυμοσύνης, λεχώνες που έτρωγαν ξύλο επειδή γέννησαν κορίτσια, εγκλήματα τιμής από αδέρφια και στον εμφύλιο με Χίτες να κουρεύουν γυναίκες για να προκαλέσουν τους αντάρτες συγγενείς τους. “Δεν είναι τίποτα, την Αγγέλω κουρεύουνε”, έλεγε ένας πατέρας καθησυχαστικά στους χωριανούς. Μανάδες συμβούλευαν τις νύφες κόρες: “Αν ο άντρας σου σε διώχνει απ’ την πόρτα, εσύ να μπαίνεις απ’ το παράθυρο.”
Τα τραύματα περνούν από τη μια γενιά στην επόμενη, εξηγεί η ψυχανάλυση.
Γιατί είναι ακόμη τόσο δύσκολη η ισότητα ανάμεσα στα φύλα;
‘Ο άντρας και η γυναίκα δεν είναι ίσοι γιατί απλούστατα η γυναίκα είναι ανώτερη’, απαντά στο τραγούδι του ο Διονύσης Σαββόπουλος:
“Το πρώτο που ένας άντρας έχει ανάγκη να αποδείξει
τρέμει ή δεν τρέμει τον κυρ θάνατο;
Δεύτερο, η δουλειά του και πώς θα δείξει
έργο πιο σπουδαίο απ’ το φτωχό του εγώ.
Τρίτον, η αγάπη κι εκεί θα ερωτηθεί
μπορεί να αγαπήσει ή μήπως δεν μπορεί;
Η Μαρίνα Καραγάτση στο βιβλίο της ‘Το ευχαριστημένο ή Οι δικοί μου άνθρωποι’ (εκδόσεις Άγρα, 2008) περιγράφει τη ζωή της Λασκαρώς από την Άνδρο.

Στα 13 της, ο πατέρας της πιεσμένος από τα χρέη την έστειλε να δουλέψει στο σπίτι του Γιαννούλη στην Αλεξάνδρεια, που ήταν χήρος και είχε δύο παιδιά, τον Jeannot και την Κικίτσα. Την άφησε έγκυο και κόντεψε να πεθάνει όταν σε προχωρημένη κύηση απευθύνθηκε σε ένα πρακτικό μαιευτήρα για τη διακοπή της. Επέστρεψε στο νησί και ήταν δακτυλοδεικτούμενη.
Μετά από δύο χρόνια, ο Γιαννούλης βρέθηκε στο νησί και έδωσε λιρίτσες στον μπαμπά της, όπως και ο υποψήφιος γαμπρός, Σταμάτης προκειμένου να συμφωνηθεί ο γάμος μαζί του. Ήταν σχεδόν τυφλός και η Λασκαρώ δεν τον ήθελε. Τη ζήλευε και την έδερνε, μια φορά πολύ άσχημα. Ήθελε να πάει στο τοπικό πανηγύρι, έβαλε το θαλασσί της φουστάνι – ο Γιαννούλης έλεγε ότι της πηγαίνει πολύ σα χρώμα. Χόρεψε εκεί μέχρι τα ξημερώματα, “παίρνοντας τις βόλτες του μπάλου με το κεφάλι γερμένο χαμηλά και τα χέρια απλωμένα στο πλάι σαν του κουρασμένου πουλιού”, όπως έλεγε η γιαγιά Μίνα (σελ. 131). Την έπιασε το παράπονο γιατί οι υπόλοιποι ήταν ζευγάρια, που ο ένας πονούσε και νοιαζότανε για τον άλλο. “Εμένα δεν θα με πονούσε ποτές κανένας. Αυτό ήτανε το ριζικό μου.” Γυρίζοντας στο σπίτι, μεταφέρει η Μαρίνα Καραγάτση, τι την περίμενε:

απόσπασμα σελ. 70 > μιλά η Λασκαρώ

σελ. 71 > μιλά η Λασκαρώ

σελ. 72 > μιλά η Λασκαρώ

σελ. 73 > μιλά η Λασκαρώ

σελ. 74

απόσπασμα σελ. 75
Πήρε την απόφαση να φύγει, αφήνοντας πίσω τα δύο της παιδιά και ανέβηκε στην Αθήνα για να γίνει υπηρέτρια στο σπίτι του Μ. Καραγάτση. Με τον τελευταίο ήρθαν πιο κοντά… Δέθηκε με την κόρη του ζευγαριού, Μαρίνα – το Ευχαριστημένο – και της εμπιστεύτηκε όσα είχε περάσει. Την απέλυσαν μετά από είκοσι χρόνια. Πέθανε μόνη, άψαλτη, τη μετέφεραν με το κάρο του δήμου και κατέληξε στο χωνευτήρι του Γ’ Νεκροταφείου. Ο γιος της Ζαννής, που ήταν εκείνες τις μέρες στην Αθήνα δεν την επισκέφθηκε στο νοσοκομείο. Από το Αυλιδάκι του Παραδείσου διηγούταν: “Τέτοιο μίσος μου είχε το παιδί μου επειδής σηκώθηκα κι έφυγα και τις απαράτησα. Το Ευχαριστημένο, όμως, ήρθε στον Ευαγγελισμό να με αποχαιρετήσει. Είπαμε τα νέα μας σα να μην έτρεχε τίποτες αλλά και οι δυό μας το ξέραμε πως δεν θα ξανασυναντιόμαστε σ’ αυτήν τη ζωή. Πριν την χάσω από τα μάτια μου, γύρισε και με κοίταξε για μια τελευταία φορά και μου μισογέλασε λίγο παιχνιδιάρικα. Ίσως για να μου δείξει πως δεν έχω τίποτες το σοβαρό, πως όλα θα πάνε καλά. Νωρίς τα ξημερώματα, ένιωσα μεγάλη εξάντληση και σιγά – σιγά άρχισα να βυθίζομαι. ‘Αυτό ήτανε, Λασκαρώ. Πάει, τελείωσαν τα βασανά σου’, είπα από μέσα μου, λες κι ήμουνα στην Άνδρο, τότες που ο άντρας μου, ο Σταμάτης με είχε βαρέσει με το λουρί.” (σελ. 222, 223, 224)





