“Mετά την Επανάσταση, θα σου αγοράσω καινούριο καπέλο”
Mία από τις ταινίες, στις οποίες ξεχώρισε η Diane Keaton (05.01.1946 – 11.10.2025) ήταν Οι Κόκκινοι > Reds (1981) στον ρόλο της φεμινίστριας δημοσιογράφου Louise Bryant, με συμπρωταγωνιστή τον Warren Beatty ως John Reed, που επιμελήθηκε ακόμη τη σκηνοθεσία, όπως και το σενάριο από κοινού με τον Trevor Griffiths. Ο Jack Nicholson υποδύεται τον θεατρικό συγγραφέα Eugene O’Neill, στον οποίο σε μια σκηνή η Louise Bryant λέει: “Προτιμώ να είμαι με έναν αγωνιστή, που προσπαθεί να αλλάξει τον κόσμο, παρά με έναν κριτικό, που τον θρηνεί”. Η Maureen Stapleton ενσαρκώνει την αναρχική Emma Goldman, η οποία είχε απελαθεί από τις ΗΠΑ και συγκατοικούσε με τον John Reed στην Αγία Πετρούπολη. Είχε γράψει σε φιλικό της πρόσωπο: “Η κατάσταση είναι τέτοια, που τώρα διερχόμαστε τη βαθύτερη πνευματική σύγκρουση της ζωής μας”. Στην κηδεία του John Reed στην Κόκκινη Πλατεία, η Louise έπαθε καρδιακή προσβολή.
Ο Αμερικανός δημοσιογράφος John Reed έζησε από κοντά και εξιστόρησε τα γεγονότα της Οκτωβριανής Επανάστασης στις ‘Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο’ (1919 / 12η έκδοση στα ελληνικά, 2009, Σύγχρονη Εποχή). Το βιβλίο φιλοξενεί και ένα κείμενο του Albert Rhys Williams, που τοποθετεί τη δράση του στο αμερικανικό και διεθνές ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο (σελ. 577-588):

“H πρώτη αμερικανική πόλη, στην οποία οι εργάτες αρνήθηκαν να φορτώσουν πολεμικό υλικό για τον στρατό του Κολτσάκ ήταν το Portland (Oregon), στα παράλια του Ειρηνικού Ωκεανού. Εκεί στις 22 Οκτώβρη 1887 γεννήθηκε ο John Reed.
Ο πατέρας του ήταν ένας από εκείνους τους δυνατούς και ανοιχτόκαρδους βετεράνους αγωνιστές, τους οποίους ο Jack London απεικονίζει στα διηγήματά του για τη Δυτική Αμερική. Ήταν άνθρωπος με οξυδέρκεια, που μισούσε την υποκρισία και την προσποίηση. Αντί να πάει με το μέρος των πλούσιων και των παραγόντων του Τύπου, τους αμφισβητούσε. Και όταν τα τραστ, σαν τα γιγαντιαία χταπόδια, άρπαζαν τα δάση και τα άλλα φυσικά πλούτη της πολιτείας, προσπαθούσε σκληρά να τους εμποδίσει. Τον καταδίωκαν, τον έδερναν, τον έδιωχναν από τη δουλειά. Εκείνος, όμως, ούτε μια φορά δεν συνθηκολόγησε μαζί τους. Από εκείνον ο John Reed πήρε καλή κληρονομιά: αίμα αγωνιστή, πρώτης τάξης μυαλό, θαρραλέα και τολμηρή καρδιά.
O John Reed πέρασε τέσσερα χρόνια στο Harvard. Σε αυτό έστελναν συνήθως τους γιους τους οι βασιλιάδες του πετρελαίου, οι βαρόνοι του κάρβουνου και οι μεγιστάνες του ατσαλιού. Αυτοί ήξεραν ότι τα παιδιά τους, περνώντας τέσσερα χρόνια με σπορ, πολυτέλεια και ‘ακίνδυνη σπουδή της ακίνδυνης επιστήμης’ θα γυρίσουν με την ψυχή απόλυτα ελεύθερη, χωρίς την παραμικρότερη επίδραση του ριζοσπαστισμού. Μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο, στα κολλέγια και τα πανεπιστήμια δεκάδες χιλιάδες νέοι Αμερικανοί μεταβάλλονταν σε υπερασπιστές της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, σε λευκοφρουρούς της αντίδρασης.
O John Reed χάρη στην προσωπική γοητεία και το ταλέντο του έγινε αγαπητός σε όλους. Συγκρουόταν καθημερινά με τους νεαρούς βλαστούς των προνομιούχων τάξεων. Άκουγε τις πομπώδεις διαλέξεις των καθηγητών της κοινωνιολογίας και τα κηρύγματα των ανώτερων ιεροφαντών του καπιταλισμού, των καθηγητών της πολιτικής οικονομίας. Και τελείωσε με την οργάνωση σοσιαλιστικού ομίλου μέσα στην καρδιά του οχυρού της πλουτοκρατίας – ήταν ένα χτύπημα κατάμουτρα στους αγράμματους επιστήμονες. Οι διευθυντές του έβγαλαν το συμπέρασμα ότι επρόκειτο απλώς για μια παιδιάστικη τρέλα. ‘Θα του περάσει αυτός ο ριζοσπαστισμός μόλις βγει από τις αυλόπορτες του πανεπιστημίου στον πλατύ στίβο της ζωής’, θεωρούσαν.
O John Reed τελείωσε τις σπουδές του, βγήκε στον κόσμο και σε απίθανα σύντομο χρονικό διάστημα τον δάμασε με την αγάπη προς τη ζωή, τον ενθουσιασμό και την πένα του. Ως φοιτητής ήταν συντάκτης του σατιρικού φύλλου Lampoon (o Eίρωνας) δείχνοντας πως ήταν τεχνίτης με λεπτό στυλ. Από την πένα του ξεχύνονταν σαν χείμαρρος στίχοι, διηγήματα, δράματα. Οι εκδότες του έκαναν συνεχώς προτάσεις, τα εικονογραφημένα περιοδικά άρχισαν να του πληρώνουν σχεδόν μυθικά ποσά, οι μεγάλες εφημερίδες του παράγγελναν ανασκοπήσεις των πιο σπουδαίων γεγονότων της εξωτερικής ζωής.
Ο John Reed έγινε οδοιπόρος στους μεγάλους δρόμους του κόσμου. Όποιος ήθελε να ζήσει τα σύγχρονα γεγονότα, δεν είχε παρά να τον ακολουθήσει – γιατί παντού, όπου γινόταν κάτι σπουδαίο, έφτανε οπωσδήποτε έγκαιρα, πετούσε σαν το πουλί της καταιγίδας.
Βρέθηκε στην πρώτη γραμμή. Στο Peterson (Minnesota), όπου η απεργία των υφαντουργών μετατράπηκε σε επαναστατική θύελλα. Στο Colorado, όπου οι σκλάβοι του Rockefeller βγήκαν από τις γαλαρίες τους και αρνούνταν να ξαναγυρίσουν, παρά τα ρόπαλα και τα τουφέκια της ένοπλης φρουράς. Στο Μεξικό, όπου οι υπόδουλοι αγρότες (πεόνες) σήκωσαν τη σημαία της εξέγερσης και υπό τη διοίκηση του Pancho Villa κινήθηκαν προς το Καπιτώλιο. Ο John Reed, καβάλα σ’ ένα άλογο, πήγαινε στο πλάι τους. Στο περιοδικό Metropolitan κι αργότερα στο βιβλίο ‘Το επαναστατημένο Μεξικό’ περιέγραψε με λυρισμό τα κόκκινα, πορφυρένια βουνά και τις απέραντες ερήμους, ‘που τις υπερασπίζονταν ένα γύρω τα γιγάντια κακτοειδή και τα ισπανικά αγκάθια’. Τον σκλάβωσαν οι χέρσοι κάμποι, μα πιο πολύ οι κάτοικοί τους, που τους εκμεταλλεύονταν αλύπητα οι τσιφλικάδες και η καθολική εκκλησία. Μεταφέρει, πώς κατέβαιναν με τα κοπάδια τους από τα ορεινά λιβάδια, για να ενωθούν με τις απελευθερωτικές στρατιές, πώς τραγουδούσαν τα βράδια μαζεμένοι γύρω στις κοινές φωτιές και, παρά την πείνα και το κρύο, κουρελήδες και ξυπόλυτοι, αγωνίζονταν υπέροχα για γη και ελευθερία.
Ξέσπασε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και ο John Reed βρισκόταν παντού, όπου βροντούσαν τα κανόνια: στη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, την Τουρκία, τα Βαλκάνια, ακόμη και στη Ρωσία. Επειδή ξεσκέπασε την προδοσία των τσαρικών γραφειοκρατών και συγκέντρωσε υλικά, που απόδειχναν την οργάνωση πογκρόμ ενάντια στους Εβραίους, τον έπιασαν οι χωροφύλακες μαζί με τον διάσημο καλλιτέχνη Boardman Robinson. Μα, όπως πάντα, χάρη σε μια επιδέξια μηχανή, ευτυχή σύμπτωση ή έξυπνο κόλπο ξέφυγε από τα νύχια τους και γελώντας ρίχτηκε σε άλλη περιπέτεια.
Ο κίνδυνος δεν μπορούσε ποτέ να τον συγκρατήσει. Ήταν το στοιχείο του. Πάντα κατάφερνε να μπει στις απαγορευμένες ζώνες, να φθάσει στις πρώτες γραμμές των χαρακωμάτων.
Σαν να ήταν τώρα, θυμάμαι το ταξίδι με τον John Reed και τον Boris Reinstein στο μέτωπο της Ρίγας, τον Σεπτέμβρη του 1917. Το αυτοκίνητό μας πήγαινε προς Νότο, προς το μέρος του Βέντιν, όταν το γερμανικό πυροβολικό άρχισε να κανονιοβολεί ένα χωριουδάκι στην ανατολική πλευρά – αυτό έγινε αμέσως για τον John Reed η πιο ενδιαφέρουσα τοποθεσία στον κόσμο. Επέμεινε να πάμε. Σερνόμασταν προσεχτικά μπροστά, κι έξαφνα πίσω μας έσκασε ένα τεράστιο βλήμα κι ένα μέρος του δρόμου, που μόλις είχαμε προσπεράσει, τινάχτηκε στον αέρα σαν μαύρο συντριβάνι καπνού και σκόνης. Από τον φόβο μας αγκαλιαστήκαμε νευρικά, μα ύστερα από ένα λεπτό της ώρας, ο John Reed έλαμπε από χαρά.
Έτσι περιπλανιόταν σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις χώρες, σε όλα τα μέτωπα, πηδώντας από τη μια ασυνήθιστη περιπέτεια στην άλλη. Ωστόσο, δεν ήταν ένας κυνηγός της τύχης, ένας περιπλανώμενος δημοσιογράφος, ένας θεατής που παρακολουθούσε από μακριά και ψύχραιμα τα βάσανα των ανθρώπων. Τα βάσανά τους ήταν και δικά του. Όλο αυτό το χάος, η λάσπη και η αιματοχυσία, του έπνιγαν το αίσθημα δικαιοσύνης και αξιοπρέπειας. Προσπαθούσε επίμονα να φτάσει ως τη ρίζα όλων αυτών των κακών, για να μπορέσει ύστερα να τα ξεριζώσει.
Και να τος, γύρισε στη Νέα Υόρκη – όμως, όχι για ξεκούραση.
Επιστρέφοντας από το Μεξικό είπε: “Ναι, εκεί υπάρχει ανταρσία και χάος, αλλά η ευθύνη για όλα αυτά δεν βαρύνει τους αχτήμονες πεόνες, όσο εκείνους που σπέρνουν ζιζάνια, στέλνοντας χρυσό και όπλα, δηλαδή τις αμερικανικές και αγγλικές εταιρίες πετρελαίου, που συναγωνίζονται η μία την άλλη”.
Στο Madison Square Garden οργάνωσε τη δραματική παράσταση: ‘Η μάχη του προλεταριάτου του Peterson ενάντια στο κεφάλαιο’.
Από το Colorado μετέφερε τα γεγονότα του Ludlow, που με τη φρίκη τους επισκίασαν σε μεγάλο βαθμό τον τουφεκισμό των εργατών στον Λένα της Σιβηρίας. Το πώς πέταξαν τους ανθρακωρύχους έξω από τα σπίτια τους κι εκείνοι εγκαταστάθηκαν σε αντίσκηνα. Πώς περιέχυσαν ύστερα τα αντίσκηνα με πετρέλαιο και τους έβαλαν φωτιά. Πώς πυροβολούσαν οι φύλακες τους εργάτες, που έτρεχαν και πώς πέθαναν μέσα στις φλόγες είκοσι γυναίκες και παιδιά. Απευθυνόμενος στον Rockefeller είπε: ‘Τα ανθρακωρυχεία είναι δικά σας κι αυτοί, που πυροβολούσαν έμμισθοι συμμορίτες και στρατιώτες σας’.
Και σχετικά με όσα βίωσε στα πεδία των μαχών, δεν φλυαρούσε μόνο για τις ωμότητες αυτής ή εκείνης της χώρας, αλλά καταριόταν τον ίδιο τον πόλεμο, τη γενική θηριωδία, το αιματηρό λουτρό, που οργάνωσαν οι αλληλοεχθρευόμενες ιμπεριαλιστικές ομάδες. Στο ριζοσπαστικό, επαναστατικό περιοδικό Liberator, στο οποίο έδινε δωρεάν τα καλύτερα γραπτά του, δημοσίευσε ένα οργισμένο άρθρο με το σύνθημα: ‘Ύψωσε το ειρηνικό πουκάμισο για τον δικό σου φαντάρο-γιο’. Παραπέμφθηκε μαζί με άλλους συντάκτες στο δικαστήριο της Νέας Υόρκης για εσχάτη προδοσία. (…)
Την περίοδο που η Αμερική μπήκε στον πόλεμο, έκανε εγχείρηση – του αφαίρεσαν το ένα νεφρό. ‘Το χάσιμο του νεφρού μπορεί να μ’ απαλλάξει από την υπηρεσία στον πόλεμο ανάμεσα σε δύο λαούς, αλλά όχι από εκείνον ανάμεσα στις τάξεις’, παρατήρησε.
Το καλοκαίρι του 1917 πήγε στη Ρωσία. Αναλύοντας γρήγορα την κατάσταση, κατάλαβε πως η κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο είναι λογική κι αναπόφευκτη. Τον ανησυχούσαν, όμως, η καθυστέρηση και οι αναβολές. Κάθε πρωί, που ξυπνούσε διαπίστωνε με νευρικότητα, πως η επανάσταση δεν είχε ακόμα αρχίσει. Τέλος, το Σμόλνι έδωσε το σύνθημα και οι μάζες ξεσηκώθηκαν. Ήταν πολύ φυσικό, που ο John Reed βρέθηκε μαζί τους, μπροστά. Ήταν πανταχού παρών: στη διάλυση του προκοινοβουλίου, στο στήσιμο των οδοφραγμάτων, στην υποδοχή του Λένιν και του Ζινόβιεφ, όταν βγήκαν από την παρανομία, στην κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων…
Συγκέντρωνε παντού υλικό, τρέχοντας από το ένα μέρος στο άλλο: όλα τα φύλλα της Πράβντα και της Ισβέστια, τις προκηρύξεις, τις μπροσούρες, τα πλακάτ και τις αφίσες. (…) Δημιούργησε μια υπέροχη συλλογή, που όταν μετά το 1918 έφτασε στο λιμάνι της Νέας Υόρκης, οι πράκτορες του γενικού δικαστή (υπουργού Δικαιοσύνης) του την κατέσχεσαν. Κατόρθωσε, όμως, να την ανακτήσει και να την κρύψει σ’ ένα δωματιάκι στη Νέα Υόρκη. Και μέσα στον θόρυβο των υπόγειων και των επίγειων αμαξοστοιχιών, που έτρεχαν πάνω από το κεφάλι του και κάτω από τα πόδια του, έγραψε στη γραφομηχανή του το ‘Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο’.
Εννοείται πως οι Αμερικανοί φασίστες δεν ήθελαν να δημοσιευτεί. Έξι φορές μπήκαν στον εκδοτικό οίκο για ν’ αρπάξουν τα χειρόγραφα. Σε μια φωτογραφία ο John Reed σημείωσε: ‘Στον εκδότη μου, B. Liveright που παραλίγο να τον ξεσκίσουν στο διάστημα της εκτύπωσης αυτού του βιβλίου’. (…)
Καμιά αμερικανική πόλη δεν ένιωθε ήσυχη, αν δεν έπιανε τον John Reed, έστω και μια φορά. Αυτός, όμως, τα κατάφερνε συνέχεια ν’ απελευθερώνεται με εγγύηση ή πετύχαινε την αναβολή της δίκης κι έτρεχε αμέσως να δώσει μάχη σε κάποιον καινούριο στίβο.
Η ρωσική επανάσταση τον είχε συνεπάρει ολοκληρωτικά. (…)
Eξοπλισμένος με νέα στοιχεία της επαναστατικής θεωρίας, τράβηξε ξανά για παράνομο ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Προδόθηκε, ωστόσο, από ένα ναύτη, τον κατέβασαν από το καράβι και τον έριξαν ολομόναχο σε μια φυλακή της Φινλανδίας. Από ’κει γύρισε ξανά στη Ρωσία. (…) Αρρώστησε από τύφο (προσβλήθηκε πιθανόν στον Καύκασο) και εξαντλημένος από την υπερβολική δουλειά, δεν μπόρεσε να νικήσει την αρρώστια και την Κυριακή, 17 του Οκτώβρη του 1920, πέθανε. (…)
Οι σύντροφοι, οι οποίοι ζούσαν έξω από την Αμερική, ήταν πολύ δύσκολο να νιώσουν το αίσθημα του πόνου, που προκάλεσε ο θάνατός του. Οι Ρώσοι θεωρούν πολύ φυσικό – κάτι το αυτονόητο – να πεθαίνει ο άνθρωπος για τις πεποιθήσεις του. (…)
Μόνο μια παρηγοριά έμεινε στους παλιούς φίλους και συντρόφους του: ότι ο John Reed αναπαύεται στη μοναδική σ’ όλο τον κόσμο θέση, όπου θα ήθελε να ταφεί, στην πλατεία, στα τείχη του Κρεμλίνου.
Πάνω στον τάφο του, ανεγέρθηκε ένα μνημείο, σύμφωνο με τον χαρακτήρα του: από ατόφιο γρανίτη με χαραγμένα τα λόγια: ‘John Reed, Aντιπρόσωπος της 3ης Διεθνούς, 1920’.”





