Γιαννούλης Χαλεπάς στο ψυχιατρείο Κέρκυρας: “Τρεις μέρες σαρακοστή και μία πασχαλιά”
Το σπίτι του στον Πύργο της Τήνου λειτουργεί από το 1971 ως Κοινοτικό Μουσείο Χαλεπά, όπου παρουσιάζονται γλυπτά, σκίτσα και γύψινα αντίγραφα – τα πρωτότυπα των οποίων εκτίθενται στο Μουσείο Ευαγγελιστρίας του νησιού. Όλες οι φωτογραφίες, που ακολουθούν είναι από επίσκεψη εκεί το καλοκαίρι του 2013.

(08/2013)

(08/2013)

(08/2013)

(08/2013)

(08/2013)

(08/2013)

(08/2013)

(08/2013)

(08/2013)

Μήδεια Ι (πριν το 1922) > (08/2013) /// Γιάννης Μπόλης: “Παρόλο που το πρόπλασμα προκαλεί τον θαυμασμό των συγχρόνων του, κυρίως των καλλιτεχνών, ο Χαλεπάς δε μένει ικανοποιημένος. Πιθανώς επανέρχεται, το δουλεύει, το ξαναδουλεύει και τελικά θα το καταστρέψει. Η Μήδεια μετατρέπεται σε σύμβολο της ζωής του: οι συνθήκες ψυχολογικής έντασης, που βιώνει τη στιγμή της δημιουργίας, η αγωνία και η εμμονή του να αποτυπώσει την έκφραση του προσώπου, ο ρόλος της στην επιδείνωσή του, η ψυχαναλυτική ταύτιση της μυθολογικής ηρωίδας με τη μορφή της μητέρας του.” (Σύγχρονοι Έλληνες Εικαστικοί, Τα Νέα, σελ. 24)

Mήδεια ΙΙ (πριν το 1922) > (08/2013)

Σάτυρος παίζει με τον Έρωτα (1877) > (08/2013)

Σάτυρος και Έρωτας V (πριν το 1922) > (08/2013) /// Γιάννης Μπόλης: “Η Danièle Calvo – Platero, που επιχείρησε να προσεγγίσει και να ερμηνεύσει το έργο του ψυχαναλυτικά, ταυτίζει τον Σάτυρο με τη μορφή του πατέρα. Μέσα από τους διαφορετικούς τρόπους απεικόνισης των δύο μορφών (άλλοτε φαίνεται να παλεύουν ή να αγκαλιάζονται, άλλοτε να απομακρύνονται ή να συνυπάρχουν ειρηνικά) και στις διαφορετικές κάθε φορά ηλικίες τους, διαβλέπει τη σταδιακή απεξάρτηση του Χαλεπά από την αυταρχική πατρική φιγούρα, που τελικά οδηγεί στην ανεκτικότητα και τη συμβίωση. Όπως είχε πει ο ίδιος: ‘Κόντεψα, όμως, να το χαλάσω κι αυτό το ωραίο έργο· πόσα δεν του ’χω πετάξει για να σπάσει. Δεν έσπασε, όμως… Εδώ είναι πηλός, που του πέταξα κατ’ επάνω του. Αυτά τα μαύρα είναι μολυβιές, που τον γρατζούνιζα για να του χαλάσω το ειρωνικό, το σαρκαστικό, το πειρακτικό του γέλιο. Πάνω στην τρέλα μου, νόμιζα πως με κορόιδευε, το γέλιο του με πείραζε. Όλα του με στεναχωρούσαν.” (Σύγχρονοι Έλληνες Εικαστικοί, Τα Νέα, σελ. 36)

Σάτυρος και Έρωτας VI (πριν το 1922) > (08/2013)

Aθηνά (πριν το 1922) > (08/2013)

Αφροδίτη > (08/2013)

και Χωριατοπούλα > (08/2013)

η Ηρωδιάς (πριν το 1922) > (08/2013)

Μέγας Αλέξανδρος νεκρός (πριν το 1925) > (08/2013)

Αριάδνη (πριν το 1925) > (08/2013)

Νεφέλη (πριν το 1924) > (08/2013)

Οιδίπους και Αντιγόνη (1930-38) > (08/2013)

Ιησούς Χριστός (1930-38) > (08/2013)

Ευαγγελισμός (1934) > (08/2013)

Ευαγγελισμός (1936) > (08/2013)

Μεθυσμένος (1918-1930) > (08/2013)

(08/2013)

βιβλίο επισκεπτών > (08/2013)

Οι παρακάτω πληροφορίες είναι από την έκδοση των Νέων του 2009
Γεννημένος στις 24 Αυγούστου του 1851, ο Γιαννούλης Χαλεπάς διδάχτηκε από το Νικηφόρο Λύτρα τις βασικές αρχές του σχεδίου και εξασκήθηκε στη ζωγραφική αντιγραφή αγαλμάτων από γύψινα εκμαγεία στο Πολυτεχνείο (Βασιλικό Σχολείο Τεχνών). Παρακολούθησε τις παραδόσεις του Λεωνίδα Δρόση και απέκτησε την τεχνική εμπειρία της λάξευσης του μαρμάρου στην επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής του πατέρα του με παραρτήματα στη Σμύρνη, το Βουκουρέστι και τον Πειραιά – ήθελε για εκείνον να γίνει έμπορος, ωστόσο τελικά αποδέχτηκε την κλίση του. Συνέχισε στη Βασιλική Ακαδημία Ωραίων Τεχνών Μονάχου, όπου είχαν σπουδάσει ο Ν. Λύτρας και ο Ν. Γύζης έως ότου έληξε η υποτροφία του, την οποία δεν κατάφερε να παρατείνει. Η αίτηση οικονομικής συνδρομής για την Ακαδημία του Αγίου Λουκά στη Ρώμη, επίσης, απορρίφθηκε. Ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Μπόλης σε αφιέρωμα των Νέων στη σειρά Σύγχρονοι Έλληνες Εικαστικοί > Γιαννούλης Χαλεπάς – Ο νεωτεριστής (2009) σημειώνει: “Για πολλούς, που έχουν σπουδάσει ή ζήσει στο εξωτερικό, η επιστροφή στην Ελλάδα συνδέθηκε με καλλιτεχνική οπισθοδρόμηση, μαρασμό, οικονομική εξαθλίωση. Ο Χαλεπάς συνειδητοποιεί πλήρως τις προοπτικές. Στην πιο αισιόδοξη εκδοχή, ίσως αναλάμβανε ένα δημόσιο γλυπτό ή μια καλή παραγγελία από την Αυλή ή κάποιον πλούσιο Αθηναίο. Στη λιγότερη αισιόδοξη, η παραγωγή του θα περιοριζόταν στις προτομές και τα ταφικά μνημεία, συνεργαζόμενος με την επιχείρηση του πατέρα του, με τις μεγαλόπνοες συλλήψεις να παραμένουν στο στάδιο του προπλάσματος, περιμένοντας τον γενναιόδωρο χορηγό.” (σελ. 23)
Ολοκλήρωσε σε μάρμαρο ελάχιστα έργα του. Κατά την πρώτη περίοδο (1870-1878) επηρεασμένος από τη Σχολή του Μονάχου και τα ρεύματα της εποχής – το νεοκλασσικισμό και τον ρομαντισμό – δημιούργησε τον Σάτυρο με τον Έρωτα (Εθνική Πινακοθήκη), τη Μήδεια που φονεύει τα παιδιά της και την Κοιμωμένη στον τάφο της νεαρής Σόφης Αφεντάκη στο Α’ Νεκροταφείο.
Ο γλύπτης σε συνέντευξη στον Κώστα Καλαντζή για την εφημερίδα Η Ελληνική (08/1930): “Δεν αγαπούσα την Αφεντάκη. Αγαπούσα κάποια άλλη. Είχα κι εγώ, όπως όλοι σας, κάποια περιπέτεια, η οποία πράγματι επέδρασε κι αυτή στο ζήτημα της υγείας μου. Γυρίζοντας από το Μόναχο κι ερχόμενος στην Αθήνα, επήγα και στο χωριό μου, στον Πύργο. Υπήρχε εκεί ένα κορίτσι, που φαίνεται πως θα ’ταν μοιραίο για μένα. Την αγαπούσα και μ’ αγαπούσε κι αυτή πολύ, μα πάρα πολύ. Το ειδύλλιό μας αυτό, που ήταν τόσο αγνό, τόσο ιερό, που το θυμάμαι ακόμα ως τώρα, διήρκεσε τρία ολάκερα χρόνια. Ενεπνεύσθην αρκετά έργα απ’ αυτήν. Μα, ευρισκόμενος μερικές ώρες σε άσχημες ψυχολογικές στιγμές, τα ’σπαζα, τα έκανα κομμάτια. Έπειτα, αυτή παντρεύτηκε. Ο πατέρας, βλέπετε, οι συγγενείς…” (Σύγχρονοι Έλληνες Εικαστικοί, Τα Νέα, σελ. 123)
Η καλλιτεχνική του δημιουργία διακόπηκε το 1878 λόγω κλονισμού της υγείας και νοσηλείας του στο ψυχιατρείο Κέρκυρας (1888-1902). “Όταν κάποιος αδιάκριτος θέλησε να μάθει πώς πέρασε εκεί μέσα, του απάντησε: ‘Τρεις μέρες σαρακοστή και μία πασχαλιά’”. (Σύγχρονοι Έλληνες Εικαστικοί, Τα Νέα, σελ. 53)
Με την επιστροφή του στην Τήνο, η μητέρα του επειδή απέδιδε την επιδείνωση στην τέχνη του, του απαγόρευε την ενασχόληση με αυτή. Στη δεύτερη περίοδο, δύο χρόνια μετά τον θάνατό της, από το 1918 μέχρι το 1930 άρχισε και πάλι να εργάζεται αδιάκοπα σε έργα, που χαρακτηρίζονται για τον εξπρεσσιονισμό και την εσωτερική τους δύναμη. Ο Θωμάς Θωμόπουλος, καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών είχε σχολιάσει: “Δεν είναι πια ο Χαλεπάς, που βγήκε μες από τις Σχολές, από Ακαδημίες, από συμβατικές αισθηματικότητες, αλλά ένας άλλος τεχνίτης, με καινούρια υπόσταση μέσα στην τέχνη, που προσεγγίζει όλες τις νεώτερες τάσεις των σημερινών γλυπτών.” (Σύγχρονοι Έλληνες Εικαστικοί, Τα Νέα, σελ. 72) Το διάστημα 1930-1938 στην Αθήνα ολοκλήρωσε περίπου 50 δημιουργίες. Διασώζονται ως καλούπια σε πηλό και προπλάσματα σε γύψο.





