journalese

Humanity in extremis

Συμπληρώνονται δεκατέσσερα χρόνια από τον θάνατο της πολεμικής ανταποκρίτριας Marie Colvin και του Γάλλου φωτορεπόρτερ Rémi Ochlik, μετά από βομβαρδισμό στην πόλη Homs της Συρίας στις 22/02/12.

Ο αρχισυντάκτης της στην εφημερίδα Sunday Times, John Witherow με αφορμή τη δεκαετή απουσία της είχε επισημάνει μιλώντας στον Andrew Kersley και το pressgazette.co.uk, ότι η στοχοποίηση δημοσιογράφων συνεπάγεται πως απαίσια πράγματα, που γίνονται τώρα δεν καλύπτονται. “Ξέρουμε πολύ λίγα για όσα συμβαίνουν στη Συρία επειδή οι ρεπόρτερ δεν πάνε.” Ο ίδιος τη θυμάται παθιασμένη με τη δουλειά, αστεία, δον κιχωτική και εξωτική.

Ο φωτογράφος Paul Conroy ήταν μαζί της και τραυματίστηκε σοβαρά, όταν το αυτοσχέδιο κέντρο τύπου, όπου βρίσκονταν, έγινε στόχος σε επίθεση με πύραυλο των κυβερνητικών δυνάμεων. Πήραν το ρίσκο να επιστρέψουν για δεύτερη φορά στην πολιορκημένη περιοχή Baba Amr στη Homs, παρόλο που είχαν ήδη στείλει ανταπόκριση και εικόνες, για να μην εγκαταλείψουν τους άμαχους, που δεν είχαν τη δυνατότητα να φύγουν. Το προηγούμενο βράδυ η Marie Colvin είχε μεταδώσει πληροφορίες από το πολεμικό μέτωπο σε απευθείας συνδέσεις με το BBC, το Channel 4 News και το CNN.

στη Βαγδάτη (Ιράκ), 2008 / Seamus Murphy, Panos Pictures, ft.com

στη Βαγδάτη (Ιράκ), 2008 / Seamus Murphy, Panos Pictures, ft.com

Ανατρέχοντας στο πώς γνωρίστηκαν ο Paul Conroy είπε: “Ήμουν περίπου ένα μήνα στην πόλη Qamishli της βορειοανατολικής Συρίας, προσπαθώντας να καταφέρουμε να περάσουμε τα σύνορα προς το Ιράκ με άλλους 20-30 δημοσιογράφους για να καταγράψουμε την εισβολή. Πηγαίναμε στη μυστική αστυνομία για να πάρουμε άδεια να ανέβουμε σε μια βάρκα με προορισμό το Ιράκ, όμως απαντούσαν όχι. Οπότε, αποφάσισα να φτιάξω μία από σαμπρέλες ελαστικών φορτηγού, σχοινιά, κομμάτια ξύλου και μια νύχτα επιχείρησα να αποπλεύσω μέσω Τίγρη. Ωστόσο, με έπιασε ο στρατός της Συρίας. Μετά κανείς δε μου μιλούσε, πίστευαν ότι εξαιτίας αυτού που συνέβη, οι στρατιώτες δεν θα τους επέτρεπαν να ταξιδέψουν στο Ιράκ. Καθόμουν μόνος στο μπαρ, όταν άνοιξε η πόρτα, μπήκε η Marie και ρώτησε: ‘Ποιος και πού είναι ο βαρκάρης (boatman);’ Διέσχισε την απόσταση και μου συστήθηκε: ‘Βαρκάρη, μου αρέσει το στυλ σου – Marie Colvin, Sunday Times. Να σε κεράσω ένα ουίσκυ;’ Καθίσαμε και δεθήκαμε με το ποτό. Με αποκαλούσε βαρκάρη μέχρι τη μέρα που πέθανε. Βλέποντας όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία, είμαι σίγουρος ότι η Marie θα βρισκόταν ήδη εκεί, πριν ξεκινήσει ο πόλεμος. Συνέχεια στο πίσω μέρος του μυαλού μου υπάρχει η σκέψη: ‘Ξέρω τι θα έκανα τώρα αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά’ … και τι σημαίνει να μην έχεις κάποιον για να συνδιαμορφώνεις τις απόψεις σου (sounding board), έναν συνεργάτη με τον οποίο να προκύπτουν ιδέες για το πώς να ανασχεθούν όσα συμβαίνουν στην Ουκρανία. Είναι ένα μεγάλο κενό, που έχει σχεδόν μεγαλώσει.”

Η Lindsey Hilsum, φίλη της Marie Colvin, που στέλνει ανταποκρίσεις, μεταξύ άλλων, από την Ουκρανία στο Channel 4 News ανέφερε ότι “ήταν αναντικατάστατη, αλλά αυτό που με ενθαρρύνει είναι το πόσο πολλοί νέοι δημοσιογράφοι που συναντώ, θα ήθελαν να ακολουθήσουν τα βήματά της”. Από κοινού με τη συγγραφέα Jane Wellesley και την επικεφαλής ανταποκρίτρια του BBC Lyse Doucet έχουν ιδρύσει στη μνήμη της το δημοσιογραφικό δίκτυο ‘Marie Colvin Journalists’ Network’ προκειμένου να παρέχει στήριξη σε νέες δημοσιογράφους του αραβικού κόσμου, που εμπνέονται από το παράδειγμά της.

Η Lindsey Hilsum έχει ασχοληθεί αναλυτικά με τη δουλειά και τη ζωή της Marie Colvin στο βιβλίο με τίτλο: ‘In extremis’ = Στα άκρα (εκδόσεις Chatto & Windus, 2018), ο οποίος απηχεί εκείνο, που είχε σημειώσει η ίδια το 2001: “Πάντα μου φαινόταν ότι γράφω για την ανθρωπότητα στα άκρα, που σπρώχνεται στο ανυπόφορο – και το σημαντικό είναι να πούμε στους πολίτες τι πραγματικά συμβαίνει στους πολέμους”.

Στον πρόλογο θυμάται ανάμεσα σε άλλα (σελ. xi): “Υπήρχε μόνο ένα θέμα συζήτησης κατά τη διάρκεια του βραδυνού στην πρωτεύουσα του Λιβάνου, τη Βηρυτό εκείνη τη νύχτα: το εάν θα έπρεπε να βρούμε διακινητές για να κινηθούμε προς τα σύνορα με τη Συρία και την περικυκλωμένη πόλη Homs. Ήταν Φεβρουάριος του 2012 και αυτό, που είχε ξεκινήσει ως επανάσταση, μετατρεπόταν σε εμφύλιο πόλεμο. Οι αντάρτες ελπίζοντας να ανατρέψουν την κυβέρνηση της Συρίας αντιστέκονταν στη γειτονιά Baba Amr της πόλης Homs, καθώς οι δυνάμεις του προέδρου Bashar al-Assad τη σφυροκοπούσαν.

Οι τέσσερίς μας είχαμε διακινδυνεύσει πολύ στη δημοσιογραφική μας ζωή. Ο Jim Muir ήταν ανταποκριτής του BBC στη Μέση Ανατολή από τις αρχές του 1980, μένοντας για χρόνια στον Λίβανο παρά την απειλή απαγωγής. Ο Neil MacFarquhar, έχοντας μεγαλώσει στη Λιβύη, έστελνε ανταποκρίσεις από τη Μέση Ανατολή για τους New York Times. Εγώ – μεταφέρει η Lindsey Hilsum – είχα καλύψει συρράξεις σε Ρουάντα, Ιράκ, Λιβύη και άλλες χώρες. Και έπειτα, ήταν η Marie Colvin των Sunday Times του Λονδίνου. Είχε καλυμμένο το αριστερό της μάτι, έχοντας χάσει την όρασή της από χειροβομβίδα στρατιώτη στη Sri Lanka δέκα χρόνια νωρίτερα.

Το 1999, καθώς πολιτοφύλακες με όπλα και (σελ. xii) ματσέτες απειλούσαν το συγκρότημα των Ηνωμένων Εθνών στο Ανατολικό Τιμόρ, είχε αρνηθεί να φύγει, παρόλο που οι περισσότεροι δημοσιογράφοι είχαν αποχωρήσει με το τελευταίο αεροπλάνο. Τον χειμώνα της ίδιας χρονιάς, παραλίγο να μην αντέξει τις συνθήκες στα παγωμένα βουνά της Τσετσενίας, όταν οι Ρώσοι βομβάρδιζαν τους δρόμους. Πάντα πήγαινε νωρίτερα και καθόταν περισσότερο.

στην Τσετσενία το 1999 / Dmitri Beliakov, Rex

στην Τσετσενία το 1999 / Dmitri Beliakov, Rex

Όχι μόνο το σφυροκόπημα της Baba Amr ήταν αδιάκοπο, αλλά υπήρχε το ενδεχόμενο οι διακινητές να μας απαγάγουν για λύτρα ή να μας πουλήσουν σε τζιχαντιστές. Για τους τρεις από εμάς, ό,τι συνέβαινε ήταν πέρα από το όριο κινδύνου, που ήμασταν διατεθειμένοι να διασχίσουμε, όμως η Marie δεν έδωσε πολλή σημασία. ‘Σε κάθε περίπτωση, είναι η δουλειά μας’, είπε. Και αυτό ήταν. Θα πήγαινε.

Δεκαπέντε μήνες νωρίτερα, στην St Bride’s, γνωστή ως εκκλησία των δημοσιογράφων στην Fleet Street του Λονδίνου, η Marie μίλησε στην ετήσια λειτουργία στη μνήμη των δημοσιογράφων, που είχαν σκοτωθεί κατά τη διάρκεια της χρονιάς. ‘Πάντα πρέπει να αναρωτιόμαστε εάν το θέμα αξίζει το επίπεδο του ρίσκου, που παίρνουμε’ παρατήρησε, στεκόμενη ψηλή στο βήμα, με το λεπτό της σώμα σε ένα μαύρο πλεκτό φόρεμα και γυαλιά στην άκρη της μύτης ώστε να μπορεί να διαβάζει με το ένα της μάτι. ‘Τι είναι γενναιότητα και τι παλικαρισμός;’, ήταν το ρητορικό ερώτημα, που έθεσε.

Επιστρέφοντας στο ξενοδοχείο μου μετά το δείπνο εκείνο το βράδυ στη Βηρυτό, αναρωτήθηκα άβολα εάν η Marie ήταν παράτολμη ή μήπως εγώ δειλή. Είχα τους λόγους μου να μην πάω στη Homs – προβληματικά γόνατα, έναν αρχισυντάκτη που πίστευε ότι το ταξίδι ήταν πολύ επικίνδυνο, ένα βιβλίο να γράψω – ωστόσο, αυτά ήταν απλά δικαιολογίες. Η Marie ήξερε πού είναι η είδηση και δεν σταματούσε πουθενά προκειμένου να την προσεγγίσει. Το ρεπορτάζ μου για τους πρόσφυγες από τη Συρία στον Λίβανο είχε τελειώσει και πέταξα πίσω στο Λονδίνο. Η Marie πέρασε λίγες ακόμη μέρες οργανώνοντας το επικίνδυνο ταξίδι, πριν εκείνη και ο φωτογράφος Paul Conroy ξεκινήσουν με τα πόδια και συνεχίσουν με τη μηχανή, το τζιπ – και σε ένα σημείο – μπουσουλώντας διαμέσου ενός αγωγού ομβρίων.

Λίγες μέρες αργότερα, έλαβα ένα email που είχε σταλεί από δορυφορικό τηλέφωνο. ‘Τα κατάφερα μέχρι τη Baba Amr. Εφιάλτης εδώ, αλλά προκαλεί τόσο θυμό, που (το κάνει να) αξίζει. Πρέπει να υποβάλω αίτηση για ιρανική βίζα, όμως άφησα τις επαφές μου από το Ιράν στο σπίτι. Έχεις τηλέφωνο εκείνης της ωραίας (σχετικά!) κυρίας στο Γραφείο Ισλαμικής Καθοδήγησης;’ Η Marie προετοίμαζε ήδη το επόμενο ταξίδι της.

Εκείνη την Κυριακή διάβασα το άρθρο της για ‘τις χήρες στο υπόγειο’, ένα τόσο δυνατό δείγμα πολεμικής ανταπόκρισης, όπως εκείνα της Martha Gellhorn που θαύμαζε, κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου ή της απόβασης στη Νορμανδία (D-Day landings) (σελ. xiii). ‘Είναι μια πόλη κρύου και πείνας, όπου αντηχούν οι εκρήξεις βομβών και ξεσπάσματα πυροβολισμών… Η παγωμένη βροχή γεμίζει τις τρύπες και το χιόνι περνά μέσα από παράθυρα χωρίς τζάμια. Στα χείλη όλων ήταν η ερώτηση: Γιατί μας έχει εγκαταλείψει ο κόσμος;

Έμεινα με την εντύπωση ότι είχε πάρει τον δρόμο της επιστροφής, όμως, δύο μέρες αργότερα έμαθα ότι επέστρεψε στην Bama Amr. Ήμουν θυμωμένη μαζί της. Γιατί να το ρισκάρει δεύτερη φορά; Μου έστειλε ένα email, στο οποίο έγραφε ότι είχε μετανιώσει που έφυγε, τη στιγμή που άλλοι Ευρωπαίοι δημοσιογράφοι βρίσκονταν στη Homs, οπότε ένιωσε ότι έπρεπε να είναι εκεί επίσης. Ήταν πολύ επείγον, χρειαζόταν να στείλει την ανταπόκρισή της πριν φύγει η εφημερίδα για το τυπογραφείο. Κανονίσαμε μια κλήση μέσω Skype ώστε να δώσει μια συνέντευξη στο Channel 4 News, όπου δουλεύω. Μιλήσαμε πριν αυτή ξεκινήσει.

– ‘Lindsey, πρόκειται για το χειρότερο απ’ όσα έχουμε δει.’

– ‘Το ξέρω, αλλά ποιο είναι το σχέδιο διαφυγής σου;’

Παύση.

– ‘Αυτό είναι όλο. Δεν έχω. Το δουλεύω τώρα.’

Το επόμενο πρωί ξύπνησα φέρνοντας στο μυαλό μου μια φίλη, που είχε απαχθεί και δολοφονηθεί στη Βαγδάτη. Θα μπορούσε η Marie να είναι στη θέση της, σκέφτηκα. Ήμουν στο λεωφορείο πηγαίνοντας στη δουλειά, όταν έλαβα ένα μήνυμα από μια Ισπανίδα φίλη στη Βηρυτό, της οποίας ο άνδρας βρισκόταν κι εκείνος στη Baba Amr. ‘Νομίζω ότι κάτι φοβερό συνέβη στη φίλη σου Marie. Το έχεις ακούσει;’

η τελευταία της φωτογραφία στη Συρία

η τελευταία της φωτογραφία στη Συρία

****

Οι μέρες που ακολούθησαν τον θάνατο της Marie συγχωνεύθηκαν η μία με την άλλη. Ένας νέος Γάλλος φωτογράφος, ο Rémi Ochlik είχε σκοτωθεί επίσης. Οι Sunday Times απεγνωσμένα επιχειρούσαν να βγάλουν από τη Συρία τον Paul Conroy – ήταν βαριά τραυματισμένος, όπως και μια άλλη Γαλλίδα δημοσιογράφος, η Edith Bouvier. Κατάπια τη θλίψη και το άγχος μου μιλώντας για τη Marie στο ραδιόφωνο και γράφοντας μια νεκρολογία στους Financial Times. Έπιασα τον εαυτό μου να θυμάται την πρώτη φορά, που συναντήθηκαμε το 1998, αφού ξέσπασε ο πόλεμος ανάμεσα στην Αιθιοπία και την Ερυθραία (σελ. xiv).

Δώδεκα δημοσιογράφοι ή κάπου τόσοι, μεταξύ των οποίων η Marie κι εγώ, βρισκόμασταν στο Djibouti, το πιο ζεστό μέρος στον κόσμο και παρατηρούσαμε ένα ουκρανικό αεροσκάφος σε κακή κατάσταση, το οποίο μετέφερε εργαζόμενους, που πρόσφεραν βοήθεια και επιχειρηματίες από την πρωτεύουσα της Ερυθραίας, Asmara. Ήταν η συνηθισμένη κατάσταση – όλοι οι λογικοί άνθρωποι βιάζονταν να αποχωρήσουν, ωστόσο ‘ένα μικρό μάτσο τρελών’, οι δημοσιογράφοι προσπαθούσαν να την προσεγγίσουν. Δύο Ουκρανοί πιλότοι συμφώνησαν να γυρίσουν να μας πάρουν. H Marie κι εγώ βρεθήκαμε να περπατάμε κατά μήκος του αεροδιάδρομου, που έβραζε και είχε εξογκώματα. Αφού επιβιβαστήκαμε, καθίσαμε μαζί και, όσο το αεροπλάνο τον διέσχιζε, παρατηρήσαμε δύο αντικείμενα να πετούν έξω από το παράθυρο – τα ιδρωμένα πουκάμισα των πιλότων μας, τα οποία είχαν κρεμάσει στα φτερά για να στεγνώσουν και ξεχάσει να φορέσουν. Κρυφοκοιτάζαμε στην ανοιχτή πόρτα του πιλοτηρίου – ναι, πετούσαν γυμνοί από τη μέση και πάνω. Το αεροσκάφος κινήθηκε απότομα προς τα πάνω και ο εξοπλισμός της τηλεόρασης που είχε στοιβαχτεί, χωρίς να είναι προστατευμένος, από το μπροστινό μέρος σταδιακά γλίστρησε προς τα κάτω στον διάδρομο. Γελάσαμε τόσο πολύ, που σχεδόν πέσαμε από τις θέσεις μας. Ήμαστε σαν δύο κορίτσια, που χαχανίζουν μέσα στην τάξη του σχολείου. Είναι η πρώτη μου ανάμνηση από εκείνη. Φυσικά την είχα ξαναδεί, και την είχα ακουστά, όμως τότε ήταν που γίναμε φίλες, τη στιγμή που δε μπορούσαμε να σταματήσουμε να γελάμε, πιστεύοντας ότι ίσως βουτήξουμε στον θάνατό μας από τους ουρανούς προς την Ερυθρά Θάλασσα.

Τα επόμενα δεκατέσσερα χρόνια, συναντιόμασταν σε αποστολές στο πεδίο ή στο Frontline Club του Λονδίνου, χώρο συνάντησης των ξένων ανταποκριτών κοντά στο Paddington. Με προσκαλούσε σε πάρτυ, πρώτα στο σπίτι της στο Notting Hill και, έπειτα, σε εκείνο που αγόρασε στο Hammersmith, στη βόρεια όχθη του Τάμεση. Κομψή στο μαύρο της κοκτέιλ φόρεμα, ανακάτευε βότκες μαρτίνι, με το σπίτι γεμάτο ηθοποιούς, ποιητές, πολιτικούς, όπως και δημοσιογράφους. Όσο οι συγκρούσεις του τέλους του 20ου και της αρχής του 21ου αιώνα εξαπλώνονταν, αισθανόμουν ότι ήμασταν σαν ‘συνέταιροι στην παρανομία’, η Θέλμα και η Λουίζ του δημοσιογραφικού σιναφιού. Τον Απρίλιο του 2001, άκουσα ότι την είχαν πυροβολήσει στη Sri Lanka. Όταν επικοινωνήσαμε, είχε μεταβεί στις ΗΠΑ, περιμένοντας την επέμβαση στο τραυματισμένο μάτι της. ‘Δε μπορώ να κλάψω’, μου είπε. ‘Και πρέπει, γιατί λαμβάνω συνέχεια μηνύματα από τους Ταμίλ [εθνογλωσσική ομάδα], που θέλουν να μου δωρίσουν ένα δικό τους μάτι.’ Ο χειρουργός βρήκε ένα θραύσμα έξι χιλιοστών, σφηνωμένο στο οπτικό της νεύρο. Το κάλυπτρο που φορούσε από τότε, έγινε σήμα κατατεθέν της, έμβλημα γενναιότητας.

(σελ. xv) Διάσημη πια, την αναζητούσαν, της απένειμαν βραβεία, αλλά εκείνη αδυνάτιζε και γινόταν απρόβλεπτη. Όταν συναντηθήκαμε στο Ιράκ, μετά την αμερικανική εισβολή το 2003, το πρόσωπό της έμοιαζε πιο βαθιά χαραγμένο. Ένα απόγευμα στο Λονδίνο μοιραστήκαμε μια πλατφόρμα μπροστά σε ένα κοινό ακτιβιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Μια συμπαθής νεαρή γυναίκα από το ακροατήριο ρώτησε πώς τα βγάζαμε πέρα με το τραύμα του να καλύπτουμε συγκρούσεις. Είναι μια ερώτηση, που οι ανταποκριτές σε εμπόλεμες ζώνες απεχθάνονται – θέλαμε πραγματικά να αποκαλύψουμε τα βαθύτερά μας συναισθήματα σε ένα αμφιθέατρο αγνώστων ένα απόγευμα Πέμπτης; Η Marie κι εγώ ανταλλάξαμε ματιές. ‘Με τη Lindsey πηγαίνουμε σε μπαρ και πίνουμε’, απάντησε αργά με την προφορά της Ανατολικής Ακτής, που ποτέ δεν έχασε και αρχίσαμε να γελάμε. Μερικές φορές δεν ήταν τόσο αστείο. Είχα εξοργιστεί όταν εμφανίστηκε με δύο ώρες καθυστέρηση και έχοντας πιει παραπάνω για μια συνέντευξη, που είχα κανονίσει στο Λονδίνο, με έναν ακτιβιστή από το Ιράν. Τη συγχώρεσα, φυσικά – όλοι τη συγχωρούσαν – είχε ένα χάρισμα να σε κάνει να αισθάνεσαι ενθουσιασμένος, που σε θεωρούσε φίλο της.

Harper Press, 2012

Harper Press, 2012

Την ήξερα με τον εύκολο τρόπο που γνωρίζεις κάποιον, με τον οποίο μοιράζεσαι περιπέτειες και την έξαψη της επιβίωσης, όταν η βόμβα εκρήγνυται μόλις αφότου έφυγες, ή πλήττει ένα άδειο κτίριο στο τέλος του δρόμου, που δεν σε προλαβαίνει για λίγα μέτρα ή λεπτά. Είχα μικρή ιδέα για τη σκοτεινή πλευρά, τους δύο γάμους που δεν κράτησαν και τη διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD), που την ταλαιπωρούσε.

Την εβδομάδα μετά τον θάνατό της, βρήκα μια κοινή μας φωτογραφία του 2002, την επόμενη χρονιά από την απώλεια της όρασής της στο αριστερό μάτι, στα συντρίμμια ενός παλαιστινιακού προσφυγικού καταυλισμού στη Jenin, που είχαν μόλις καταστρέψει ισραηλινές μπουλντόζες. H Marie φορά ένα ανοιχτό γαλάζιο τζιν πουκάμισο, γκρι τζιν, με το μέρος του αριστερού ματιού καλυμμένο, κρατώντας σημειωματάριο στο ένα χέρι και στυλό στο άλλο. Εγώ είμαι με το μωβ πουκάμισο και το σκούρο μπλε παντελόνι. Μέσα στη σκόνη, μοιάζουμε κουρασμένες και χαρούμενες – που είναι ακριβώς αυτό που ήμασταν – ενωμένες με μια έντονη δημοσιογραφική ορμή να βρούμε το θέμα και ικανοποιημένες, που συναντηθήκαμε κι εκεί τυχαία. Οι φωτογραφίες εκείνης της συνάντησης είναι οι μόνες που έχω να μας απεικονίζουν μαζί.

Την είχα γνωρίσει τόσο φευγαλέα – δείπνο στην Τρίπολη της Λιβύης, μια κοινή διαδρομή με αναταράξεις κατά μήκος της Δυτικής Όχθης, ποτό στην Ιερουσαλήμ – και τώρα είχε φύγει.” (σελ. xv)

(σελ. 3) “Ζούσε με άσχημα όνειρα για πολλά χρόνια, όμως ο εφιάλτης ο οποίος επανερχόταν είχε να κάνει με τον φόβο και την αναποφασιστικότητα, που συνόδευαν τον τραυματισμό της στη Sri Lanka. Τα μέλη της κοινότητας των Ταμίλ, οδηγώντας την από σημείο όπου είχαν τον έλεγχο οι αντάρτες, σε χώρο υπό την εποπτεία των κυβερνητικών δυνάμεων, έπεσαν πάνω σε περιπολία του στρατού. Ενώ οι συνοδοί της κατευθύνθηκαν προς τη ζούγκλα, από όπου είχαν ξεκινήσει, η Marie παρέμεινε στο έδαφος για περίπου μισή ώρα καθώς οι σφαίρες σφύριζαν δίπλα της, μόνη και πετρωμένη, πριν πάρει τη μοιραία απόφαση να αναφωνήσει: ‘Δημοσιογράφος, Αμερικανίδα δημοσιογράφος’, σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. Ένας στρατιώτης της πέταξε μια χειροβομβίδα. Άρχισε να μπουσουλάει προς το μέρος τους, ζητώντας ένα γιατρό. Της φώναζαν να σταθεί όρθια και να βγάλει το μπουφάν της. (σελ. 4)

Στον εφιάλτη, ο χρόνος παγώνει πριν δεχθεί το χτύπημα και εικόνες από άλλες συρράξεις, που είχε καλύψει περνούσαν μπροστά από τα μάτια της: ένας ηλικιωμένος άνδρας με δυσκολία στην αναπνοή σε ένα υπόγειο στην Τσετσενία, που είχε δεχτεί χτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού του από ρωσική ρουκέτα, το σώμα ενός αγρότη με φθαρμένο μάλλινο κοστούμι κάτω από ένα θάμνο στο Κόσοβο, μια νεαρή Παλαιστίνια που είχε δει να πεθαίνει από πυροβολισμούς στη Βηρυτό. Το ανθρώπινο σώμα, εύθραυστο και τσακισμένο. Το δικό της σώμα. Η Marie Colvin πήγε στη Sri Lanka τον Απρίλιο του 2001, όταν κανένας ξένος ανταποκριτής δεν είχε μεταδώσει από μέρη υπό τον έλεγχο των Τίγρεων Ταμίλ για διάστημα έξι χρόνων. Μέσα σε δύο δεκαετίες πολέμου, περίπου 83.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν εκεί.”

Γεννημένη στις 12 Ιανουαρίου 1956 στην Astoria, Queens πέρασε την παιδική της ηλικία στην Oyster Bay του Long Island σε μια οικογένεια δασκάλων, της μεσαίας τάξης με ιρλανδικές και σκωτσέζικες ρίζες, που υποστήριζε τους Δημοκρατικούς. Οι ασκήσεις προστασίας από πυρηνική επίθεση (nuclear drills), η δολοφονία του προέδρου J. F. Kennedy, του Martin Luther King, το σκάνδαλο Watergate, o πόλεμος στο Βιετνάμ διαμόρφωσαν την πολιτική της σκέψη. Πριν τελειώσει το σχολείο, ταξίδεψε στο Ρίο ντε Τζανέιρο, με ένα πρόγραμμα πολιτιστικής ανταλλαγής, όταν η εξουσία στη Βραζιλία βρισκόταν στα χέρια της στρατιωτικής δικτατορίας, που κράτησε μέχρι το 1985. Ακόμη, στο Μεξικό, όπου επισκέφθηκε τα ορυχεία αργύρου, μην μπορώντας να πιστέψει ότι οι εργάτες πληρώνονταν 25 cents την ώρα.

Έγινε δεκτή στο Κολλέγιο Silliman του πανεπιστημίου του Yale, που ανήκει στη λεγόμενη Ivy League των πανεπιστημίων με κοινωνική αίγλη, τα οποία θεωρείται ότι πήραν αυτό το όνομα τη δεκαετία του 1930 από τον αναρριχώμενο κισσό (ivy) στα κτίρια εκεί. Είχαν περάσει μόλις πέντε χρόνια από το 1969, όταν το Yale άρχισε να δέχεται να φοιτήσουν γυναίκες. Γνωρίστηκε με τον Bobby Shriver, γιο της Eunice Shriver, αδερφής του προέδρου Kennedy, που της πρότεινε να δοκιμάσει να δουλέψει για την εφημερίδα του πανεπιστημίου Yale Daily News. Εκείνο το εξάμηνο κυκλοφόρησε και το αντίστοιχο περιοδικό, όπου ξεκίνησε να γράφει κριτική για θεατρικές παραγωγές, ταινίες, μια εκδήλωση ανάγνωσης από τον ποιητή της γενιάς των ‘Beat’ Allen Ginsberg. Σε συνέντευξη που της παραχώρησε, υπογράμμισε ότι η επίσημη προπαγάνδα επεδίωκε να δυσφημίσει τους ακτιβιστές του ‘60, τροφοδοτώντας με αυτό τον τρόπο την απογοήτευση, που οδήγησε στον κυνισμό και την απάθεια της δεκαετίας του ‘70.

Ο πατέρας της, που είχε καταταγεί στους πεζοναύτες, πέθανε από καρκίνο πριν εκείνη αποφοιτήσει, μαθαίνοντάς της ότι ‘Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΗ’. Διάλεξε ένα μάθημα πάνω στην Πολιτική της Δημοσιογραφίας, ετοιμάζοντας μια εργασία σχετικά με την καθημερινή εφημερίδα ‘Granma’ της Κούβας και μια ακόμη στην οποία ασκούσε κριτική στην Wall Street Journal. Σε ένα άλλο, εξασκήθηκε στο να γράφει τηλεοπτικά σενάρια με βάση τις μεταδόσεις της Hilary Brown για το ABC, η οποία ήταν μία από τις λίγες ρεπόρτερ που κάλυψαν τον πόλεμο του Βιετνάμ. Εκείνο, όμως, που φαίνεται να την καθόρισε αφορούσε τη συγγραφή, που δίδασκε ο βραβευμένος με Pulitzer δημοσιογράφος John Hersey. Γεννημένος στην Κίνα, είχε μεταφέρει τα γεγονότα του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου σε Ευρώπη και Ασία, ενώ ήταν γνωστός για το ότι κατάφερνε να χρησιμοποιεί τεχνικές, που είχαν συνδεθεί με τη μυθοπλασία, χωρίς να γράφει σε αυτό είδος. Τους έδινε να διαβάζουν από το προφίλ του Leo Tolstoy, που φιλοτέχνησε ο Maxim Gorky μέχρι ένα απόσπασμα από το βιβλίο της Nora Ephron ‘Crazy salad’.

Τον ενδιέφερε η αλήθεια περισσότερο από την ισορροπία και προτιμούσε τους χαρακτήρες και την αφήγηση από τη συγκέντρωση πληροφοριών, που διδάσκεται ως βασική στις σχολές δημοσιογραφίας. Στοχεύοντας στη σαφήνεια στην έκφραση, παρέπεμπε στο λεξικό χρήσης της σύγχρονης αγγλικής του Fowler, περνώντας χρόνο με τον κάθε φοιτητή ξεχωριστά για να διορθώνει αδέξιες διατυπώσεις και σημειώνοντας τα σχόλια του στο περιθώριο με μολύβι, στην περίπτωση που η συζήτηση με τον φοιτητή τον έκανε να αλλάξει γνώμη.

Η Marie έλεγε πάντα ότι το βιβλίο του J. Hersey για τη Χιροσίμα ήταν το καλύτερο αντιπολεμικό, που είχε διαβάσει ποτέ. Ήξερε ότι ήθελε να γίνει δημοσιογράφος, όμως τώρα γνώριζε και τι είδους. ‘Αυτό θέλω να κάνω, να διηγούμαι τέτοιες μεγάλες ιστορίες, με αυτό τον τρόπο.’, είπε σε μια φίλη της. Χωρίς να υπεισέρχεται στα επιχειρήματα υπέρ και κατά της ατομικής βόμβας ούτε στη στρατηγική πίσω από τη χρήση της, επέτρεπε στην εμπειρία των ανθρώπων να αναδυθεί, αποκαλύπτοντας τον αντίκτυπο των πολιτικών και στρατιωτικών αποφάσεων πάνω τους. Με απλές προτάσεις περιέγραψε τι έκανε ο καθένας από τους επιζώντες τη στιγμή που έπεσε η βόμβα, σα να ήταν χαρακτήρες μιας ιστορίας και όχι ενός ρεπορτάζ, ζωντανεύοντας τον πόνο και το σάστισμα, που ακολούθησαν. Σε μια συνέντευξη στο περιοδικό Paris Review το 1986 είχε αναφέρει ως πηγή έμπνευσης το μυθιστόρημα του Thornton Wilder ‘Η γέφυρα του San Luis Rey’, το οποίο διαδραματίζεται στο Περού. Δε συμπαθούσε το κύμα της ‘Νέας Δημοσιογραφίας’ (New Journalism), που ήταν της μόδας, με κύριους εκπροσώπους τον Norman Mailer και τον Tom Wolfe.

Μετά την αποφοίτηση, η Marie μετακόμισε στον 43ο όροφο μιας πολυκατοικίας στο Hell’s Kitchen της Νέας Υόρκης και δούλευε σαν freelancer, μέχρι που ανέλαβε να επιμελείται το newsletter για τα μέλη του πιο γνωστού αμερικανικού συνδικάτου ‘Teamsters’, επικεφαλής του οποίου ήταν ο Jimmy Hoffa, που είχε εξαφανιστεί τρία χρόνια πριν, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Κατάλαβε αμέσως ότι στα μέλη δεν άρεσε να διαβάζουν ξερές ανακοινώσεις, αλλά να βλέπουν δικές τους φωτογραφίες και ιστορίες δημοσιευμένες.

Στην ιρλανδική pub ‘Lion’s Head’, που προσέλκυε ‘πότες με προβλήματα συγγραφής’ και ήταν διακοσμημένη με εξώφυλλα βιβλίων δημοσιογράφων, οι οποίοι σύχναζαν εκεί όταν τελείωναν τη βάρδια τους σε πρακτορεία και εφημερίδες, όπως οι ‘New York Post’ και ‘Newsday’ γνωρίστηκε και συνδέθηκε συναισθηματικά με τον Paddy Sullivan της ‘Daily News’. Στα διαλείμματα από την ιστιοπλοΐα, μέσω του κύκλου του, κανόνισε μια συνέντευξη και ξεκίνησε να δουλεύει ως ρεπόρτερ γενικών καθηκόντων (general assignment) στο πρακτορείο United Press International (UPI), στην πόλη Trenton, πρωτεύουσα της πολιτείας New Jersey, όπου ταξίδευε με το τρένο στις αρχές του 1981. Σε αντίθεση με το πρακτορείο Associated Press (AP), που θεωρείται πιο καθωσπρέπει – εξηγεί η Lindsey Hilsum – το UPI είχε έναν χίπστερ αέρα. H Marie έμαθε την τεχνολογία της εποχής, κοιμόταν στο γραφείο όταν υπήρχε ένα μεγάλο θέμα, ωστόσο οι απαιτήσεις του καθημερινού ρεπορτάζ, είχαν ως αποτέλεσμα να μη μένει χρόνος για πρωτότυπες έρευνες.

Πήρε μετάθεση για το γραφείο της Νέας Υόρκης και, στη συνέχεια, της Ουάσινγκτον, όπου ασχολούταν με τα διεθνή και συνεργαζόταν με τον Lucien Carr, μέλος της ομάδας των ‘Βeat’, ο οποίος λειτούργησε σαν μέντοράς της. Λέγεται ότι ο ‘Lou’, όπως ήταν το υποκοριστικό του, είχε δώσει στον Jack Kerouac το κίτρινο χαρτί τηλέτυπου σε ρολό, που χρησιμοποιούσαν στο UPI, πάνω στο οποίο έγραψε το 1951 το ‘Στον δρόμο’ (On the road). Το ιδιαίτερο ταλέντο του ήταν ότι διέκρινε την ουσία μιας ιστορίας αμέσως, εστιάζοντας στον καλύτερο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να ειπωθεί και να ‘πλασαριστεί’, ώστε οι ειδήσεις να γίνονται συναρπαστικές – και όχι απλά ενημερωτικές. Γευμάτισαν με τον William Burroughs και τον Allen Ginsberg, έμεναν μαζί, της άρεσε ότι ήταν ο τύπος που προτιμούσε την καταιγίδα από τη νηνεμία, ενώ παράλληλα η ίδια νοιαζόταν για τη δουλειά εμμονικά, με μεταπτώσεις κατά τη διάρκεια της μέρας. ‘Είσαι ο γιος του πατέρα σου. Αυτό εξηγεί πολλά, το γιατί είσαι τόσο αγοροκόριτσο’, της είπε μια φορά.

κοντά στη Ζάκυνθο, 2007 / Richard Flaye, Pinterest

κοντά στη Ζάκυνθο, 2007 / Richard Flaye, Pinterest

Ονειρευόταν να ακολουθήσει τα βήματα της Oriana Fallaci, που συμμετείχε στην αντίσταση κατά του Μουσολίνι, πριν ξεκινήσει μια δημοσιογραφική καριέρα κάλυψης πολέμων και επανάστασης. Όπως και της Martha Gellhorn, που παρακολούθησε μεταξύ άλλων, την άνοδο του φασισμού στην Ευρώπη τη δεκαετία του 1930 και είχε υπάρξει παντρεμένη με τον Ernest Hemingway, ο οποίος λέγεται ότι την είχε ρωτήσει: ‘Είσαι πολεμική ανταποκρίτρια ή γυναίκα στο κρεβάτι μου;’

Πλησιάζοντας τα τριάντα, αισθανόταν ότι είχε βαλτώσει, άρχισε να βελτιώνει τα γαλλικά της και έκανε αίτηση για επικεφαλής του γραφείου του UPI στο Παρίσι. Ανάμεσα σε κοκτέιλ πάρτυ, συνεντεύξεις με πολιτικούς, διπλωμάτες και επιχειρηματίες, συζητούσαν με μια συνάδελφο για τα θέματα με τα οποία ήθελαν πραγματικά να καταπιαστούν: την κρίση με τους ομήρους στον Λίβανο, τις αεροπειρατείες, τον πόλεμο ανάμεσα στους Σοβιετικούς και τους μουτζαχεντίν, που υποστήριζε η Δύση στο Αφγανιστάν.

Με την ευκαιρία του εορτασμού εικοσιπέντε χρόνων στην εξουσία του βασιλιά Hassan, βρέθηκε στο Μαρόκο με ένα αντίγραφο του βιβλίου του Elia Canetti ‘Voices of Marrakesh’. Στη Villa Taylor, όπου το 1943 ο W. Churchill είχε προσκαλέσει τον σκεπτικό Fr. D. Roosevelt να δουν το ηλιοβασίλεμα, στο περιθώριο μιας συνάντησης στην Καζαμπλάνκα, που αφορούσε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, γνωρίστηκε με τον ανταποκριτή των Sunday Times του Λονδίνου David Blundy.

Θεωρούταν τότε θρύλος, έχοντας καλύψει συρράξεις στη Β. Ιρλανδία, την κεντρική Αμερική, τη Μέση Ανατολή, την πείνα στην Αιθιοπία, τις εκτελέσεις που διέπρατταν κυβερνητικές δυνάμεις στη Ζιμπάμπουε. Όταν του ανέφερε ότι εργάζεται για το UPI, εκείνος σχολίασε ‘Α, μια πραγματική δημοσιογράφος’. Στην αρχή του ταξιδιού, όταν οι άλλοι ρεπόρτερ διηγούνταν ιστορίες πολέμου, η Marie αισθανόταν σαν το μικρό κορίτσι ανάμεσά τους. Γυρίζοντας, ήταν μία από εκείνους.

Τρεις μέρες αφότου επέστρεψε στο Παρίσι, έλαβε πρόσκληση με μια ομάδα δημοσιογράφων να μεταβεί στην Τρίπολη της Λιβύης. Είχε προηγηθεί ένα διεθνές συνέδριο, από το βήμα του οποίου ο στρατηγός Muammar Gaddafi, που ανήλθε στην εξουσία το 1969, είχε προτείνει τη συγκρότηση μιας διεθνούς επαναστατικής δύναμης εναντίον των ΗΠΑ και του προέδρου Ronald Reagan, με ανταλλαγές πυρών να σημειώνονται μεταξύ των δύο χωρών σε αέρα, θάλασσα και ξηρά τον Μάρτιο του 1986. Ξαφνικά, η Marie Colvin δεν ήταν μια ανώνυμη ρεπόρτερ ενός πρακτορείου ειδήσεων, αλλά η θαρραλέα δημοσιογράφος που πήρε συνέντευξη από τον Muammar Gaddafi καθώς τα αμερικανικά αεροπλάνα ετοιμάζονταν να βομβαρδίσουν τη χώρα του, ξεκινώντας στις 14 Απριλίου από την Benghazi στα ανατολικά. Παρόλο που οι συνομιλίες τους ήταν η αποκλειστικότητα της χρονιάς για το πρακτορείο, το UPI αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα επιβίωσης.

Στη Βρετανία, ο Rupert Murdoch έχοντας αγοράσει τους Times και τους Sunday Times το 1981, μετέφερε τα γραφεία από την Fleet Street στην περιοχή Wapping του ανατολικού Λονδίνου και αποφάσισε να εκμοντερνίσει τη διαδικασία έκδοσης, κάτι που συνεπαγόταν απώλεια θέσεων εργασίας για τους τυπογράφους (printers). Με τους δημοσιογράφους να είναι μοιρασμένοι στην υποστήριξή τους, η Sunday Telegraph πρότεινε στον David Blundy να εργαστεί ως ανταποκριτής της στην Ουάσινγκτον. Αποχωρώντας από τους Sunday Times μετά από δεκαέξι χρόνια, άφησε ένα σημείωμα όπου έγραφε μεταξύ άλλων: ‘Θα μου λείψει η Μέση Ανατολή – εκτός από το Ιράκ, την Ιορδανία, τη Λιβύη, το Σουδάν, το Ισραήλ και τη δυτική Βηρυτό – στο Μαρόκο ήταν εντάξει. Ξέρω ότι την αφήνω σε πιο λεπτεπίλεπτα, και ίσως, περισσότερο άξια χέρια από τα δικά μου’. Έδωσε στη Marie Colvin, που έφτασε στο Λονδίνο τον Σεπτέμβριο του 1986, το μαύρο σημειωματάριο με τις επαφές του – ο ίδιος βρήκε τον θάνατο στη χώρα της κεντρικής Αμερικής El Salvador το Νοέμβριο του 1989.

Εκείνη έπιασε το νήμα, από εκεί που το είχε αφήσει η Virginia Cowles, καλύπτοντας για την ίδια εφημερίδα τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ο ανταποκριτής της στο Βιετνάμ Nicholas Tomalin, γνωστός για ένα από τα πρώτα άρθρα που παρουσίαζαν τον συνηθισμένο τρόπο, με τον οποίο οι αμερικανικές δυνάμεις σκότωναν άμαχους με τίτλο: ‘The General goes zapping Charlie Cong’. Ο τελευταίος έχασε τη ζωή του το 1973 από συριακό πύραυλο κατά τη διάρκεια του αραβοϊσραηλινού πολέμου Yom Kippur.

H Annie Lennox, που έγραψε ‘Why do these cold stars burn bright’ στο soundtrack της ταινίας ‘A private war’ σε σκηνοθεσία του Matthew Heineman, θεωρεί ότι μια βιογραφία για τη Marie Colvin (Rosamund Pike) μοιάζει με προσπάθεια να αιχμαλωτιστεί ο κεραυνός σε ένα μπουκάλι. Η Lindsey Hilsum το επιχειρεί.

κεντρική φωτογραφία: Getty Images 

Leave a reply

0 %