Leonardo da Vinci: Ο Μυστικός Δείπνος
Στο ‘Χρονικό της Τέχνης’ ο E. M. Gombrich αναλύει τον Μυστικό Δείπνο (1495 – 8) του Λεονάρντο ντα Βίντσι (μετάφραση Λίνας Κάσδαγλη, Moρφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2002, σελ. 296-300 > α’ κυκλοφορία στα αγγλικά: 1950).
“Το δυστύχημα ήταν πως τα λίγα έργα, που ο Λεονάρντο ντα Βίντσι ολοκλήρωσε στην ωριμότητά του έφτασαν ως εμάς σε πολύ κακή κατάσταση. Έτσι, όταν κοιτάμε την ξακουστή τοιχογραφία του πρέπει να προσπαθήσουμε να αναλογιστούμε πώς ήταν όταν την έβλεπαν οι καλόγεροι, για τους οποίους έγινε. Το έργο σκεπάζει τον τοίχο μιας ορθογώνιας αίθουσας, που χρησιμοποιούσαν για τραπεζαρία οι καλόγεροι του μοναστηριού της Santa Maria delle Grazie στο Μιλάνο. Πρέπει να φανταστούμε τα αποκαλυπτήρια της τοιχογραφίας, όταν πλάι στα μακρόστενα τραπέζια των μοναχών παρουσιάστηκε το τραπέζι του Χριστού με τους Αποστόλους.
Ποτέ άλλοτε δεν είχε μετουσιωθεί το ιερό επεισόδιο με τρόπο τόσο προσιτό και φυσικό. Ήταν σα να είχε προστεθεί πλάι στην αίθουσα ένας άλλος χώρος, όπου ο Μυστικός Δείπνος πήρε μορφή απτή. Πόσο καθαρά έπεφτε το φως επάνω στο τραπέζι, κάνοντας τις μορφές να μοιάζουν σφαιρικές και στέρεες!
Το πρώτο πράγμα, που θα έκανε ίσως εντύπωση στους μοναχούς ήταν η φυσικότητα, με την οποία είχαν αποδοθεί όλες οι λεπτομέρειες, τα πιάτα πάνω στο τραπεζομάντηλο και οι πτυχές στα ρούχα. Τότε – όπως και τώρα – οι απλοί άνθρωποι έκριναν τα έργα της τέχνης ανάλογα με το πόσο έμοιαζαν με τη φύση. Αυτή, όμως, δεν μπορούσε να ήταν παρά η πρώτη αντίδραση. Αφού θα είχαν θαυμάσει αρκετά αυτή την εκπληκτική ψευδαίσθηση της πραγματικότητας, οι μοναχοί θ’ άρχιζαν να εξετάζουν τον τρόπο, με τον οποίο παρουσίασε τη σκηνή ο Λεονάρντο ντα Βίντσι.
Τίποτε σε αυτό το έργο δε θύμιζε παλαιότερες παραστάσεις του ίδιου θέματος. Στις παραδοσιακές εκδοχές, οι Απόστολοι κάθονταν ήρεμα, στη σειρά, στο τραπέζι – μόνο ο Ιούδας ξεχώριζε, απομονωμένος – ενώ ο Χριστός πρόσφερε γαλήνια τη Θεία Μετάληψη. Η νέα παράσταση ήταν πολύ διαφορετική. Είχε συγκίνηση και δραματικότητα.
Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, όπως και ο Τζιόττο παλαιότερα, ανέτρεξε στη Γραφή και προσπάθησε να εκφράσει οπτικά τη στιγμή, που ο Χριστός είπε:
* Ορισμένως σας λέω ότι ένας από σας θα με παραδώσει. Και πολύ λυπημένα άρχισε να του λέει ο καθένας: μήπως είμαι εγώ, Κύριε; (Κατά Ματθαίον, Κς’ 21-22)
** Και είχε γείρει ένας από τους μαθητές του στην αγκαλιά του Ιησού, εκείνος που αγαπούσε ο Ιησούς· και του κάνει νόημα ο Σίμων Πέτρος να ρωτήσει για ποιον λέει. (Κατά Ιωάννην, ΙΓ’ 23-24)
Αυτά τα ερωτήματα και τα νεύματα είναι που δίνουν κίνηση στην παράσταση. Ο Χριστός είχε μόλις ξεστομίσει τις τραγικές λέξεις, και οι Απόστολοι που βρίσκονται δίπλα του αποτραβιούνται με τρόμο· μερικοί φαίνονται να τον βεβαιώνουν για την αγάπη και την αθωότητά τους, άλλοι αναρωτιούνται με σοβαρότητα ποιόν εννοεί ο Κύριος, και άλλοι μοιάζουν να τον κοιτάζουν, περιμένοντας κάποια εξήγηση. Ο Πέτρος, ο πιο ορμητικός από όλους, τρέχει προς τον Ιωάννη, που κάθεται στα δεξιά του Χριστού. Ψιθυρίζοντας κάτι στο αυτί του Ιωάννη, σπρώχνει – χωρίς να το θέλει – προς τα μπρος τον Ιούδα, που – ενώ δεν είναι αποκομμένος από τους άλλους, μοιάζει ωστόσο απομονωμένος. Είναι ο μόνος που ούτε ρωτά ούτε χειρονομεί. Σκύβει μπροστά και κοιτά καχύποπτα ή θυμωμένα, δημιουργώντας μια δραματική αντίθεση με τη μορφή του Χριστού, που κάθεται ήρεμος και καρτερικός μέσα στην αναταραχή.
Αναρωτιέται κανείς πόσον καιρό θα πρέπει να χρειάστηκαν οι πρώτοι θεατές για να συνειδητοποιήσουν την τέχνη, που απαίτησε ο έλεγχος αυτής της δραματικής κίνησης. Παρά τη συγκίνηση, που προκάλεσαν τα λόγια του Χριστού, δεν υπάρχει τίποτε το χαώδες στη σύνθεση. Οι δώδεκα Απόστολοι μοιάζουν να σχηματίζουν εντελώς φυσιολογικά τέσσερις ομάδες – η καθεμιά από τρεις – που συνδέονται μεταξύ τους με χειρονομίες και κινήσεις. Υπάρχει τόση τάξη σ’ αυτή την ποικιλία, και τόση ποικιλία σ’ αυτή την τάξη, που είναι αδύνατο να εξαντλήσουμε το αρμονικό παιχνίδι της κίνησης και της αντικίνησης.
Η σύνθεση έχει εκείνη την αβίαστη ισορροπία και αρμονία, που χαρακτήριζε τη γοτθική ζωγραφική και, που προσπάθησαν να ξαναβρούν ο καθένας με τον δικό του τρόπο, ζωγράφοι σαν τον Βαν ντερ Βέυντεν και τον Μποττιτσέλλι. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, όμως, δεν αναγκάστηκε να θυσιάσει το σωστό σχέδιο ή την ακρίβεια της παρατήρησης για να πετύχει ένα ικανοποιητικό περίγραμμα. Αν ξεχάσουμε την ομορφιά της σύνθεσης, βρισκόμαστε ξαφνικά αντιμέτωποι με μια αίσθηση της πραγματικότητας τόσο πειστική και εντυπωσιακή όσο στα έργα του Μαζάτσιο ή του Ντανατέλλο. Και αυτό, όμως, το επίτευγμα – όσο σημαντικό και αν θεωρηθεί – δεν εξηγεί το αληθινό μεγαλείο του έργου. Γιατί, πέρα από τα τεχνικά θέματα, όπως η σύνθεση και η σχεδιαστική ικανότητα, εκείνο που πρέπει να θαυμάσουμε είναι η διεισδυτικότητα του Λεονάρντο ντα Βίντσι σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις των ανθρώπων, και η δύναμη της φαντασίας, που έκανε εφικτή την παρουσίαση της σκηνής.
Κάποιος σύγχρονος μας πληροφορεί πως έβλεπε συχνά τον Λεονάρντο ντα Βίντσι να δουλεύει τον Μυστικό Δείπνο. Ανέβαινε στη σκαλωσιά και στεκόταν μπροστά στην τοιχογραφία μέρες ολόκληρες με σταυρωμένα χέρια, κοιτάζοντας με κριτικό μάτι τι είχε κάνει, πριν προσθέσει μια πινελιά. Το αποτέλεσμα αυτού του στοχασμού είναι, που μας κληροδότησε και, ακόμη και κατεστραμμένος, ο Μυστικός Δείπνος παραμένει ένα από τα μεγάλα θαύματα της ανθρώπινης μεγαλοφυΐας.”
Το Νοέμβριο του 2011 – Φεβρουάριο του 2012 η Εθνική Πινακοθήκη στο Λονδίνο είχε φιλοξενήσει μια σημαντική έκθεση για τον Λεονάρντο ντα Βίντσι

Salvator Mundi (1499 – 1510) / National Gallery, Λονδίνο (2011 – 12)

Lady with an Ermine (1489 – 91) / National Gallery, Λονδίνο (2011 – 12)

Portrait of a Musician (1483 – 87) / National Gallery, Λονδίνο (2011 – 12)

National Gallery, Λονδίνο (2011 – 12)





