psych * analytica

“O Καντ με τον Σαντ: το πιο προβληματικό ζευγάρι της μοντέρνας σκέψης – η Αντιγόνη έσπασε τον φαύλο κύκλο”

Στο άρθρο του ‘Kant και Sade: το Ιδανικό Ζευγάρι’ (Lacanian Ink, nο. 13, 1998) ο Slavoj Zizek παρατηρεί ότι από όλα τα ζευγάρια στην ιστορία της μοντέρνας σκέψης (Φρόυντ και Λακάν, Μαρξ και Λένιν), ο Καντ με τον Σαντ αποτελεί ίσως το πιο προβληματικό. H δήλωση ‘ο Καντ είναι Σαντ’ συνιστά την ‘απόλυτη κρίση’ της μοντέρνας ηθικής, προτείνοντας το σήμα της εξίσωσης ανάμεσα στα δύο ριζικά αντίθετα, όπου η μετουσιωτική, ανιδιοτελής ηθική στάση είναι κάπως ταυτόσημη ή αλληλοεπικαλύπτεται με το να ενδίδει κανείς αχαλίνωτα στην απολαυστική βία. Πολλά – ίσως τα πάντα διακυβεύονται εδώ: υπάρχει μια γραμμή, που συνδέει την καντιανή φορμαλιστική ηθική με τη βάναυση μηχανή θανάτου του Άουσβιτς; Είναι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι σκοτωμοί και οι γενοκτονίες ως ουδέτερη επιχείρηση το εγγενές αποτέλεσμα της επιμονής του Διαφωτισμού στην αυτονομία της Λογικής; Διαπιστώνεται τουλάχιστον έγκυρη γενεαλογία από τον Σαντ στα φασιστικά βασανιστήρια, όπως υπονοεί η φιλμική εκδοχή του Pier Paolo Pasolini (1922 – 1975) για το Salò; Ο Ζ. Λακάν ανέλυσε αυτή τη σύνδεση πρώτα στο Σεμινάριο για την ‘Ηθική της Ψυχανάλυσης’ (1958-9) και μετά στα ‘Écrits’ το 1963.”

Για τον Ζ. Λακάν, όπως εξηγεί ο φιλόσοφος Σλ. Ζίζεκ, ο Σαντ ανέπτυξε την έμφυτη δυναμική της καντιανής φιλοσοφικής επανάστασης. “Σήμερα στη μετα-ιδεαλιστική φροϋδική εποχή μας, δεν ξέρουμε όλοι ποιο είναι το νόημα αυτού του ‘μαζί’; Η αλήθεια της καντιανής ηθικής αυστηρότητας είναι ο σαδισμός του Νόμου, ο καντιανός Νόμος γίνεται αντιληπτός ως παρέμβαση του υπερεγώ, που σαδιστικά απολαμβάνει το αδιέξοδο του υποκειμένου, την ανικανότητά του να ανταποκριθεί στις αδιάλλακτες απαιτήσεις, όπως ο παροιμιώδης δάσκαλος, που βασανίζει τους μαθητές με αδύνατες εργασίες και μυστικά απολαμβάνει τις αποτυχίες τους; Ωστόσο, το επιχείρημα του Ζ. Λακάν είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτή την πρώτη συσχέτιση: δεν ήταν ο Καντ ένας κρυφός σαδιστής, αλλά ο Σαντ ένας κρυφός Καντιανός.

Το επόμενο επιχείρημα του Ζ. Λακάν είναι ότι αυτή η συγκεκαλυμμένη σαδική διάσταση ενός ‘ηθικού (σεξουαλικού) πάθους’ ενυπάρχει στο καντιανό θεωρητικό οικοδόμημα. Η βασική ιδέα, που μας επιτρέπει να διακρίνουμε τα μοτίβα του ‘Σαντ στον Καντ’ είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Καντ αντιλαμβάνεται τη σχέση ανάμεσα στα συναισθήματα και τον ηθικό Νόμο.

Αν και ο Καντ επιμένει στο πλήρες κενό μεταξύ των παθολογικών συναισθημάτων και της αμιγούς μορφής του ηθικού Νόμου, ένα a priori συναίσθημα, που το υποκείμενο κατ’ ανάγκη βιώνει όταν έρχεται αντιμέτωπο με την προσταγή του ηθικού Νόμου είναι ο πόνος της ταπείνωσης. Ακολουθώντας τον Ζ. Λακάν, αυτή η προνομιούχα θέση για τον πόνο στον Καντ ως το μόνο εκ των προτέρων συναίσθημα συνδέεται στενά με την έννοια του πόνου στον Σαντ (βασανισμός και ταπείνωση του άλλου) ως ο προνομιακός τρόπος πρόσβασης στη σεξουαλική απόλαυση (το επιχείρημα του Σαντ είναι ότι πρέπει να δίνεται προτεραιότητα στον πόνο έναντι της ευχαρίστησης επειδή μπορεί να διαρκέσει σχεδόν αέναα).

ο Pier Paolo Pasolini στα γυρίσματα του Salò, 120 Ημέρες στα Σόδομα

ο Pier Paolo Pasolini στα γυρίσματα του Salò, 120 Ημέρες στα Σόδομα

Eίναι μέσα από τον κεντρικό ρόλο του πόνου στην ηθική εμπειρία του υποκειμένου, που ο Ζ. Λακάν εισάγει τη διαφορά ανάμεσα στο ‘υποκείμενο της εκφοράς (enunciation)’, που διατυπώνει κάτι και το ‘υποκείμενο αυτού, το οποίο αρθρώνεται (δήλωση)’, (δηλαδή, η συμβολική ταυτότητα, που το υποκείμενο αναλαμβάνει διαμέσου και μέσα στην ανακοίνωσή του): ο Καντ δεν καταπιάνεται με την ερώτηση του ποιος είναι το ‘υποκείμενο της εκφοράς’ του ηθικού Νόμου, που θα επικοινωνήσει τη χωρίς όρους ηθική εντολή – μέσα από την προοπτική του. Για εκείνον, κάτι τέτοιο είναι χωρίς νόημα, αφού ο ηθικός Νόμος είναι μια απρόσωπη διαταγή, ‘που έρχεται από το πουθενά’, τίθεται τελικά αυτοβούλως και αναλαμβάνεται αυτόνομα από το ίδιο το υποκείμενο. Μέσα από την παραπομπή στον Σαντ, ο Ζ. Λακάν διαβάζει την απουσία στον Καντ ως πράξη του να καθίσταται αόρατος, να ‘απωθείται’ αυτός που εκφράζει τον ηθικό Νόμο και είναι ο Σαντ, που τον κάνει ορατό στη φιγούρα του ‘σαδιστή’ εκτελεστή – βασανιστή, αυτός είναι που προφέρει τον ηθικό Νόμο, που βρίσκει απόλαυση στον πόνο και την ταπείνωση του ηθικού υποκειμένου. Ο Σαντ καταφέρνει να σπάσει τη σύνδεση ανάμεσα σε δύο στοιχεία, που στα μάτια του Καντ είναι συνώνυμα: την έκφραση μιας ηθικής εντολής χωρίς όρους και την ηθική της γενίκευση.

H αποφασιστική ερώτηση για τον Σλ. Ζίζεκ είναι εάν ο καντιανός ηθικός Νόμος μεταφράζεται στο φροϋδικό υπερεγώ ή όχι. “Στην περίπτωση που η απάντηση είναι ναι, τότε ‘ο Καντ με τον Σαντ’ στην πραγματικότητα σημαίνει ότι ο Σαντ είναι η αλήθεια της καντιανής ηθικής. Εφόσον, όμως, ο καντιανός ηθικός Νόμος δε μπορεί να ταυτιστεί με το υπερεγώ (αφού, όπως περιγράφει ο Ζ. Λακάν προς το τέλος των ‘Τεσσάρων Θεμελιακών Εννοιών στην Ψυχανάλυση’, ο ηθικός Νόμος είναι ισοδύναμος με την ίδια την επιθυμία, ενώ το υπερεγώ θρέφεται ακριβώς από την υποχώρηση του υποκειμένου σε ό,τι αφορά την επιθυμία του / της, δηλαδή η ενοχή, που προξενεί το υπερεγώ συνηγορεί στο ότι το υποκείμενο έχει κάπου προδώσει ή κάνει συμβιβασμό στην επιθυμία του), τότε ο Σαντ δεν είναι όλη η αλήθεια της καντιανής ηθικής, αλλά μια μορφή διεστραμμένης πραγμάτωσής της.”

O Ζ. Λακάν, συνεχίζει ο Σλ. Ζίζεκ “ανατρέχει στη φιλοσοφία του Καντ σαν το απαραίτητο σημείο αναφοράς της ψυχαναλυτικής ηθικής του καθήκοντος ‘πέρα από το Καλό’. Σύμφωνα με τη συμβατική ψευδο-χεγκελιανή κριτική, η καντιανή καθολική ηθική της κατηγορικής προσταγής αποτυγχάνει να λάβει υπόψη τη χειροπιαστή ιστορική κατάσταση, στην οποία είναι ενσωματωμένο το υποκείμενο και η οποία παρέχει το συγκεκριμένο περιεχόμενο του Καλού: αυτό που διαφεύγει στον καντιανό φορμαλισμό είναι η ιστορικά προσδιορισμένη, ιδιαίτερη Ουσία της ηθικής ζωής.

Σε μια τελική μεταστροφή, ο Ζ. Λακάν υπονομεύει τη θέση ‘ο Σαντ ως η αλήθεια του Καντ’. Δεν είναι τυχαίο ότι στο ίδιο Σεμινάριο, όπου πρώτα ανέπτυξε τον εγγενή σύνδεσμο ανάμεσα στον Καντ και τον Σαντ συμπεριλαμβάνει την αναλυτική κατανόηση της Αντιγόνης και το περίγραμμα της ηθικής πράξης, που με επιτυχία αποφεύγει την παγίδα της σαδικής διαστροφής ως κρυμμένης αλήθειας, μιας που εκείνη δεν υπακούει στη διαταγή ενός σαδιστή εκτελεστή, η οποία την ταπεινώνει. Οπότε, η βασική προσπάθεια του Σεμιναρίου του Ζ. Λακάν για την ‘Ηθική της Ψυχανάλυσης’ είναι ακριβώς να διαρραγεί ο φαύλος κύκλος του Καντ με τον Σαντ.”

αφίσα σχετικής εκδήλωσης της Νέας Λακανικής Σχολής στο Λονδίνο

αφίσα σχετικής εκδήλωσης της Νέας Λακανικής Σχολής στο Λονδίνο

“Η Hannah Arendt έδειξε με τις ανταποκρίσεις της για τη δίκη του Adolf Eichmann το 1961 πως εκείνος έλεγε την αλήθεια όταν υποστήριζε πως είναι καντιανός επειδή, όπως το αντιλαμβανόταν, η μοχθηρία μιας διαταγής δεν ήταν τίποτα μπροστά στην επιτακτική της δύναμη. Ο Ζ. Λακάν έλεγε το ίδιο πράγμα όταν εξομοίωσε την απόλαυση του Σαντ με την κατηγορική προσταγή του Καντ, γράφει η Élisabeth Roudinesco (στο ‘Jacques Lacan, Outline of a life – History of a system of thought’, Polity, 1999, σελ. 313).

Το κείμενο του Ζ. Λακάν ‘Ο Καντ με τον Σαντ’ (09/’62) προοριζόταν για εισαγωγή του τρίτου τόμου με τα έργα του Σαντ, μεταξύ των οποίων η ‘Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ’, όμως ο εκδότης το θεώρησε δυσανάγνωστο και δημοσιεύτηκε τελικά σαν παρουσίαση του βιβλίου στο περιοδικό Κριτική, nο. 191, τον Aπρίλιο του 1963. Όπως σημειώνει, μεταξύ άλλων, ο ίδιος: “Eίμαστε σε θέση να επερωτήσουμε τον Σαντ, ως κοντινό μας – κάτι που οφείλουμε στην οξυδέρκεια του Pierre Klossowski. Το σαδικό μπουντουάρ αντιστοιχεί με τα μέρη, από τα οποία τα σχολεία της αρχαίας φιλοσοφίας πήραν το όνομά τους: Ακαδημία, Λύκειο, Στοά. O Σαντ είναι το εναρκτήριο βήμα μιας ανατροπής, της οποίας ο Καντ αποτελεί το σημείο καμπής. ‘Η φιλοσοφία στο μπουντουάρ’ του Marquis de Sade (1795) έρχεται οχτώ χρόνια μετά την ‘Κριτική του Πρακτικού Λόγου’ του Ι. Kant (1788) [ενώ μεσολάβησε η Γαλλική Επανάσταση]. Eάν έχοντας δει ότι η μία συμφωνεί με την άλλη, δείξουμε ότι τη συμπληρώνει, θα πούμε ότι δίνει την αλήθεια της ‘Κριτικής’. Mοιάζει τελικά να είναι ένα φυλλάδιο, αλλά δραματικό, όπου ένας φωτισμός στη σκηνή επιτρέπει τόσο στον διάλογο όσο και στις πράξεις να συνεχιστούν μέχρι τα όρια της φαντασίας και χαμηλώνει μια στιγμή για να δώσει χώρο σαν φυλλάδιο μέσα στο φυλλάδιο σε μια διατριβή με τίτλο: ‘Γάλλοι, ακόμη μια προσπάθεια εάν θέλετε να γίνετε αβασίλευτοι δημοκράτες’.

Aς πούμε ότι το νεύρο της διατριβής δίνεται από το μότο, που προτείνει ένα κανόνα για την απόλαυση (jouissance), περίεργος στο ότι μετατρέπεται σε δικαίωμα με την καντιανή έννοια, παριστάνοντας τον καθολικό κανόνα. Aς τον διατυπώσουμε ως εξής: ‘Έχω το δικαίωμα της απόλαυσης πάνω στο σώμα σου – μπορεί να μου πει ο οποιοσδήποτε – και θα το εξασκήσω χωρίς κάποιος περιορισμός να σταματά τα καπρίτσια, που θα έχω την όρεξη να ικανοποιήσω.’ Είναι από τη θέση του Άλλου, που η διαταγή απαιτεί από εμάς. To έργο του Σαντ είναι ικανό να αναστατώσει. Όταν ο νόμος βρίσκεται πραγματικά εκεί, η επιθυμία δεν αντέχει, ωστόσο αυτό συμβαίνει επειδή ο νόμος και η καταπιεσμένη επιθυμία είναι το ίδιο πράγμα – αυτή είναι και η ανακάλυψη του Φρόυντ. O Σαντ, πρώην ευγενής, πoυ πέρασε φυλακισμένος το ένα τρίτο της ζωής του και έμεινε τα τελευταία του δεκατρία χρόνια στο άσυλο Charenton, όπου πέθανε κάνει τον παλιό άξονα της ηθικής να πέσει. Η ‘Φιλοσοφία στο Μπουντουάρ’ παραμένει μια πραγματεία για την εκπαίδευση.”

Comments are closed.

0 %