psych * analytica

Ταξίδι από τα Κύθηρα: “Οι συγκυρίες και οι θεοί δεν ήταν μαζί μας”

Στο βιβλίο ‘Ταξίδι από τα Κύθηρα’ (Kοινός Τόπος Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών και Επιστημών του Ανθρώπου, σειρά συνάψεις, 2010, β’ έκδοση συμπληρωμένη) ο ψυχίατρος – ψυχαναλυτής Θανάσης Τζαβάρας περιγράφει το οδοιπορικό της ασθένειάς του το 2002 στο νησί των Κυθήρων, που απαίτησε τη μεταφορά του στον Ευαγγελισμό και υποδαύλισε ψυχικές διεργασίες, τις οποίες κατάφερε στη συνέχεια να επεξεργαστεί και να περιγράψει. Μια παρόμοια εμπειρία το καλοκαίρι του 2009 μοιράζεται και ο Γάλλος ψυχαναλυτής Jean-Pierre Chartier.

(σελ. 21) “Τα Κύθηρα, θες τώρα για τον μύθο, που τα περιβάλλει, θες για τη χαρακτηριστική τους εκτοπία, είχαν λειτουργήσει για μας, μετά το συνέδριο του Σεπτεμβρίου 2001, σαν ένας εφικτός τόπος ξεκούρασης και αρχής διακοπών. Πάνω σε αυτή τη διαπίστωση – φαντασίωση, φτιάξαμε το 2002 το πρόγραμμα των διακοπών μας, ξεκινώντας ακριβώς από αυτό το νησί, που η αναφορά του και μόνο σε ταξιδεύει. Τέλος πάντων, όλα γίνηκαν έτσι, όπως μπορεί κάποιος να ευχηθεί. Το ταξίδι ήταν χωρίς δυσκολίες, το δε σπίτι στα Φριλιγκιάνικα, που είχαμε νοικιάσει χωρίς να το δούμε, απεδείχθη υπεράνω κάθε προσδοκίας. Ένα παραδοσιακό κτίσμα (σελ. 22) με εσωτερική αυλή, λεμονιές, θολωτό λίβινγκ-ρουμ, τέλος πάντων, σχεδόν ένα σπίτι των ονείρων. Οι ιδιοκτήτες, ένας έλληνας κινηματογραφιστής, με χρόνια ζωής στην Ιταλία, και η ιταλίδα σύζυγός του δημιουργούσαν ατμόσφαιρα οικειότητας, παρέχοντας και αρκετή διεθνή κουλτούρα, με δυο φίλους τους ψυχαναλυτές ιταλούς· ήταν, εν τέλει, μια ατμόσφαιρα που θύμιζε τα κουλτουρέ καλοκαίρια της παλιάς εποχής, όπως παραδείγματος χάριν, στη Σκύρο τριάντα χρόνια πριν. Παρ’ όλα αυτά, η κούραση ήτανε μεγάλη και δεν καταφέρναμε να πιάσουμε εκείνο τον ρυθμό ξεκούρασης, που θα προμηνούσε – πράγματι – το ξεκούραστο και ενδιαφέρον καλοκαίρι, που είχαμε ονειρευτεί.

                                                                *

Μια σχετική δυσφορία, πιθανόν πυρετός και σίγουρα δύσπνοια, με κατέλαβε ήδη τη δεύτερη μέρα της κυθηραϊκής μου διαμονής, και έτσι, πιστός στην ιδεολογία του Εθνικού Συστήματος Υγείας, παρουσιάστηκα στο Κέντρο Υγείας Κυθήρων, όπου ένας συμπαθής νεαρός γιατρός, αφού έκανε σχετικές ακροάσεις και εξετάσεις, με συμβούλεψε να πάρω αντιβιοτικό, πλην όμως, σε ανεπαρκή δόση. Η γενική μου κατάσταση ήταν κάτι σαν το πώς νιώθουμε όταν παθαίνουμε γρίπη, κομμένα δηλαδή τα πόδια, βραχεία αναπνοή και τέτοια. Την επόμενη νύχτα την πέρασα δύσκολα, με ανησυχία και δύσπνοια. Αποφάσισα, πρωί-πρωί, να ξαναπάω στο Κέντρο Υγείας με σκοπό μάλλον τη νοσηλεία μου. Αυτά συμβαίνουν στις 23 Ιουλίου. Το Κέντρο Υγείας Κυθήρων, δηλαδή ένα ξενοδοχείο τρίτης κατηγορίας, μου θύμισε την παρθενική μου νύχτα σε βρώμικο ξενοδοχείο, την 1η Απριλίου του 1955, στην Ελασσόνα… (σελ. 23) Ωστόσο, οι άνθρωποι ήταν ευγενικοί, το οξυγόνο απαραίτητο, μόνο που ο ακτινολόγος του Κέντρου, ένας μεσήλικας χαβαλές γιατρός, αρνήθηκε να κάνει δεύτερη ακτινογραφία, παρόλο που επέμεινε ο φίλος και γιατρός Αποστόλης Αχείμαστος, που κατά τύχη περνούσε και αυτός τις διακοπές του στα Κύθηρα. Μας κυρίευσε όλους – εμένα, την Ελένη, τον Αποστόλη – η αμφιθυμία για το κατά πόσο χρειαζόταν σχετική εξειδικευμένη νοσηλεία και μετακίνηση στην Αθήνα. Αυτό που, προφανώς, ήταν μια πνευμονία θα μπορούσε, άραγε, να αντιμετωπιστεί στα Κύθηρα ή ήταν κάτι περισσότερο και θα έπρεπε να γίνει νοσηλεία σε μεγαλύτερο νοσοκομείο; Σε αυτή την ερώτηση απαντήσαμε θετικά και οι τρεις με καθυστέρηση 48 ωρών.

                                                                    *

Είχα από πάντοτε φαντασιώσεις αποκλεισμού και δυσκολίας στα νησιά, σε περίπτωση προβλημάτων υγείας. Θες το εμπύρετο του Βασίλη στη Σκύρο το 1976, θες η μη εμπιστοσύνη στους έλληνες περιφερειακούς γιατρούς, θες, τέλος, οι προβληματικές ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες, σπάνια κάναμε διακοπές στα νησιά. Και να, που οι επιφυλάξεις μου και οι φοβίες μου βρήκανε ιλαροτραγική επιβεβαίωση με αυτή την ανάγκη νοσηλείας στην Αθήνα.

Στην απόφασή μας να επιστρέψουμε στην Αθήνα, την Πέμπτη 25 Ιουλίου, οι συγκυρίες και οι θεοί δεν ήταν μαζί μας. Τις Πέμπτες η Ολυμπιακή δεν είχε πτήση από και προς τα Κύθηρα και τα ελικόπτερα του ΕΚΑΒ δεν πετάγανε λόγω καιρού και νέφωσης – η περίφημη κυθηραϊκή ‘κατσιφάρα’ – και έτσι, αποφασίστηκε να επιστρέψω οδικώς στην Αθήνα. Αυτό το ταξίδι, (σελ. 24) μια ώρα φέρι-μποτ Κύθηρα – Νεάπολη και, μετά, οδικώς Νεάπολη – Μολάοι – Σπάρτη και Σπάρτη – Αθήνα, έγινε πρωτογενώς με όλες τις σωστές προδιαγραφές – συνοδεία, στην αρχή, του Αποστόλη και, μετά, μιας γιατρίνας ειδικευόμενης από τη Σπάρτη, κανονικά, με ασθενοφόρο, με οξυγόνα, … με τα σέα του και τα μέα του.

Στη Σπάρτη με παρέλαβε και πάλι μια ομάδα γιατρών του ΕΣΥ. Η παρέμβασή τους υπήρξε γρήγορη, ομαδική και αποτελεσματική. Το διαγνωστικό τους κριτήριο σωστό. Οι θεραπευτικές τους προτάσεις σε σωστό δρόμο, με επαρκή συναίσθηση του κινδύνου πνευμονικού οιδήματος, που προφανώς υπήρχε. Mε το ασθενοφόρο του Νοσοκομείου Σπάρτης ξεκινήσαμε για την Αθήνα και τον Ευαγγελισμό, με τη διαβεβαίωση του οδηγού ότι χρειάζεται ‘μιάμιση ώρα’ να φτάσει στην Αθήνα. Επιβεβαιώσαμε ότι υπήρχε αρκετό οξυγόνο για τη διαδρομή και εγώ, ξαπλωμένος με την άνεση του οξυγόνου και, πιθανότατα, την ευφορία της overdose οξυγόνου, περνούσα μια χαρά. Η δύσμοιρη νεαρά γιατρίνα κρατιόταν σε αυτό το ξέφρενο ταξίδι, προσπαθώντας να κατανοήσει με τις ταπεινές της δυνάμεις τι της έλαχε να τρέχει έτσι προς την Αθήνα, με αυτούς τους παλαβούς, που κινδυνεύουν να πεθάνουν. Και εκεί ήρθε η έκπληξη. Ο οδηγός γυρνάει και μου λέει: ‘Πρέπει να βγω στην Κόρινθο γιατί μου τελειώνει το οξυγόνο’. Και πάμε στο Γενικό Νοσοκομείο Κορίνθου. Και με βγάζουν από το ασθενόφορο, για να παίρνω οξυγόνο στα επείγοντα του νοσοκομείου. Και ψάχνουν απελπισμένα, ο οδηγός και η γιατρίνα, να βρούνε οξυγόνο. Και λυγίζει το φορείο, όπου ήμουνα και κομψά γλιστράω προς τα κάτω και βρίσκομαι στο πάτωμα. Και παρατηρώ, με διασκεδαστικό μάτι, την κίνηση στα εξωτερικά ιατρεία της Κορίνθου… έχουν και μια γριά, που τους (σελ. 25) ταλαιπωρεί και την ταλαιπωρούνε. Και δεν μας δίνουν οξυγόνο, κι απελπισμένος ο οδηγός κάνει κινήσεις για να λύσει το πρόβλημα. (…) Τελικά, έρχεται ο οδηγός με τη γιατρίνα και μου λένε: ‘Βρήκαμε οξυγόνο, επιτέλους!’. (…)

                                                          *

Στην περιπέτεια της μεταφοράς από τα Κύθηρα στην Αθήνα, συμπεριλαμβανομένης της ευφορίας της υπεροξυγόνωσης, δεν είχα συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο θανάτου, που είχα διατρέξει – είτε για παθολογικούς λόγους (πνευμονικό οίδημα) είτε για διοικητικο-διεκπεραιωτικούς λόγους (έλλειψη οξυγόνου). Εκ των υστέρων, εννοώ μετά την επιμόλυνση και την ενδονοσοκομειακή λοίμωξη, είχα σκεφτεί να ονομάσω αυτό το κείμενο: ‘Δεν πεθαίνουμε παρά μόνο δύο φορές’. Δεν το ονόμασα έτσι – ιδίως όταν έμαθα ότι το οξυγόνο, που (σελ. 26) μου επέτρεψε να επιζήσω στη διαδρομή Κόρινθος – Αθήνα, ο οδηγός του ασθενοφόρου το είχε προμηθευτεί χάριν την ικανότητάς του να το ‘κλέψει’ από την αποθήκη οξυγόνου του Νοσοκομείου Κορίνθου. Θα ήμουνα περίεργος να μάθω ποια λογική επιτρέπει στον ένα ή τον άλλο να παίζουν κορόνα-γράμματα τη ζωή των θνητών. Στην όποια περίπτωση, από την Κυριακή 28 Ιουλίου μπήκα σε μια φάση λίαν επικίνδυνη για τη ζωή μου και περίπου για 40 ημέρες, ήμουνα σε καταστολή στη ΜΕΘ, χωρίς καμία επαφή με την κλινική ή άλλη πραγματικότητα.

Τον άνθρωπο, στον οποίο χρωστάω τη σωτηρία μου, χάρη στην κλοπή της μπουκάλας οξυγόνου από το νοσοκομείο στην Κόρινθο, μπόρεσα να τον συναντήσω με τη διαμεσολάβηση του φίλου μου γιατρού Π.Α. στις 6 Αυγούστου 2006. Το όνομα αυτού του οδηγού του ασθενοφόρου του Νοσοκομείου Σπάρτης είναι Παναγιώτης Δαφνιώτης. Η διήγησή του για τα γεγονότα της 23ης Ιουλίου 2002 είναι η εξής: όλοι του λέγανε ότι πρόκειται για μια VIP περίπτωση… Ο διευθυντής παθολόγος ήταν πολύ καλός επιστήμονας – τον εκτιμούσανε όλοι – αλλά οι υπόλοιποι ήτανε άγουροι και τα είχανε χαμένα. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, δεν ήθελαν να τους πεθάνει στα χέρια ένας σημαντικός άνθρωπος. Για περιποίηση, άνοιξαν περισσότερο τη στρόφιγγα του οξυγόνου, του έδωσαν και μια άπειρη γιατρίνα μαζί· και μου λέει: ‘Μην ανησυχείς, σε δυόμισι ώρες θα είμαστε στην Αθήνα. Μέχρις εκείνη την ημέρα, πίστευα ότι μου είχε πει: ‘σε μιάμιση ώρα’ και τον θαύμαζα. Αυτός, λόγω της παροχής του οξυγόνου και της ρεζέρβας, που διέθετε μας είχε δηλώσει πως ήξερε ότι έπρεπε να βγει στην Κόρινθο, όμως δεν μπορούσε να μιλήσει στους γιατρούς. Στο τέλος, βγήκαμε στην Κόρινθο (σελ. 27) και η φάση έγινε ως εξής: α) ο υπεύθυνος εφημερίας δεν τους επέτρεπε να με αφήσουν στην αίθουσα εφημεριών, για να πάρω οξυγόνο, γιατί κατά τη γνώμη του, ήμουν μια χαρά, β) δεν του δίνανε οξυγόνο, επειδή δεν ήταν επίσημη αποστολή του ΕΚΑΒ, αλλά αποστολή από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, γ) μεσολαβούν τηλέφωνα προς την Ελένη και από εκεί προς την Αθήνα και, έτσι φαίνεται, ότι κάποιος (;) τηλεφώνησε, για να βοηθήσει την κατάσταση, (δ) του ζητάνε ταυτότητα, ψάχνουν τον υπεύθυνο του ΕΚΑΒ να ξεκλειδώσει την αποθήκη με τις φιάλες οξυγόνου· δεν βρίσκεται ο υπεύθυνος και από το ανοικτό παράθυρο παίρνει μια φιάλη οξυγόνου, παρότι οι σεκιουριτάδες του νοσοκομείου τον παρενοχλούσαν. Γυρνώντας από την Αθήνα, περνάει πάλι από το Νοσοκομείο της Κορίνθου, παίρνει την ταυτότητά του και τις χρησιμοποιημένες φιάλες και γυρνάει στη Σπάρτη. Οφείλω να ομολογήσω ότι θα έπρεπε να φτιάξω άγαλμα σε αυτό τον άνθρωπο, γιατί, με την επαγγελματική του συνείδηση και την ετοιμότητά του να πάρει πρωτοβουλίες, μου έσωσε τω όντι τη ζωή. (…)

(σελ. 28) Στο σκηνικό της ΜΕΘ (πήγα να πω της κόλασης), όλα: εικόνες, λόγια, γλωσσοπαίγνια ήταν το πλαίσιο, μέσα στο οποίο προσπάθησα, για ένα μήνα, να πιάσω την επαφή με την πραγματικότητα του κόσμου και της ιστορίας μου. (…)

Μια πρώτη ψυχική κίνηση ήταν να πιάσω το νήμα συνέχειας από την τελευταία μου ανάμνηση, πριν από την Κυριακή 28 Ιουλίου, οπότε διασωληνήθηκα και κατεστάλην. (…) Για τα υπόλοιπα, επικρατούσε γενική σύγχυση, ιδίως για τα όσα (σελ. 29) μου είπε η Ελένη, ότι δηλαδή έκανα επιθετικές σκέψεις για τους γιατρούς, (…) έλεγα πως δεν είναι καλά πράγματα αυτά που κάνουν, ότι είναι κακοί άνθρωποι και πρέπει να με βάλουν να υπογράψω. Δεν τα θυμάμαι στη λεπτομέρειά τους αλλά, και τότε όπως και μετά, έλεγα ότι έκανα ένα οξύ ψυχωτικό επεισόδιο. Η ένταση της καταστάσεως και, προφανώς, η έλλειψη οξυγόνου δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για τέτοιες παρανοειδείς αντιδράσεις. (…)

(σελ. 30) (…) Αν δεν ήξερα συγκυριακά τη βιβλιογραφία της αισθητηριακής αποστέρησης και της έκπλυσης εγκεφάλου, δεν θα καταλάβαινα τι μου συνέβαινε. Είναι η πιο πλούσια σε παραγωγικές φαντασιώσεις, παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις περίοδος, που λόγω της παιδείας μου και πάλι, με παρέπεμπαν ευθέως σε παραλήρημα και οργανική ψύχωση.

(σελ. 32) “Όλο αυτό το σκηνικό (…) δεν είχε καθόλου χιουμοριστική επίδραση επάνω μου. Τουναντίον, ήταν συστηματική πηγή φόβου, που εκδηλώθηκε κλινικά με δύο τρόπους: με την ανάγκη, που εξέφρασα στην Ελένη να μένει όσο το δυνατόν πιο αργά το βράδυ, ώσπου να κοιμηθώ, και με δύο – τρία επεισόδια δύσπνοιας και δυσφορίας, που παρουσίασα καθ’ όλη αυτή τη διάρκεια. Ο φόβος ήτανε πραγματικό συναίσθημα, σε απάντηση υλικών φοβογόνων στοιχείων, που ήταν όλες αυτές οι παραισθήσεις και οι ψευδαισθήσεις, δηλαδή δεν ήταν μια φοβική διεργασία αναμονής επικείμενου κακού. Είναι εκείνη την εποχή, που ζήτησα από τον ψυχίατρο του Ευαγγελισμού, Γιάννη Τριποδιανάκη να πάρω κάποιο αγχολυτικό.

Να σημειωθεί κάτι, για το οποίο δεν ήμουν επαρκώς ενήμερος: το περιβάλλον της ΜΕΘ είναι περιβάλλον μείζονος θορύβου και ανακατωσούρας. (…) Επομένως, εάν είσαι ένας από τους λίγους εν εγρηγόρσει ασθενείς της ΜΕΘ, έχεις που έχεις τον καημό σου, έχεις και τους θορύβους του περιβάλλοντος. Όταν, μάλιστα, δεν μπορείς να φωνάξεις, γιατί έχεις τον αναπνευστήρα, φυσικά και η κατάσταση του αβοήθητου και η στέρηση είναι μείζονες. Έτσι, για πρώτη φορά στη (σελ. 33) ζωή μου, (…) πήρα συστηματική θεραπεία με αγχολυτικά και υπναγωγά φάρμακα.”

(σελ. 36) “Θα πρέπει να τονιστεί το ευάλωτον, σε αυτές τις περιπτώσεις, του χαρακτήρα παντός ασθενούς, που φθάνει αυτό που πολλοί ψυχαναλυτές αποκαλούν ‘ο ψυχωτικός πυρήνας του εαυτού μας’· σε συνθήκες απειλής, κινδύνου, θανάτου και αισθητηριακού περιορισμού, προβάλλεται στο ψυχολογικό προσκήνιο του ασθενούς, και έτσι, μεταλλάσσει ουσιαστικά τη δυναμική των θεραπευτικών σχέσεων. Ένα τελευταίο παράδειγμα, στον δεύτερο μήνα της νοσηλείας μου, πριν από τις 25 Σεπτεμβρίου, που βγήκε ο αναπνευστήρας, αλλά σε μια περίοδο πλήρους εγρήγορσης – εκτός από δυο ή τρεις κρίσεις δυσφορίας, που μεγιστοποίησαν τον φόβο και όπου χρειάστηκε δυο φορές να με κοιμίσουν για να τα βγάλω πέρα, παρουσίασα και μια κρίση που θύμιζε, κατά την εκτίμησή μου, κρίση σωματικής μετατροπής υστερικού χαρακτήρα. Επρόκειτο για προκάρδια άλγη με χαρακτήρα εμφράγματος, που δεν είχα βιώσει ποτέ πριν από αυτό το γεγονός.”

(σελ. 46) “(…) Να θυμίσω ότι τις ημέρες, που βρισκόμουνα στη ΜΕΘ του Ευαγγελισμού με είχανε πληροφορήσει ότι στον πιο πάνω όροφο βρισκόταν ο Σάββας Ξηρός, μαζί με όλες τις ιστορίες, που αφορούσαν τη ‘17 Νοέμβρη’.”

(σελ. 113) “Ο θάνατος

Κανένας δεν μιλάει για αυτόν.”

* περισσότερα για την καλλιτέχνη Judith Simonian στο site της και στο instagram: judy_simonian 

Comments are closed.

0 %