Vissi d’ arte, Vissi d’ amore
Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου ‘Οι τελευταίες μέρες της όπερας’ (The last days of opera) στις ΗΠΑ τον Φεβρουάριο, η Marina Abramovic την περιγράφει στο news.artnet.com σαν μια πολύ παλιά μορφή τέχνης, που έχει εξελιχθεί ανά τους αιώνες, με δική της γλώσσα και κανόνες, προτρέποντας όμως – καθώς είμαστε στον 21ο αιώνα – να τους αλλάξουμε και να αποσυναρμολογήσουμε τη δομή της ώστε να φυσήξει λίγος φρέσκος αέρας.

“Το 2018 στην πόλη Antwerp της Φλάνδρας του Βελγίου ανέπτυξα για πρώτη φορά τη σύλληψη και τη σκηνική διαμόρφωση για το έργο του Claude Debussy ‘Πελλέας και Μελισσάνθη’ (1898), δίνοντας – σε αντίθεση με τον δημιουργό του – μια αυστηρή μορφή, κάτι που το έκανε δυσπρόσιτο. Για το ντεκόρ χρησιμοποίησα μεγάλους κρυστάλλους, που μαζί με το βίντεο του Marco Brambilla προσέδωσαν μια μεταφυσική χροιά στο δράμα και κατέστησαν τη δύναμη της μουσικής πιο ορατή. Δεν ξέρουμε από πού έρχεται η Μελισσάνθη, o μετέπειτα άντρας της Golaud την ανακαλύπτει στο δάσος. Θα μπορούσε να είναι εξωγήινο πλάσμα, από άλλο πλανήτη; Τους κρυστάλλους θα γινόταν ίσως να τους ερμηνεύσουμε σαν διαστημόπλοια, που την έφεραν σ’ εμάς; Έχει ανθρώπινη υπόσταση; Είναι η αγάπη της αληθινή; Πεθαίνει γι’ αυτή; Όλα τα παραπάνω ερωτήματα απευθύνονται στο κοινό και χρειάζεται να βρουν τις δικές τους απαντήσεις.


Σκέφτομαι τη συγκεκριμένη ρομαντική ιδέα εδώ και πολύ καιρό – παραλίγο να πέθαινα κι εγώ από έρωτα, πριν χρόνια. Η εμπειρία ήταν τόσο επώδυνη και απορρόφησε ολοκληρωτικά την ψυχή μου, που δε νομίζω ότι θα άντεχα να το ξαναπεράσω. Χαίρομαι που επέζησα γιατί έτσι κατάφερα να φτιάξω το έργο ‘Οι εφτά θάνατοι της Μαρίας Κάλλας’ – αποτελούσε μυστικό μου όνειρο για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Δημιούργησα μια σύνθεση, συμβίωση ανάμεσα στη ζωή της και τη δική μου. Εμένα η δουλειά μου, πραγματικά μ’ έσωσε – κάτι που δε λειτούργησε στην περίπτωσή της, στην πορεία έχασε τη φωνή της και δε μπορούσε πια να τραγουδήσει.”
Ξεκινώντας με μια αργή χορογραφία για το πώς φέρνει κανείς εις πέρας τις πιο βασικές σωματικές λειτουργίες όταν έχει να φροντίσει μια ραγισμένη καρδιά, σε μια κατάσταση μπερδεμένης μελαγχολίας, ο Willem Dafoe τη συνοδεύει παίζοντας διάφορους ρόλους: τους Alfredo, Cavaradossi, Otello, Pinkerton, José, Edgardo, Pollione, όπως και τον Αριστοτέλη Ωνάση. “Είναι εραστής, πατέρας, αυτός που με σκοτώνει. Στην περίπτωση της Κάρμεν έξω από την αρένα στη Σεβίλλη (Georges Bizet, 1874), υπάρχει μια στιγμή ιδιαίτερα έντονη – ποιος θα πάρει το σκοινί, εκείνος (ως προδομένος στρατιώτης) ή εγώ (όντας ντυμένη με τη στολή του ταυρομάχου που ερωτεύτηκα);”
Στον τελικό εναγκαλισμό, χρησιμοποιεί το μαχαίρι εναντίον της. Ως ηρωίδα του Giuseppe Verdi, Δυσδαιμόνα (1885) πνίγεται από ένα φίδι, σε μια θανάσιμη αναμέτρηση με ένα σύμβολο απιστίας και κινδύνου – όσο και θηλυκότητας, γονιμότητας, ανανέωσης και ενέργειας σε πολλές κουλτούρες.
H έξοδος της Τόσκα (Giacomo Puccini, 1899) στο κενό, που “έζησε για την τέχνη, έζησε για την αγάπη” μεταφέρεται από το κάστρο σε έναν ουρανοξύστη.
H τελετουργική αυτοκτονία της Madame Butterfly (G. Puccini, 1907) αντικαθίσταται με την καλλιτέχνη να ανοίγει την προστατευτική φόρμα που φορά για να εκτεθεί στη ραδιενεργή ακτινοβολία σε ένα απόκοσμο τοπίο, καθώς ακούγεται και η άρια ‘Μια ωραία μέρα, θα δούμε’ (Un bel di, vedremo).
Σε μια ‘σκηνή τρέλας’ από την όπερα Lucia di Lammermoor (Gaetano Donizetti, 1835), τραβά και σκίζει το πέπλο από το κεφάλι της ως νύφη που την παράτησαν, σπάει τους καθρέφτες, βάζα με λουλούδια και κόβεται από τα γυαλιά, ενώ σε μια αναβίωση της Νόρμας του Bellini (1831), περπατά προς τη φωτιά σαν πολεμιστής, με τον Ρωμαίο στρατηγό, που φορά ένα χρυσό φόρεμα να αποφασίζει να της κρατήσει το χέρι και να βαδίσει μαζί της.

Marina Abramovic και Ulay, Imponderabilia, 1977

Marina Abramovic και Ulay, Anima Mundi (Pietà)
“Η συγγραφέας Carson McCullers έχει πει: ‘Γίνομαι οι χαρακτήρες που γράφω’ και ευχαριστώ τον ποιητή Τερέντιο για τη φράση: ‘Τίποτε ανθρώπινο δε μου είναι ξένο.’ Πρόκειται για παρόμοια προσέγγιση με αυτή που υιοθετώ. Πρέπει να είναι κανείς μέσα στον χαρακτήρα, αλλιώς το κοινό θα το νιώσει και θα χάσει το ενδιαφέρον του. Κάτι ουσιαστικό που μου έμαθε ο Bob Wilson είναι όταν βρίσκομαι στη σκηνή, να είμαι παρούσα γιατί αν σκέφτομαι ήδη την επόμενη κίνηση, θα χαθεί η συγκέντρωση. Αυτή χρειάζεται πάντα να έρχεται από το σώμα και το μυαλό ταυτόχρονα, χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.

‘Ρυθμός 5’
Στο ξεκίνημα της πορείας μου, δε φανταζόμουν ότι μια μεταμορφωτική εμπειρία είναι πιθανή μέσω του θεάτρου ή της όπερας, αλλά μόνο μέσω του είδους της performance μακράς διάρκειας που εξερευνούσα, όπως στο ‘Ρυθμός 10’, που παρουσιάστηκε στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Ρώμης το 1973 καταφέρνοντας μια χωρίς προηγούμενο ενότητα παρόντος και παρελθόντος μέσα από κάποια τυχαία λάθη. Ζούσα ένα αίσθημα απόλυτης ελευθερίας, ότι το σώμα μου ήταν χωρίς όρια, ότι ο πόνος δεν είχε σημασία. Δουλεύοντας με τους Bob Wilson, Willem Dafoe και με τους χορογράφους Damien Jalet και Sidi Larbi Cherkaoui άλλαξα γνώμη.

Balkan Baroque / αναδρομική έκθεση ‘The Cleaner’ στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Βελιγραδίου, 2019-20
Διανύοντας τα εβδομήντα μου χρόνια, η ιδέα ότι ζω το τελευταίο κομμάτι της ζωής μου είναι πολύ υπαρκτή. Η διερώτηση, πόσος χρόνος πραγματικά μου απομένει και πώς δύναμαι να μεταφράσω όσα έκανα στη ζωή μου για τις επόμενες γενιές γίνεται όλο και πιο επείγουσα.

‘O ήρωας’ (φόρος τιμής στον πατέρα της)
Σε ό,τι αφορά το μέλλον της όπερας και το τι μπορεί να προσφέρει στους νεότερους, εάν με ρωτούσαν πριν είκοσι χρόνια, θα απαντούσα ότι πεθαίνει σα μορφή τέχνης. Σήμερα πιστεύω ότι είναι μεταβαλλόμενη, με δυναμική και ότι οι μελλοντικοί καλλιτέχνες, χωρίς αμφιβολία, θα προσφέρουν νέες λύσεις. Δεν ξέρω αν θα την αποκαλούμε όπερα ή αν θα έχει καινούριο όνομα. Ο χρόνος θα δείξει.”
Πηγή: news.artnet.com / κεντρική φωτογραφία: η Marina Abramovic με το έργο ‘Η Σκάλα’





