politis

Χαρτογραφώντας την ουτοπία

O Kieran Setiya, καθηγητής Φιλοσοφίας στο MIT σε κριτική του για το βιβλίο του συναδέλφου του στο πανεπιστήμιο Columbia, Philip Kitcher ‘Σε τι χρησιμεύει η φιλοσοφία;’ εκτίμησε στο London Review of Books (τεύχος 45, No. 9, Μάιος 2023) ότι “Ως κλάδος βρίσκεται σε μια κατάσταση κάποιας σύγχυσης – αποτελεί το καταφύγιο ερωτήσεων, που δεν ξέρουμε πώς να απαντήσουμε, προέρχεται από μια περιέργεια, την οποία οι φυσικές και κοινωνικές επιστήμες δεν μπορούν να ικανοποιήσουν. O Saul Kripke, αναλυτικός φιλόσοφος και θεωρητικός της Λογικής τη μετασχημάτισε, αναζωογονώντας ανενεργά μεταφυσικά ερωτήματα. Τι μας κάνει τους ιδιαίτερους ανθρώπους, που είμαστε; Η επιστήμη μας λέει πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος, και όχι μόνο πώς είναι; ‘Έχει γίνει τόσο μυστηριακή η φιλοσοφία, που οι ερασιτέχνες δυσκολεύονται με το νόημα.’, σημείωναν σε κριτική τους οι New York Times. Είναι μοιρασμένη ανάμεσα σε δύο πολύ διαφορετικά οράματα, ‘με τους τεχνικούς να ονειρεύονται ένα βασικό κλειδί, που θα μπορούσε να μετατρέψει όλη τη φιλοσοφία σε επιστήμη και τους ρομαντικούς να φαντάζονται μια μεγάλη κίνηση, η οποία θα την έκανε να καταλάβει ξανά τον κόσμο και να αποδείξει ότι η φιλοσοφική διαίσθηση δεν έχει στερέψει’.

Ο Philip Kitcher τάσσεται με τους ρομαντικούς. Άρχισε την καριέρα του δουλεύοντας σε κάπως τεχνικά πεδία, όπως η φιλοσοφία των μαθηματικών και η επιστήμη – σύντομα στράφηκε σε επίμαχα θέματα στη βιολογία, ανάμεσά τους η δημιουργία, η εξελικτική ψυχολογία, όπως και η κοινωνική φύση της επιστημονικής πρακτικής. Πιο πρόσφατα ασχολήθηκε με τις όπερες για το Δαχτυλίδι του R. Wagner, το Finnegans Wake του James Joyce, τον κοσμικό ουμανισμό, την ηθική πρόοδο. Στη φιλοσοφία σήμερα εντοπίζει άνυδρες τεχνικές λεπτομέρειες, που απευθύνονται σε ένα κοινό ειδικών. Κατηγορεί τους φιλόσοφους ότι δε γνωρίζουν αρκετά για τις επιστήμες, που άπτονται της δουλειάς τους και επειδή δεν αναρωτιούνται αν οι εργασίες τους αξίζουν τον κόπο. Αυτό που θα ήθελε είναι μια αναδόμηση της φιλοσοφίας ώστε να καταστεί χρήσιμη στους επιστήμονες ή που θα γινόταν να εφαρμοστεί σε κοινωνικά προβλήματα, με νέα συνθετικά οράματα, που θα φέρνουν κοντά διαφορετικά πεδία.

Από τον Σωκράτη, που δεν έγραψε τίποτα και διώχθηκε για ασέβεια, ή τον B. Spinoza, ο οποίος αφορίστηκε ή την Πραγματεία για την Ανθρώπινη Φύση του David Hume, που ‘αντιμετωπίστηκε ως θνησιγενής από τον τύπο’, περνάμε στη δεκαετία του 1970 και τις αρχές του 1980, με τον P. Kitcher να παρατηρεί: ‘Καθώς κοιτάζω πίσω, μου φαίνεται ότι η απόκλιση της ‘κύριας φιλοσοφίας’ από θέματα ευρύτερου ενδιαφέροντος είναι λιγότερο έντονη. Η επαγγελματική αγγλόφωνη φιλοσοφία τότε ήταν πιο κοντά σε άλλους ακαδημαϊκούς κλάδους και πιο εύκολο να αγαπηθεί.’” Ο Kieran Setiya διαφωνεί υποστηρίζοντας ότι σε μια περίοδο, που οι άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες άλλαζαν από την επαφή με τον φεμινισμό και τις μετα-αποικιακές σπουδές, η φιλοσοφία βρισκόταν σε γενικές γραμμές απομονωμένη, εσωστρεφής. “Οι φιλόσοφοι καταπιάνονται, επίσης, με την αισθητική, τη συνείδηση, την ιδεολογία, τη φυλή, το φύλο, τη λογική, το πώς να ζούμε καλά. Υπάρχει κάποια βάση στις ‘παθολογίες’ που εντοπίζει ο P. Kitcher”, παραδέχεται ο Kieran Setiya, “όπως η αχρείαστη εξειδίκευση, η απάρνηση των επιστημών, η νωθρότητα ερευνητικών προγραμμάτων. Κοινή τους προέλευση, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί το ότι βασική δουλειά της φιλοσοφίας είναι να προχωρά στην ανάλυση εννοιών – όπως η γνώση, η λογική, το άτομο – με αρκετή ακρίβεια ώστε να καθίστανται τελείως σαφείς και να εφαρμόζονται σε κάθε πιθανή περίπτωση.” O Kieran Setiya θεωρεί ότι αυτή ήταν η κύρια τάση στα μέσα του 20ου αιώνα και υπάρχουν ακόμη ορισμένοι υποστηρικτές της. “Ωστόσο, οι περισσότεροι έχουν απομακρυνθεί από την ανάλυση εννοιών, προσανατολιζόμενοι στη μεταφυσική διερεύνηση των ίδιων των πραγμάτων: το αντικείμενό τους δεν είναι οι λέξεις και το τι εννοούν, αλλά ο κόσμος που αναπαριστούν. Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι του μυαλού, για παράδειγμα, εξερευνούν τη φύση της συνείδησης και τη σχέση της με τη φυσική, όχι τη σημασία της λέξης ‘συνειδητός’.

Maria Laet, Γη [Terra (Canudos)], 2015 - περιλαμβανόταν στις εκθέσεις 100 χρόνια Bauhaus (1919 - 2019): Ουτοπία σε κρίση

Maria Laet, Γη [Terra (Canudos)], 2015 – περιλαμβανόταν στις εκθέσεις 100 χρόνια Bauhaus (1919 – 2019): Ουτοπία σε κρίση

Στο ‘Γράμμα του προς κάποιους νέους φιλόσοφους’, με το οποίο κλείνει το βιβλίο του, ο P. Kitcher προτείνει ότι οι επιδέξιοι στη ‘βασική φιλοσοφία’ – τη μεταφυσική, την επιστημολογία και τη φιλοσοφία της γλώσσας θα έχουν προβάδισμα στην εξεύρεση εργασίας. Οι μεγαλύτερης ηλικίας επισημαίνουν τις απειλές για την τριτοβάθμια εκπαίδευση: τη συρρικνούμενη αγορά εργασίας, την πίεση για πολλές δημοσιεύσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα, τη δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι επικουρικοί λέκτορες, την αυξανόμενη εξειδίκευση, την αποτυχία προσέλκυσης ενός ευρύτερου κοινού.” Ο Kieran Setiya πιστεύει ότι προτιμώνται όσοι έχουν μελετήσει τις κατευθύνσεις της ηθικής, της κοινωνικής και της πολιτικής φιλοσοφίας.

“Ο P. Kitcher εμπνεόμενος από τον πραγματιστή John Dewey, τον οποίο θεωρεί τον πιο σημαντικό φιλόσοφο του 20ου αιώνα, προκρίνει μια φιλοσοφία, που θα απαντά σε πρακτικές ανάγκες. Σύμφωνα με τον J. Dewey, ‘η πνευματική δουλειά θα πρέπει να ανταποκρίνεται στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, προκειμένου οι έρευνες να τίθενται στην υπηρεσία άλλων, εκτός από τις μικρές ομάδες όσων καταπιάνονται με αυτές’. Για τους J. Dewey και P. Kitcher η φιλοσοφία περιλαμβάνει περισσότερα από την εφαρμοσμένη ηθική και τη συνεισφορά στην ενεργή επιστήμη, όσο πολύτιμες κι αν είναι αυτές. Προσβλέπουν σε μια συνθετική φιλοσοφία, η οποία θα παρέχει φόρμουλες για τον κόσμο – ερωτήσεις, έννοιες, αναλογίες, ιδανικά – που μας βοηθούν να αποκτήσουμε μια ευρύτερη εποπτεία της ανθρώπινης ζωής. Αυτό που δε θέλουν είναι μια φιλοσοφία χωρίς πρακτική αξία, το ισοδύναμο της καθαρής επιστήμης.”

O Kieran Setiya, από την άλλη, αναπτύσσει το επιχείρημα ότι “η αμιγής φιλοσοφία είναι ανεκτίμητη καθεαυτή, ασχολείται με τις δυσκολίες, που συναντάμε όταν επιχειρούμε να κατανοήσουμε απλές αλήθειες. Κάποια από τα θέματα, με τα οποία καταπιάστηκαν οι Bertrand Russell, Ludwig Wittgenstein και Frank Ramsey στις αρχές του 20ου αιώνα είναι οι σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα, το εάν για παράδειγμα υπάρχει μεταξύ τους κάποια άφατη σύνδεση, για την οποία δεν αρκούν οι συνηθισμένες λέξεις. Ο πραγματιστής C. S. Peirce θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρχει ένας κανόνας ‘γραμμένος σε κάθε τοίχο της πόλης της φιλοσοφίας: μην εμποδίζετε τον δρόμο της έρευνας’.”

το έργο του David Diao, Συζήτηση (Conversation), 2018 - περιλαμβανόταν στις εκθέσεις 100 χρόνια Bauhaus (1919 - 2019): Ουτοπία σε κρίση

το έργο του David Diao, Συζήτηση (Conversation), 2018 – περιλαμβανόταν στις εκθέσεις 100 χρόνια Bauhaus (1919 – 2019): Ουτοπία σε κρίση

H Siobhan Lyons φοβάται σε άρθρο της στο aeon.co πως η φιλοσοφία σήμερα ισορροπεί επισφαλώς ανάμεσα στη δυσνόητη εξειδίκευση και την εύκολη αυτοβοήθεια. “Yπάρχουν πολλοί λόγοι για τη στασιμότητα της φιλοσοφίας, παρόλο που η διπλή επιρροή της μερίκευσης και της εμπορευματοποίησης ίσα, που την κάνουν να μοιάζει με εκείνη, που εξασκούσαν ο Αριστοτέλης, ο B. Spinoza ή ο Fr. Nietzsche.”

Πάντα απασχολούσε το ζήτημα του πώς καλύτερα να φιλοσοφούμε. Στην αρχαία Ελλάδα συχνά προτιμούσαν εξωτερικούς, δημόσιους χώρους, όπως το Λύκειο, ενώ τα φιλοσοφικά έργα συνήθως καταγράφονταν σε μορφή διαλόγου. Ο Αυγουστίνος προτιμούσε τη μορφή των εξομολογήσεων. Οι πραγματείες του Niccolò Machiavelli εντάσσονται στο λογοτεχνικό είδος ‘καθρέφτες για πρίγκηπες’, ενώ το πιο γνωστό του έργο ‘Ο Ηγεμόνας’ παρουσιάστηκε σαν οδηγία προς τον κυβερνήτη. Ο Thomas More διατήρησε τη δομή διαλόγου στη γνωστή του νουβέλα ‘Ουτοπία’ (1516). Μέχρι τα τέλη του 1500, ο Michel de Montaigne κατέστησε δημοφιλές τo δοκίμιο, συνδυάζοντας ανέκδοτα με αυτοβιογραφικά στοιχεία. Στον αιώνα που ακολούθησε, ο Francis Bacon ήταν σαφώς αφοριστικός. Ο Thomas Hobbes έγραψε τον Leviathan (1651) σε στυλ διάλεξης. Εκείνο του B. Spinoza ήταν ασυνήθιστο στο ότι ακολούθησε ως πρότυπο την ευκλείδεια γεωμετρία. Με τον Διαφωτισμό υιοθετήθηκε μια διαφορετική προσέγγιση αναφορικά με τη μορφή και το περιεχόμενο. Σε πολλά κείμενα ακολουθήθηκε το αφηγηματικό μοντέλο των Ν. Machiavelli και Th. More, όπως στον ‘Candide’ από τον Βολταίρο (1759), ενώ ο Jean-Jacques Rousseau ξαναγύρισε στην εξομολογητική δομή. Τα γραπτά του Immanuel Kant ήταν πολύ λιγότερο κατανοητά. To αρκετές φορές δυσνόητο στυλ του θα γινόταν όλο και περισσότερο δημοφιλές και θα το υιοθετούσε κυρίως ο Χέγκελ. Παρά τη γνωστή συνθετότητα του έργου τους, θα είχαν και οι δύο μακρά επίδραση στη σύγχρονη φιλοσοφία. Τον 19ο αιώνα, ο Fr. Nietzsche, που τον είχε επηρεάσει ιδιαίτερα ο Arthur Schopenhauer έγραφε σε αφοριστικό στυλ, εκφράζοντας τις ιδέες, όπως του έρχονταν, ως εκρήξεις ενεργητικής πρόζας. Υπάρχουν πολύ λίγοι, που κατάφεραν να συλλάβουν τη σημασία και την πνευματική δυσκολία της φιλοσοφίας, όντας ταυτόχρονα τόσο παθιασμένοι και ποιητικοί όσο ο Νίτσε.

Das Totale Tanz, Theater 360 (video), 2019 > Interactive Media Foundation & Filmtank, with Artificial Rome - περιλαμβανόταν στις εκθέσεις 100 χρόνια Bauhaus (1919 - 2019): Ουτοπία σε κρίση

Das Totale Tanz, Theater 360 (video), 2019 > Interactive Media Foundation & Filmtank, with Artificial Rome – περιλαμβανόταν στις εκθέσεις 100 χρόνια Bauhaus (1919 – 2019): Ουτοπία σε κρίση

Ο 20ος αιώνας αποδείχθηκε κρίσιμο σημείο καμπής. Παρόλο που δημοσιεύτηκαν πολλά σημαντικά έργα, η φιλοσοφία στα πανεπιστήμια εξειδικεύτηκε σε μεγάλο βαθμό σε στενά προσδιορισμένους τομείς, όπως φιλοσοφία της σκέψης, ερμηνευτική, σημειωτική, πραγματισμός, φαινομενολογία ενώ η ανάμειξή της στην κοινωνία και η ευρύτερη επιρροή της στο γενικό κοινό και τους καλλιτέχνες περιορίστηκε. Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το γιατί η μερίκευση καθιερώθηκε τόσο πολύ στη φιλοσοφία. Σύμφωνα με τον Terrance MacMullan, ξεκίνησε τη δεκαετία του 1960, όταν τα πανεπιστήμια ριζοσπαστικοποιούνταν. Με την υποβάθμιση της σημασίας της γενικής σκέψης, ο συνδετικός ιστός, που υπάρχει φυσικά ανάμεσα στους διάφορους κλάδους γίνεται δυσδιάκριτος. Αναμένεται κανείς να ακολουθεί τις ενυπάρχουσες στον κλάδο του μεθοδολογίες. Εάν, όπως υποστήριξε ο Henri Bergson στο ‘Δημιουργικό Μυαλό’ (1946) η φιλοσοφία θεωρείται ότι μπορεί να ‘μας οδηγήσει σε μια πιο ολοκληρωμένη αντίληψη της πραγματικότητας’, τότε με αυτή τη συνεχιζόμενη έμφαση στην εξειδίκευση στις μέρες μας διακυβεύεται το πόσα μπορούμε πραγματικά να μάθουμε για τον κόσμο σε ένα ουσιαστικό βάθος και η ίδια η αποστολή της φιλοσοφίας. Ο Milan Kundera σημείωσε στην ‘Τέχνη τoυ Μυθιστορήματος’ (1988): ‘Η άνοδος των επιστημών ώθησε τον άνθρωπο στα τούνελ των εξειδικευμένων κλάδων. Όσο περισσότερο προχωρούσε στη γνώση, τόσο λιγότερο καθαρά είχε τη δυνατότητα να δει είτε τον κόσμο είτε τον εαυτό του ως ενιαίο και βούτηξε περισσότερο σε αυτό που ο M. Heidegger, μαθητής του Ε. Husserl, αποκάλεσε με μια όμορφη, σχεδόν μαγική φράση ‘λησμονιά της ύπαρξης’.’

Η φιλοσοφία άρχισε να απομακρύνεται από την ποιητικότητα, που έθρεψε το πνεύμα της. O James Miller αποκαλούσε εκείνη πριν τον 20ο αιώνα ένα ‘είδος ποίησης’. H Tamsin Shaw περιγράφει το Νίτσε περισσότερο ως ‘φιλόσοφο-ποιητή’, ενώ Jean-Paul Sartre τον αποκαλούσε ‘ποιητή, που είχε την ατυχία να τον θεωρούν φιλόσοφο’. Και ο M. Heidegger αναζητούσε ‘ένα ποιητή σε μια απελπιστική εποχή’, αφού κοιτά κατευθείαν στην άβυσσο κατά τη διάρκεια ‘της νύχτας του κόσμου’.

Στο βιβλίο του ‘Η φύση και το μέλλον της φιλοσοφίας’ (2010) ο Michael Dummett διερωτάται ποια ενδέχεται να είναι η κατεύθυνση, που θα πάρει. Ο ίδιος επιχειρηματολογεί ότι το πιο γόνιμο μονοπάτι είναι η αναλυτική παράδοση, της οποίας το κύριο ενδιαφέρον αποτελεί η γλώσσα. Αν και πιστεύει ότι έχει δυνατά σημεία έναντι της φαινομενολογίας στην Ευρώπη, διαβλέπει ακόμη προοπτική ‘συμφιλίωσης’ ανάμεσα στις δύο παραδόσεις μέσα από μια κοινή αφοσίωση στη φιλοσοφία του μυαλού. Όπως υποστηρίζει, τόσο οι επιστήμονες όσο και οι φιλόσοφοι ασχολούνται συνέχεια με την ιδέα της συνείδησης, όπου μπορούν οι δύο πλευρές να συναντηθούν στη μέση.

Ο Νίτσε είχε αναγνωρίσει ότι η ενασχόληση με τη φιλοσοφία μπορεί να μας αναστατώσει. Στο τελευταίο του βιβλίο ‘Ecce Homo (Ίδε ο Άνθρωπος)’ την παρομοίασε με ‘εθελοντική απόσυρση σε περιοχές με πάγο και βουνοκορφές, αναζητώντας ο,τιδήποτε παράξενο και αμφισβητήσιμο στην ύπαρξη.” To 2005, δύο χρόνια πριν τον θάνατό του, ο Richard Rorty είχε υποστηρίξει ότι η φιλοσοφία είναι ‘κάτι που τραβά τους ανθρώπους όταν αντιμετωπίζουν πρόβλημα στο να συγκεράσουν το παλιό με το νέο, τη φαντασία των προγόνων τους με την πιο ευρηματική των συγχρόνων τους’. O David Hall θεωρούσε ότι πρωταρχική λειτουργία του φιλοσόφου είναι να εκφράσει την πολιτιστική αυτοκατανόηση. Αλλιώς, θα έχει αποτύχει στο καθήκον, που αποτελεί τον βασικό λόγο ύπαρξής του. Στην ‘Αυγή’ (1881), ένα από τα πρώτα και λιγότερα αναγνωρισμένα έργα του ο Νίτσε ανέφερε: ‘Όλοι μας οι σπουδαίοι μέντορες και πρόδρομοι έφτασαν σε ένα τέλος και δύσκολα πρόκειται για την πιο ευγενή και γεμάτη χάρη κίνηση, με την οποία κλείνει η κούραση: θα συμβεί και σ’ εσάς και σ’ εμένα! Παρόλα αυτά, δεν πρέπει να μας απασχολεί! Άλλα πουλιά θα πετάξουν πιο μακριά!’

Αυτό που είναι ορατό στον Μάρκο Πόλο, κεντρικό χαρακτήρα του μυθιστορήματος του Italo Calvino, ‘Αόρατες Πόλεις’ είναι αόρατο στους άλλους, υπογράμμισε σε ομιλία του στο ομώνυμο συνέδριο τον Οκτώβριο του 2015 ο καθηγητής Φιλοσοφίας στο τμήμα ΕΜΜΕ του ΕΚΠΑ Γιώργος Μανιάτης, που πέθανε πριν λίγες μέρες. Ιχνηλάτησε εκεί τις αόρατες ζωές μέσα σε αυτές, τις εξεγέρσεις, που τις συγκλόνισαν μέσα από τη δουλειά του Ντ. Χάρβεϋ, την κατάσταση της εργατικής τάξης, η οποία προλεταριοποιείται, φέρνοντας το παράδειγμα της Αγγλίας – όπως την είδε ο Φρ. Ένγκελς στο εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας στο Μάντσεστερ, όπου ήταν συνέταιρος ο πατέρας του. Στοχαζόμενος πάνω σε μια ‘ουτοπία σε κρίση’, μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, ξεκινούσε τις παραδόσεις από τους σοφιστές, με τις μεθόδους που μετέρχονταν για να πείσουν και τον Σωκράτη. Από το αθηναϊκό μοντέλο δημοκρατίας περνούσε σε όσα το διαδέχθηκαν, στο ρουσσωικό επιχείρημα για τα αίτια και την καταγωγή της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων, το φάντασμα που πλανάται πάνω από την Ευρώπη. Έδινε ως θέμα εργασίας την ηθική τους και την ηθική μας του Λ. Τρότσκυ, στεκόταν στην ιδέα της τυραννίας της πλειοψηφίας του Alexis de Tocqueville, την αισθητική της μουσικής, την αξία του συνθέτη Ρ. Βάγκνερ ανεξάρτητα από τον εθνικοσοσιαλισμό. Ο Μάρκο Πόλο συνέβαλε στην ανάπτυξη της χαρτογραφίας, οδηγώντας έναν αιώνα αργότερα στα ευρωπαϊκά εξερευνητικά ταξίδια κι εκείνος σε μια προσπάθεια, όχι μόνο να περιγράψουμε τον κόσμο, αλλά να τον αλλάξουμε, έφεγγε σα φανάρι για να δείξει στο μέλλον να περάσει, όπως έγραφε ο Μ. Λουντέμης στην Κραυγή στα Πέρατα.

Πηγές: lrb.co.uk, aeon.co / στην κεντρική φωτογραφία: το έργο του Juan Bolivar ‘Λεωφόρος προς την Κόλαση (Highway to Hell, κατά τον Malevich 1930-32), 2019 – περιλαμβανόταν στις εκθέσεις 100 χρόνια Bauhaus (1919 – 2019): Ουτοπία σε κρίση (Μάιος – Ιούνιος 2021)

Comments are closed.

0 %